Author Archive for savvas

Orchis papilionacea ssp schirwanica

Name/Όνομα: Red butterfly orchid, Όρχις η πεταλουδωτή.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα: Orchis papilionacea ssp schirwanica (Woronow) Soó

Family/Οικογένεια:   ORCHIDACEAE




Plant:   Growing up to 40 cm high, with 2 ovoid to to elliptic tubers.

Stem/s:   Erect, straight, greenish below, greenish-red to purplish-red above, bearing up to 5 acute sheaths.

Leaves:   Mostly basal forming a loose rozette, up to 10, lanceolate with wider base, acute or obtuse, spotless.

Flowers:  Zygomorphic and hermaphrodite in loose, 3-15 flowered, spike; bracts elliptic, purplish-red with darker veins; sepals 3, the 2 lateral spreading, ovate, pink with darker veins; petals oblong to ovate, similar color with sepals but little smaller; sepals and petals form a loose hood over the lip at the first stages of the flower´s development; lip broadly ovate in outline with narrow base, pale to dark pink with darker stripes and spots; margins irregularly wavy; spur cylindrical, pink, gradually becoming narrow towards the apex.

Flowering time:   March-April.

Fruit:   Capsule.

Habitat:  Open grassy vegetation, limestones, garigue, up to 10 m alt. It was very rare in Cyprus and  was found in 2014 in only one place in a private field; unfortunately now does not exist as the private field cultivated. 

Native:  Mediterranean region to Middle East and Northern Africa.



Φυτό:  Ύψος μέχρι 40 εκ., με 2 ωοειδείς ή ελλειψοειδείς κονδύλους.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι, ευθύγραμμοι, πρασινωποί χαμηλά, πρασινοκόκκινοι έως πορφυροκόκκινοι ψηλά, και φέρουν μέχρι 5 μυτερά και περίβλαστα φύλλα.

Φύλλα:     Τα περισσότερα, μέχρι 10, είναι στη βάση και σχηματίζουν μια χαλαρή ροζέτα, είναι λογχοειδή με πλατύτερη βάση, οξυκόρυφα ή αμβλυκόρυφα και χωρίς σημάδια.

Άνθη:   Ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε χαλαρούς, στάχεις που φέρουν 3-15 άνθη.  Βράκτια ελλειπτικά, πορφυροκόκκινα με πιο σκούρου χρώματος νεύρα.  Σέπαλα 3, τα 2 πλάγια είναι απλωμένα, ωοειδή, ρόδινα με πιο σκούρα νεύρα.  Πέταλα προμήκη προς ωοειδή, παρόμοια σε χρώμα με τα σέπαλα αλλά μικρότερα.  Τα σέπαλα μαζί με τα πέταλα σχηματίζουν μια κουκούλα πάνω από το χείλος, στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης του άνθους.  Το χείλος είναι σε γενικές γραμμές πλατειά ωοειδές με στενή βάση, με ανοικτό ή βαθύ ρόδινο χρώμα, με πιο σκούρες λωρίδες και στίγματα.  Περίγραμμα χείλους ανώμαλα κυματιστό.  Πλήκτρο κυλινδρικό και ρόδινο, γινόμενο σταδιακά στενότερο προς την κορυφή.

Άνθιση:   Μάρτιος-Απρίλιος.

Καρπός:   Κάψα.

Ενδιαίτημα:   Ανοικτές χορταριασμένες επιφάνειες, ασβεστολιθικά εδάφη, μέχρι 10 μ υψόμετρο.  Ήταν πολύ σπάνιο στην Κύπρο και μέχρι το 2014 υπήρχε μόνο σε μια θέση που όμως βρισκόταν σε ιδιωτική γη και δυστυχώς εξαφανίστηκε μετά την καλλιέργεια του ιδιόκτητου χωραφιού.

Πατρίδα:   Μεσογειακή περιοχή, Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική.

Lobularia maritima

Name/Όνομα:   Λομπουλάρια η παράλιος.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Lobularia maritima* (L.) Desv.

Common name/Κοινό Όνομα:   Sweet alyssum

Family/Οικογένεια:   BRASSIGACEAE



Plant:   Annual herb growing up to 30 cm high. 

Stem/s:    Ascending or spreading, much-branched, ribbed, covered with dense, whitish, adpressed hairs.

