Category Archive for ‘Βιολετί’

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Melaleuca gibbosa Labill.    

Common name/ Κοινό όνομα:  Slender honey-myrtle

Family/Οικογένεια:  MYRTACEAE



Melaleuca gibbosa is an ornamental, evergreen, perennial and rounded shrub, growing up to 2m high but in our garden plants rarely exceed 1m in height.  Branches ascending , erect or arching, much-branched, glabrous; young shoots are red, older shoots are pale brown, becoming brownish-grey, hard and woody with age.  Leaves are opposite, arranged in alternating order (decussate), simple, entire, ovate to obovate, obscurely veined, sessile and glandular, apex rather obtuse, margins often tinged reddish.  Flowers rounded  to bottle-brush, actinomorphic and hermaphrodite, in dense axillary and cylindrical spikes; hypanthium* concave, pink to reddish; stamens numerous in 5 bundles, filaments straight, whitish to pinkish or mauve and glabrous, anthers pink to mauve; ovary inferior, style 1.  The fruit are woody capsules embedded in the stems; finally the stems bear several humps (“gibbosus” in Latins means “having a hump”).  Flowering time March –May (Cyprus).  Endemic to Australia.

Hypanthium** = sepals, petals and other parts of a flower fused together at their bases to form a cup-like structure called hypanthium.



Διακοσμητικός, αειθαλής και πολυετής θάμνος με στρογγυλή εμφάνιση και ύψος μέχρι 2m, αλλά στους δικούς μας κήπους τα φυτά αυτά δεν ξεπερνούν τα 1-1.2μ ύψος.  Κλάδοι όρθιοι, ανερχόμενοι ή καμπυλωτοί, πολύκλαδοι και άτριχοι.  Νεαροί κλάδοι κοκκινωποί, παλαιότεροι καστανοί που τελικά γίνονται γκριζωποί, σκληροί και ξυλώδεις.  Φύλλα αντίθετα αλλά σε κατ εναλλαγή διάταξη δηλ. το πιο πάνω ζεύγος φύλλων βγαίνει σε ορθή γωνία σε σχέση με το κάτω ζεύγος, είναι απλά, ακέραια, ωοειδή ή αντωειδή, άμισχα, με χείλος που συχνά παίρνει κοκκινωπό χρώμα, με αφανή νεύρωση και με εμφανείς κυκλικούς αδένες.  Άνθη σε σφαιρικά κεφάλια ή σε μορφή βούρτσας μπουκαλιών, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πυκνούς και κυλινδρικούς μασχαλιαίους σπάδικες.  Υπάνθιο κοίλο και ρόδινο ή κοκκινωπό.  Στήμονες αρκετοί σε 5 δέσμες, νήμα ίσιο, λευκορόδινο ή μωβ και γυμνό, ανθήρες ρόδινοι ή με ανοικτό μωβ χρώμα.  Ωοθήκη υποφυής, στύλος 1.  Άνθιση Μάρτιος – Μάιος (Κύπρος).  Καρπός είναι ξυλώδης κάψα που εισέρχεται μέσα στο βλαστό προκαλώντας διόγκωσή του και τελικά ο βλαστός εμφανίζει αρκετά εξογκώματα (“gibbosus” στα Λατινικά σημαίνει εξόγκωμα”). Ενδημικό φυτό της Αυστραλίας.

υπάνθιο**= τα σέπαλα, τα πέταλα, καθώς και άλλα μέρη του άνθους συμφύονται στη βάση τους και σχηματίζουν ένα κυπελλοειδή σωλήνα που ονομάζεται υπάνθιο.

Aristolochia littoralis

Name/Όνομα:    Αριστολόχια η παράλιος

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Aristolochia littoralis* L.

