Author Archive for savvas

Oxalis corniculata

Name/Όνομα:   Οξαλίς η μικροκέρατη*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Oxalis corniculata L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Yellow sorrel

Family/Οικογένεια:   OXALIDACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Annual, low-growing herb. 

Stem/s:   Procumbent or creeping, rooting at the nodes, much branched, up to 20 cm long or more, reddish-brown, and sparsely covered with whitish appressed hairs.

Leaves:  Alternate, compound, and petiolate; leaflets 3, unequal, the median larger, dark green, broadly obcordate, sinus of blade narrow or broad, hairless above with ciliate margins, thinly hairy beneath; stipules ± hairy.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, solitary or 1-3 axillary; peduncles thinly hairy; sepals 5, oblong or obovate, pale green, thinly hairy, about 2/3 as long as petals; petals 5, oblong-obovate, yellow with rounded apex, glabrous; stamens 10 in 2 series, connate at base, anthers yellow, nearly orbicular, dehiscent longitudinally; ovary superior, style 5, stigmas capitate.

Flowering time:    April-December

Fruit:   Cylindrical capsule with small spur-like appendage, thinly hairy.    

Habitat:    Waste ground, roadsides, gardens, from 0-1350 m alt.

Native:   Southeastern Asia.

Foeniculum vulgare

Name/Όνομα:   Φοινίκουλον το κοινόν.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Foeniculum vulgare Mill.

Common name/Κοινό Όνομα:  Fennel, Finocchio, Florence fernel, Φινόκιο, Μάραθος.

Family/Οικογένεια:   APIACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Perennial or biennial herb, growing up to 2.5 m high. 

Stem/s:  Erect, branched, striate, glaucous-green and glabrous, thick, becoming hollow with age.

Leaves:  Alternate, broadly triangular in outline; basal leaves deeply divided into thread-like and acute segments; if there is a petiole, is short, ribbed, channeled above with auriculate apex and a conspicuous sheath at the base; upper leaves few, smaller and petiolate with long sheath.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, mostly fertile, in many-flowered, compound and leaf-opposed sciadia (umbels); bracts and bracteoles 0; rays ± equal, stout, spreading, up to 30; sepals obsolete; petals 5, yellow, distinctly incurved with emarginated or lobulated apex; stamens 5, spreading, alternate with petals, filaments yellow, anthers yellow, suborbicular; ovary inferior, styles 2, barely visible, arise from the yellow and convex stylopodium*, which becomes conical with age.

Flowering time:    April-October

Fruit:  Oblong or ovoid, moderately compressed laterally; mericarps with 5 ridges.     

Habitat:  Roadsides, waste or cultivated ground, streambeds, from 0-1700 m alt.

Native:  Southern Mediterranean region.


Stylopodium* = a nectariferous disk coming from an enlarged style´s base.




Φυτό:   Πολυετής ή διετής πόα με ύψος μέχρι 2.5 μ.

Βλαστός/οί:  Όρθιοι, πολύκλαδοι, ραβδωτοί, χοντροί, γινόμενοι κούφιοι εσωτερικά με την πάροδο του χρόνου, γλαυκοπράσινοι και άτριχοι.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, πλατειά τριγωνικά στο περίγραμμα.  Φύλλα βάσης έντονα διαιρεμένα σε νηματοειδή και μυτερά τμήματα.  Αν υπάρχει μίσχος είναι κοντός, ραβδωτός, αυλακωτός από πάνω, με ωτοειδή κορυφή  και με εμφανή περίβλαστο κολεό στη βάση.  Ανώτερα φύλλα λίγα, μικρά και έμμισχα με μακρύ κολεό.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, συνήθως γόνιμα, σε πολυανθή, σύνθετα και απέναντι των φύλλων σκιάδια. Δεν υπάρχουν βράκτια και βρακτίδια.  Ακτίνες λίγο ή πολύ ισομήκεις, μέχρι 30, απλωμένες και δυνατές.  Σέπαλα ελλείπουν.  Πέταλα 5, κίτρινα, εμφανώς εσώκυρτα, με μικρή εγκοπή ή με μικρούς λοβούς στην κορυφή τους.  Στήμονες 5, κατ εναλλαγή με τα πέταλα, νήμα κίτρινο, ανθήρες κίτρινοι, σχεδόν κυκλικοί.  Ωοθήκη υποφυής, με 2 δύσκολα διακριτούς στύλους που εκφύονται από το κίτρινο και κυρτό στυλοπόδιο, το οποίο με την πάροδο του χρόνου γίνεται κωνικό.

Άνθιση:   Απρίλιος-Οκτώβριος.

Καρπός:  Προμήκης ή ωοειδής,  μέτρια συμπιεσμένος πλευρικά, με μερικάρπια που φέρουν 5 ραβδώσεις.

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, σε άγονα και καλλιεργημένα εδάφη, κοντά σε ρυάκια, από 0-1700 μ υψόμετρο.  

