Author Archive for savvas

Momordica charantia


Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Momordica charantia L.     

Common name/ Κοινό όνομα:  Bitter gourd, bitter cucumber, bitter melon, balsam pear       

Family/Οικογένεια:   CURCUBITACEAE


  Momordica charantia is a monoecious, annual and herbaceous climber, growing up to 5m high.  Stems are many, fast growing, much branched, 5-angular or ribbed, green, usually hairy, spreading or climbing using tendrils; tendrils are axillary and spiral at opposite sides, unbranched, ribbed and hairy, twining anticlockwise, longer than leaves.  Leaves are alternate, simple, palmately lobed, rounded in outline, petiolate; lobes 5-9, unequal, margins crenate, hairy on both sides especially on the margins and on the veins beneath; petiole ribbed and sparsely hairy.  Flowers unisex, actinomorphic, solitary; bract leaf-like, semicircular with hairy margins, arising from the base of peduncle; male flowers larger and more in number than female flowers with 5 yellow, impricate, more or less equal, ovate and hairy petals; calyx campanulate with 5, oblong-lanceolate, green and hairy sepals which are connected at base; stamens 5 located at the center of the flower; female flowers similar to male flowers and they are recognized from the prominent longitudinal protuberance (swelling) at the base of the sepal tube; ovary inferior, stigmas 3.  Flowering time November-December (Cyprus).  The fruit is a pendulous, egg-shaped or oblong and fleshy berry with warty surface, green and hairy when immature, orange–yellow and hairless in maturity; the fruit splits at the top revealing the red   seeds.  Native to Africa, south and south-east Asia.


Μονοετές, μόνοικο, ποώδες και αναρριχόμενο φυτό που μπορεί να φθάσει τα 5μ ύψος.  Βλαστοί αρκετοί, πολύκλαδοι, γρήγορα αναπτυσσόμενοι, 5-γωνοι ή με ραβδώσεις, πράσινοι, συνήθως με αραιό τρίχωμα, απλωμένοι ή αναρριχώμενοι με τη βοήθεια ελίκων.  Οι έλικες βγαίνουν από τις μασχάλες των φύλλων, είναι σπειροειδώς τοποθετημένοι και σε αντίθετες θέσεις, χωρίς διακλάδωση, περιστρεφόμενοι αντίθετα των δεικτών του ρολογιού και είναι ίσοι ή μακρύτεροι των φύλλων.  Τα φύλλα είναι κατ εναλλαγή, απλά, με στρογγυλό περίγραμμα, παλαμοσχιδή, λοβωτά και έμμισχα.  Λοβοί 5-9, άνισοι, με οδοντωτό χείλος, τριχωτοί και στις 2 επιφάνειες, αλλά περισσότερο στα χείλη και στα νεύρα της κάτω επιφάνειας.  Μίσχος ραβδωτός με αραιό τρίχωμα.  Άνθη μονογενή, ακτινόμορφα και μεμονωμένα.  Βράκτια φυλλόμορφα, σχεδόν κυκλικά, με τριχωτό χείλος και αναπτυσσόμενα από τη βάση του ποδίσκου.  Τα αρσενικά άνθη είναι μεγαλύτερα και περισσότερα από τα θηλυκά, έχουν 5 κίτρινα, αλληλεπικαλυπτόμενα, λίγο ή πολύ ισομήκη, ωοειδή και ελαφρά τριχωτά πέταλα.  Κάλυκας καμπανοειδής με 5 προμήκη-λογχοειδή, πράσινα και τριχωτά σέπαλα που ενώνονται στη βάση τους.  Στήμονες 5 με κεντρική θέση.  Θηλυκά άνθη παρόμοια με τα αρσενικά αλλά ξεχωρίζουν από την εμφανή και διογκωμένη προέκταση που ξεκινά από τη βάση του κάλυκα και συνεχίζεται προς τα κάτω.  Ωοθήκη υποφυής, στίγματα 3.  Άνθιση Νοέμβριος-Δεκέμβριος (Κύπρος).  Ο καρπός είναι μια κρεμάμενη, ωοειδής ή επιμήκης και σαρκώδης ράγα, με εξωτερικές ραβδώσεις και ανώμαλη επιφάνεια, που είναι πράσινη στην αρχή αλλά στην ωρίμανση παίρνει πορτοκαλοκίτρινο χρώμα και ανοίγει στην κορυφή της αποκαλύπτοντας τα κόκκινα σπέρματα. Πιθανότερη πατρίδα του η Βόρεια Αφρική και η Νότια και ανατολική Ασία.

