Author Archive for savvas

Ononis ornithopodioides

Name/Όνομα:   Ονωνίς ή ορνιθόποδη.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Ononis ornithopodioides L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Birdsfoot restharrow, Bird restharrow

Family/Οικογένεια:   FABACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:   Annual herb growing up to 30 cm high.

Stem/s:   Erect, much-branched, slightly angular, green, covered with whitish, soft and rather straight glandular hairs.

Leaves:  Alternate, 3-foliolate, petiolate, glandular-hairy; leaflets ovate or oblong-ovate, apex obtuse, base rounded or cuneate, margins toothed; terminal leaflet larger, long-petiolulate, lateral leaflets sessile; stipules adnate to the petiole with bifid apex.

Flowers:  Few, 1 or 2, zygomorphic, hermaphrodite and axillary, spaced at the upper part of the branches;   peduncles with long arista; arista erect, linear and hairy, about  as long as the leaflets; calyx short, campanulate, with 5 linear, acute and glandular-hairy teeth, which are longer than corolla; petals yellow, standard petal erect, obovate, glabrous, weakly tinged reddish at the base; wings oblong, keel whitish, abruptly upcurved becoming almost vertical, with beaked apex and 2 small median teeth towards base; stamens 10 (9 united + 1 free), filaments white and glabrous, united about the ½ of their length, anthers yellow, basifixed; ovary superior, style glabrous, little longer than filaments, stigma small, capitate.

Flowering time:  March-May.

Fruit:    Legume, linear cylindrical, slightly curved and hairy, strongly restricted between seeds, brownish, with acute apex; seeds usually 5-8.  

Habitat:   Near cultivated fields, waste ground, roadsides, stony hillsides, from 75-800 alt.

Native:   Mediterranean region, Southeastern Europe.



Φυτό:    Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 30 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι, πολύκλαδοι, ελαφρά γωνιώδεις, πράσινοι, καλυμμένοι με ασπριδερές, μαλακές και μάλλον ίσιες αδενώδεις τρίχες.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, 3-φυλλα, έμμισχα, με αδενώδεις τρίχες.  Φυλλάρια ωοειδή ή προμήκη-ωοειδή, πλατύκορφα με βάση στρογγυλεμένη ή ίσια και χείλη οδοντωτά.  Τελευταίο φυλλάριο μεγαλύτερο με μακρύ μίσχο, πλάγια φυλλάρια άμισχα.  Παράφυλλα ενσωματωμένα με τον μίσχο και με δίλοβη μυτερή προεξοχή στην κορυφή τους.

Άνθη:   Λίγα, 1 ή 2, ζυγόμορφα , ερμαφρόδιτα και μασχαλιαία, τοποθετημένα στο άνω μέρος των βλαστών.  Ποδίσκοι με πολύ εμφανές, ευθύγραμμο, γραμμοειδές, τριχωτό και όρθιο αθέρα στην κορυφή τους,  περίπου ίσο με το μήκος των φυλλαρίων.  Κάλυκας κοντός, καμπανοειδής, με 5 γραμμοειδή, μυτερά και με αδενώδεις τρίχες δόντια, που είναι μεγαλύτερα από την στεφάνη.  Πέταλα κίτρινα.  Πέτασος όρθιος, αντωειδής και γυμνός και με αδύναμη κοκκινωπή χροιά στην βάση του.  Πτέρυγες προμήκεις, τρόπιδα ασπριδερή, απότομα κυρτωμένη προς τα πάνω στην κορυφή, παίρνοντας σχεδόν κατακόρυφη θέση, ενώ περίπου στη μέση και προς την  βάση υπάρχουν 2 πολύ μικρά δόντια.  Στήμονες 10- 9 ενωμένοι + 1 ελεύθερος, νήματα λευκά και γυμνά, ενωμένοι περίπου στο μισό του μήκους τους, ανθήρες κίτρινοι με ενωμένη τη βάση τους με το νήμα.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος γυμνός και λίγο μεγαλύτερος των στημόνων, στίγμα μικρό και κεφαλωτό.

Άνθιση:   Μάρτιος-Μάιος.