Leaves:  Alternate, simple and entire, oblanceolate, acute at apex, cuneate at the base, sessile, covered both surfaces with adpressed whitish hairs, obscurely veined.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite, in many-flowered, dense  corymbs at first, becoming a lax cylindrical raceme after fertilization; peticels green, adpressed-pilose; sepals 4, green, curved, thinly hairy externally; petals 4, crucially arranged, white, suborbicular, rounded at apex, truncate at the base, ending into a narrow claw; stamens 6, faced inwards, filaments free, greenish, anthers oblong and yellow, dehiscent longitudinally; ovary superior, sessile, suborbicular, style 1, persistent in fruit, stigma 1.

Flowering time:  February-January.  

Fruit:   Small, suborbicular silicle, topped by the persistent style and covered with adpressed whitish hairs; seeds ovate.

Habitat:    Waste ground, hillsides, from 300 – 1100 m alt.

Native:   Mediterranean region.


* Lobularia = from the Latin word “lobulus” = small pod.



Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 30 εκ.

Βλαστός/οί:   Ανερχόμενοι ή απλωμένοι, πολύκλαδοι, αυλακωτοί και καλυμμένοι με πυκνές, ασπριδερές και παράλληλές με τον βλαστό τρίχες.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά και ακέραια, αντιλογχοειδή, μυτερά στην κορυφή και στη βάση, άμισχα και καλυμμένα και στις δυο επιφάνειες με ασπριδερές και παράλληλες με το έλασμα τρίχες.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πολυανθείς κορύμβους αρχικά, αλλά μετά την γονιμοποίηση η ταξιανθία μετατρέπεται σε αραιό και κυλινδρικό βότρυ.  Ποδίσκοι πράσινοι και με ασπριδερές κατακλιμένες τρίχες.  Σέπαλα 4, πράσινα, λυγισμένα και ελαφρά τριχωτά εξωτερικά.  Πέταλα 4, σταυρωτά τοποθετημένα, λευκά, σχεδόν κυκλικά με ίσια βάση που καταλήγει σε στενό νύχι.  Στήμονες 6, νήμα ελεύθερο και πρασινωπό, ανθήρες προμήκεις, κίτρινοι, με κατά μήκος σχίσιμο και με μέτωπο προς το κέντρο του άνθους.  Ωοθήκη επιφυής, άμισχη, σχεδόν στρογγυλή στύλος 1 που παραμένει στον καρπό, στίγμα 1.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Ιανουάριος.

Καρπός:   Μικρό σχεδόν σφαιρικό κεράτιο στεφανωμένο με τον παραμένοντα στύλο και καλυμμένο με ασπριδερές κατακλιμένες τρίχες.  Ωάρια ωοειδή.

Ενδιαίτημα:   Άγονα εδάφη και λοφοπλαγιές, από 300-1100 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.

* Lobularia = από την Λατινική λέξη “ lobulus” που σημαίνει μικρό κεράτιο.


Mirabilis jalapa

Name/Όνομα:  Μιράμπιλις γιαλάπα (το θαύμα της Γιαλάπα)

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Mirabilis jalapa*L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Marvel of Peru, Four o´ clock flower, Beauty of the night, Νυχτολούλουδο, Δειλινό.

Family/Οικογένεια:  NYCTAGINACEAE




Plant:  Perennial bushy plant with tuberous root, growing up to 1 m high, sometimes more.  

Stem/s:  Erect, much branched, robust, thick, quadrangular, glabrous or slightly hairy, swollen at nodes, green when young becoming purplish later.

Leaves:    Opposite, petiolate, simple and entire, ovate, acuminate at apex, cordate at the base.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite in many-flowered, terminal cymes; perianth is trumpet-shaped, thinly hairy externally, red, crimson, yellow or white, but different combination of colors can be found on the same plant; the base of perianth is surrounded by short, calyx-like, ovate and hairy at the margins, bracts; the flowers bloom in late afternoon or early night and close next morning; stamens 5, filaments free, pink and glabrous, anthers 2-thecous, oblong, bassifixed, dehiscing longitudinally; ovary superior, 1-locular, stigma shortly lobed.

Flowering time:    May-December.

Fruit:    Indehiscent, spherical and wrinkled capsule, green becoming black at maturity.   

Habitat:   Naturalized in Cyprus and it is found in gardens and waste ground, cultivated as ornamental plant, 50 m alt.

Native:   Tropical America ( possible Peru or Mexico)


Jalapa* = capital of the state Vera Cruz in Mexico.