Alternanthera brasiliana

Name/Όνομα:  Αλτερνάνθερα της βραζιλίας*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα  Alternanthera brasiliana (L.) Kuntze

Common name/Κοινό όνομα:  Alternanthera, Brazilian joyweed, Purple alternanthera, Calico plant

Family/Οικογένεια: AMARANTHACEAE


*Η απόδοση του ονόματος στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Alternanthera brasiliana is a perennial herb, usually grown to 1m tall.  Stems are erect or spreading, nearly rounded with longitudinal ridges, maroon, much-branched, covered with dense appressed whitish hairs (young branches), strongly swollen at nodes on the older branches.  Leaves decussate (in pairs opposite to those above or below), simple, entire, ovate, lanceolate or elliptic, petiolate, reddish-purple with whitish appressed hairs on both sides and on the margin, apex acuminate, base cuneate or rounded; young leaves are green becoming reddish-purple with ageFlowers white in small dense heads, in axillary or terminal cymes; heads are consist of white and hairy bracteoles with actinomorphic and hermaphrodite flowers with 5 yellow tepals and five stamens; ovary superior, stigma capitate.  Fruit is a capsule.  Flowering time almost all year round (Cyprus).  Native to Central America (Mexico, Nicaragua, Guatemala, Belize).



Πολυετής θάμνος που μπορεί να φθάσει το 1μ ύψος.  Βλαστοί όρθιοι ή απλωμένοι, σχεδόν κυλινδρικοί με κατά μήκος ραβδώσεις, καστανοκόκκινοι, πολύκλαδοι, καλυμμένοι με πυκνές και παράλληλες προς το βλαστό άσπρες ή μπεζ τρίχες (στους νεαρούς βλαστούς), με εμφανή διογκωμένα γόνατα στους γηραιότερους κλάδους.  Φύλλα αντίθετα, απλά, ακέραια, ωοειδή, λογχοειδή ή ελλειψοειδή, έμμισχα, με πορφυροκόκκινο χρώμα και τρίχωμα όπως του βλαστού αλλά και στις δύο επιφάνειες και στο χείλος, μυτερή κορυφή και βάση μυτερή ή στρογγυλεμένη.   Νεαρά φύλλα είναι πράσινα αλλά με την πάροδο του χρόνου γίνονται πορφυροκόκκινα.  Άνθη λευκά σε μικρά και πυκνά κεφάλια, σε μασχαλιαίες ή τερματικές κυματοειδείς ταξιανθίες.  Τα κεφάλια αποτελούνται από λευκά και τριχωτά βρακτίδια μαζί με ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα άνθη που φέρουν 5 κίτρινα τέπαλα και 5 στήμονες.  Ωοθήκη επιφυής, στίγμα κεφαλωτό.  Ο καρπός είναι κάψα.  Ανθίζει σχεδόν καθ όλη τη διάρκεια του χρόνου.  Πατρίδα του η Κεντρική Αμερική (Μεξικό, Νικαράγουα, Γουατεμάλα, Μπελίζ).

Cajanus cajan

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Cajanus cajan (L.) Millsp.

Common name/Κοινό όνομα: Pigeon pea, No eye pea. Pois cajan, Gandul, Guandu, Straucherbse, Caiano

Family/Οικογένεια: FABACEAE



Cajanus cajan is a perennial shrub, usually grown as an annual, growing up to 5m tall but much smaller in dry regions.  Stems erect, woody, much-branched with brown color; younger stems are angular and pubescent.  Primary leaves are opposite and simple but later they become compound, alternate, pinnately trifoliate with very short stipules, petiolate; petiole angular and hairy; leaflets lanceolate to elliptic, pubescent and dark green on the upper surface, whitish-green with prominent venation beneath, apex and base acute, petiolule* hairy, very short except the central one.Flowers zygomorphic and hermaphrodite, in axillary or terminal racemes; peduncle purplish and hairy, longer than calyx tube; corolla yellow; standard petal erect, semicircular, striated with orange streaks at basis, notched at apex, margins often rolled forward, glabrous; lateral petals (wings) ovate, glabrous; keel whitish-yellow, upcurved; calyx cylindrical, glandular-pubescent, shorter than standard’s length, greenish-purplish, 2-lobed, upper lobe shorter, 2-parted, often rolled back, lower lobe with triangular teeth; stamens 10, filaments white, glabrous, anthers yellow; ovary superior, style 1, stigma 1, greenish, swollen at apex.  Fruit is a pod, depressed between the seeds.  Flowering time November-February (Cyprus).  Native to India.

