Author Archive for savvas

Astragalus echinus subsp. chionistrae

Name/Όνομα:  Αστράγαλος ο εχεινοειδής υποείδ. χιονίστρας

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Astragalus echinus subsp. chionistrae H. Lindb. 

Common name/Κοινό Όνομα:   Ποντικάγκαθος,

Family/Οικογένεια:    FABACEAE




Plant:    Perennial subshrub growing up to 10 cm high.

Stem/s:   Woody, much-branched, procumbent or developing near the ground, forming large spiny ± rounded cushions.

Leaves:  Alternate, even-pinnate, ± petiolate; leaflets opposite, usually 2-4 pairs, oblong-elliptic or obovate-elliptic, petiolulate and densely hairy with a rather hard pointed apex; rachis straight, rather flattened, yellowish and hairy, terminates into a hard and sharp spine; stipules ovate-acute

Flowers:  Zygomorphic and hermaphrodite, in few-flowered axillary clusters; bracts linear, densely hairy; calyx nearly campanulate with erect and sharp teeth; petals 5, standard petal ± erect, oblong ovate, milky-white and penciled pink; pink lines short and radically arranged from the center below; wings oblong with rounded apex, keel ± slightly upcurved; stamens 10, anthers oblong and yellow; ovary superior, style 1, stigma 1.

Flowering time:   July-September.

Fruit:   1-seeded, compressed and hairy externally legume.

Habitat:   Rocky Mountain trails on igneous ground, 1400-1950 m alt.

Native:   Near endemic also in Turkey..




Φυτό:   Πολυετής ημίθαμνος με ύψος μέχρι 10 εκ.

Βλαστός/οί:   Ξυλώδεις πολύκλαδοι, κατακλιμένοι ή αναπτυσσόμενοι κοντά στο έδαφος σχηματίζοντας μεγάλες, ακανθώδεις και στρογγυλεμένες αποικίες.

Φύλλα:   Κατ εναλλαγή, αρτιόληκτα, ± έμμισχα.  Φυλλάρια αντίθετα, συνήθως 2-4 ζεύγη, προμήκη-ελλειπτικά ή αντωειδή-ελλειπτικά, έμμισχα και πυκνά τριχωτά μαζί με μια μάλλον μυτερή κορυφή.  Άξονας φύλλου ευθύς, λίγο επίπεδος, κιτρινωπός και τριχωτός, καταλήγει σε μια σκληρή και μυτερή άκανθα.  Παράφυλλα ωοειδή και μυτερά. 

Άνθη:   Ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε ολιγοανθείς μασχαλιαίες δέσμες.  Βράκτια γραμμοειδή πυκνά τριχωτά.  Κάλυκας σχεδόν καμπανοειδής με όρθια και μυτερά δόντια.  Πέταλα 5, πέτασος ± όρθιος, προμήκης-ωοειδής, με γαλακτώδες χρώμα, ενώ χαμηλά στο κέντρο αναπτύσσονται ακτινωτά κοντές και ρόδινες γραμμώσεις.  Πτέρυγες προμήκεις με στρογγυλεμένη κορυφή, τρόπιδα ± ελαφρά ανυψωμένη.  Στήμονες 10, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγμα 1.

Άνθιση:   Ιούλιος-Σεπτέμβριος.

Καρπός:  Μονόσπερμος, συμπιεσμένος και τριχωτός χέδρωπας.

Ενδιαίτημα:   Βραχώδη μονοπάτια σε πυριγενή πετρώματα, 1400-1950 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Σχεδόν ενδημικό της Κύπρου, υπάρχει και στην Τουρκία.

Hyoseris scabra

Name/Όνομα:  Υοσερίς η τραχεία*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Hyoseris scabra L.

Family/Οικογένεια:    ASTERACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Annual growing up to 12 cm high. 

Stem/s:   Stemless, whole plant erect, ascending or procumbent, thinly or densely covered with short scabrid hairs.

Leaves:   At the base forming a rosette, ± glabrous, narrowly oblanceolate in outline, deeply dissected into opposite, sessile and dentate lobes, acute or obtuse; terminal lobe 3-dentate; petiole winged.

Flowers:  Capitula cylindrical and solitary at the top of erect or prostrate scapes, conspicuously swollen at apex; bracts ±5, oblong or lanceolate; florets ±12, ligules yellow with 5 teeth at apex; anthers with apical appendage; style branched, hairy above.

Flowering time:   February-May.