Φυτό:   Πολυετές και θαμνώδες φυτό με κονδυλώδη ρίζα και ύψος μέχρι 1 μ, κάποτε περισσότερο.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι, πολύκλαδοι, χοντροί και δυνατοί, σχεδόν τετράγωνοι, γυμνοί ή ελαφρά τριχωτοί, διογκωμένοι στα γόνατα, πράσινοι οι νεαροί, πορφυροί οι παλαιότεροι.

Φύλλα:     Αντίθετα , έμμισχα, απλά και ακέραια, ωοειδή, μυτερά στην κορυφή καρδιόσχημα στη βάση.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πολυανθείς και επάκριες θυσανοειδείς ταξιανθίες.  Περιάνθιο σε σχήμα τρομπέτας, ελαφρά τριχωτό εξωτερικά, σε κόκκινο, βυσσυνί, κίτρινο ή λευκό χρώμα, αλλά διαφορετικοί συνδυασμοί χρωμάτων μπορούν να υπάρχουν στο ίδιο φυτό.  Η βάση του περιανθίου περιβάλλεται από κοντά και τριχωτά στα χείλη βράκτια που μοιάζουν με κάλυκα.  Τα άνθη ανοίγουν αργά το απόγευμα ή νωρίς το βράδυ και κλείνουν το επόμενο πρωί  Στήμονες 5, νήματα ελεύθερα, ρόδινα και γυμνά, ανθήρες 2-θηκοι, προμήκεις και με κατά μήκος σχίσιμο.  Ωοθήκη επιφυής και μονόχωρη, στίγμα με κοντούς λοβούς.

Άνθιση:   Μάιος-Δεκέμβριος.

Καρπός:  Αδιάρρηκτη, σφαιρική και ρυτιδωμένη κάψα, πράσινη αρχικά, μαύρη τελικά.

Ενδιαίτημα:   Ιθαγενές στην Κύπρο και απαντάται σε κήπους, πάρκα και άγονα εδάφη, σε χαμηλά υψόμετρα.

Πατρίδα:  Τροπική Αμερική, πιθανόν Μεξικό και Περού.

Jalapa* = capital of the state Vera Cruz in Mexico.



Echium glomeratum

Name/Όνομα:   Έχιον το συσπειρωμένο*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Echium glomeratum Poir.

Common name/Κοινό Όνομα:   Tall Viper’s-bugloss. Eastern Mediterranean Bugloss

Family/Οικογένεια:   BORAGINACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:  Biennial or perennial herb, growing up to 120 cm high.    

Stem/s:   Erect, branched from the base, sulcate, more or less straight, greenish when young, becoming purple-brown later, covered with dense hispid and whitish hairs.

Leaves:  Alternate, simple and entire, oblanceolate, both sides covered with adpressed rough hairs; basal leaves in a loose rosette, ± petiolate, stem leaves smaller, sometimes amplexicaule.

Flowers:  Actinomorphic, hermaphrodite and sessile, in crowded and many-flowered axillary cymes; bracts similar to leaves, ovate, hispid and acuminate; calyx campanulate, densely hispid with 5, erect and oblong or linear lobes; corolla campanulate or funnel-shaped, pink or whitish-pink, sometimes tinged mauve; petals 5, oblong, hairy externally, glabrous internally; petals externally often tinged yellowish or orange at maturity; stamens 5, exserted from corolla-tube, filaments reddisg, anthers oblong and yellow, becoming greyish with age; ovary superior, style exserted, pinkish and glabrous, stigma conspicuously 2-lobed;

Flowering time:  May-June.  

Fruit:   4 ovoid nutlets.    

Habitat:  Roadsides and stony hills, from 150-300 m alt.  

Native:   Cyprus, Turkey, Syria, Lebanon, Israel, Palestine, Egypt.



Φυτό:   Διετής ή πολυετής πόα με ύψος μέχρι 120 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι, διακλαδωμένοι από τη βάση, ραβδωτοί, σχεδόν ευθύγραμμοι, πρασινωποί οι νεαροί, με πορφυρό-καφέ χρώμα αργότερα, καλυμμένοι με πυκνές ασπριδερές αδρότριχες.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά και ακέραια, αντιλογχοειδή, καλυμμένα και από τις δύο επιφάνειες με αδρότριχες.  Φύλλα βάσης σε χαλαρή ροζέτα, ± έμμισχα.  Φύλλα βλαστού μικρότερα, κάποτε εν μέρει περίβλαστα.