Πατρίδα:   Νότια Μεσογειακή ζώνη.

 Stylopodium* = a nectariferous disk coming from an enlarged style´s base.


Coriandrum sativum

Name/Όνομα:   Κορίανδρον το εδώδιμον.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Coriandrum sativum L.

Common name/Κοινό Όνομα:  Coriander,  Κόλιαντρος.

Family/Οικογένεια:   APIACEAE



Plant:    Annual herb growing up to 50 cm high. 

Stem/s:   Erect, much branched, distinctly ribbed, green and glabrous.

Leaves:   Alternate and petiolate; basal leaves oblong in outline, pinnate, segments in few opposite pairs except the terminal segment, obovate, irregularly toothed, with glabrous  petiolule; rachis, petiole and petiolules distinctly channeled; petioles widen at the base sheathing the stem; terminal segment rather larger with more lobes; upper leaves 3-pinnate with linear lobes,  sessile or nearly so.      

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, in leaf-opposed, compound and terminal sciadia (umbels); bracts 0-1, bracteoles 3-5, linear; calyx cup-shaped, green and glabrous, with 5, unequal, ovate-triangular and subacute lobes; petals 5, unequal, obovate, white or tinged pink, the outer distinctly enlarged, 2-lobed, the inner petals small, obovate, with reflexed and emarginated apex; stamens 5, alternating with petals, filaments white, anthers oblong and yellow, becoming purple with age; ovary inferior, styles 2, arising from stylopodium*.

Flowering time:  April-May ( June).

Fruit:   Globose, with undivided mericarps.

Habitat:  Roadsides, waste or cultivated ground, from 0-1200 m alt.

Native:  Most possible Greece, Israel and Egypt.

Stylopodium* = a nectariferous disk coming from an enlarged style´s base.




Φυτό:  Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 50 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι, πολύκλαδοι, έντονα ραβδωτοί, πράσινοι και άτριχοι.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή κα έμμισχα.  Τα φύλλα της βάσης είναι προμήκη στο περίγραμμα, πτεροειδή, με λίγα και αντίθετα τμήματα εκτός του τελευταίου που είναι μεγαλύτερο και με μεγαλύτερους λοβούς, είναι αντωειδή με άνισα δόντια στα χείλη και με γυμνό μίσχο. Ο άξονας του φύλλου, ο μίσχος και ο μίσχος των τμημάτων παρουσιάζουν ισχυρή αυλάκωση.  Ο μίσχος διαπλατύνεται στη βάση και περιβάλλει στον βλαστό. Τα ανώτερα φύλλα είναι άμισχα ή σχεδόν άμισχα, και είναι έντονα διαιρεμένα 3 φορές σχηματίζοντας γραμμοειδείς λοβούς.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε σύνθετα και επάκρια σκιάδια που εκφύονται απέναντι των φύλλων.  Βράκτια 0-1, βρακτίδια γραμμοειδή 3-5.  Κάλυκας κυπελλοειδής, πράσινος και άτριχος, με 5 άνισους, ωοειδείς-τριγωνικούς λοβούς.  Πέταλα 5, άνισα, αντωειδή, λευκά ή με ρόδινη απόχρωση, με τα εξωτερικά εμφαντικά μεγαλύτερα και 2-λοβα, τα εσωτερικά είναι μικρότερα, αντωειδή, με λυγισμένη προς τα πίσω την με μικρή εγκοπή κορυφή τους.  Στήμονες 4, κατ εναλλαγή με τα πέταλα, νήμα λευκό, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι, γινόμενοι πορφυροί με την πάροδο του χρόνου.  Ωοθήκη υποφυής, στύλοι 2, εκφυόμενοι από το στυλοπόδιο.*

Άνθιση:   Απρίλιος-Μάιος (Ιούνιος).

Καρπός:   Στρογγυλός με αδιαίρετα μερικάρπια.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, σε άγονα και καλλιεργημένα εδάφη, από 0-1200 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Πιο πιθανές Ελλάδα,  Ισραήλ και Αίγυπτος.

Στυλοπόδιο* = Νεκταριοφόρος δίσκος που προέρχεται από τη διαπλατυσμένη βάση των στύλων ( Apiaceae ).

Bauhinia galpini

Name/Όνομα:   Βωχίνια κάλπινι*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Bauhinia galpini* N.E. Br.

Common name/Κοινό Όνομα:   Red bauhinia, Pride of De Kaap**, African orchid tree, Nasturtium bauhinia

Family/Οικογένεια:   FABACEAE


*  Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.  Το είδος αναφέρεται στο όνομα του Νοτιοαφρικανού βοτανολόγου Ernest Edward Galpin.




Plant:   Evergreen or semi-deciduous, medium to large shrub, growing up to 5 m high or more

 Trunk/Branches:   Much-branched, young branches are little zig-zag, greenish and hairy, becoming hairless with age; trunk and bark are light to dark brown.