Fruit:    Brown achenes of 3 kinds; outer little compressed with a pappus  of short scabrid hairs, median compressed and winged with a scaly pappus mixed with rough lanceolate bristles, inner cylindrical with linear lanceolate scales.

Habitat:  Rocky ground near the sea, roadsides, along physical trails and shrubby vegetation, 0-175 m alt.

Native:   Mediterranean region.




Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 12 εκ.

Βλαστός/οί:   Χωρίς βλαστό, ολόκληρο το φυτό είναι όρθιο, ανερχόμενο ή κατακεκλιμένο, ελαφρά ή πυκνά καλυμμένο με κάπως σκληρές τρίχες που δυσκολεύουν την αφή.

Φύλλα:     Στη βάση δημιουργώντας ένα είδος ροζέττας, ± άτριχα, στενά αντιλογχοειδή στο περίγραμμα, βαθειά διαιρεμένα σε άμισχους, αντίθετους και οδοντωτούς λοβούς, οξυκόρυφους ή πλατυκόρυφους. Τελευταίος λοβός 3-δοντος.  Μίσχος πτερυγωτός.

Άνθη:   Κεφάλια κυλινδρικά και μεμονωμένα στην κορυφή όρθιων ανθοφόρων βλαστών, έντονα διογκωμένα στην κορυφή τους.  Βράκτια ±5, προμήκη ή λογχοειδή.  Ανθίδια ±12, γλωσσίδια κίτρινα με 5 δόντια στην κορυφή τους.  Ανθήρες με προεξοχή στην κορυφή τους.  Στύλος με διακλάδωση, τριχωτός ψηλά.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Μάιος.

Καρπός:   Καφέ αχαίνια 3 ειδών.  Εξωτερικά λίγο συμπιεσμένα με πάππα από κοντές και σκληρές τρίχες, μεσαία συμπιεσμένα και πτερυγωτά με λεπιοειδή πάππο μαζί με σκληρές λογχοειδείς τρίχες, εσωτερικά κυλινδρικά με γραμμοειδή και λογχοειδή λέπια.

Ενδιαίτημα:   Βραχώδη εδάφη κοντά σε θάλασσα, κατά μήκος δρόμων και μονοπατιών και σε θαμνώνες, από 0-175 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.

Asparagus horridus

Name/Όνομα:  Ασπάρακος ο αγκαθωτός*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Asparagus horridus

Common name/Κοινό Όνομα:   Wild asparagus, Σπαράγγι, ‘Ασπρο αγρέλλι.

Family/Οικογένεια:    ASPARAGACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:    Perennial shrub growing up to 200 cm high.

Stem/s:   Erect or climbing, much-branched, angled, striate, glaucous green when young becoming woody with age, hairless and strongly spiny, solitary or in fascicles of 3; young shoots are edible.

Leaves:  Alternate, scaly, membranous, acuminate with a spur at the base when young but after  they are being replaced by cladodes*which are angled, green and flattened stems, spiny-tipped or mucronate, functioning as leaves helping plant in photosynthesis.

Flowers: Actinomorphic and unisexual, solitary or in clusters of 2-6, at the base of cladodes; pedicels articulated; male flowers with 6 perianth segments, spreading, greenish or yellowish, ovate-concave, stamens 6, introrse and 2-thecous, ovary not fertile; female flowers similar but smaller; ovary superior, sublobose, style very short, stigmas 3, arcing. 

Flowering time:   February-June.

Fruit:  Subglobose berry, green becoming blue black at maturity.

Habitat:  Rocky slopes, dry areas, phrygana, sandy places near seaside, pine forests , from 0-600 m alt.

Native:   Mediterranean region to Canary Islands.


cladodes* = flattened robust and rigid stems functioning as leaves..



Φυτό:    Πολυετής θάμνος με ύψος μέχρι 200 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι ή αναρριχόμενοι, πολύκλαδοι, γωνιώδεις και ραβδωτοί, γλαυκοπράσινοι οι νεαροί που αργότερα γίνονται ξυλώδεις, άτριχοι και έντονα ακανθώδεις, μεμονωμένα ή σε δέσμες των 3.  Νεαροί βλαστοί είναι εδώδιμοι, τα γνωστά αγρέλια.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, λεπιοειδή και μεμβρανώδη, μυτερά στην κορυφή και με πλήκτρο στη βάση όταν είναι νεαρά, αργότερα όμως αντικαθίστανται από τα κλαδώδια*, που είναι μεταμορφωμένοι πράσινοι και γωνιώδεις βλαστοί, με κάπως επίπεδες πλευρές και με μυτερή ή ακανθώδη κορυφή και τα οποία λειτουργούν ως φύλλα βοηθώντας το φυτό στην φωτοσύνθεση.,  