Άνθη:   Ακτινόμορφα, ερμαφρόδιτα και χωρίς ποδίσκο, σε πολυανθείς, μαζεμένες, μασχαλιαίες θυσανοειδείς ταξιανθίες.  Βράκτια παρόμοια των φύλλων, ωοειδή, αδρότριχα και μυτερά.  Κάλυκας καμπανοειδής, πυκνά καλυμμένος με αδρότριχες, με 5, όρθιους, προμήκεις ή γραμμοειδείς λοβούς.  Στεφάνη καμπανοειδής ή χοανοειδής, με ρόδινο ή λευκορόδινο χρώμα, κάποτε με ανοικτό μωβ χρώμα.  Πέταλα 5, προμήκη, τριχωτά εξωτερικά, άτριχα εσωτερικά, ενώ με την πάροδο του χρόνου τα πέταλα παίρνουν εξωτερικά αποχρώσεις με κίτρινο ή πορτοκαλί χρώμα.  Στήμονες 5 εξερχόμενοι του σωλήνα της στεφάνης, νήμα κοκκινωπό, ανθήρες κίτρινοι και προμήκεις, με την πάροδο του χρόνου όμως παίρνουν γκρίζο χρώμα.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος εξερχόμενος της στεφάνης, ρόδινος και άτριχος, στίγμα εμφανώς δίλοβο.

Άνθιση:   Μάιος-Ιούνιος.

Καρπός:   4 ωοειδή κάρυα.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων και σε πετρώδεις λόφους από 150-300 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Κύπρος, Τουρκία, Συρία, Λίβανος, Ισραήλ, Αίγυπτος.

Calycotome villosa

Name/Όνομα:   Καλυκοτόμη η τριχωτή.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Calycotome villosa (Poir.) Link

Common name/Κοινό Όνομα:   Spiny Broom, Ασπροσπαλαθκιά, Ασπάλαθος, Ρασίν, Σπαλαθκιά.

Family/Οικογένεια:   FABACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:   Perennial spiny shrub growing up to 3m high.

Stem/s:   Much branched, erect, striate, whitish and hairy when young becoming grey-brown with age; spines rigid, greenish and shortly hairy, straight-cylindrical or conical, with sharp brown tip; branches alternate, whitish-green.

Leaves:   Alternate, compound, 3-foliolate, petiolate; leaflets obovate, dark green, ± glabrous above, adpressed-pubescent beneath, apex subacute or obtuse; petiole channeled above, whitish-green and hairy, usually longer than blades´ length; stipules very small, narrow and hairy.

Flowers:  Zygomorphic and hermaphrodite, solitary or in loose fascicles**; pedicels hairy; calyx 5-toothed, teeth adpressed-pubescent, acute at apex; corolla yellow; standard petal erect,  obovate, wings oblong-obovate, keel upcurved; stamens 10, 9 filaments fused together, 1 free; anthers basifixed and yellow; ovary superior, linear, densely hairy, style long and upcurved, stigma capitate.

Flowering time:    December-April.

Fruit:    Narrowly oblong legume, densely hairy, enclosing orbicular seeds.

Habitat:    Stony hillsides and open shrubby vegetation among maquis amd garigues from 0-1100 m alt.

Native: Eastern Mediterranean region.

fascicle ** = a cluster of flowers arising from the same point.



Φυτό:   Πολυετής ακανθωτός θάμνος με ύψος μέχρι 3 μ.

Βλαστός/οί:   Πολύκλαδοι, όρθιοι, ραβδωτοί, ασπριδεροί και τριχωτοί οι νεαροί, αργότερα όμως με γκρίζο-καφέ χρώμα.  Οι άκανθες είναι σκληρές, ίσιες και κυλινδρικές ή κωνικές, με κοφτερή καφετιά κορυφή, με πρασινωπό χρώμα και ασπριδερό κοντό τρίχωμα. Οι κλάδοι αναπτύσσονται κατ εναλλαγή και φέρουν ασπριδερό και κοντό τρίχωμα.

Φύλλα:   Κατ εναλλαγή, σύνθετα, 3-φυλλα και έμμισχα.  Φυλλάρια αντωειδή, με σκούρο πράσινο χρώμα, ± άτριχα στην πάνω, με απλωμένες χνουδωτές τρίχες στην κάτω επιφάνεια, κορυφή λίγο ή πολύ μυτερή ή πλατειά.  Μίσχος αυλακωτός από πάνω, λευκοπράσινος και τριχωτός, συνήθως μακρύτερος από το μήκος του ελάσματος.  Παράφυλλα ασήμαντα, πολύ μικρά, στενά και τριχωτά.