Leaves:   Alternate, simple, obcordate with bilobed apex, short petiolate.

Flowers:   Showy, hermaphrodite, in axillary clusters; calyx green, 2-lipped; petals 5, erect or spreading, obovate or spathulate with a long, narrow and hairy claw at the base, brick-red or orange/red (cultivars may have various colors), sometimes with an orange area at the base; stamens 10, fertile stamens 3, filaments green, anthers oblong and yellow becoming brownish with age; ovary superior, style 1, greenish and glabrous, stigma 1, capitate.  

Flowering time:  Spring-Early Autumn  

Fruit:  Oblong and narrow, dehiscent, and brown legume.   

Native:   Southern Africa.


galpini* = E.E Galpini, a South African botanist.

De Kaap** = a valley in Southern Africa.



Φυτό:  Αειθαλής ή ημιφυλλοβόλος, μεσαίος ή μεγάλος θάμνος, με ύψος μέχρι 5 μ ή και υψηλότερος.

Κορμός-Κλαδιά:  Πολύκλαδος με τους νεαρούς κλάδους να είναι πρασινωποί, λίγο ζιγκ-ζαγκ και τριχωτοί, ενώ με την ηλικία γίνονται άτριχοι.  Κορμός και φλοιός με λαμπερό καστανό χρώμα.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά, καρδιόσχημα με δίλοβη κορυφή και κοντό μίσχο.

Άνθη:   Εντυπωσιακά, ερμαφρόδιτα, σε μασχαλιαίες δέσμες.  Κάλυκας δίλοβος και πράσινος.  Πέταλα 5, όρθια ή απλωμένα, αντωειδή ή σπατουλοειδή, με μακρύ, στενό και τριχωτό νύχι στη βάση τους, με κόκκινο ή πορτοκαλοκόκκινο χρώμα (τα υβρίδια έχουν διάφορες αποχρώσεις), ενώ κάποτε φέρουν μια πορτοκαλόχρωμη περιοχή στη βάση τους.  Στήμονες 10 εκ των οποίων οι 3 είναι γόνιμοι, νήμα πράσινο, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι, γινόμενοι καστανοί με την πάροδο του χρόνου.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, πρασινωπός και γυμνός, στίγμα 1, κεφαλωτό.

Άνθιση:   Άνοιξη-Αρχές Φθινοπώρου.

Καρπός:   Προμήκης, στενός, διαρρηκτός και με καφέ χρώμα χέδρωψ.

Πατρίδα:   Νότια Αφρική.

galpini* = E.E Galpini, Νοτιοαφρικανός βοτανολόγος.

De Kaap** = Κοιλάδα στη Νότια Αφρική.


galpini* = E.E Galpini, a South African botanist.

De Kaap** = a valley in South Africa.


Silene vulgaris ssp macrocarpa

Name/Όνομα:   Σιληνή η κοινή υποείδος μακρόκαρπη.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Silene vulgaris ssp macrocarpa Turrill.

Common name/Κοινό Όνομα:   Bladder campion, στρουθκιά, τσακρούθκια

Family/Οικογένεια:   CARYOPHYLLACEAE



Plant:    Perennial herb with woody rootstock, sometimes forming stolons, growing up to 70 cm high.

Stem/s:   Erect, branched about the middle, cylindrical, glaucous-green and glabrous.

Leaves:    Opposite, simple and entire, glaucous-green and glabrous, the lower are oblong or oblanceolate with narrow, short and flat petiole, the upper are lanceolate, acute and subsessile.

Flowers:   Showy, actinomorphic and hermaphrodite, in many-flowered, lax dichasial cymes or solitary; pedicels generally glabrous; calyx conspicuous, inflated, subglobose, many-nerved, distinctly restricted at apex, greenish to purplish and glabrous; teeth 5, short-triangular, minutely hairy on the margins; petals 5, distinctly bifid almost to base, lobes glabrous, narrowly obovate, white, sometimes pink or reddish, with a rounded coronal scale at the base of each lobe, apex very often reflexed; stamens 5, easily exserted, filaments white and glabrous, anthers basifixed, oblong and purplish; ovary superior, ovoid, sessile, dark green and glabrous, topped by a dome-like stylophore*; styles 3,

Flowering time:   March-July.

Fruit:  Flask-shaped capsule enclosing kidney-shaped seeds.

Habitat:  Roadsides, stony slopes, from 800-1900 m alt.

Native:   Europe.

stylophore*= a structure at the top of a pistil, functions like a base from which styles arise.



Φυτό:   Πολυετής πόα με ξυλώδη ρίζα, σχηματίζοντας κάποτε αποικίες και έχοντας ύψος μέχρι 70 εκ.

Βλαστός/οί:  Όρθιοι, με διακλάδωση περίπου από το μέσον του φυτού, κυλινδρικοί, γλαυκοπράσινοι και άτριχοι.