Καρπός:   Χέδρωψ, γραμμοειδής-κυλινδρικός, ελαφρά λυγισμένος και τριχωτός, με έντονες περισφίξεις μεταξύ των σπερμάτων, καστός και με μυτερή κορυφή.  Σπέρματα συνήθως 5-8.

Ενδιαίτημα:   Σε καλλιεργημένα χωράφια, άγονα εδάφη, κατά μήκος δρόμων και σε πετρώδεις λόφους από 75-800 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη, Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Lathyrus cicera

Name/Όνομα:   Λάθυρος η ρεβυθιά

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Lathyrus cicera L.

Common name/Κοινό Όνομα:  Flat-podded vetchling, red vetchling, chickling vetch.  

Family/Οικογένεια:   FABACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Climbing annual.   

Stem/s:   Climbing or sprawling, branched, angular or winged, green and glabrous; 3-branched tendrils with hooked tips, arise from the base of the upper leaves.

Leaves:   Alternate, 1 or 2 pairs, 2-foliolate; leaflets linear-lanceolate or elliptical, with 5 parallel veins, nearly glabrous; stipules semi-sagittate with 2 minute median teeth.

Flowers:  Zygomorphic, hermaphrodite and solitary; calyx campanulate with 5, triangular, equal, acute, green and glabrous teeth; corolla red or crimson; standard petal erect, suborbicular, shortly emarginated at apex, clearly veined; wings oblong-ovate, keel whitish, upcurved; stamens 10 ( 9 united + 1 free); ovary superior.

Flowering time:   February-May.

Fruit:   Oblong, compressed, green and glabrous pod, turning brown at maturity, containing 2-6 seeds.    

Habitat:  Waste ground, cultivated fields, hillsides, from 0-1200 m alt.

Native:   Europe, North Africa, Middle East.




Φυτό:   Αναρριχόμενο μονοετές.

Βλαστός/οί:   Αναρριχόμενοι ή απλωμένοι, διακλαδωμένοι, πτερυγωτοί ή γωνιώδεις, πράσινοι και άτριχοι, με τριμερείς έλικες που φύονται από την βάση των άνω φύλλων.

Φύλλα:   Κατ εναλλαγή, 1 ή 2 ζεύγη, δίφυλλα, με φυλλάρια γραμμοειδή-λογχοειδή ή ελλειψοειδή, με 5 παράλληλα νεύρα, σχεδόν άτριχα.  Παράφυλλα ημισαϊτοειδή με 2 πολύ μικρά δόντια στη μέση.

Άνθη:   Ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα και μεμονωμένα.  Κάλυκας καμπανοειδής με 5, τριγωνικά, ισομήκη, μυτερά, πράσινα και άτριχα δόντια.  Στεφάνη κοκκινωπή ή κόκκινη.  Πέτασος όρθιος, σχεδόν κυκλικός, με μικρή εγκοπή στην κορυφή του και με πολύ εμφανή νεύρωση.  πτέρυγες προμήκεις-ωοειδείς, τρόπιδα ασπριδερή, με ήπια κάμψη προς τα πάνω.  Στήμονες 10, 9 ενωμένοι, 1 ελεύθερος.  Ωοθήκη επιφυής.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Μάιος.

Καρπός:   Χέδρωψ (λοβός) προμήκης, συμπιεσμένος πλευρικά, πράσινος και άτριχος αρχικά, με καφέ χρώμα στην ωρίμανση, με 2-6 σπέρματα.

Ενδιαίτημα:   Άγονα εδάφη, καλλιεργημένοι αγροί και λόφοι, από 0-1200 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ευρώπη, Βόρεια Αμερική, Μέση Ανατολή.


Eucalyptus camaldulensis

Name/Όνομα:   Ευκάλυπτος η καμαλδουλένσεια.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Eucalyptus camaldulensis Dehnh.

Common name/Κοινό Όνομα:   River Red Gum, Ευκάλυπτος,

Family/Οικογένεια:   MYRTACEAE



Plant:    Evergreen huge tree growing up to 30 m high.

Trunk/Branches:   Trunk thick with spreading crown and irregular exfoliation*; bark smooth, greyish, yellowish, pinkish or brown; young branches are red and hairless.