petiolule*= the stalk of a leaflet



Πολυετής θάμνος που συνήθως αναπτύσσεται ως μονοετές φυτό και που μπορεί να φθάσει τα 5μ ύψος αλλά συνήθως στις πιο ξηρές περιοχές αρκετά χαμηλότερο.  Βλαστοί όρθιοι, ξυλώδεις, πολύκλαδοι με καστανό χρώμα.  Νεαρότεροι κλάδοι τριχωτοί και γωνιώδεις.  Αρχικά φύλλα απλά και αντίθετα αλλά μετά γίνονται σύνθετα, κατ εναλλαγή, τρίφυλλα με πολύ μικρά παράφυλλα, έμμισχα.  Μίσχος γωνιώδεις και τριχωτός.  Φυλλάρια απλά, ακέραια, λογχοειδή-ελλειψοειδή, χνουδωτά και με σκούρο πράσινο χρώμα στην άνω επιφάνεια, με ανοικτό πράσινο χρώμα, περισσότερο τριχωτά και εμφανή δικτυωτή νεύρωση στην κάτω επιφάνεια, μυτερή βάση και κορυφή, μίσχος φυλλαρίων πολύ κοντός εκτός από το μίσχο του κεντρικού φυλλαρίου.  Άνθη ερμαφρόδιτα και ζυγόμορφα, σε μασχαλιαίους ή επάκριους βότρεις.  Ποδίσκος πορφυρός και τριχωτός, μακρύτερος από τον κάλυκα.  Στεφάνη κίτρινη, πέτασος όρθιος, ημικυκλικός, με πορτοκαλί ραβδώσεις στη βάση του, με εγκοπή στην κορυφή του, άτριχος ενώ συχνά το χείλος του διπλώνεται προς τα πίσω.  Πτέρυγες ωοειδείς και γυμνοί. Τρόπιδα λευκοκίτρινη με ανασηκωμένη προς τα πάνω την άκρη του.  Κάλυκας χνουδωτός και αδενώδης, κοντύτερος από τον πέτασο, πρασινοπορφυρός, δίλοβος, άνω λοβός διμερής, κάτω λοβός με τριγωνικά δόντια.  Στήμονες 10, νήμα λευκό και γυμνό, ανθήρες κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγμα 1 διογκωμένο στην κορυφή.  Ανθίζει Νοέμβριο-Φεβρουάριο (Κύπρος).  Καρπός είναι ένας λοβός συμπιεσμένος μεταξύ των σπερμάτων .  Πατρίδα του η Ινδία.

Cytharexylum spinosum

Name/ Όνομα:  Κιθαρέξυλον το ακανθώδες*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Cytharexylum spinosum L.

Common name/Κοινό όνομα:  Fiddlewood

Family/Οικογένεια:  VERBENACEAE


*Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα



Cytharexylum** spinosum is a dioecious, evergreen or deciduous (depending on climate) ornamental tree, growing up to 15m tall, often much smaller, sometimes with shrub-like appearance.  Trunk single, erect, woody, much-branched; bark brown, fissured with age; crown rounded; twigs and branches 4-angular, greenish – orange, spineless.  Leaves opposite or in group of three, simple, ovate to elliptic, entire or slightly undulate, petiolate, glabrous, apex acute or subacute, base cuneate, distinct yellow-orange venation on both sides, petiole orange-yellow; leaves are green becoming orange with age and drop off in dry season.  Flowers are zygomorphic, unisexual, small and fragrant, on hanging axillary or terminal (usually) racemes; flowering axon greenish, slightly hairy; peduncle very short, greenish to orange-yellow; corolla white, tubular, hairy at throat, 5-lobbed, lobes unequal, obtuse, obovate, spreading, glabrous externally, hairy internally; calyx 5-toothed, glabrous, often with toothless appearance; ovary superior, stamens 4, filaments free, anthers yellow, style 1, stigma 2-lobbed.   Flowering time October-January (Cyprus).  The fruits are globose drupes, orange or red, black when ripe.  Native to West Indies, Caribbean, Guyana, Venezuela, Suriname.

Cytharexylum**=  Cythara +xylum from the Greek words “Κιθάρα +ξύλο¨ means “guitar + wood” due to the use of the wood for making musical instruments.