Άνθη:   Ακτινόμορφα και μονογενή, μεμονωμένα ή σε δέσμες των 2-6 ανθέων, στη βάση των κλαδωδίων.  Ποδίσκος άνθους αρθρωτός.  Αρσενικά άνθη με 6 ωοειδή και κοίλα τμήματα περιανθίου, απλωμένα, πρασινωπά ή κιτρινωπά.  Στήμονες 6, 2-θηκοι και με προσανατολισμό προς το κέντρο του άνθους.  Ωοθήκη άγονη.  Θηλυκά άνθη παρόμοια αλλά μικρότερα.  Ωοθήκη επιφυής, κάπως σφαιρική, στύλος πολύ κοντός, στίγματα 3 θολωτά.

Άνθιση: Φεβρουάριος-Ιούνιος. 

Καρπός:   Σχεδόν σφαιρική ράγα, πράσινη αρχικά που παίρνει μπλε-μαύρο χρώμα στην ωρίμανση.

Ενδιαίτημα:  Βραχώδεις πλαγιές, ξηρές και θαμνώδεις περιοχές, αμμώδη εδάφη κοντά στη θάλασσα και πευκοδάση, από 0-600 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη μέχρι  Κανάρια Νησιά.


Κλαδώδια* = Μεταμορφωμένοι δυνατοί και σκληροί βλαστοί που λειτουργούν ως φύλλα.

Conium maculatum

Name/Όνομα:  Κώνειο το στικτό.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Conium maculatum L.

Common name/Κοινό Όνομα:  Poison hemlock, hemlock, Κώνειο, Καμπουδκιά, Αμάραγγος (Μάνη),

Family/Οικογένεια:    APIACEAE





Plant:  Biennial herb growing up to 250 cm high.  

Stem/s:   Erect and robust, much-branched, sulcate, hairless with purple or reddish spots and streaks on older branches and with a distinctive odor when crushed; older stems are hollow.

Leaves:  Lower leaves triangular in outline, dark green, finely dissected 2 to 4 times into obovate or cuneate and opposite segments with serrate margins and acute apex, sheathing at base; rachis sulcate; stem leaves similar but smaller, ± sessile.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, in many-flowered terminal and compound sciadia (umbels); rays unequal up to 20; bracts ovate-lanceolate with scarious margins; calyx obsolete; petals 5, white, obovate, spreading, emarginated at apex and narrower at base; stamens 5 alternating with petals, filaments whitish, anthers oblong and yellow; ovary inferior, styles 2 arisen from the convex stylopodium*, stigmas ± capitate.

Flowering time:  April-June  

Fruit:     Mericarps with conspicuous ridges.  

Habitat:  Roadsides, waste ground, open pinewoods, 300-1375 m alt.  

Native:   Europe, North Africa.

stylopodium*= A nectariferous disk coming from an enlarged style´s base.



Φυτό:   Διετής πόα με ύψος μέχρι 250 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι και δυνατοί, πολύκλαδοι, ραβδωτοί, άτριχοι με πορφυρά ή κοκκινωπά στίγματα ή λωρίδες πάνω σε παλαιότερους κλάδους και με μια χαρακτηριστική μυρωδιά όταν συνθλιβούν.  Συνήθως οι παλαιοί κλάδοι είναι κοίλοι εσωτερικά.

Φύλλα:     Χαμηλότερα φύλλα τριγωνικά στο περίγραμμα, με σκούρο πράσινο χρώμα, με 2 έως 4 βαθειά σκισίματα διαιρείται σε αντωειδή και αντίθετα τμήματα που φέρουν μικρότερα τμήματα με πριονωτά χείλη και μυτερή κορυφή, ενώ χαμηλά ο κολεός περιβάλλει τον βλαστό.  Άξονας των φύλλων ραβδωτός.  Φύλλα βλαστού παρόμοια αλλά μικρότερα ± άμισχα.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα σε πολυανθή και επάκρια σύνθετα σκιάδια.  Ακτίνες μέχρι 20, άνισες.  Βράκτια ωοειδή-λογχοειδή με μεμβρανώδη χείλη.  Κάλυκας απουσιάζει.  Πέταλα 5, λευκά, αντωειδή και απλωμένα, με εγκόλπωση στην κορυφή και με στενή βάση.  Στήμονες 5 κατ εναλλαγή με τα πέταλα, νήμα ασπριδερό, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι.  Ωοθήκη υποφυής, στύλοι 2 που εκφύονται από το κυρτό στυλοπόδιο, στίγματα ± κεφαλωτά.