Common name/ Κοινό όνομα:   Calico, Dutchman’s pipe



*previously known as “Aristolochia elegans”



Aristolochia littoralis is an ornamental, perennial and evergreen climbing vine, growing to 5m in length.  Stems are woody, cylindrical, glabrous, twining clockwise and they are green when young, becoming yellowish to pale brown with age.  Leaves alternate, simple, heart-shaped, petiolate, glabrous, pale green above, glaucous below, base cordate, apex obtuse; small, kidney shaped, pseudo-stipules at base of each petiole.  Flowers zygomorphic, hermaphrodite, solitary and axillary with unusual shape, resembling smoking pipe (common name Dutchman’s pipe); they are tubular with flared mouth; generally greenish yellow below, reddish purple at the top; at base the tube is greenish-yellow and hairy  internally, while externally is glabrous; at apex the opening is cordate, covered with purplish brown markings; stamens many, anthers 2-thecous; ovary inferior, generally 6 locular.  Flowering time September-December (Cyprus).  The fruit is a dehiscent, cylindrical, pendulous, 6-ribbed, straight and green capsule, bearing a long projection at its end and turning to dark brown in maturity, enclosing numerous obovate or tear-shaped brown seeds with pale brown wings, becoming blackish with age. The plant is toxic.  Native to South America.


Η Aristolochia littoralis είναι ένα διακοσμητικό, πολυετές και αειθαλές αναρριχητικό φυτό που μπορεί να φθάσει tα 5m μήκος.  Βλαστοί ξυλώδεις, κυλινδρικοί, γυμνοί, περιελισσόμενοι όπως οι δείκτες του ρολογιού, πράσινοι αλλά με την πάροδο του χρόνου γίνονται κιτρινωποί προς ανοιχτοκαστανοί.   Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, καρδιόσχημα, έμμισχα, γυμνά, με ανοικτό πράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια, ενώ η κάτω είναι γλαυκοπράσινη, με βάση καρδιόσχημη και κορυφή αμβλεία.  Στη βάση κάθε μίσχου υπάρχουν μικρά, κιτρινωπά και νεφροειδή ψευδή παράφυλλα.  Άνθη ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα και μασχαλιαία με ασύνηθες σχήμα.  Μοιάζουν με πίπα καπνού εξ ου και το κοινό όνομα (Dutchman’s pipe).  Τα άνθη είναι γενικά σε σχήμα S στη βάση, σωληνοειδή, με ένα καρδιοειδές άνοιγμα στο πάνω μέρος.     Εξωτερικά η βάση του άνθους είναι κιτρινοπράσινη, ενώ εσωτερικά φέρει λεπτές τρίχες, ενώ το άνω μέρος καλύπτεται εσωτερικά και εξωτερικά με κοκκινοπορφυρά σημάδια Στήμονες πολυάριθμοι, ανθήρες 2-θηκοι.   Ωοθήκη υποφυής, γενικά 6-χωρη.  Άνθιση Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος (Κύπρος).  Ο καρπός στην αρχή είναι μια επιμήκης, κυλινδρική, κρεμάμενη, 6-πλευρη και πράσινη κάψα με μακρά προεξοχή στο άκρο της, ενώ στην ωριμότητα παίρνει σκούρο καφέ χρώμα περικλείοντας πολλά μικρά καστανά και αντωειδή σπέρματα με κιτρινωπές πτέρυγες, ενώ αργότερα τα σπέρματα παίρνουν μαυριδερό χρώμα.  Το φυτό είναι τοξικό.  Πατρίδα του η Νότια Αμερική.

  • Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.
Lablab purpureus

Name/Όνομα:   Λοβός ο πορφυρός *

Scientific name/Επιστημονικό όνομα  Lablab purpureus (L.)

Common name/ Κοινό όνομα:  Hyacinth bean, Field bean, Egyptian bean, Doli lablab, Faselbohne, Dolico lablab, Bonavista

 Family/Οικογένεια: FABACEAE


Lablab purpureus is a perennial (rarely annual) herbaceous plant growing to 90cm tall or stretching several meters from the plant.  Stems are semi erect, prostate, climbing or trailing, twining clockwise, purplish and sparsely hairy.  Leaves soft, alternate, compound, trifoliate, petiolate, dark green; petiole long purplish and sparsely hairy; leaflets 3, oblong-ovate or deltoid, entire, almost equal size, smooth above, short-haired below, especially on the prominent purplish veins; petiolules angled and short-haired, the petiolule of the terminal leaflet longer than the others two, apex acuminateFlowers many, zygomorphic, papilionaceous, hermaphrodite, in axillary  lax racemes; corolla with 5 petals, 2-lipped, upper lip orbicular(1 petal is the standard petal), lower lip(4 petals), consisted of 2 lateral ovate wings and a keel( 2 fused petals) which is sharply upcurved; petals white, pale blue, pink or purple, glabrous; flowering peduncle purplish, short-haired; calyx united at base, 2-lipped, irregularly 5-lobed, lobes green to purplish , triangular and hairy, apex acuminate or obtuse; bracts oblong, similar color, bracteoles elliptic; stamens 10,  9 fused, 1 free with longer filament; filaments white and glabrous, anthers yellow; ovary superior, style straight, thick, greenish and hairy; flowering time September-November (Cyprus).  The dehiscent pods are long, curved, rather flat, green and fleshy with curved beak formed by the persistent style and usually contain up to 6 seeds; seeds compressed, cream, white, dark brown or black depending on variety.  Native to Africa.  The plant is strongly ornamental and important food for the people living in tropical and subtropical zone.