Leaves: Simple, drooping, hairless, petiolate, with pointed tip and base, pale green; Young plants: opposite, ovate or lanceolate, leathery, glandular and aromatic (when crushed); mature trees: alternate, narrow–lanceolate, often sickle-shaped; petiole with yellow, orange or red color.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, in axillary, 5-10 flowered, sciadia* (umbels); sepals and petals united, forming a beaked, cup-like structure, the operculum; stamens numerous, free, usually spreading, with white, straight and glabrous filaments; ovary inferior, style 1, stigma 1.

Flowering time:   December-May.

Fruit:   Woody hemispherical capsule.    

Habitat:   Roadsides, gardens, parks, usually along river banks. It is the most common cultivated specie, with the widest distribution.

Native:   Endemic to Australia.


Sciadium (a)* = Greek word referring to umbel-like inflorescence.


Exfoliation * = the natural process in which small or large pieces on the surface of the trunk removed, leaving the bark uncovered (peeling-bark).



Φυτό:   Αειθαλές γιγαντιαίο δέντρο που φθάνει τα 30 μ ύψος.

Κορμός-Κλάδοι:  Κορμός χοντρός με απλωμένη κώμη και ακανόνιστη απολέπιση**.  Φλοιός λείος, γκριζωπός, κιτρινωπός, ρόδινος ή καστανός.  Νεαροί κλάδοι λείοι και κόκκινοι, αρχαιότεροι γκριζωποί.  

Φύλλα:  Απλά, κρεμάμενα, γυμνά και έμμισχα, με ανοικτό πράσινο χρώμα, μυτερή βάση και κορυφή.  Νεαρά φυτά:  Φύλλα αντίθετα, ωοειδή ή λογχοειδή, δερματώδη, αδενώδη και αρωματικά όταν συνθλιβούν.  Ώριμα  δέντρα:  Φύλλα κατ εναλλαγή, στενά λογχοειδή, συχνά δρεπανοειδή.  Μίσχος με κίτρινο, πορτοκαλί ή κόκκινο χρώμα.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε μασχαλιαία σκιάδια*των 5-10 ανθέων.  Σέπαλα και πέταλα ενώνονται και δημιουργούν μια ραμφοειδή-σαν καπέλο-κατασκευή την καλύπτρα.  Στήμονες πολυάριθμοι και ελεύθεροι, με λευκά, ίσια και γυμνά νήματα, συνήθως απλωμένα.  Ωοθήκη υποφυής, στύλος 1, στίγμα 1.

Άνθιση:   Δεκέμβριος-Μάιος (Κύπρος).

Καρπός:   Ξυλώδης ημισφαιρική κάψα.

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, κήπους, πάρκα, συνήθως κατά μήκος παραποτάμιων  περιοχών.

Πατρίδα:  Ενδημικό Αυστραλίας.


Σκιάδιο* = Ταξιανθία όπου οι ποδίσκοι των ανθέων ξεκινούν από το ίδιο σημείο και φθάνουν στο ίδιο ύψος όπως οι ακτίνες της ομπρέλας.

Απολέπιση**= Φυσική διαδικασία όπου μικρά ή μεγάλα κομμάτια της επιφάνειας του κορμού αποχωρίζονται αποκαλύπτοντας τον φλοιό.

Rubus sanctus

Name/Όνομα:   Βάτος ο ιερός.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Rubus sanctus* Shreb.

Common name/Κοινό Όνομα:   Holy bramble, Blackberry, Βάτος, Βοδκιά, Βατομουριά.

Family/Οικογένεια:    ROSACEAE



Plant:  Semi-green, much-branched and prickly shrub, growing up to 2 m high.

Stem/s:  Numerous, semi-erect, arching, procumbent or trailing, prickly, angled, purplish, glabrous or sparsely covered with adpressed, single or stellate hairs; prickles are numerous, sharp, straight or hooked with the tips bending backward; they have orange or purplish color.