Φυλλοβόλο ή αειθαλές (ανάλογα με το κλίμα) διακοσμητικό δέντρο που φθάνει τα 15m ύψος, αλλά συνήθως αρκετά χαμηλότερο ενώ συχνά έχει θαμνοειδή ανάπτυξη.  Κορμός απλός, όρθιος και πολύκλαδος με καστανό φλοιό που παρουσιάζει ζάρες και ρωγμές με την πάροδο του χρόνου ενώ η κόμη του είναι στρογγυλή.  Κλάδοι και κλαδίσκοι τετράγωνοι, με πρασινωπό ή κιτρινο-πορτοκαλί χρώμα και χωρίς αγκάθια.  Φύλλα αντίθετα ή σε ομάδες των 3, απλά, προμήκη-ωοειδή προς ελλειψοειδή, ακέραια ή λίγο κυματοειδή, έμμισχα, με σχεδόν μυτερή κορυφή, οξεία βάση, πορτοκαλί μίσχο και με εμφανή νεύρωση και στις δύο επιφάνειες.  Τα φύλλα είναι πράσινα αλλά παίρνουν πορτοκαλί χρώμα αργότερα και πέφτουν κατά την ξηρή περίοδο.  Άνθη ελαφρά ερμαφρόδιτα, μικρά και αρωματικά σε κρεμάμενους μασχαλιαίους ή επάκριους βότρεις.  Ανθοφόρος άξονας πρασινωπός και ελαφρά τριχωτός.  Ποδίσκος πολύ κοντός με πράσινο ή κιτρινο-πορτοκαλί χρώμα.  Στεφάνη λευκή, σωληνοειδής, τριχωτή στο φάρυγγα, 5-λοβη, λοβοί αντωειδείς, άνισοι με πλατειά κορυφή, απλωμένοι, γυμνοί εξωτερικά, τριχωτοί εσωτερικά.  Κάλυκας με 5 δόντια, γυμνά ή με ελάχιστο τρίχωμα στο άνω χείλος, με ημιδιαφανές ιστό να τα συνδέει ενώ κάποτε είναι αφανή.  Ωοθήκη επιφυής, στήμονες 4, νήμα ελεύθερο, ανθηρες κίτρινοι, στύλος 1, στίγμα 2-λοβο.  Άνθιση Οκτώβριος-Δεκέμβριος.( Κύπρο).  Καρπός στρογγυλή δρύπη, με πορτοκαλί ή κόκκινο χρώμα και τελικά μαύρο.  Πατρίδα του οι Δυτικές Ινδίες, Καραϊβική, Γουιάνα, Βενεζουέλα, Σουρινάμ.

Cytharexylum**=  Cythara +xylum από τις Ελληνικές λέξεις ” Κιθάρα +ξύλο” λόγω της χρήσης του ξύλου στην κατασκευή μουσικών οργάνων εξ ου και το κοινό όνομα fiddlewood.  Fiddle=βιολί

Dimocarpus longan

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Dimocarpus longans  Lour.

Common name/Κοινό όνομα:  Longan, dragon’s eye, longanler,Longanbaum   

Family/Οικογένεια:  SAPINDACEAE



Dimocarpus longans is an evergreen tree growing up to 12m tall but usually smaller; trunk single, erect, branched, bark rough, brownish, crown rounded; twigs greenish and hairy, branches spreading or slightly pending.  Leaves alternate, pinnately compound, petiolate, often pending; leaflets 6-10 in opposite pairs with short petiolulate*, blade elliptic to oblong-lanceolate, margin slightly wavy, glabrous, dark green, leathery and shining above, pale green and minutely hairy beneath, veins prominent on both sides, apex blunt, base usually cuneate.  Flowers actinomorphic, male, female or hermaphrodite in terminal panicles; stalk short greenish-yellowish, hairy; petals 5-6, obovate, unequal, yellowish-white, densely hairy; sepals 5-6, ovate, unequal, yellowish-brown, densely hairy; stamens 8, filaments free, brown and hairy,  anthers 2-thecous, pale yellow; ovary superior, disk yellow, symmetrical, style 1, stigma 2-lobed, hairy.  Fruit edible, circular with rough yellowish-brown rind, flesh soft, greyish, seed 1, shining black with white spot at base.  Flowering time April-July (in Cyprus).  Native to Southern Asia.

petiolulate*= petiole of a leaflet on  compound leaves


Φυλλοβόλο και διακοσμητικό δέντρο με στρογγυλή κόμη και ύψος που φθάνει τα 15m, αλλά συνήθως χαμηλότερο.  Κορμός απλός, όρθιος, με διακλάδωση, με γκρίζο προς ανοικτό καστανό χρώμα που με την πάροδο του χρόνου σχηματίζει κατά μήκος και προς τα κάτω σχισμές και ρήγματα που συχνά αποκαλύπτουν ένα κοκκινωπό χρώμα.  Νεαροί κλάδοι τριχωτοί, με ανοικτό καστανό χρώμα και οι οποίοι καλύπτονται με μικρά, στρογγυλά και άσπρα σημάδια.  Φύλλα σύνθετα, πτερωτά, περιττόληκτα ή αρτιόληκτα, με κιτρινωπό ή κοκκινωπό μίσχο που είναι διογκωμένος στη βάση.  Φυλλάρια 8-17, κατ εναλλαγή (εκτός από τα τελευταία ),απλά, ωοειδή προς λογχοειδή, γυμνά, με άνισα πριονωτό χείλος και κάπως ασύμμετρo προς τη βάση που είναι στρογγυλή, ενώ η κορυφή είναι μυτερή.  Άνθη ερμαφρόδιτα σε πυκνή, επάκρια και πυραμιδοειδή φόβη.  Ποδίσκοι κιτρινοπράσινοι και τριχωτοί.  Πέταλα 4-5, κίτρινα, προμήκη ωοειδή, γυμνά και με βάση που συχνά  παίρνει κόκκινο χρώμα κατά την ενηλικίωση.  Σέπαλα 4-5, πράσινα και ενωμένα στη βάση τους.  Στήμονες 7-8, με τριχωτό κιτρινωπό νήμα.  Ανθήρες δίχωροι και καστανοί.  Ωοθήκη επιφυής, τρίχωρη με 2 ωάρια σε κάθε χώρο.  Ο καρπός είναι μια οβάλ, τριχωτή, λεπτή και διογκωμένη κάψα με καφέ προς ανοικτό ρόδινο χρώμα και με μυτερή κορυφή που προεξέχει.  Σπέρματα 6, (2 σε κάθε διαμέρισμα) στρογγυλά που από πράσινα γίνονται μαύρα στην ωρίμανση.  Άνθιση τέλος Καλοκαιριού- αρχές Φθινοπώρου( στην Κύπρο).  Πατρίδα του το Ταϊβάν.