Πολυετές, σπανιότερα μονοετές και ποώδες φυτό που μπορεί να φθάσει τα 90cm ύψος ή να αναπτυχθεί απλωμένο οριζόντια αρκετά μέτρα μακριά από το φυτό.  Βλαστοί ημιανερχόμενοι, κατακλιμένοι, έρποντες ή αναρριχόμενοι, περιστρεφόμενοι όπως οι δείκτες του ρολογιού, πορφυροί και αραιά τριχωτοί.  Φύλλα μαλακά, κατ εναλλαγή, σύνθετα, έμμισχα και σκοτεινοπράσινα.  Μίσχος μακρύς, πορφυρός και αραιά τριχωτός.  Φυλλάρια 3, ωοειδή ή δελτοειδή, ακέραια, σχεδόν ισομήκη, με κοντές τρίχες στην κάτω επιφάνεια ιδίως επί των πολύ εμφανών νεύρων της.  Μίσχοι φυλλαρίων γωνιώδεις, με κοντές τρίχες.  Μίσχος του τελικού φυλλαρίου αρκετά μεγαλύτερος των άλλων 2, ενώ η κορυφή τους είναι κατά κανόνα αιχμηρή.  Άνθη πολλά, ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα, σε σχήμα πεταλούδας σε μασχαλιαίους αραιούς βότρεις.  Στεφάνη με 5 πέταλα, 2-χειλη, άνω χείλος στρογγυλό και μεγαλύτερο, ο πέτασος (1 πέταλο), ενώ το κάτω χείλος αποτελείται από 4 πέταλα, 2 πτέρυγες στο πλάι και μεταξύ αυτών την τρόπιδα που προέρχεται από τη σύμφυση 2 πετάλων και είναι έντονα λυγισμένος προς τα πάνω.  Πέταλα λευκά, απαλού μπλε, ρόδινα ή πορφυρά και γυμνά.  Ανθοφόρος ποδίσκος πορφυρός και αραιά κοντότριχος.  Κάλυκας με 5 ενωμένα στη βάση σέπαλα, δίχειλος, με άνισους λοβούς.  Λοβοί πράσινοι προς πορφυροί, τριγωνικοί και τριχωτοί και με κορυφή σχεδόν αιχμηρή ή αμβλεία.  Βράκτια επιμήκη ιδίου χρώματος, βρακτίδια ελλειψοειδή.  Στήμονες 10, 9 συμφυείς και 1 ελεύθερος με μακρύτερο νήμα.  Νήμα στημόνων λευκό και γυμνό, ανθήρες κίτρινοι .  Ωοθήκη επιφυής, στύλος ευθείς, χοντρός, πρασινωπός και τριχωτός.  Άνθιση Σεπτέμβριος-Νοέμβριος( Κύπρος).  Ο καρπός είναι ένας μακρός, καμπύλος, μάλλον επίπεδος, πράσινος και σαρκώδης, με λυγισμένο ράμφος που σχηματίζεται από τον παραμένοντα στύλο.  Περικλείει συνήθως μέχρι 6 σπέρματα που είναι συμπιεσμένα, με λεμονί  λευκό, καφέ ή μαύρο χρώμα ανάλογα με την ποικιλία.  Πατρίδα του η Αφρική.  Το φυτό είναι πολύ διακοσμητικό αλλά αποτελεί και τροφή για τους κατοίκους τροπικών και υποτροπικών περιοχών.


Limonium virgatum

Name/Όνομα:   Λιμόνιο το ραβδωτό 

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Limonium virgatum (Willd.) Fourr.