Φύλλα:  Αντίθετα, απλά και ακέραια, γλαυκοπράσινα και γυμνά, τα χαμηλότερα προμήκη ή αντιλογχοειδή, με στενό, κοντό και επίπεδο μίσχο, ενώ τα ανώτερα είναι λογχοειδή, μυτερά και σχεδόν άμισχα.

Άνθη:   Εντυπωσιακά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πολυανθή και αραιά διχάσια ή βγαίνουν μεμονωμένα.  Ποδίσκοι γενικά άτριχοι.  Κάλυκας εντυπωσιακός, διογκωμένος, ωοειδής και πολύνευρος, με έντονη περίσφιξη στην κορυφή του, πρασινωπός ή ελαφρά πορφυρός και άτριχος, δόντια 5, τριγωνικά και ελάχιστα τριχωτά στα χείλη.  Πέταλα 5, έντονα δίλοβα σχεδόν μέχρι τη βάση, λοβοί γυμνοί, στενοί, αντωειδείς, λευκοί ή κάποτε ρόδινοι ή κοκκινωποί, με μια στρογγυλή πτέρυγα στη βάση κάθε λοβού, κορυφή πολύ συχνά γυρισμένη προς τα μέσα.  Στήμονες 5, εύκολα εξερχόμενοι της στεφάνης, νήμα λευκό και άτριχο προσκολλημένο με το μέσο του ανθήρα, ανθήρες προμήκεις και πορφυροί.  Ωοθήκη επιφυής, ωοειδής και γυμνή με σκούρο πράσινο χρώμα, στεφανωμένη με τον στυλοφόρο*, απ´ όπου εκφύονται οι 3 στύλοι

Άνθιση:   Μάρτιος-Ιούλιος.

Καρπός:   Διογκωμένη σαν ασκί κάψα που περικλείει νεφροειδή σπέρματα

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων και σε βραχώδεις πλαγιές, από 800-1900 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ευρώπη.


Clinopodium vulgare

Name/Όνομα:   Κλινοπόδιον το κοινό.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Clinopodium vulgare  L.

Common name/Κοινό Όνομα:  Wild basil, cushion calamite, αγριοβασιλικός.

Family/Οικογένεια:   LAMIACEAE



Plant:    Perennial herb growing up to 80 cm high, usually shorter.

Stem/s:   Erect, usually unbranched, tetragonal, greenish and covered with dense white hairs pointing backwards.

Leaves:   Opposite, simple, ovate, hairy on both surfaces, subentire or with serrate-dentate margins, apex mostly obtuse, base rounded or nearly cuneate; petiole short and hairy, channeled above, often tinged purplish.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite, in many-flowered, terminal or axillary whorls; pedicels short and hairy; bracts similar to leaves but smaller; bracteoles filiform; calyx tubular, many-nerved with wider apex, covered with glandular and non-glandular hairs, 2-lipped, teeth linear, pointed, purplish-black, unequal, the lower longer; corolla funnel-shaped, pink or purple, thinly hairy externally,  throat rather densely covered with thick white hairs, 2-lipped; upper lip 2-lobed, lobes oblong, erect or suberect, emarginated and obscurely retrorse at apex, lower lip 3-lobed, the median larger, suborbicular and emarginated at apex; stamens 4, the upper shorter, included, the lower exserted, anthers purplish; ovary superior, glabrous, style 1, stigma with 2 unequal lobes.

Flowering time:  May-August.  

Fruit:   Brown nutlets.    

Habitat:    Roadsides, dry grassland, thickets, rocky slopes, near streams, from 600-1900 m alt.

Native:   Most possible India.




Φυτό:   Πολυετής πόα με ύψος μέχρι 80 εκ, αλλά συνήθως χαμηλότερο.

Βλαστός/οί:   Όρθιος, συνήθως χωρίς διακλάδωση, τετράγωνος, πρασινωπός και καλυμμένος με πυκνές άσπρες τρίχες που κατευθύνονται προς τα πίσω.

Φύλλα:  Αντίθετα, απλά, ωοειδή, τριχωτά και στις 2 επιφάνειες, σχεδόν ακέραια ή με οδοντωτά-πριονωτά χείλη, γενικά πλατυκόρυφα, ενώ η βάση είναι στρογγυλεμένη ή είναι σχεδόν ευθύγραμμη.  Μίσχος κοντός και τριχωτός, αυλακωτός από πάνω και συχνά παίρνει πορφυρή χροιά.