Άνθη:   Ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, μονήρη ή σε αραιές δέσμες.  Ποδίσκος τριχωτός. Κάλυκας με 5 οξυκόρυφα δόντια, που φέρουν κατακλιμένες χνουδωτές τρίχες.  Στεφάνη κίτρινη.  Πέτασος όρθιος και αντωειδής, πτέρυγες προμήκεις- αντωειδείς, τρόπιδα με κλίση προς τα πάνω.  Στήμονες 10, τα νήματα των 9 συμφύονται, ενώ 1 είναι ελεύθερος.  Ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι, με το ένα τους άκρο προσκολλημένο στην κορυφή του νήματος.  Ωοθήκη επιφυής, γραμμοειδής και πυκνά τριχωτή, στύλος μακρός και άτριχος, στίγμα κεφαλωτό.

Άνθιση:   Δεκέμβριος-Απρίλιος.

Καρπός:   Προμήκης και στενός χέδρωψ, πυκνά τριχωτός, εσωκλείοντας σφαιροειδή σπέρματα.

Ενδιαίτημα:   Πετρώδεις πλαγιές, σε ανοικτή φρυγανώδη ή σκληρόφυλλη βλάστηση από 0-1100 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ανατολική Μεσογειακή ζώνη.

Ricinus communis

Name/Όνομα: Ρίκινος ο κοινός.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Ricinus communis L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Castor-oil plant, Ρετσινολαδιά, Κουρτουνιά.

Family/Οικογένεια:   EUPHORBIACEAE.


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:  Poisonous, evergreen, monoecious and perennial herb or robust shrub, growing up to 11 m high, commonly up to 4 m high.  

Stem/s:   Much branched, thick with conspicuous nodes, glaucous green or tinged with bronze or reddish color, hollow and glabrous, containing clear sap.

Leaves:    Alternate, simple, star-shaped, palmately lobed, petiolate; lobes 5-11, unequal, lanceolate to triangular-ovate or ovate-lanceolate, obtuse when young, acuminate later, margins glandular serrate; petiole long sometimes exceeding blade´s length, glabrous, often with one or more ± sessile yellow glands.

Flowers:  Actinomorphic, unisexual, pedicellate, in many-flowered, terminal panicles; male flowers in the lower position, while female flowers are located at the top of the inflorescence; female flowers with 5 membranous sepals, falling off early; styles 3, bilobed,  papillose, with bright red stigmas; ovary superior, 3-celled, echinate with many greenish triangular-cylindric or conical protuberances, terminated with a whitish hardened spine; male flowers with subglobose buds, sepals ovate-lanceolate, reddish-yellow, acute; stamens 2-thecous, yellow, numerous in dense masses.

Flowering time:    March-September.

Fruit:       Three-lobed, subglobose, spiny reddish-brown capsule with brown seeds.  

Habitat:    Near streams and waste ground from 0-150 m alt.

Native:  Northeastern Africa.



ΦυτόΔηλητηριώδης, αειθαλής, μόνοικη και πολυετής πόα ή μικρός και δυνατός θάμνος, με ύψος μέχρι 11 μ, αλλά συνήθως μέχρι 4 μ. ύψος.   

Βλαστός/οί:   Πολύκλαδοι, χοντροί με πολύ εμφανή γόνατα, γλαυκοπράσινοι ή με αποχρώσεις κόκκινες και χάλκινες, κούφιοι και άτριχοι, περιέχοντας καθαρό χυμό.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά, αστεροειδή, παλαμοειδώς λοβωτά και έμμισχα.  Λοβοί 5-11, άνισοι, λογχοειδείς, τριγωνικοί-ωοειδείς ή ωοειδείς-λογχοειδείς, πλατυκόρυφοι αρχικά, οξυκόρυφοι αργότερα, με πριονωτά και αδενώδη χείλη.  Μίσχος μακρός, κάποτε ξεπερνά το μήκος του ελάσματος, άτριχοι και με ένα ή περισσότερες κίτρινους και ± άμισχους αδένες.  

Άνθη:   Ακτινόμορφα, μονογενή και με ποδίσκο, σε πολυανθείς και επάκριες φόβες.  Τα αρσενικά άνθη καταλαμβάνουν την κατώτερη περιοχή, ενώ τα θηλυκά την κορυφή της ταξιανθίας.  Τα θηλυκά άνθη έχουν 5 μεμβρανώδη σέπαλα που πέφτουν γρήγορα, 3 δίλοβους στύλους με θηλοειδή χείλη, ωοθήκη επιφυή, τρίχωρη, με ακανθωτό περίβλημα από πολλές πρασινωπές τριγωνικές-κυλινδρικές ή κωνοειδείς προεξοχές, που καταλήγουν σε ασπριδερή σκληρή άκανθα.  Τα αρσενικά άνθη αρχικά βρίσκονται σε σχεδόν σφαιρικά μπουμπούκια, φέρουν μυτερά, ωοειδή-λογχοειδή σέπαλα με κόκκινες και κίτρινες αποχρώσεις, 2-θηκους και πολυάριθμους κίτρινους στήμονες σε πυκνές μάζες.