Common name/ Κοινό όνομα:  Violet sea lavender, Statice, Marsh-rosmary, Αθάνατο 

Family/Οικογένεια:  PLUMBAGINACEAE 



Limonium virgatum  is a perennial herb with woody rootstock growing 40cm tall.  Stem erect, branched above, green, glabrous; often upper twigs are zig-zag.  Leaves are gathered near the ground forming dense rosettes; they are simple, entire, oblong obovate or narrowly spathulate, dark green, apex rounded, gradually reduced at base sheathing the stem.  Flowers are hermaphrodite and actinomorphic, in dense terminal corymbs; petals 5, violet or pink to pale blue, oblong, glabrous, emarginated at apex; calyx tubular, sepals 5, with 5 pointed brown nerves (externally), shorter than the tube; upper part of the tube usually white or pale violet; stamens 5, filaments glabrous, anthers oblong, yellow; ovary superior, styles 5, white, erect and straight.  Fruit is a capsule.  Flowering time May-August.  Native to Mediterranean region.  Common plant in Cyprus, on rocky, salty or sandy places, marshes, salt lakes or coasts, from 0-150m alt.



Πολυετής πόα με ξυλώδη ρίζα που μπορεί να φθάσει τα 40cm ύψος.  Βλαστός όρθιος, διακλαδισμένος στο πάνω μέρος, πράσινος και γυμνός ενώ στο πάνω μέρος οι βλαστοί συνήθως έχουν μορφή ζιγκ-ζαγκ.  Τα φύλλα είναι μαζεμένα χαμηλά κοντά στο έδαφος σχηματίζοντας πυκνές ροζέτες.  Είναι απλά, ακέραια, επιμήκη αντωειδή ή στενά σπατουλοειδή, με σκούρο πράσινο χρώμα, με στρογγυλή κορυφή, ενώ στο κάτω μέρος στενεύει σταδιακά, ακουμπώντας το βλαστό.  Άνθη ερμαφρόδιτα και ακτινόμορφα σε επάκριους πυκνούς κορύμβους.  Πέταλα 5, κυανοϊώδη, ρόδινα ή λιλά, επιμήκη, γυμνά και με μικρή εγκοπή στην κορυφή.  Κάλυκας σωληνοειδής, σέπαλα 5 με 5 εμφανή, μυτερά και καφετιά νεύρα (εξωτερικά), που είναι κοντύτερα από το σωλήνα και δε φθάνουν μέχρι τη άσπρη ή ελαφρά ιώδη κορυφή του.  Στήμονες 5, νήμα γυμνό, ανθήρες επιμήκεις και κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, στύλοι 5, με άσπρο χρώμα, όρθιοι και μάλλον ευθείς.  Ανθίζει Μάϊο-Αύγουστο. Καρπός κάψα.  Πατρίδα του η Μεσογειακή ζώνη.  Κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε βραχώδη, αλμυρά ή και αμμώδη εδάφη, σε τέλματα, αλυκές ή παραλίες αλλά και εσωτερικά, από 0-150m υψόμετρο.

Hyssopus officinalis

Name/Όνομα:   Ύσσωπος ο φαρμακευτικός

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Hyssopus officinalis L.

Common name/Κοινό όνομα:   Hyssop

Family/Οικογένεια:  LAMIACEAE



 Hyssopus officinalis is a perennial, semi-evergreen, aromatic subshrub, growing up to 60cm high.  Stems erect or semi-erect, much branched, woody at base, hairy and teragonos (4-angled), when young.  Leaves aromatic, opposite, linear to lanceolate, simple, entire, dark green, glandular- dotted, sessile or subsessile, almost hairless.  Flowers  zygomorphic and hermaphrodite, in terminal whorls, on 1-sided spike–like inflorescences; bracts linear, pointed; corolla purple, blue-violet or white(rarely), hairy externally; petals 5, forming a 2-lipped corolla (2 upper, 3 lower); upper lip rounded, emarginated; lower lip 3-lobed, the median bigger often bending downwards; calyx tubular, 2-lipped, 5-lobbed, lobes triangular, pointed, hairy on both sides, green or purplish; stamens 4 (2 long + 2 short), exserted (extending beyond corolla),  filaments whitish-pink, glabrous, anthers dark purple; ovary superior, style cylindrical, pinkish, glabrous, stigma with 2 equal lobes; flowering time  June-August; fruit nutlets.  Native to southern Europe