Άνθη:    Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πολυανθείς, επάκριους ή μασχαλιαίους σπονδύλους.  Ποδίσκοι κοντοί και τριχωτοί.  Βράκτια παρόμοια των φύλλων αλλά μικρότερα. Βρακτίδια νηματοειδή.  Κάλυκας σωληνοειδής με πιο ανοικτή κορυφή, πολύνευρος, καλυμμένος με αδενώδεις και μη αδενώδεις τρίχες, 2-χειλος, με 5 γραμμοειδή, μυτερά, άνισα, με σκούρο πορφυρό-μαύρο χρώμα δόντια, εκ των οποίων τα χαμηλότερα είναι μακρύτερα.  Στεφάνη χοανοειδής, ρόδινη ή πορφυρή, ελαφρά τριχωτή εξωτερικά, φάρυγγας καλυμμένος με κάπως πυκνές και χοντρές άσπρες τρίχες, είναι 2-χειλη, το άνω χείλος είναι 2-λοβο, με προμήκεις και σχεδόν όρθιους λοβούς, που φέρουν εγκοπή στην κορυφή τους, ενώ τα χείλη του είναι ανεπαίσθητα γυρισμένα προς τα πίσω.  Χαμηλό χείλος 3-λοβο εκ των οποίων το μεσαίο είναι μεγαλύτερο, σχεδόν κυκλικό και με εγκοπή στην κορυφή του. Στήμονες 4, οι 2 άνω κοντύτεροι παραμένουν μέσα στη στεφάνη, οι άλλοι 2 εξέρχονται. Ανθήρες πορφυροί.  Ωοθήκη επιφυής και άτριχη, στύλος 1, στίγμα με 2 άνισους λοβούς.

Άνθιση:  Μάιος-Αύγουστος.

Καρπός:   Καφέ κάρυα.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, ξηρούς χορτοτάπητες, μικρά δάση, βραχώδεις πλαγιές και κοντά σε ρυάκια, από 600-1900 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Πιο πιθανή η Ινδία.


Punica granatum

Name/Όνομα:   Πουνική η ροιά

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Punica granatum L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Pomegranate, ροδ(κ)ιά, ροβκιά, ρωβιά.

Family/Οικογένεια:   PUNICACEAE




Plant:    Deciduous shrub or small tree, up to 7 m high.

Stem/s:   Multi-stemmed, woody and spiny; bark smooth and ash-color or in a shade of dark-grey; canopy open.

Leaves:  Opposite, simple, entire, leathery, glabrous, short-petiolate, oblanceolate, oblong or obovate. 

Flowers:  Showy, actinomorphic and hermaphrodite, solitary or in terminal clusters of 2-3; there are fertile and sterile flowers; in fertile flowers stigma overlies anther´s level and they appear on old branches, while in sterile flowers stigma is lower than anther´s level and appear on young branches;  calyx urceolate, rigid, sepals 7-8, triangular, persistent in fruit; petals 5-8, with bright red or scarlet color, imbricate in bud, obovate and clawed at the base; stamens numerous, filaments free, red, anthers 2-thecous, yellow, versatile, longitudinally dehiscent; ovary inferior, multicarpellate**, enclosing  numerous ovules, style 1, stigma 1, capitate.

Flowering time:  April-May.   Fruiting time:   August-October.

Fruit:  Rounded, indehiscent, red or yellow/red berry, with leathery pericarp, enclosing numerous seeds, surrounded by a fleshy, reddish and polyhedral coat.     

Habitat:   Field limits and gardens, from 0-1200 m alt.

Native:  North Africa (Tunisia, Libya), western and central Asia (Afghanistan, Iran, China, India).

Iran the most possible.


multicarpellate** = many carpels united in a compound ovary.



Φυτό:   Φυλλοβόλος θάμνος ή μικρό δένδρο με ύψος μέχρι 7 μ.

Βλαστός/οί:   Πολύκλαδος, ξυλώδης και ακανθώδης.  Φλοιός μαλακός και τεφρός ή σε σκούρα απόχρωση του γκρίζου.  Κώμη ανοικτή.

Φύλλα:  Αντίθετα, απλά και ακέραια, δερματώδη, γυαλιστερά, άτριχα και κοντόμισχα,  αντιλογχοειδή, προμήκη ή αντωειδή. 

Άνθη:   Εντυπωσιακά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα ή σε επάκριες ομάδες των 2-3 ανθέων.  Υπάρχουν γόνιμα και άγονα άνθη, τα μεν γόνιμα εκφύονται σε παλαιούς κλάδους και το στίγμα υπερίπταται των ανθήρων, ενώ τα άγονα εκφύονται σε νεαρούς κλάδους και το επίπεδο του στίγματος είναι χαμηλότερο από το επίπεδο των ανθήρων.  Κάλυκας σκληρός, σε σχήμα υδρίας, και παραμένει στην καρποφορία., με 7-8 τριγωνικά σέπαλα.  Πέταλα 5-8, με λαμπερό κόκκινο χρώμα, αλληλεπικαλυπτόμενα στα μπουμπούκια, αντωειδή με νύχι στη βάση τους.  Στήμονες πολυάριθμοι, νήμα ελεύθερο και κόκκινο, ανθήρες 2-θηκοι, κίτρινοι σχεδόν οριζόντιοι και σχιζόμενοι κατά μήκος.  Ωοθήκη υποφυής, σύνθετη , περικλείοντας πολυάριθμα ωάρια, στύλος 1, στίγμα 1 κεφαλωτό.   