Teucrium kyreniae

Name/Όνομα:  Τεύκριο της κερύνειας

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Teucrium kyreniae (P. H. Davis) Hadjik. & Hand

Family/Οικογένεια:  LAMIACEAE

Name/Όνομα:  Τεύκριο της κερύνειας

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Teucrium kyreniae (P. H. Davis) Hadjik. & Hand

Family/Οικογένεια:  LAMIACEAE



Teucrium kyreniae is a perennial aromatic subshrub growing up 25cm high.  Stems are usually suberect, much-branched and cylindrical; young shoots are greenish and covered with a mixed of soft glandular and not glandular hairs, older stems brownish.  Leaves are opposite, simple, obovate to wedge-shape, entire, subsessile, flat or slightly revolute, margins slightly dentate usually to the upper half or towards apex, blade dark green and hairy on both sides, apex obtuse, base cuneate.  Flowers subsessile, zygomorphic and hermaphrodite in dense terminal heads; bracts many, more or less equal, leaf-like, linear or oblanceolate, with glandular soft hairs; corolla white or pale yellow, 5-lobbed, throat yellowish; median lobe bigger(1), semicircular, concave, with glandular hairs externally, glabrous internally, often bending downwards, lateral lobes (2) ovate, curved, spreading and glabrous internally, basal lobes (2) oblong, concave, hairy externally, apex acute or subacute; calyx tubular, green, gland-dotted externally, 5-toothed, teeth triangular, unequal, hairy on both sides; stamens 4, didynamus (2 long- abaxial + 2 short-adaxial), filaments free, slightly hairy, all exserted, anthers subglobose, brownish-red; ovary superior, style whitish, stigma 2-lobbed.  Flowering time June-September.  Fruit nutlets.  Endemic to Cyprus and it is founded at cracks on calcareous rocks at Kerynia district from 300-900m alt.



Πολυετής αρωματικός ημίθαμνος ύψους μέχρι 25cm.  Βλαστοί ημιόρθιοι, πολύκλαδοι και κυλινδρικοί.  Νεαροί κλάδοι πρασινωποί, καλυμμένοι με ένα μίγμα από μαλακές αδενώδεις και μη αδενώδεις τρίχες, παλαιότεροι κλάδοι καστανοί.  Φύλλα απλά, αντίθετα, ακέραια, αντωειδή-σφηνοειδή, σχεδόν άμισχα, επίπεδα η ελαφρά λυγισμένα, χείλος ελαφρά οδοντωτό κυρίως στο ανώτερο μισό προς την κορυφή, έλασμα με σκούρο πράσινο χρώμα και φέρει τρίχωμα και στις δύο επιφάνειες, κορυφή πλατειά και βάση μυτερή.  Άνθη σχεδόν άμισχα, ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πυκνά επάκρια κεφάλια.  Βράκτια πολλά, λίγο ή πολύ ισομήκη, μοιάζουν με τα φύλλα και είναι τριχωτά και γραμμοειδή-λογχοειδή με αδενώδεις μαλακές τρίχες.  Στεφάνη με λευκό ή χλωμό κίτρινο χρώμα, 5-λοβη και με κιτρινωπό φάρυγγα.  Μεσαίος λοβός μεγαλύτερος, ημικυκλικός, κοίλος με αδενώδεις τρίχες εξωτερικά, άτριχος εσωτερικά ενώ συχνά κλίνει προς τα κάτω.  Πλάγιοι λοβοί ωοειδείς, λυγισμένοι, απλωμένοι και γυμνοί εσωτερικά.  Λοβοί βάσης προμήκεις, κοίλοι, τριχωτοί εξωτερικά, κορυφή σχεδόν μυτερή.  Κάλυκας σωληνοειδής, πράσινος, διάστικτος με αδένες εξωτερικά και με 5 άνισα, τριγωνικά και τριχωτά μέσα-έξω δόντια.  Στήμονες 4, διδύναμοι (2 κοιλιακοί ψηλοί + 2 ραχιαίοι κοντοί), όλοι εξερχόμενοι της στεφάνης, νήμα ελεύθερο και ελαφρά τριχωτό ενώ οι ανθήρες είναι σχεδόν σφαιρικοί με καστανοκόκκινο χρώμα.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος λευκός, στίγμα 2-λοβο.  Άνθιση Ιούνιος – Σεπτέμβριος.  Καρπός μικρά κάρυα.  Ενδημικό της Κύπρου και απαντάται σε σχισμές ασβεστολιθικών βράχων στη περιοχή της Κερύνειας από 300-900μ υψόμετρο.