Ημιαειθαλής, πολυετής και αρωματικός ημίθαμνος με ύψους μέχρι 60cm.  Βλαστοί όρθιοι ή ημιόρθιοι, πολύκλαδοι, με ξυλώδη βάση, τετράγωνοι και τριχωτοί όταν είναι νεαροί.  Φύλλα αρωματικά, αντίθετα, απλά, γραμμοειδή προς λογχοειδή, ακέραια, με σκούρο πράσινο χρώμα, διάστικτα με πόρους αδένων, λίγο ή πολύ άμισχα, σχεδόν άτριχα.   Άνθη ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε επάκριους σπονδύλους, πάνω σε μονόπλευρους στάχεις.  Βράκτια γραμμοειδή, πράσινα και οξύκορφα.  Στεφάνη πορφυρή, ιώδης ή σπανιότερα λευκή, εξωτερικά τριχωτή.  Πέταλα 5 που σχηματίζουν δίχειλη(2 άνω, 3 κάτω) στεφάνη.  Άνω χείλος σχεδόν στρογγυλό και με εγκοπή στην κορυφή του.  Κάτω χείλος τρίλοβο, μεσαίος λοβός μεγαλύτερος που συχνά γέρνει προς τα κάτω.  Κάλυκας σωληνοειδής, 2-χειλος, 5-λοβος, λοβοί τριγωνικοί, μυτεροί, τριχωτοί και στις 2 πλευρές, πράσινοι ή πορφυροί.  Στήμονες 4 ( 2 ψηλοί + 2 κοντοί), εξερχόμενοι πέρα από τη στεφάνη, νήμα λευκορόδινο και γυμνό, ανθήρες με σκούρο πορφυρό χρώμα.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος μακρύς και κυλινδρικός, ρόδινος και γυμνός, στίγμα με 2 ίσους λοβούς.  Άνθιση Ιούνιος Αύγουστος.  Καρπός κάρυο. Πατρίδα του η Νότια Ευρώπη.


Vitex trifolia “purpurea”

Name/Όνομα:  Βίτεξ η τρίφυλλος (η μωβ)

Scientific name/Επιστημονικό όνομα: Vitex  trifolia «purpurea»

Common name/Κοινό όνομα:  Arabian lilac

Family/Οικογένεια: LAMIACEAE


Perennial, fast growing, evergreen or semi-evergreen ornamental shrub( up to 2m) or small tree up to 4,5m tall.   Stems erect, squared, pale brown; young stems purple, square, covered with soft hairs. Leaves opposite, compound (not always) petiolulate* greenish or yellowish purple, tomentose; leaflets 3, elliptical, the median bigger with longer petiolulate, upper side olive green, purple lavender below, margin entire or wavy.  Flowers zygomorphic, hermaphrodite, on terminal panicles; corolla tubular, purple, 2-lipped; upper lip 3-lobed, lobes ovate and minutely hairy, the median bigger, nearly round, covered with prominent white hairs; lower lip 2-lobed, lobes equal, ovate, slightly hairy; throat hairy;  calyx tubular, purple, 5 teeth at apex, tomentose; stamens 4, filaments free, glabrous, white-purple; anthers brown; style bluish, glabrous; stigma 2-lobbed pale blue.  Flowering time June – September.  Fruit is a berry, pale green – yellow at first, darken on maturity.  Native to southeastern Asia and Australia.petiolulate= petiole of a leaflet on a compound leaf.  berry = fleshy fruit having one or more seeds.( strawberry, blueberry, grape)