Άνθιση:  Απρίλιος-Μάιος.   Καρποφορία:  Αύγουστος-Οκτώβριος.

Καρπός:   Σφαιρική, αδιάρρηκτη, κόκκινη ή κιτρινοκόκκινη ράγα, με σκληρό περικάρπιο, περικλείοντας πολυάριθμα σπέρματα που περιβάλλονται από ένα σαρκώδες, κοκκινωπό και πολυεδρικό περίβλημα.

Ενδιαίτημα:   Σε όρια χωραφιών και σε  δημόσιους ή ιδιωτικούς κήπους, από 0-1200 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Βόρεια Αφρική (Τυνησία και Λιβύη), κεντρική και δυτική Ασία όπως Ιράν Αφγανιστάν, Κίνα, με πιο πιθανή το Ιράν.

Pteridium aquilinum subsp. pinetorum 

Name/Όνομα:   Πτερίδιον το αέτειον υποείδος δασόβιον*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Pteridium aquilinum subsp. pinetorum (C. N. Page & R. R. Mill) J. A. Thomson,

Common name/Κοινό Όνομα:   Eagle fern, bracken fern, Φτέρη, Φτερίτζιη.

Family/Οικογένεια:   DENNSTAEDTIACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:    Terrestrial and perennial deciduous fern with deep long-creeping rhizome.  Ferns consist of a rhizome, stem and compound leaves, but they do not produce flowers, fruit and seeds (Cryptogams); other known groups in this category are algae, lichens, mosses, fungi, molds and bacteria.

Fronds*:  Few, arising directly from the underground rhizome, at first erect with tension to being almost horizontal; each fond consists of the stipe and the lamina or blade.

Lamina:  About twice as long as the stipe; the lower 2-4 laminae are opposite and larger, the other alternate becoming progressively shorter towards apex, broadly-triangular in outline, pale green, 2-3 pinnate, usually 3-pinnate, rachis grooved above.

Stipe:   Thick, about 10-15 cm long, grooved above, sparsely covered with multicellular greenish-brown hairs, bearing several laminae.

Pinnules:  Several, sessile, oblong-ovate or ovate-triangular, entire or with irregularly dentate margins, obtuse at apex, the lower larger becoming shorter towards apex, sparsely covered with chestnut–brown hairs.

Sori:  Sorus** is the area where sporangia appear; sori (plural of sorus) appear on the underside of each fertile pinnule, in 2 lines along the margins.    

Sporangium***:  Sporangium is the organ where spores are produced, at first they are greenish becoming dark brown at maturity (July to August).

Habitat:   Pine forests from 800-1800 m alt.

Native:   Europe, Eastern Asia, North America.


frond*= the leaf of a fern

sorus** – plural sori = a place on the underside of a fern leaf that produces sporangia.

sporangium*** = a structure in which spores are produced.



Φυτό:   Γήινο, πολυετές και φυλλοβόλο φτερίκι, με βαθύ και μακρύ έρπον ρίζωμα.  Τα Φτερίκια (Πτέριδες) αποτελούνται από ρίζωμα, βλαστό και σύνθετα φύλλα, αλλά δεν έχουν άνθη, καρπό και σπέρματα και ανήκουν στην κατηγορία των Κρυπτογάμων, όπου επίσης ανήκουν τα φύκια, οι λειχήνες, οι μούχλες, τα βρύα, οι μύκητες και τα βακτήρια

Φύλλα:   Είναι λίγα, αναπτύσσονται απ ευθείας από το υπόγειο ρίζωμα, στην αρχή είναι όρθια αλλά μετά γίνονται σχεδόν οριζόντια.  Κάθε φύλλο αποτελείται από το γυμνό μέρος δηλ. τον «μίσχο» και το έλασμα.

Έλασμα:  Περίπου διπλάσιο σε μήκος από τον «μίσχο».  Τα 2-4 κατώτερα φύλλα είναι αντίθετα και μεγαλύτερα, τα άλλα είναι κατ εναλλαγή και σταδιακά γίνονται μικρότερα προς την κορυφή.  Είναι πλατειά-τριγωνικά στο περίγραμμα, με ανοικτό πράσινο χρώμα, δις ή τρις-πτερωτά, συνήθως τρις-πτερωτά και με αυλακωτό άξονα.

Μίσχος:  Χοντρός, περίπου 10-15 εκ., αυλακωτός από πάνω. και φέρει αραιές πολυκύτταρες πρασινωπές ή καστανές τρίχες στη βάση του, ενώ στο άνω μέρος του φέρει πολλά «πτερίδια» (υποδιαιρέσεις του ελάσματος).     