Acacia  pendula

Name/Όνομα: Ακακία η κρεμοκλαδής

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Acacia  pendula A.Cunn. & G.Don

Common name/ Κοινό όνομα:    Weeping myall, silver-leaf boree, boree, balaar

Family/Οικογένεια: FABACEAE



Acacia pendula is an evergreen, much-branched and slow- growing tree growing up to 12m high but usually much smaller.  Trunk erect, bark  grey and fissured; branches many, grey and glabrous; young branches pendulous, greenish-gray, often yellowish, angled or flattened, finely hairy becoming glabrescent with age; phyllodes*alternate, petiolate, simple, entire, narrowly oblong-elliptic or linear, straight or falcate**, flat, silvery-glaucous, hairy becoming hairless, apex subacute mucronate often curved; veins obscure***.  Flowers are hermaphrodite, small and yellow in globular heads, in hanging, axillary and many-flowered racemes; stamens many, filaments whitish, free and glabrous, anthers yellow; style whitish, exserted.  Flowering time October-November.  The fruit is a depressed, oblong, straight or curved and dehiscent brown pod with irregular width, slightly constricted between seeds.  Native to Australia.

Phyllode* = a modified petiole, not true leaf     falcate** = hooked or curled

obscure*** = not clear, difficult to see



Αειθαλές, πολύκλαδο και αργά αναπτυσσόμενο δένδρο ύψους μέχρι 12m, αλλά συνήθως πολύ χαμηλότερος.  Κορμός όρθιος, φλοιός γκρίζος και ζαρωμένος.  Κλάδοι πολλοί, γκρίζοι και άτριχοι.  Νεαροί κλάδοι γκριζοπράσινοι αλλά συχνά κιτρινωποί, κρεμάμενοι, επίπεδοι ή γωνιώδεις, τριχωτοί αλλά το τρίχωμα ελαττώνεται με την ηλικία.  Φυλλώδια κατ εναλλαγή, έμμισχα, απλά, ακέραια, γραμμοειδή ή προμήκη –ελλειψοειδή, ίσια ή δρεπανοειδή, επίπεδα, γλαυκοπράσινα-αργυροπράσινα, τριχωτά αλλά άτριχα τελικά, σχεδόν οξύκορφα και με μικρή προεκβολή συχνά λυγισμένη ενώ η νεύρωση είναι δυσδιάκριτη.  Άνθη ερμαφρόδιτα, μικρά και κίτρινα σε σφαιρικά κεφάλια, σε μασχαλιαίους, κρεμάμενους και πολύανθεις βότρεις.  Στήμονες πολλοί, νήμα λευκό, ελεύθερο και άτριχο, ανθήρες κίτρινοι.  Στύλοι λευκοί και άτριχοι εξερχόμενοι..  Ανθίζει Οκτώβριο-Νοέμβριο.  Καρπός είναι ένας γραμμοειδής, πράσινος στην αρχή αλλά με καφέ χρώμα στην ωρίμανση, διαρρηκτός χέδρωπας με ανομοιόμορφο πλάτος και ελαφρά συμπιεσμένος μεταξύ των σπερμάτων.  Πατρίδα του η Αυστραλία.


Φυλλώδια = μετασχηματισμένος μίσχος, όχι πραγματικό φύλλο, που εξυπηρετεί όμως τις ανάγκες του φυτού όπως το πραγματικό φύλλο ( πχ. φωτοσυνθέτει ). Παρατηρείται πολύ συχνά στις ακακίες.


Phytolacca americana

Name/Όνομα:   Φυτολάκκα η αμερικανική    

Scientific name/Επιστημονικό όνομαPhytolacca americana L.    

Common name/Κοινό όνομαPokeweed   

Family/Οικογένεια:   PHYTOLACCACEAE



Phytolacca americana is a perennial herbaceous plant growing up to 2m high.  Stems are erect or spreading, much-branched, showy, green or reddish-purple, striate, thick, fleshy and glabrous.  Leaves opposite, lanceolate to elliptic, simple, entire, hairless, petiolate, dark green  with distinct pinnate venation on both sides especially beneath, apex obtuse, base cuneate; petiole short, canaliculated (channeled), purplish-red, glabrous.  Flowers actinomorphic and hermaphrodite, in terminal, lax, leaf-opposed racemes; petals absent; sepals 5, oblong-elliptic, nearly rounded, concave, whitish-green, glabrous; stamens 10, filaments free, whitish, anthers oblong, whitish-yellow; ovary superior, carpels 10, depressed-globose, green and glabrous, styles 10.  Flowering time July-October.  The fruit is a black, globose and fleshy berry.  Native to Eastern United States.  Uncommon plant in Cyprus and it is founded on stony hillsides, waste ground and roadsides from 0-300m alt. at Kyrenia and Famagusta districts.