Άνθιση:   Απρίλιος-Ιούνιος.

Καρπός:   Σχιζοκάρπιο με έντονες ραβδώσεις.

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, άγονα εδάφη, ανοικτά πευκοδάση, από 300-1375 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Ευρώπη και Βόρεια Αφρική.


Στυλοπόδιο = Νεκταριοφόρος δίσκος που προέρχεται από τη διαπλατυσμένη βάση των στύλων ( Apiaceae )

Linum bienne

Name/Όνομα:  Λίνο το διετές.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Linum bienne Mill.

Common name/Κοινό Όνομα:   Pale flax.

Family/Οικογένεια:    LINACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:  Annual, biennial or short-lived perennial herb, growing up to 40 cm high.  

Stem/s:   Erect or ascending, branched from the base, leafy, cylindrical and glabrous, obscurely striate.

Leaves:  Alternate, simple and entire, sheathing, the lower oblong, the upper linear-lanceolate, acute.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, in lax, leaf-opposed cymes; sepals 5, erect, ovate-acuminate, margins membranous having the upper part irregularly notched; sepals persistent in fruiting; petals 5, spreading, obovate, pale mauve or pale blue with darker nerves; stamens 5, anthers narrowly oblong, blue when immature turning to yellow with age; ovary superior and spherical, styles 2, stigmas 2, clavate.

Flowering time:   January-June.

Fruit:   Spherical dehiscent capsule enclosing about 10 seeds.

Habitat:  Field limits, waste ground, hillsides, near streams and channels or rocky fields, usually near the sea, 0-1200 m alt.

Native:   Mediterranean region, Western Europe.



Φυτό:  Μονοετής, διετής ή μικρής διάρκειας πολυετής πόα με ύψος μέχρι 40 εκ.

Βλαστός/οί:  Όρθιοι ή ανερχόμενοι, διακλαδωμένοι από την βάση, φυλλώδεις, κυλινδρικοί και άτριχοι με αφανείς ραβδώσεις.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά και ακέραια, περίβλαστα, τα χαμηλότερα προμήκη, τα ανώτερα γραμμοειδή-λογχοειδή και οξυκόρυφα.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε χαλαρές θυσανοειδείς ταξιανθίες που εκφύονται απέναντι των φύλλων.  Σέπαλα 5, όρθια, ωοειδή-οξυκόρυφα με μεμβρανώδη χείλη που φέρουν στο άνω μισό άνισες μικρές εγκοπές.  Τα σέπαλα παραμένουν στην καρποφορία. Πέταλα 5, απλωμένα, αντωειδή, με ανοικτό μωβ ή ανοικτό μπλε χρώμα με πιο σκούρες νευρώσεις.  Στήμονες 5, ανθήρες στενοί και προμήκεις, με μπλε χρώμα στην αρχή αλλά με κίτρινο τελικά.  Ωοθήκη σφαιρική και επιφυής, στύλοι 2, στίγματα 2, ροπαλοειδή.

Άνθιση:   Ιανουάριος-Ιούνιος.

Καρπός:   Σφαιρική και διαρρηκτή κάψα με 10 περίπου σπέρματα.   

Ενδιαίτημα:   Όρια αγρών, άγονα εδάφη, λοφοπλαγιές, κοντά σε ρυάκια και κανάλια, συνήθως κοντά στις ακτές, από 0-1200 μ υψόμετρο

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη, Δυτική Ευρώπη.

Cedrus brevifolia

Name/Όνομα:  Κέδρος η βραχύφυλλη.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Cedrus brevifolia* (Hook. f.) A. Henry

Common name/Κοινό Όνομα:  Cyprus cedar, Kibris sediri, Κέδρος, Κέδρο.

Family/Οικογένεια:    PINACEAE




Plant:   Evergreen, resinous  and long-lived tree growing up to 30 m high. 

Trunk/Bark/Branches:  Trunk thick, straight (generally), bark fissured with ridges and cracks, grey-brown or blackish-brown, crown pyramidal turning to umbrella-like shape; young long shoots brown ± hairy, forming with age spreading horizontal branches; buds with imbricate brown scales.