Πολυετής και γρήγορα αναπτυσσόμενος αειθαλής( ή εν μέρει αειθαλής) διακοσμητικός θάμνος ή μικρό δένδρο ύψους μέχρι 5cm.  Βλαστοί όρθιοι τετράγωνοι, καστανοί, νεαρότεροι βλαστοί καλυμμένοι με μαλακές τρίχες.  Φύλλα αντίθετα, σύνθετα (όχι πάντα), με κιτρινοπράσινο – μωβ και ελαφρά τριχωτό μίσχο. Φυλλάρια 3, ελλειψοειδή, με το μεσαίο μεγαλύτερο και με μακρύτερο μίσχο, άνω επιφάνεια πράσινη, κάτω επιφάνεια σε χρώμα λεβάντας, χείλος ακέραιο ή ελαφρά κυματιστό. Άνθη ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα σε επάκρια φόβη.  Στεφάνη σωληνοειδής, μωβ, δίχειλη. Άνω χείλος 3-λοβο, λοβοί ωοειδείς και πολύ ελαφρά χνουδωτοί, με το μεσαίο λοβό μεγαλύτερο, σχεδόν με κυκλικό σχήμα και καλυμμένο με εμφανείς άσπρες και πιο χοντρές τρίχες.  Κάτω χείλος δίχειλο, με ισομήκεις ωοειδείς και χνουδωτούς λοβούς.  “ Λαιμός” του σωλήνα τριχωτός.  Κάλυκας σωληνοειδής, με ανοικτό μωβ χρώμα, χνουδωτός και με 5 δόντια στην κορυφή.  Στήμονες 4. ελεύθεροι, νήμα γυμνό και με λευκό ή ανοικτό μωβ χρώμα. Στύλος με ανοικτό μωβ χρώμα, γυμνός.  Στίγμα δίλοβο.  Ανθήρες καστανοί (καφέ)..  Άνθιση Ιούνιος –Σεπτέμβριος.  Καρπός είναι ράγα, που είναι στην αρχή κιτρινοπράσινη αλλά τελικά παίρνει σκούρο χρώμα.  Πατρίδα του η Νοτιοδυτική Ασία και Αυστραλία.  Ράγα  = σαρκώδης καρπός προερχόμενος από μια ωοθήκη και περιέχει ένα ή περισσότερα σπέρματα πχ. σταφύλι

Bougaivillea glabra

Name/Όνομα: Βουγκαινβιλλέα η λεία

Scientific name/Επιστημονικό όνομα: Bougainvillea glabra  Choisy.  

Common name/Κοινό όνομα: Βουκεμβίλια

Family/Οικογένεια:   NYCTAGINACEAE


Perennial, evergreen, ornamental and climbing shrub up to 7m high. Stems thin, climbing or straggling, green and hairy with soft spines(modified leaves) when young, older branches dark brown or blackish , woody, with  sharp thorns at the leaf axils. Leaves alternate, ovate-ellipsoid or hear-shaped, simple, entire, soft, petiolate, generally glabrous but with hairy venation below, acuminate. Flowers in cymes, in group of three, actinomorphic, hermaphrodite, axillary, tubular; corolla absent; calyx syssepalus (5-sepals) forming a vase- like tube, green, minutely hairy, ending in 5 lobes; lobes white, ovate, unequal, apex acuminate or obtuse;  Bracts 3, petal-like, papery, triangular or ovate, apex acute or obtuse, glabrous, red, purple, orange, violet, yellow or white; venation visible, pinnate, greenish. Stamens 8, filaments free. Style slender, green; stigma, white, feathery.  Flowering time late Spring-late Autumn(early Winter). Fruit is a narrow achene. Native to Brazil.


Πολυετής, φυλλοβόλος  ή ημιφυλλοβόλος και διακοσμητικός  θάμνος ύψους μέχρι 7m.  Κλάδοι λεπτοί, αναρριχόμενοι, πράσινοι και τριχωτοί με μαλακά αγκάθια όταν είναι νεαροί. Παλαιότεροι κλάδοι με μαυριδερό χρώμα, ξυλώδεις,  με ισχυρά και αιχμηρά αγκάθια. Φύλλα κατ ̕  εναλλαγή, απλά,  ακέραια, ωοειδή-ελλειψοειδή, μαλακά, έμμισχα, μάλλον οξύκορφα, γενικά γυμνά, αλλά με τριχωτή την νεύρωση της κάτω επιφάνειας. Άνθη σε κυματοειδή ταξιανθία, ανά 3, ακτινόμορφα, ερμαφρόδιτα, μασχαλιαία, σωληνοειδή. Στεφάνη ελλείπει. Κάλυκας με 5 σέπαλα τα οποία ενώνονται  και σχηματίζουν ένα γωνιώδες και μακρύ δοχείο, που είναι πράσινο, πολύ ελαφρά τριχωτό εξωτερικά και που καταλήγει στην κορυφή σε 5 λευκούς, ωοειδείς και με οξεία ή αμβλεία κορυφή λοβούς . Βράκτια 3, μοιάζουν με πέταλα, είναι πολύ λεπτά, τριγωνικά ή ωοειδή, με οξεία ή αμβλεία κορυφή, γυμνά, με ορατή την πτεροειδή νεύρωση, με ποικίλα χρώματα όπως λευκό, κόκκινο, ρόδινο, λιλά, πορτοκαλί, κίτρινο κλπ.  Στήμονες  8  με ελεύθερα νήματα. Στύλος λεπτός και πράσινος. Στίγμα φτερωτό και λευκό. Άνθιση  τέλος Άνοιξης –  τέλος Φθινοπώρου (αρχές Χειμώνα ). Ο καρπός  είναι ένα στενό αχαίνιο. Πατρίδα του η Βραζιλία.