Leaves:  Alternate, compound, pinnatifid, odd-pinnate, 3-5 foliate, petiolate; leaflets ovate, obovate or semi-circular, dark green, glabrous or sparsely hairy above, densely covered with short greyish hairs beneath, margins irregularly serrate; terminal leaflet larger, obovate or rhomboid,  with hairy, purplish and prickly petiolule, pointed apex and cuneate or rounded base; sometimes small prickles are visible on the main nerve beneath; lateral leaflets subsessile; stipules linear-lanceolate and hairy.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite, in branched, terminal or axillary, many-flowered panicles; rachis, pedicels and flowering branches are densely hairy and prickly; bracts narrow-lanceolate, densely hairy; sepals 5, ovate, alternating with petals, whitish-green and hairy, strongly deflexed after flowering, united at the base; petals 5, obovate, pink or whitish-pink, narrowing to a claw at base; epicalyx absent; stamens numerous, filaments erect, glabrous, pink at the lower half, anthers yellow; ovary semi-inferior, carpels many ( 1 carpel, 1 pistil-1 drupelet).

Flowering time:   June-October, often all year round.

Fruit:   Blackberries-several (more than 20), 1-seeded small drupes (drupelets), forming a compound head of drupelets. They are initially green, after they turn red and finally turn black. They are edible.        

Habitat:   Roadsides, stony places, field limits, moist fields, near streams and springs, from 0-1500 m alt.

Native:    Eastern Mediterranean.

sanctus*= It is considered that is the bush “that burned with fire and not consumed” – Moses on mount Sinai-Exodus 3-Old Testament.



Φυτό:   Ημιαειθαλής, πολύκλαδος και ακανθώδης θάμνος, με ύψος μέχρι 2 μ.

Βλαστός/οί:   Πολλοί, ημιανερχόμενοι, θολωτοί, κατακλιμένοι, απλωμένοι στο χώμα ή χαλαρά αναρριχόμενοι, ακανθώδεις, γωνιώδεις, πορφυροί, γυμνοί ή αραιά καλυμμένοι με παράλληλες των βλαστών απλές ή αστεροειδείς τρίχες.  Άκανθες πολυάριθμοι, αιχμηρές, ίσιες ή αγκιστρωτές, με μύτες που καμπυλώνονται προς τα πίσω και με πορφυρό ή πορτοκαλί χρώμα.

Φύλλα:   Κατ εναλλαγή, σύνθετα, πτεροειδή, περιττόληκτα, έμμισχα με  3-5 φυλλάρια.  Φυλλάρια ωοειδή, αντωειδή ή ημικυκλικά, σκουροπράσινα, άτριχα ή με αραιό τρίχωμα στην άνω  επιφάνεια, καλυμμένα με πυκνές και κοντές γκρίζες τρίχες στην κάτω επιφάνεια, χείλη άνισα πριονωτά.  Τελικό φυλλάριο μεγαλύτερο, με αντωειδές ή ρομβοειδές σχήμα, με τριχωτό, πορφυρό και ακανθώδη μίσχο, μυτερή κορυφή και στρογγυλή ή στενή βάση.  Κάποτε μικρά αγκάθια είναι ορατά πάνω στο κύριο νεύρο της κάτω επιφάνειας.  Πλάγια φυλλάρια σχεδόν άμισχα.  Παράφυλλα γραμμοειδή-λογχοειδή και τριχωτά.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε διακλαδωμένες, μασχαλιαίες ή επάκριες και πολυανθείς φόβες.  Ποδίσκοι ανθέων, ράχη και ανθοφόροι κλάδοι ακανθώδεις και πυκνά τριχωτοί.  Σέπαλα 5, ωοειδή, κατ εναλλαγή με τα πέταλα, λευκοπράσινα και τριχωτά, με έντονη κλίση προς τα κάτω μετά την ανθοφορία, ενωμένα στη βάση τους.  Πέταλα 5, αντωειδή, ρόδινα ή λευκορόδινα, στενεύουν στη βάση σχηματίζοντας νύχι.  Επικάλυκας δεν υπάρχει.  Στήμονες πολυάριθμοι, νήμα όρθιο και ρόδινο στο κατώτερο μισό, ανθήρες κίτρινοι.  Ωοθήκη ημι-υποφυής, καρπόφυλλα πολλά και σε κάθε καρπόφυλλο αντιστοιχεί 1 ύπερος και 1 δρύπη.

Άνθιση:   Ιούνιος-Οκτώβριος, αλλά συχνά καθ όλη τη διάρκεια του χρόνου.