Leaves:  Needle-like with resin canals, thick, straight or slightly curved inwards, glaucous-green and ± pointed, sometimes terminate in short spine; needles on short shoots are in spreading and crowded  whorls, those on long shoots are spirally arranged.

Flowers:  Unisex in terminal scaly strobili on short shoots; male strobili cylindrical, greenish/yellowish or pale brown when mature; female strobili barrel-shaped, dark greyish-brown or reddish, with numerous, broad, flattened and fan-shaped scales; seeds appear after 2 or 3 years.

Flowering time:   September-October. Fruiting time:  Late autumn-winter.

Fruit:  Woody, barrel-shaped cone, bearing numerus obovate and winged brown seeds.    

Habitat:  Mountainsides on igneous ground, 1075-1400 m alt.

Native:   Endemic to Cyprus ( Tripylos, Troodos, Pentadactylos) .


*Brevifolia = brevis (short) + folium(leaf)



Φυτό:   Αειθαλές, ρητινοφόρο και μακρόβιο δένδρο με ύψος μέχρι 30 μ.

Κορμός/Φλοιός/Κόμη:   Κορμός όρθιος, γενικά ευθύς, φλοιός με αυλακώσεις και σκισίματα, γκρίζο-καστανός ή μαύρο-καστανός, κόμη στην αρχή πυραμιδοειδής μετατρεπόμενη με την πάροδο του χρόνου σε τραπεζοειδή ή σε σχήμα ομπρέλας.  Νεαροί κλάδοι καστανοί και ± τριχωτοί, οι οποίοι με την ηλικία απλώνονται και γίνονται οριζόντιοι.  Οφθαλμοί με αλληλεπικαλυπτόμενα καστανά λέπια.

Φύλλα:     Βελονοειδή και ρητινοφόρα, χοντρά, ίσια ή λυγισμένα προς τα μέσα, γλαυκοπράσινα και ± μυτερά.  Βελόνες που αναπτύσσονται σε βραχυκλάδια είναι απλωμένες και αναπτύσσονται σε πυκνούς σπονδύλους, ενώ των μακροκλαδίων σε σπειροειδή διάταξη.

Άνθη:   Μονογενή σε επάκριους στροβίλους που εκφύονται πάνω σε βραχυκλάδια.  Αρσενικοί στρόβιλοι κυλινδρικοί, με πρασινωπό, κιτρινωπό ή ανοικτό καφέ χρώμα όταν ωριμάσουν.  Θηλυκοί στρόβιλοι μεγαλύτεροι, βαρελοειδείς, με σκούρο γκριζο-καστανό ή κοκκινωπό χρώμα, με πολυάριθμα, πλατειά και πυκνά λέπια.  Τα σπέρματα εμφανίζονται μετά από 2 ή 3 χρόνια.

Άνθιση:   Σεπτέμβριος-Οκτώβριος.  Καρποφορία:  Τέλος Φθινοπώρου-Χειμώνας.

Καρπός:  Ξυλώδης βαρελοειδής κώνος με πολυάριθμα αντωειδή και πτερυγωτά καφέ σπέρματα.

Ενδιαίτημα:   Βουνοπλαγιές πάνω σε πυριγενή πετρώματα, 1075-1400 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ενδημικό της Κύπρου ( Τρίπυλος, Τρόοδος, Πενταδάκτυλος)

Samolus valerandi

Name/Όνομα:  Σάμολους βαλεράντι*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Samolus valerandi L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Brookweed.

Family/Οικογένεια:    PRIMULACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα. 

Βαλεράντι από το όνομα του βοτανολόγου Douvez Valerand.




Plant:   Perennial herb growing up to 35 cm high. 

Stem/s:   Erect, weak, leafy, slightly striate, ± branched, greenish and glabrous.

Leaves:   Alternate, obovate, simple and entire, petiolate, mostly basal forming a loose rosette, pale green and glabrous;  petiole flattened; apex rounded; venation obscure; cauline leaves similar, few and smaller.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite, in many-flowered terminal and long-stalked racemes; bracts lanceolate, minute; calyx cup-shaped with 5 oblong-ovate and obtuse lobes fused at the base, green and glabrous; corolla white with 5 tongue-shaped and white lobes, apex truncate, rounded or slightly emarginated; stamens 5 opposite corolla lobes, anthers   yellow, introrse, 2-thecous, longitudinally dehiscent; ovary globose, semi-inferior, style 1, stigma 1.

Flowering time:    April-August.

Fruit:   Capsule.    