Πολυετές ποώδες φυτό που μπορεί να φθάσει τα 2μ ύψος.  Βλαστοί όρθιοι ή απλωμένοι, πολύκλαδοι, εντυπωσιακοί, χοντροί και ραβδωτοί, πράσινοι ή πορφυροκόκκινοι, σαρκώδεις και άτριχοι.  Φύλλα αντίθετα, απλά, ακέραια, λογχοειδή προς ελλειψοειδή, άτριχα, έμμισχα, με σκούρο πράσινο χρώμα και πτερωτή ευδιάκριτη νεύρωση και στις δύο επιφάνειες και ιδιαίτερα στην κάτω, με κάπως πλατειά κορυφή και μυτερή βάση.  Μίσχος κοντός, αυλακωτός, πορφυροκόκκινος και άτριχος.  ΄Ανθη ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα σε επάκριους πολυανθείς και χαλαρούς βότρεις.  Πέταλα απουσιάζουν.  Σέπαλα 5, προμήκη-ελλειπτικά, σχεδόν κυκλικά, κοίλα, λευκοπράσινα και γυμνά.  Στήμονες 10, νήμα ελεύθερο και λευκό, ανθήρες προμήκεις και λευκοκίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής και συμπιεσμένη, σφαιροειδής, πράσινη και άτριχη, στύλοι 10.Άνθιση Ιούλιος-Οκτώβριος.  Ο καρπός είναι μια μαύρη, σφαιροειδής και σαρκώδης ράγα.  Πατρίδα του οι ανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες.  Ασυνήθες φυτό στην Κύπρο και βρίσκεται σε πετρώδεις πλαγιές, πλάγια δρόμων και σε ακαλλιέργητα εδάφη από 0-300μ στις περιοχές Κερύνειας και Αμμοχώστου.


Teucrium salaminium

Name/Όνομα:  Τεύκριον το σαλαμίνειον (της Σαλαμίνας )

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Teucrium salaminium  Hadjik. & Hand

Family/Οικογένεια:  LAMIACEAE



Teucrium salaminium is a perennial shrub growing up 35cm high.  Stems are erect or suberect, branched and cylindrical.  Very old stems (near the base) are woody, fissured, brown, leafless and hairless, the younger greenish or brownish and covered with a mixed of soft glandular and not glandular hairs.  Leaves are opposite, simple, oblanceolate, entire, subsessile, margins rolled backward and slightly wavy towards apex, blade dark green and hairy on both sides, apex obtuse.  Flowers zygomorphic and hermaphrodite in lax panicles; pedicels very short, tomentose; bracts many, more or less equal, leaf-like, linear or oblanceolate, hairy; corolla white or pink, 5-lobbed, yellowish at throat; median lobe bigger(1), semicircular, boat-shaped, gland-dotted and glabrous internally, with glandular hairs externally, lateral lobes (2) ovate, spreading and glabrous internally, basal lobes (2) oblong, concave, hairy externally, apex obtuse; calyx tubular, green, 5-toothed, teeth triangular, unequal, hairy on both sides; stamens 4, didynamus (2 long- abaxial + 2 short-adaxial), filamens free, slightly  hairy, all exserted, anthers nearly kidney-shaped, pinkish-violet; ovary superior, style pinkish, thinly hairy, stigma 2-lobbed.  Fruit nutlets.  Endemic to Cyprus and it is founded at Kerynia and Rizokarpaso.