Πτερίδια:  Αρκετά, άμισχα, προμήκη-ωοειδή ή ωοειδή-τριγωνικά, ακέραια ή με άνισα οδοντωτά χείλη, πλατυκόρυφα, τα χαμηλότερα είναι μεγαλύτερα, αλλά σταδιακά μικραίνουν προς την κορυφή και φέρουν αραιές πρασινοκαστανές τρίχες.

Σορός:   Είναι περιοχή όπου παράγονται τα σποριάγγεια και εμφανίζονται στην κάτω επιφάνεια κάθε γόνιμου πτεριδίου, σε 2 σειρές κατά μήκος των χειλιών.

Σποριάγγειο:  Είναι το όργανο μέσα στο οποίο παράγονται τα αναπαραγωγικά κύτταρα που ονομάζονται σπόρια.  Στην αρχή είναι πράσινα, αλλά στο τέλος παίρνουν σκούρο καφέ χρώμα. ( Ιούλιος-Αύγουστος).   

Ενδιαίτημα:  Σε πευκόφυτα δάση, ημισκιερές και κάπως υφρές περιοχές, από 800-1800 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ευρώπη, Δυτική Ασία, Βόρεια Αμερική.

Ammi majus

Name/Όνομα:   Άμμι το μείζον*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Ammi majus L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Bishop´s flower, lady´s lace, bullwort, false bishop´s weed, Θεορής

Family/Οικογένεια:   APIACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:     Annual or biennial herb, up to 1 m high.

Stem/s:   Branched above, terete, striate and glabrous; main stem erect, lateral stems ascending.

Leaves:  Alternate, compound, petiolate and glabrous, 1-3 pinnate, leaflets sharply serrate; lower leaves triangular-ovate in outline, 1-2 pinnate, ultimate leaflets oblong-elliptic or narrowly-obovate, inconspicuously sheathing at the base; upper leaves 2-3 pinnate, linear-lanceolate, the uppermost entire or nearly so; petiole channeled above.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, in compound and many-flowered terminal umbels; rays up to 40, subequal, erecto-patend (ascending to erect); peduncles striate; bracts 1-2 pinnate, segments linear, acute; bracteoles linear-lanceolate, acuminate; petals 5, spreading, white, asymmetrically 2-lobed; stylopodium* slightly convex, obscurely bipartite, white; stamens 5, alternate with petals, filaments white, anthers oblong, white or pink; ovary inferior with 2 carpels, styles 2, stigmas 2 capitate.

Flowering time:   April-June.

Fruit:   Bipartite, dry and compressed schizocarp, with brown, 5-ridged mericarps.      

Habitat:    Roadsides, field limits, waste ground, from 0-900 m alt.

Native:   Uncertain, hypothetically Nile river valley.


Stylopodium = a nectariferous disk coming from an enlarged style´s base.



Φυτό:  Μονοετής ή διετής πόα με ύψος μέχρι 1 μ.  

Βλαστός/οί:   Διακλαδωμένοι ψηλά, κυλινδρικοί, ραβδωτοί και γυμνοί.  Κύριος βλαστός όρθιος, πλάγιοι βλαστοί ανερχόμενοι.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, σύνθετα, έμμισχα και 1-3 φορές πτεροειδή, φυλλάρια έντονα πριονωτά.  Χαμηλά φύλλα τριγωνικά-ωοειδή στο περίγραμμα, 1 έως 2 φορές πτεροειδή, τελικά φυλλάρια προμήκη-ελλειψοειδή ή στενά-αντωειδή, με μη εντυπωσιακούς κολεούς στη βάση.  Ανώτερα φύλλα2 έως 3 φορές πτεροειδή, γραμμοειδή-λογχοειδή, ενώ τα τελευταία προς τα πάνω είναι ακέραια ή σχεδόν ακέραια.  Μίσχος αυλακωτός από πάνω.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε σύνθετα και πολυανθή επάκρια σκιάδια.  Ακτίνες μέχρι 40, σχεδόν ισοϋψείς με κατεύθυνση μεταξύ ανερχόμενου και όρθιου.  Ποδίσκοι ραβδωτοί.  Βράκτια 1-2 φορές πτεροειδή, με γραμμοειδή και μυτερά τμήματα.  Βρακτίδια γραμμοειδή-λογχοειδή και μυτερά.  Πέταλα 5, απλωμένα, λευκά και με ασύμμετρους 2 λοβούς.  Στυλοπόδιο* ελαφρά κυρτό, αφανώς διμερές και λευκό.  Στήμονες 5, κατ εναλλαγή με τα πέταλα, νήμα λευκό, ανθήρες προμήκεις, λευκοί ή ρόδινοι.  Ωοθήκη υποφυής με 2 καρπόφυλλα, στύλοι 2, στίγματα 2, κεφαλωτά.