Καρπός:   Μικρές και μονόσπερμες δρύπες, συνήθως άνω των 20, ενώνονται και δημιουργούν μια σύνθετη κεφαλή από μικρές δρύπες, το κοινοκάρπιο, το οποίο στην αρχή είναι πράσινο, μετά κόκκινο και τελικά μαύρο.  Ο καρπός τρώγεται.

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, όρια  χωραφιών, πετρώδεις περιοχές, κοντά σε ρυάκια και πηγές ή σε υγρά εδάφη, από 0-1500 μ υψόμετρο

Πατρίδα:   Ανατολική Μεσογειακή ζώνη.

 sanctus*= θεωρείται ότι είναι ο θάμνος που συνάντησε στο όρος Σινά ο Μωυσής, που «φλεγόταν αλλά δεν καταστρεφόταν» σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη- Έξοδος 3.

Ecballium elaterium

Name/Όνομα:    Εκβάλλιον το ελατήριον*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Ecballium elaterium (L.) A. Rich

Common name/Κοινό Όνομα:  Exploading cucumber, Squirting cucumber, Πικραγγουριά.

Family/Οικογένεια:   CUCURBITACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:  Prostrate, monoecious* perennial herb without tendrils, growing up to 30 cm high.  

Stem/s:  Week, prostrate or ascending, ribbed, glaucous-green, hispid and fleshy, up to 3 m long.

Leaves:  Alternate, simple, ovate-triangular, petiolate, fleshy, scabrid and dark green above, densely hispid and glaucous-green beneath; the dense hispid hairs beneath, covered stomata (invisible holes on the surface beneath), strongly reducing transpiration**; margins irregularly undulate.

Flowers:   Actinomorphic, pale yellow, male and female flowers on the same plant, male flowers in racemes, female flowers solitary; petals 5, spreading, united at the base, longer on male flowers, sepals 5, linear-lanceolate, green, hairy, united at the base; stamens 5(2+2+1 -male flowers), apparently 3; female flower: ovary inferior, style 1, stigmas 3, bilobed.

Flowering time:   January-July  or most of the year.

Fruit:   Poisonous, oblong-ellipsoid, glaucous-green, fleshy and hispid berry; at maturity the internal pressure of the fruit increase and the berries explode, squirting their liquid contents with the included black seeds to distances of 2-6 m.  It is a unique mechanism helping the dispersal of the seeds.

Habitat:   Roadsides, field margins, stony places, 0-900 m alt.

Native:   Mediterranean region.

monoecious plant* = male and female flowers are on the same plant.

Transpiration** = loss of water through stomata.


Φυτό:   Πολυετής μόνοικη* πόα χωρίς έλικες και ύψος μέχρι 30 εκ.

Βλαστός/οί: Αδύναμοι, κατακλιμένοι ή ανερχόμενοι, ραβδωτοί, γλαυκοπράσινοι, σαρκώδεις, καλυμμένοι με αδρότριχες, μέχρι 3 μ μήκος.

Φύλλα:    Κατ εναλλαγή, απλά, ωοειδή-τριγωνικά, έμμισχα, σαρκώδη, με σκουροπράσινη και ανώμαλη λόγω σκληρών τριχών άνω επιφάνεια, με πυκνές αδρότριχες και γλαυκοπράσινη την κάτω επιφάνεια, καλύπτοντας τα στόματα** ώστε να περιορίζεται η διαπνοή**.  Χείλη ανομοιόμορφα κυματοειδή.

Άνθη:   Ακτινόμορφα, με χλωμό κίτρινο χρώμα, μονογενή αλλά πάνω στο ίδιο φυτό, τα αρσενικά σε βότρεις ενώ τα θηλυκά μεμονωμένα δίπλα από τα αρσενικά.  Πέταλα 5, απλωμένα, ενωμένα στη βάση τους, μακρύτερα των θηλυκών, σέπαλα 5, γραμμοειδή-λογχοειδή, πράσινα, τριχωτά, ενωμένα στη βάση τους.  Στήμονες 5 αλλά φαινομενικά 3 λόγω διάταξης και κατασκευής των στημόνων (2+2+1-αρσενικά άνθη).  Θηλυκά άνθη:  Ωοθήκη υποφυής, στύλος 1, στίγματα 3, 2-λοβα.

Άνθιση:   Ιανουάριος- Ιούλιος ή στο μεγαλύτερο μέρος ρου χρόνου.