Habitat:    Near springs and streams, on moist and shady ground, 0-1375 m alt.

NativeCosmopolitan plant.


* Douvez Valerand = Botanist



Φυτό:   Πολυετής πόα με ύψος μέχρι 35 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιος, αδύναμος, με φύλλα, ελαφρά ραβδωτός, με ή χωρίς διακλάδωση, πρασινωπός και άτριχος.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, αντωειδή, απλά και ακέραια, έμμισχα, τα περισσότερα στη βάση σχηματίζοντας αραιή ροζέτα, με χλωμό πράσινο χρώμα και άτριχα.  Μίσχος επίπεδος.  Κορυφή στρογγυλή.  Νεύρωση αφανής.  Φύλλα βλαστού παρόμοια, λίγα και μικρότερα.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πολυανθείς, επάκριους και με μακρύ ποδίσκο βότρεις.  Βράκτια λογχοειδή και πολύ μικρά.  Κάλυκας κυπελλοειδής με 5 προμήκεις ωοειδείς και πλατυκόρυφους λοβούς που είναι πράσινοι, άτριχοι και ενωμένοι στη βάση τους.  Στεφάνη λευκή. με 5 γλωσσοειδείς και λευκούς λοβούς, με επίπεδη, στρογγυλή ή με μικρή εγκοπή κορυφή.  Στήμονες 5 απέναντι από τους λοβούς της στεφάνης, ανθήρες κίτρινοι, 2-θηκοι, με κατά μήκος σχίσιμο και με προσανατολισμό προς το κέντρο του άνθους.  Ωοθήκη ημι-επιφυής και σφαιρική, στύλος 1, στίγμα 1.

Άνθιση:   Απρίλιος-Αύγουστος.

Καρπός:   Κάψα.

Ενδιαίτημα:   Κοντά σε πηγές και ρυάκια πάνω σε υφρά και σκιερά εδάφη, από 0-1375 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Κοσμοπολίτικο φυτό υπάρχει σε όλες τις ηπείρους.

Phytolacca pruinosa

Name/Όνομα:  Φυτόλακκα η παχνώδης.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Phytolacca pruinosa Fenzl.

Common name/Κοινό Όνομα:  Levantine pokeweed, Μελανιά, Παπούτσα του Αλουπού, Βρωμόχορτο.

Family/Οικογένεια:    PHYTOLACCACAE





Plant:   Perennial and dioecious semi-shrubμ growing up to 150 cm high.

Stem/s:  Erect, robust, moderately branched, cylindrical, glabrous, slightly striate, greenish or reddish.

Leaves:  Alternate, simple and entire, ovate-elliptic, acute or obtuse, glabrous, glaucous-green, kshortly petiolate, venation distinct beneath, becoming reddish with age.

Flowers:   Actinomorphic and unisex, in many-flowered, terminal and leaf-opposed racemes; male and female flowers appear on separate plants(dioecious);  male inflorescences are conical or cylindrical and dense when young, becoming lax with age, generally more lax than female inflorescences; male flowers with longer pedicels; perianth-segments 5, ovate-elliptic, concave and spreading; stamens ± 20, filaments free, greenish and glabrous, anthers oblong, introrse, dehiscent-longitudinally, pale yellow; stamens radically arranged from the infertile ovary; female flowers in more dense inflorescences, they are suborbicular and smaller with shorter pedicel; perianth-segments ± suborbicular, ovary superior, nearly globose surrounded by linear staminodes.

Flowering time:    April-July.  Fruiting time:  August-September.

Fruit:   Subglobose fleshy berry, red, becoming black in maturity.    

Habitat:  Roadsides, rocky hillsides and forests´ openings, 900-1700 m alt.

Native:   Eastern Mediterranean region.(Turkey, Lebanon, Syria, Cyprus)




Φυτό:   Πολυετής και δίοικος ημίθαμνος με ύψος μέχρι 150 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιος, δυνατός, μέτρια διακλαδωμένος, κυλινδρικός, γυμνός, ελαφρά ραβδωτός, πρασινωπός ή κοκκινωπός.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά και ακέραια, ωοειδή-ελλειπτικά, οξυκόρυφα ή πλατυκόρυφα, γυμνά, γλαυκοπράσινα, κοντόμισχα, με εμφανή νεύρωση στην κάτω επιφάνεια, αρχικά πράσινα γινόμενα κοκκινωπά με την πάροδο του χρόνου.