Άνθιση:   Μάρτιος-Σεπτέμβριος.

Καρπός:   Τρίλοβη, υποσφαιρική, ακανθώδης κάψα, κόκκινες και καφέ αποχρώσεις και καφέ σπέρματα.

Ενδιαίτημα:   Κοντά σε ρυάκια και άγονα εδάφη, από 0-150 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Νοτιανατολική Αφρική.


Oxalis corniculata

Name/Όνομα:   Οξαλίς η μικροκέρατη*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Oxalis corniculata L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Yellow sorrel

Family/Οικογένεια:   OXALIDACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Annual, low-growing herb. 

Stem/s:   Procumbent or creeping, rooting at the nodes, much branched, up to 20 cm long or more, reddish-brown, and sparsely covered with whitish appressed hairs.

Leaves:  Alternate, compound, and petiolate; leaflets 3, unequal, the median larger, dark green, broadly obcordate, sinus of blade narrow or broad, hairless above with ciliate margins, thinly hairy beneath; stipules ± hairy.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, solitary or 1-3 axillary; peduncles thinly hairy; sepals 5, oblong or obovate, pale green, thinly hairy, about 2/3 as long as petals; petals 5, oblong-obovate, yellow with rounded apex, glabrous; stamens 10 in 2 series, connate at base, anthers yellow, nearly orbicular, dehiscent longitudinally; ovary superior, style 5, stigmas capitate.

Flowering time:    April-December

Fruit:   Cylindrical capsule with small spur-like appendage, thinly hairy.    

Habitat:    Waste ground, roadsides, gardens, from 0-1350 m alt.

Native:   Southeastern Asia.

Foeniculum vulgare

Name/Όνομα:   Φοινίκουλον το κοινόν.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Foeniculum vulgare Mill.

Common name/Κοινό Όνομα:  Fennel, Finocchio, Florence fernel, Φινόκιο, Μάραθος.

Family/Οικογένεια:   APIACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Perennial or biennial herb, growing up to 2.5 m high. 

Stem/s:  Erect, branched, striate, glaucous-green and glabrous, thick, becoming hollow with age.

Leaves:  Alternate, broadly triangular in outline; basal leaves deeply divided into thread-like and acute segments; if there is a petiole, is short, ribbed, channeled above with auriculate apex and a conspicuous sheath at the base; upper leaves few, smaller and petiolate with long sheath.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, mostly fertile, in many-flowered, compound and leaf-opposed sciadia (umbels); bracts and bracteoles 0; rays ± equal, stout, spreading, up to 30; sepals obsolete; petals 5, yellow, distinctly incurved with emarginated or lobulated apex; stamens 5, spreading, alternate with petals, filaments yellow, anthers yellow, suborbicular; ovary inferior, styles 2, barely visible, arise from the yellow and convex stylopodium*, which becomes conical with age.

Flowering time:    April-October

Fruit:  Oblong or ovoid, moderately compressed laterally; mericarps with 5 ridges.     

Habitat:  Roadsides, waste or cultivated ground, streambeds, from 0-1700 m alt.

Native:  Southern Mediterranean region.


Stylopodium* = a nectariferous disk coming from an enlarged style´s base.




Φυτό:   Πολυετής ή διετής πόα με ύψος μέχρι 2.5 μ.