Jacaranda mimosifolia

Name/Όνομα : Γιακαράνδη η μιμοζόφυλλη

Scientific name/Επιστημονικό όνομα: Jacaranda mimosifolia*  D.Don.

Common name/ Κοινό όνομαΤζιακαράντα,  jacaranda, blue jacaranda, black poui

Family/Οικογένεια:  BIGNONIACEAE


 Deciduous or semi-deciduous ornamental tree up to 15m high. Twigs slender, green, branches greenish, older branches brownish to reddish, old bark grey to pale brown and scaly. Leaves fern-like with more than 16 pairs of primary leaflets(pinnae), opposite, compound, petiolate (base swollen), bipinnatisect, even-pinnate; primary rachis brown to reddish; secondary leaflets oval to elliptic, petiolate, thinly hairy, base obtuse, apex apiculate, rachis green. Flowers hermaphrodite on terminal panicles. Corolla trumpet-shaped, 5-lobed in 2 lips; upper lip 2-lobed, lower lip 3-lobed, lobes unequal, ovate, lavender blue to violet, hairy internally, glabrous outside. Stamens 5, 4 are fertile, 1 sterile, filaments white, hairy at base. Style white; stigma white 2-lobed. Fruit is a brownish, flat, woody and rounded capsule with winged seeds. Flowering time April – June. Another flowering time in autumn.  Native to south-central South America( Brazil, Argentina, Bolivia).

*mimosifolia = leaves of Jacaranda resemble those of mimosa(Mimosa pudica).


Φυλλοβόλο ή ημιφυλλοβόλο διακοσμητικό δένδρο ύψους μέχρι 15m. Νεαροί κλάδοι λεπτοί και πράσινοι, παλαιότεροι κλάδοι  πρασινωποί, παλαιός φλοιός με γκρίζο-καστανό χρώμα και με ρυτιδώσεις που μοιάζουν με λέπια.  Φύλλα που μοιάζουν με εκείνα των φτερικιών, με περισσότερα από 16 ζεύγη πρωτογενών φυλλαρίων που είναι αντίθετα, σύνθετα, έμμισχα,  δις-πτεροσχιδή, αρτιόληκτα. Βάση μίσχου διογκωμένη. Δευτερογενή φυλλάρια οβάλ-ελλειψοειδή, έμμισχα, αραιά τριχωτά με ακιδωτή κορυφή. Άνθη  ερμαφρόδιτα σε επάκρια σύνθετη φόβη. Στεφάνη σε σχήμα τρομπέτας, δίχειλη με 5 μπλε-μωβ και άνισους λοβούς ( 2 άνω + 3 κάτω), οι οποίοι εξωτερικά είναι γυμνοί ενώ εσωτερικά χνουδωτοί. Στήμονες 5, οι 4 είναι γόνιμοι και ο άλλος στείρος, με λευκά νήματα που είναι τριχωτά στη βάση. Ανθήρες κιτρινωποί. Στύλος λευκός, στίγμα δίλοβο και λευκό. Πρώτη άνθιση Απρίλιο-Ιούνιο, δεύτερη άνθιση το Φθινόπωρο. Ο καρπός είναι μια περίπου στρογγυλή, ξυλώδης και καστανή κάψα με σπέρματα που φέρουν πτέρυγες. Πατρίδα του η νότια-κεντρική Νότια Αμερική ( Βραζιλία, Αργεντινή, Βολιβία ). * mimosifolia = πήρε αυτό το όνομα από τα φύλλα της που μοιάζουν με τα φύλλα της μιμόζας (Μιμόζα η αισχυντηλή- Mimosa pudica ).