Άνθη:   Ακτινόμορφα, μονογενή, σε πολυανθείς, επάκριους και απέναντι από τα φύλλα βότρεις.  Αρσενικά και θηλυκά άνθη σε διαφορετικά φυτά γιατί είναι δίοικο φυτό.  Οι αρσενικές ταξιανθίες είναι κωνικές ή κυλινδρικές και πυκνές στην αρχή, γινόμενες αραιές με την ηλικία, γενικά πιο αραιές από τις θηλυκές ταξιανθίες.  Αρσενικά άνθη με μακρύτερο ποδίσκο.  Τμήματα περιανθίου 5, ωοειδή-ελλειπτικά, κοίλα και απλωμένα.  Στήμονες ± 20, νήμα ελεύθερο, πρασινωπό και άτριχο, ανθήρες προμήκεις, με προσανατολισμό προς το κέντρο του άνθους, με χλωμό κίτρινο χρώμα και με κατά μήκος σχίσιμο.  Οι στήμονες εκφύονται ακτινωτά γύρω από την άγονη ωοθήκη.  Θηλυκά άνθη σε πιο πυκνές ταξιανθίες, είναι σχεδόν σφαιρικά και μικρότερα με κοντύτερο ποδίσκο.  Τμήματα περιανθίου σχεδόν κυκλικά, ωοθήκη επιφυής σχεδόν σφαιρική και περιτριγυρισμένη από άγονους στήμονες.

Άνθιση:   Απρίλιος-Ιούλιος.    Καρποφορία:  Αύγουστος–Σεπτέμβριος.

Καρπός:   Σχεδόν σφαιρική και σαρκώδης ράγα, κόκκινη στην αρχή, μαύρη τελικά.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, βραχώδεις πλαγιές και ανοίγματα δασών, από 900-1700 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ανατολική Μεσογειακή ζώνη. (Τουρκία, Συρία, Λίβανος, Κύπρος).

Juniperus oxycedrus subsp oxycedrus

Name/Όνομα:  Άρκευθος η οξύκεδρος

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Juniperus oxycedrus subsp oxycedrus L

Common name/Κοινό Όνομα:   Prickly juniper, Αόρατος, Κέδρο.

Family/Οικογένεια:    CUPRESSACEAE





Plant:   Evergreen, dioecious shrub or small tree growing up to 7 m high.

Trunk/bark:  Trunk erect, straight or curved, and much branched; foliage round or conical; bark ash-brown or reddish, rough, often exfoliating in narrow flakes; twigs green becoming yellowish brown and 3-angled with age.

Leaves:  In whorls of 3, needle-shaped, mucronate-tipped, narrow, golden-green with a distinct green median stripe from base to apex (beneath) and 2 white bands of stomata above.

Flowers:  Unisex and axillary; small male cones  begin with scale-like bracts at the base and terminate with few whorls of scutate-shaped stamens, bearing 2-4 pollen sacs;  female cones consist of scale-like bracts  and a whorl of carpels at their base.

Flowering time:    April-May.        Fruiting time:  September-November.

Fruit:   Fleshy, berry-like strobilus, maturing in 2 years, enclosing hard and wingless seeds, becoming free after the decay of the cone.

Habitat:    Mountain slopes on igneous soil from 925-1525 m alt.

Native:   Mediterranean region.




Φυτό:   Αειθαλής και δίοικος θάμνος ή μικρό δένδρο με ύψος μέχρι 7 μ.

Κορμός/Φλοιός:   Κορμός όρθιος και ευθύς ή λυγισμένος και πολύκλαδος.  Φύλλωμα στρογγυλό ή κωνικό.  Φλοιός τεφροκαστανός ή κοκκινωπός, ανώμαλος, ενώ συχνά απολεπίζεται σε στενές λωρίδες.  Νεαροί κλάδοι πράσινοι, γινόμενοι κιτρινωποί-καστανοί και τριγωνικοί, με την πάροδο του χρόνου.

Φύλλα:     Σε σπονδύλους των 3, βελονοειδή με σκληρή και αιχμηρή κορυφή, στενά, χρυσοπράσινα με μια εμφανή πράσινη ζώνη σε όλο το μήκος του φύλλου, στην κάτω επιφάνεια, και 2 λευκές ζώνες από στόματα στην άνω επιφάνεια.