Καρπός:   Τοξική, προμήκης-ελλειψοειδής, γλαυκοπράσινη, σαρκώδης και αδρότριχη ράγα.  Στην ωριμότητα η εσωτερική πίεση αυξάνεται και ο καρπός εκρήγνυται, εκτοξεύοντας το υγρό τους περιεχόμενο μαζί με τα μαυριδερά σπέρματα από την κορυφή του καρπού, σε αποστάσεις 2-6 μέτρων.  Αξιοσημείωτος μηχανισμός που διευκολύνει τη διάδοση των σπερμάτων.

Ενδιαίτημα:   Kατά μήκος δρόμων, όρια χωραφιών, πετρώδεις περιοχές και τοίχους, από 0-900 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.

Dittrichia graveolens subsp. graveolens

Name/Όνομα:   Διττρίχια η βαρύοσμη υποείδ. η βαρύοσμη*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα: Dittrichia graveolens (L.) Greuter subsp. graveolens

Common name/Κοινό Όνομα:   Stinkwort, Κόνυζος, Ψυλλίστρα.

Family/Οικογένεια:   ASTERACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:  Annual herb growing up to 1 m high.  

Stem/s:   Erect, branched or unbranched, slightly angled, green, sticky and glandular, often mixed with long not glandular hairs.

Leaves:  Alternate, simple, linear or oblanceolate, sessile, sticky and glandular, dark green, apex obtuse or acute, wider at the base or sometimes with 2 short lobes, obscurely veined.

Flowers:   Capitula small and numerous, in lax, pyramidal panicles; involucre cylindrical or campanulate; bracts linear or narrow-lanceolate, green, sticky and glandular, in 3-4 series, the lowermost shorter and slightly spreading, the uppermost erect; ray florets in a single serie, spreading, pale yellow, tongue-shaped,  3-toothed at apex; disk florets erect, tubular, 4-lobed.

Flowering time:   October-November.

Fruit:    Achene spindle-shaped, brown and hairy, with pappus at the apex, consisting of about 25, whitish, subequal and stiff hairs.

Habitat:   Stream banks, roadsides, waste ground, from 0-1100 m alt.

Native:   Southern Europe, North Africa, Western Asia.




Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 1 μ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι, με ή χωρίς διακλάδωση, ελαφρά γωνιώδεις, πράσινοι, κολλώδεις και αδενώδεις, συχνά αναμιγμένοι με μακρές μη αδενώδεις τρίχες.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, γραμμοειδή ή αντιλογχοειδή, άμισχα, κολλώδη και αδενώδη, με μυτερή ή πλατειά κορυφή, με πλατύτερη βάση ή κάποτε με 2 κοντούς λοβούς, και με αφανή νεύρωση.

Άνθη:   Κεφάλια μικρά και πολυάριθμα, σε χαλαρή και πυραμιδοειδή φόβη.  Περίβλημα άνθους κυλινδρικό ή πυραμιδοειδές.  Βράκτια γραμμοειδή ή στενά-λογχοειδή, πράσινα, κολλώδη και αδενώδη, σε 3-4 σειρές,  τα κατώτερα πιο κοντά και ελαφρά απλωμένα, τα ανώτερα όρθια.  Περιφερειακά ανθίδια σε απλή σειρά, απλωμένα, με χλωμό κίτρινο χρώμα, γλωσσοειδή και 3-δοντα στην κορυφή τους.  Επιδίσκια ανθίδια, όρθια και 4-λοβα.

Άνθιση:   Οκτώβριος-Νοέμβριος.

Καρπός: Ατρακτοειδές αχαίνιο, καστανό και τριχωτό, με πάππο στην κορυφή του, αποτελούμενο από περίπου 25, ασπριδερές, σχεδόν ισομήκεις και σκληρές τρίχες.

Ενδιαίτημα:   Όχθες ρυακιών, κατά μήκος δρόμων, άγονα εδάφη, από 0-1100 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Νότια Ευρώπη, Βόρεια Αφρική, Δυτική Ασία.


Smilax aspera

Name/Όνομα:   Σμίλαξ η τραχεία

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Smilax aspera L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Rough bindweed, Common smilax, Sarsaparille, Αντζουλόβατος.