Βλαστός/οί:  Όρθιοι, πολύκλαδοι, ραβδωτοί, χοντροί, γινόμενοι κούφιοι εσωτερικά με την πάροδο του χρόνου, γλαυκοπράσινοι και άτριχοι.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, πλατειά τριγωνικά στο περίγραμμα.  Φύλλα βάσης έντονα διαιρεμένα σε νηματοειδή και μυτερά τμήματα.  Αν υπάρχει μίσχος είναι κοντός, ραβδωτός, αυλακωτός από πάνω, με ωτοειδή κορυφή  και με εμφανή περίβλαστο κολεό στη βάση.  Ανώτερα φύλλα λίγα, μικρά και έμμισχα με μακρύ κολεό.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, συνήθως γόνιμα, σε πολυανθή, σύνθετα και απέναντι των φύλλων σκιάδια. Δεν υπάρχουν βράκτια και βρακτίδια.  Ακτίνες λίγο ή πολύ ισομήκεις, μέχρι 30, απλωμένες και δυνατές.  Σέπαλα ελλείπουν.  Πέταλα 5, κίτρινα, εμφανώς εσώκυρτα, με μικρή εγκοπή ή με μικρούς λοβούς στην κορυφή τους.  Στήμονες 5, κατ εναλλαγή με τα πέταλα, νήμα κίτρινο, ανθήρες κίτρινοι, σχεδόν κυκλικοί.  Ωοθήκη υποφυής, με 2 δύσκολα διακριτούς στύλους που εκφύονται από το κίτρινο και κυρτό στυλοπόδιο, το οποίο με την πάροδο του χρόνου γίνεται κωνικό.

Άνθιση:   Απρίλιος-Οκτώβριος.

Καρπός:  Προμήκης ή ωοειδής,  μέτρια συμπιεσμένος πλευρικά, με μερικάρπια που φέρουν 5 ραβδώσεις.

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, σε άγονα και καλλιεργημένα εδάφη, κοντά σε ρυάκια, από 0-1700 μ υψόμετρο.  

Πατρίδα:   Νότια Μεσογειακή ζώνη.

 Stylopodium* = a nectariferous disk coming from an enlarged style´s base.


Coriandrum sativum

Name/Όνομα:   Κορίανδρον το εδώδιμον.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Coriandrum sativum L.

Common name/Κοινό Όνομα:  Coriander,  Κόλιαντρος.

Family/Οικογένεια:   APIACEAE



Plant:    Annual herb growing up to 50 cm high. 

Stem/s:   Erect, much branched, distinctly ribbed, green and glabrous.

Leaves:   Alternate and petiolate; basal leaves oblong in outline, pinnate, segments in few opposite pairs except the terminal segment, obovate, irregularly toothed, with glabrous  petiolule; rachis, petiole and petiolules distinctly channeled; petioles widen at the base sheathing the stem; terminal segment rather larger with more lobes; upper leaves 3-pinnate with linear lobes,  sessile or nearly so.      

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, in leaf-opposed, compound and terminal sciadia (umbels); bracts 0-1, bracteoles 3-5, linear; calyx cup-shaped, green and glabrous, with 5, unequal, ovate-triangular and subacute lobes; petals 5, unequal, obovate, white or tinged pink, the outer distinctly enlarged, 2-lobed, the inner petals small, obovate, with reflexed and emarginated apex; stamens 5, alternating with petals, filaments white, anthers oblong and yellow, becoming purple with age; ovary inferior, styles 2, arising from stylopodium*.

Flowering time:  April-May ( June).

Fruit:   Globose, with undivided mericarps.

Habitat:  Roadsides, waste or cultivated ground, from 0-1200 m alt.

Native:  Most possible Greece, Israel and Egypt.

Stylopodium* = a nectariferous disk coming from an enlarged style´s base.




Φυτό:  Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 50 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι, πολύκλαδοι, έντονα ραβδωτοί, πράσινοι και άτριχοι.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή κα έμμισχα.  Τα φύλλα της βάσης είναι προμήκη στο περίγραμμα, πτεροειδή, με λίγα και αντίθετα τμήματα εκτός του τελευταίου που είναι μεγαλύτερο και με μεγαλύτερους λοβούς, είναι αντωειδή με άνισα δόντια στα χείλη και με γυμνό μίσχο. Ο άξονας του φύλλου, ο μίσχος και ο μίσχος των τμημάτων παρουσιάζουν ισχυρή αυλάκωση.  Ο μίσχος διαπλατύνεται στη βάση και περιβάλλει στον βλαστό. Τα ανώτερα φύλλα είναι άμισχα ή σχεδόν άμισχα, και είναι έντονα διαιρεμένα 3 φορές σχηματίζοντας γραμμοειδείς λοβούς.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε σύνθετα και επάκρια σκιάδια που εκφύονται απέναντι των φύλλων.  Βράκτια 0-1, βρακτίδια γραμμοειδή 3-5.  Κάλυκας κυπελλοειδής, πράσινος και άτριχος, με 5 άνισους, ωοειδείς-τριγωνικούς λοβούς.  Πέταλα 5, άνισα, αντωειδή, λευκά ή με ρόδινη απόχρωση, με τα εξωτερικά εμφαντικά μεγαλύτερα και 2-λοβα, τα εσωτερικά είναι μικρότερα, αντωειδή, με λυγισμένη προς τα πίσω την με μικρή εγκοπή κορυφή τους.  Στήμονες 4, κατ εναλλαγή με τα πέταλα, νήμα λευκό, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι, γινόμενοι πορφυροί με την πάροδο του χρόνου.  Ωοθήκη υποφυής, στύλοι 2, εκφυόμενοι από το στυλοπόδιο.*

Άνθιση:   Απρίλιος-Μάιος (Ιούνιος).