Άνθη:   Μονογενή σε μασχαλιαίους ίουλους.  Οι μικροί αρσενικοί κώνοι αρχίζουν με λεπιοειδή βράκτια στην βάση τους και τελειώνουν με λίγους σπονδύλους από ασπιδοειδείς στήμονες που φέρουν 2-4 γυρεόσακους.  Οι θηλυκοί κώνοι αποτελούνται από λεπιοειδή βράκτια και ένα σπόνδυλο από καρπόφυλλα στη βάση τους.

Άνθιση:   Απρίλιος-Μάιος.   Καρποφορία:  Σεπτέμβριος-Νοέμβριος.

Καρπός:   Σαρκώδης ραγοστρόβιλος που ωριμάζει σε 2 χρόνια και περικλείει σκληρά και χωρίς πτέρυγες σπέρματα, που ελευθερώνονται μετά τη σήψη του κώνου.

Ενδιαίτημα:  Βουνοπλαγιές σε πυριγενή εδάφη, από 925-1525 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.

Carex troodi

Name/Όνομα:  Κάρεξ του τροόδους

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Carex troodi Turril

Family/Οικογένεια:    CYPERACEAE





Plant:    Perennial, monoecious and rhizomatous herb growing up to 25 cm high.

Stem/s:  Culm usually erect, unbranched, solid not hollow and without nodes, triangular, green and glabrous.

Leaves:    At base, linear, simple and entire, dark green and glabrous, much shorter than culms.

Flowers:  Flowers unisex in many-flowered interrupted and distantly spaced spikes; usually male spikes on  top of spikelets and female below but on the same plant; sometimes male and female flowers may occur on the same spike at opposite ends, male flowers always above the female; bracts leaf-like shorter than leaves; an individual male flower consist of 3 stamens on a short pedicel and arise from the axil of a bract; glume dark purple; anthers conspicuous, yellow, longitudinally dehiscent with apical appendage; female flower consist of 1 ovary surrounded by periginium – a sac-like structure open at the top with 1 long style and 2-3 pinnate stigmas exposed;  female flower arises from the axil of a scaly bract.

Flowering time:   March-July.

Fruit:    Dry, one-seeded, indehiscent achene (nutlet).   

Habitat:    Near streams, water tanks and springs or swamps, 675-1925 m alt.

Native:   Endemic to Cyprus.




Φυτό:   Πολυετής, μόνοικη και ριζοματώδης πόα με ύψος μέχρι 25 εκ.

Βλαστός/οί:   Κάλαμος συνήθως όρθιος, χωρίς διακλάδωση, συμπαγής δηλ όχι εσωτερικά κοίλος και χωρίς γόνατα, τριγωνικός, πράσινος και γυμνός.

Φύλλα:     Στη βάση, γραμμοειδή, απλά και ακέραια, γυμνά και με σκούρο πράσινο χρώμα, πολύ κοντύτερα του καλάμου.

Άνθη:   Μονογενή, σε πολυανθείς και διακοπτόμενους στάχεις που φύονται κάπως μακριά  ο ένας από τον άλλο, δηλ οι αρσενικοί και θηλυκοί στάχεις βρίσκονται σε διαφορετικές θέσεις αλλά πάντα στο ίδιο φυτό (μόνοικο φυτό).  Συνήθως οι αρσενικοί στάχεις είναι στην κορυφή και οι θηλυκοί πιο κάτω, αλλά μπορεί και να συνυπάρχουν.  Βράκτια σαν φύλλα αλλά κοντύτερα.  Κάθε αρσενικό άνθος αποτελείται από 3 στήμονες επί κοντού άξονα και εκφύεται από την μασχάλη ενός βρακτίου.  Λέπυρα με σκούρο πορφυρό χρώμα.  Ανθήρες πολύ εμφανείς, κίτρινοι, με κατά μήκος σχίσιμο και με μυτερή προεξοχή στην κορυφή τους.  Κάθε θηλυκό άνθος αποτελείται από την ωοθήκη που περιβάλλεται από το περιγύνιον που μοιάζει με σάκο και ανοίγει στην κορυφή του για να εξέλθει ο μακρύς στύλος με τα 2-3 πτερωτά στίγματα.  Όπως και το αρσενικό έτσι και το θηλυκό άνθος εκφύεται από την μασχάλη ενός λεπιοειδούς βρακτίου.

Άνθιση:   Μάρτιος-Ιούλιος.

Καρπός:   Ξηρό, μονόσπερμο και αδιάρρηκτο αχαίνιο.

Ενδιαίτημα:  Κοντά σε ρυάκια και πηγές ή τέλματα, 675-1925 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ενδημικό της Κύπρου.