Άνθιση:   Απρίλιος-Ιούνιος.

Καρπός:   Διμερές, ξηρό και συμπιεσμένο σχιζοκάρπιο, με καφέ μερικάρπια που φέρουν 5 ραβδώσεις.

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, όρια χωραφιών και άγονα εδάφη, από 0-900 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Αβέβαιη, υποθετικά η κοιλάδα του Νείλου.

Στυλοπόδιο*  =  Νεκταριοφόρος δίσκος που προέρχεται από τη διαπλατυσμένη βάση των στύλων ( Apiaceae ).


Helichrysum stoechas ssp barrelieri

Name/Όνομα:   Ελίχρυσο η στοιχάς υποείδ.  τo σφαιρικό.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Helichrysum stoechas ssp barrelieri (Ten.) Nyman

Common name/Κοινό Όνομα: Mediterranean strawflower, Golden cassidony, Ebeden ölmez, Κλάματα της Παναγίας, Ψυλλίνα, Αθάνατο.

Family/Οικογένεια:   ASTERACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:  Subshrub growing up to 80 cm high.    

Stem/s:   Erect or ascending, much-branched, glaucous-green, covered with dense, soft and white arachnoid hairs.

Leaves:    Alternate, simple and entire, ± glandular, glabrescent or with arachnoid hairs above, with dense white wooly hairs beneath (lanate), and revolute margins, the lower oblanceolate or ovate, sessile and subamplexicaul, the upper linear, sessile and smaller

Flowers:   Capitula bell-shaped, in many-flowered (up to 60), terminal corymbs; flowering stems erect or ascending, arachnoid-lanate;  involucre ovoid at first, becoming campanulate later; bracts in several series(up to 7), imbricate, shining and scarious, straw-colored, the outer ovate, subacute or obtuse, the median obovate, glandular, ± obtuse and longer than the outer ones, the inner are the narrowest, linear-oblong, glandular, ± acute and about as long as the median bracts; florets numerous, tubular, the outer female 3-5 dentate, the others hermaphrodite 5-dentate.

Flowering time:   March-May.

Fruit:  Achene with white pappus.       

Habitat:  Phrygana, stony shrubby vegetation, rocky slopes, sand-dunes, open forests, from  0-1000 m alt.

Native:    Central & E. Mediterranean region to southwestern Asia.



Φυτό:   Ημίθαμνος με ύψος μέχρι 80 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι ή ανερχόμενοι, πολύκλαδοι, γλαυκοπράσινοι, καλυμμένοι με πυκνές, μαλακές και λευκές αραχνοειδείς τρίχες.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά και ακέραια,  με ή χωρίς αδένες, σχεδόν γυμνά ή με αραχνοειδείς τρίχες στην άνω επιφάνεια, με πυκνές, άσπρες και σαν βαμβάκι τρίχες στην κάτω επιφάνεια και χείλη αναδιπλωμένα προς τα μέσα, τα χαμηλότερα φύλλα είναι αντιλογχοειδή ή ωοειδή, με σχεδόν μυτερή ή πλατειά κορυφή, άμισχα και ημιπερίβλαστα, τα ανώτερα γραμμοειδή, άμισχα και μικρότερα.

Άνθη:   Κεφάλια κωδωνοειδή, σε πολυανθείς επάκριους κορύμβους.  Ανθοφόροι κλάδοι όρθιοι ή ανερχόμενοι και με αραχνοειδείς μαλακές τρίχες.  Σύνολο βρακτίων αρχικά σε ωοειδές σχήμα, αργότερα σε καμπανοειδές ή κωδωνοειδές.  Βράκτια σε κάπως αρκετές σειρές, μέχρι 7, είναι γυαλιστερά και με σκληρή στην αφή επιφάνεια, αχυρόχρωμα, αλληλεπικαλυπτόμενα, τα εξωτερικά ωοειδή και σχεδόν μυτερά ή πλατυκόρυφα, τα μεσαία αντωειδή, αδενώδη,  ± πλατυκόρυφα και μακρύτερα των εξωτερικών, τα εσωτερικά είναι τα πιο στενά, γραμμοειδή, αδενώδη, ± οξυκόρυφα και περίπου ισομήκη με τα μεσαία.  Ανθίδια πολυάριθμα, σωληνοειδή, τα εξωτερικά θηλυκά και με 3-5 δόντια, τα εσωτερικά ερμαφρόδιτα και 5-δοντα.

Άνθιση:   Μάρτιος-Μάιος.

Καρπός:   Αχαίνιο με πάππο από λευκές σμήριγγες.

Ενδιαίτημα:   Φρύγανα, πετρώδεις θαμνώνες, βραχώδεις πλαγιές, αμμόλοφους, ανοικτά δάση, από 0-1000 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Κεντρική και ανατολική Μεσογειακή ζώνη μέχρι νοτιοδυτική Ασία.