Καρπός:   Στρογγυλός με αδιαίρετα μερικάρπια.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, σε άγονα και καλλιεργημένα εδάφη, από 0-1200 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Πιο πιθανές Ελλάδα,  Ισραήλ και Αίγυπτος.

Στυλοπόδιο* = Νεκταριοφόρος δίσκος που προέρχεται από τη διαπλατυσμένη βάση των στύλων ( Apiaceae ).

Bauhinia galpini

Name/Όνομα:   Βωχίνια κάλπινι*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Bauhinia galpini* N.E. Br.

Common name/Κοινό Όνομα:   Red bauhinia, Pride of De Kaap**, African orchid tree, Nasturtium bauhinia

Family/Οικογένεια:   FABACEAE


*  Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.  Το είδος αναφέρεται στο όνομα του Νοτιοαφρικανού βοτανολόγου Ernest Edward Galpin.




Plant:   Evergreen or semi-deciduous, medium to large shrub, growing up to 5 m high or more

 Trunk/Branches:   Much-branched, young branches are little zig-zag, greenish and hairy, becoming hairless with age; trunk and bark are light to dark brown.

Leaves:   Alternate, simple, obcordate with bilobed apex, short petiolate.

Flowers:   Showy, hermaphrodite, in axillary clusters; calyx green, 2-lipped; petals 5, erect or spreading, obovate or spathulate with a long, narrow and hairy claw at the base, brick-red or orange/red (cultivars may have various colors), sometimes with an orange area at the base; stamens 10, fertile stamens 3, filaments green, anthers oblong and yellow becoming brownish with age; ovary superior, style 1, greenish and glabrous, stigma 1, capitate.  

Flowering time:  Spring-Early Autumn  

Fruit:  Oblong and narrow, dehiscent, and brown legume.   

Native:   Southern Africa.


galpini* = E.E Galpini, a South African botanist.

De Kaap** = a valley in Southern Africa.



Φυτό:  Αειθαλής ή ημιφυλλοβόλος, μεσαίος ή μεγάλος θάμνος, με ύψος μέχρι 5 μ ή και υψηλότερος.

Κορμός-Κλαδιά:  Πολύκλαδος με τους νεαρούς κλάδους να είναι πρασινωποί, λίγο ζιγκ-ζαγκ και τριχωτοί, ενώ με την ηλικία γίνονται άτριχοι.  Κορμός και φλοιός με λαμπερό καστανό χρώμα.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά, καρδιόσχημα με δίλοβη κορυφή και κοντό μίσχο.

Άνθη:   Εντυπωσιακά, ερμαφρόδιτα, σε μασχαλιαίες δέσμες.  Κάλυκας δίλοβος και πράσινος.  Πέταλα 5, όρθια ή απλωμένα, αντωειδή ή σπατουλοειδή, με μακρύ, στενό και τριχωτό νύχι στη βάση τους, με κόκκινο ή πορτοκαλοκόκκινο χρώμα (τα υβρίδια έχουν διάφορες αποχρώσεις), ενώ κάποτε φέρουν μια πορτοκαλόχρωμη περιοχή στη βάση τους.  Στήμονες 10 εκ των οποίων οι 3 είναι γόνιμοι, νήμα πράσινο, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι, γινόμενοι καστανοί με την πάροδο του χρόνου.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, πρασινωπός και γυμνός, στίγμα 1, κεφαλωτό.

Άνθιση:   Άνοιξη-Αρχές Φθινοπώρου.

Καρπός:   Προμήκης, στενός, διαρρηκτός και με καφέ χρώμα χέδρωψ.

Πατρίδα:   Νότια Αφρική.

galpini* = E.E Galpini, Νοτιοαφρικανός βοτανολόγος.

De Kaap** = Κοιλάδα στη Νότια Αφρική.


galpini* = E.E Galpini, a South African botanist.

De Kaap** = a valley in South Africa.