Πολυετής θάμνος ύψους μέχρι 35cm.  Βλαστοί όρθιοι ή ημιόρθιοι, κυλινδρικοί και διακλαδωμένοι.  Πολύ παλαιοί κλάδοι κοντά στη βάση είναι ξυλώδεις, ζαρωμένοι, άφυλλοι και άτριχοι ενώ οι νεότεροι είναι πρασινωποί ή καστανοί και καλυμμένοι με ένα μίγμα από μαλακές αδενώδεις και μη αδενώδεις τρίχες.  Φύλλα απλά, αντίθετα, ακέραια, προμήκη-λογχοειδή, σχεδόν άμισχα, με χείλη που στρέφονται προς τα πίσω και είναι λίγο κυματιστά προς την κορυφή ενώ το έλασμα έχει πλατιά κορυφή και είναι πράσινο και τριχωτό και στις δύο επιφάνειες.  Άνθη ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πολύανθους και χαλαρούς βότρεις.  Ποδίσκοι πολύ κοντοί και τριχωτοί.  Βράκτια πολλά, λίγο ή πολύ ισομήκη, μοιάζουν με τα φύλλα και είναι τριχωτά και γραμμοειδή-λογχοειδή.  Στεφάνη με λευκό χρώμα που συχνά έχει ρόδινες αποχρώσεις ή είναι εξ ολοκλήρου ρόδινο και φέρει κιτρινωπή περιοχή στο φάρυγγα.  Μεσαίος λοβός μεγαλύτερος, ημικυκλικός, σε σχήμα βάρκας, με αδενώδη στίγματα και γυμνός εσωτερικά, με αδενώδεις τρίχες εξωτερικά.  Πλάγιοι λοβοί(2) ανοικτοί προς τα έξω και γυμνοί εσωτερικά.  Λοβοί βάσης (2) προμήκεις, κοίλοι, τριχωτοί εξωτερικά και με πλατειά κορυφή.  Κάλυκας σωληνοειδής, πράσινος, με 5 μάλλον τριγωνικά και άνισα δόντια που είναι τριχωτά μέσα έξω.  Στήμονες 4, διδύναμοι (2 κοιλιακοί ψηλοί + 2 ραχιαίοι κοντοί), όλοι εξερχόμενοι της στεφάνης, νήμα ελεύθερο, ρόδινο-ιώδες και ελαφρά τριχωτό ενώ οι ανθήρες είναι σχεδόν νεφροειδείς και ρόδινο-ιώδεις.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος ρόδινος και πολύ ελαφρά τριχωτός, στίγμα 2-λοβο.  Άνθιση Ιούνιος – Σεπτέμβριος.  Καρπός μικρά κάρυα.  Ενδημικό της Κύπρου στις περιοχές Κερύνειας και Ριζοκαρπάσου.



Cynanchun acutum

Name/Όνομα: Κύναγχος ο οξύφυλλος*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Cynanchun acutum L.

Family/Οικογένεια:  APOCYNACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Cynanchun acutum is a perennial climber growing up to 3m in length.  Stems are green, cylindrical, pubescent or glabrous, twinning clockwise with poisonous milky latex.  Leaves opposite, ovate-cordate, simple, entire, sparsely hairy on both sides especially on nerves beneath, petiolate, apex acute, base cordate or lobed, lobes semicircular; petiole long, pubescent.  Flowers hermaphrodite and actinomorphic, in lax axillary or terminal umbels (sciadiums); peduncles hairy; petals 5, oblong, white or pink, glabrous; calyx 5-lobed, lobes alternating to petals, green, triangular and hairy; corona white or pink with 10 more or less triangular segments in 2 rows; stamens 5 with tongue-shape appendage, opening inwards; ovary superior, carpels 2, united at the top forming the circular disc at the center of the flowerFlowering time June-September (Cyprus).  The fruit is a follicle.  Native to Mediterranean region, southern Asia and Western Europe.



Πολυετές αναρριχητικό φυτό που μπορεί να φθάσει τα 3 m μήκος.  Βλαστοί πράσινοι, κυλινδρικοί, χνουδωτοί ή γυμνοί, περιστρεφόμενοι όπως οι δείκτες του ρολογιού και περιέχουν δηλητηριώδη γαλακτώδη χυμό.  Φύλλα αντίθετα, απλά, ακέραια, ωοειδή-καρδιοειδή, με αραιές τρίχες και στις 2 επιφάνειες, ιδιαίτερα στα κύρια νεύρα της κάτω επιφάνειας, είναι έμμισχα και οξύκορφα ενώ η βάση είναι καρδιοειδής ή με 2 ημικυκλικούς λοβούς.  Μίσχος μακρύς και χνουδωτός.  Άνθη ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε χαλαρά μασχαλιαία ή επάκρια σκιάδια*.  Ποδίσκοι χνουδωτοί.  Πέταλα 5, προμήκη, λευκά ή ρόδινα και γυμνά.  Κάλυκας 5-λοβος, λοβοί εναλλασσόμενοι με τα πέταλα, πράσινοι, τριγωνικοί και χνουδωτοί.  Κορώνα (παραστεφάνη) λευκή ή ρόδινη με 10 περίπου τριγωνικά τμήματα σε 2 σειρές.  Στήμονες 5 με γλωσσοειδή προεκβολή και με άνοιγμα προς το εσωτερικό του άνθους.  Ωοθήκη επιφυής με 2 καρπόφυλλα που ενώνονται στην κορυφή τους και δημιουργούν τον δίσκο στο κέντρο.  Άνθιση Ιούνιος-Σεπτέμβριος (Κύπρος).  Ο καρπός είναι θύλακας.  Πατρίδα του η Νότια Αφρική, η Μεσογειακή ζώνη και η Ανατολική Ευρώπη.

Σκιάδιο* = Ταξιανθία όπου οι ποδίσκοι των ανθέων ξεκινούν από το ίδιο σημείο και φθάνουν στο ίδιο ύψος όπως οι ακτίνες της ομπρέλας.