Hibiscus syriacus

Όνομα: Ίβισκος ο συριακός

Κοινό όνομα: rose mallow , rose of Sharon

Επιστημονικό όνομα: Hibiscus syriacus L.

Οικογένεια: MALVACEAE


Πολυετής φυλλοβόλος θάμνος ή μικρό δένδρο  ύψους μέχρι 4m. Βλαστός όρθιος, πολύκλαδος, κυλινδρικός, με καστανό χρώμα και λευκό χνούδι στα νεαρά κλαδιά. Φύλλα κατ ̕ εναλλαγή, απλά, έμμισχα, συνήθως τρίλοβα, με σκούρο πράσινο χρώμα, με εμφανή τρία κύρια νεύρα (ένα σε κάθε λοβό) και με οδοντωτά χείλη. Τριχίδια στην περιφέρεια και επί των νεύρων της κάτω επιφάνειας. Άνθη ερμαφρόδιτα,  ακτινόμορφα, μονήρη, μεγάλα και μασχαλιαία. Στεφάνη με 5 ωοειδή, γυμνά, λευκά, ρόδινα ή λιλά πέταλα με κόκκινη τη βάση τους ώστε όλα μαζί δημιουργούν κόκκινη περιοχή στο κέντρο. Κάλυκας με 5 ωοειδή,  οξύκορφα , πράσινα και άτριχα σέπαλα.  Στήμονες πολυάριθμοι με λευκούς ανθήρες που συμφύονται σε κεντρικό στύλο.  Άνθιση  Ιούνιος –   Οκτώβριος. Καρπός κάψα. Πατρίδα του η Δυτική Ασία.


Polygala myrtifolia







Επιστημονικό όνομα: Polygala myrtifolia L.

Κοινό όνομα: Μυρτόφυλλο πολύγαλα, September bush, myrtleleaf milkwort, sweet pea bush



Πολυετής, αειθαλής και πολύκλαδος θάμνος ή μικρό δένδρο ύψους μέχρι 4m. Βλαστοί όρθιοι, πράσινοι και χνουδωτοί οι νεαροί, κιτρινωποί οι μεγαλύτεροι, τεφροκαστανοί και ξυλώδεις οι πιο ηλικιωμένοι. Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, έμμισχα, επιμήκη – ελλειπτικά, που καταλήγουν σε μυτερό άκρο,  γυμνά ή με πολύ αραιό χνούδι. Μίσχοι φύλλων χνουδωτοί.  Άνθη ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα, εντομογαμή, αρωματικά, σε επάκριους βότρεις, μοιάζουν με τα άνθη του μπιζελιού, αλλά ενώ έχουν την τρόπιδα και τις 2 πτέρυγες, απουσιάζει ο πέτασος.  Πέταλα ρόδινα ή μωβ, με έντονες δενδροειδείς ρόδινες, μωβ, πρασινωπές ή λιλά νευρώσεις. Το κεντρικό πέταλο (τρόπιδα) φέρει 2 χαρακτηριστικούς σχηματισμούς εκ των οποίων η μια μοιάζει με λευκή τούφα που προεξέχει του πετάλου. Κάλυκας με 3 , λογχοειδή, πράσινα,  εσωτερικά κοίλα και χνουδωτά σέπαλα, με λευκά χείλη. Ποδίσκοι ανθέων χνουδωτοί. Στήμονες 8 συμφυείς, με ασπρο-ρόδινο χνουδωτό νήμα και ανθήρες με πορτοκαλί χρώμα. Ύπερος λευκός και χνουδωτός. Στύλος γυμνός με λυγισμένο προς τα κάτω στίγμα.  Άνθιση κυρίως την Άνοιξη, αλλά  μπορεί να υπάρχουν άνθη όλο το χρόνο. Καρπός  κάψα. Το όνομα «polygala» (πολύ-γάλα) αναφέρεται στην παραγωγή γάλακτος που πιστεύεται ότι ενισχύει η κατανάλωσή του από τα ζώα. Το όνομα «myrtifolia» αναφέρεται στα φύλλα του που μοιάζουν με τα φύλλα της μυρτιάς. Πατρίδα του η Νότιος Αφρική.

Po.myrtifoliaVpg Po.myrtifoliaXpg Po.myrtifoliaYpg Po.myrtifoliaZpg