Family/Οικογένεια:  SMILACACEAE 



Plant:   Perennial, evergreen and dioecious shrub. 

Stem/s:   Creeping, scrambling or climbing, branched, ribbed, green initially, purplish later,  glabrous, unarmed or sparsely to densely armed  with conical, sharp, recurved, and purplish-brown prickles; the branches can grow up to 4 m in length, zigzag when they are young, twining clockwise or anticlockwise, depending on the nearest branch of the nearby plant.

Leaves:   Alternate, simple, entire, broadly-cordate or sagittate, dark green, leathery, glabrous, petiolate, apex various, acute, obtuse or apiculate, base cordate; margin smooth or sparsely prickly, sometimes there are prickles on the primary veins beneath; venation arcuate, consists of 3-7 primary nerves; petiole reddish, occasionally prickly, with 2 tendrils (modified stipules) at the base;

Flowers:  Very small, fragrant, dioecious*(unisex), in axillary or terminal, stalkless, umbellate clusters, of 3-8 flowers; dioecious plant means that male and female flowers are on separate plants; male flowers: tepals or perianth-segments 6, 3 petals + 3 sepals, but the difference between them are practically undistinguishable; they are  oblong, white and glabrous, more or less equal, spreading or recurved, stamens 6, tepals opposed, spreading, filaments white and glabrous, anthers facing inwards, white; female flowers: perianth-segments 6, smaller than male´s perianth-segments, also the pedicel is shorter than on the male flower; staminodes reduced to narrow threads and can be visible after removing the tepals; ovary superior, 3-locular, erect, sessile, ovoid-triangular, green and glabrous, stigmas 3.

Flowering time:  August-November   Maturity time:  October-February.

Fruit:   Globose berries, initially green, at maturity they turn red and when they dry out turn black; 1-2 seeds.   

Habitat:   Phrygana, bushy places and pine forests, from 0-1400 m alt.

Native:   Eastern Europe, Eastern Asia.



Φυτό:   Δίοικος, πολυετής και αειθαλής θάμνος.

Βλαστός/οί:   Έρποντες ή αναρριχόμενοι, πολύκλαδοι, ραβδωτοί, πράσινοι αρχικά, πορφυροί αργότερα, χωρίς αγκάθια ή με αραιά ή πυκνά, κωνικά, μυτερά, σκληρά, κάθετα και εξώκυρτα αγκάθια, με πορφυρό ή καφέ χρώμα.  Οι  κλάδοι μπορούν να φθάσουν τα 4 μ σε μήκος, οι νεαροί κλάδοι έχουν μορφή ζιγκ-ζαγκ, αργότερα περιστρέφονται όπως οι δείκτες του ρολογιού ή αντίθετα, ανάλογα με το τι βρίσκεται πιο κοντά για αναρρίχηση.

Φύλλα:    Κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, πλατειά-καρδιοειδή ή σαϊτοειδή, σκουροπράσινα, δερματώδη, άτριχα, έμμισχα, με πλατειά, μυτερή ή ακανθώδη κορυφή και καρδιοειδή βάση.  Χείλη ακέραια ή με αραιά αγκάθια, κάποτε υπάρχουν αγκάθια και σε κύρια νεύρα στην κάτω επιφάνεια.  Νεύρωση με καμπυλωτά, 3-7 κύρια νεύρα.  Μίσχος πορφυρός και αγκαθωτός, με πολύ εμφανείς 2 έλικες στη βάση του (μεταμορφωμένα παράφυλλα).

Άνθη:   Πολύ μικρά, αρωματικά, μονογενή, σε μασχαλιαίες ή επάκριες και χωρίς ποδίσκο, κορυμβοειδείς δέσμες των 3-8 ανθέων.  Το φυτό είναι δίοικο δηλ. τα αρσενικά και τα θηλυκά άνθη βρίσκονται σε διαφορετικά φυτά. Αρσενικά άνθη:  Περιάνθιο (τέπαλα) με 6 τμήματα -3 πέταλα + 3 σέπαλα με ανεπαίσθητες διαφορές ώστε πρακτικά να μην ξεχωρίζουν εύκολα – είναι προμήκη, λευκά και άτριχα, περίπου ισομήκη, απλωμένα ή λυγισμένα προς τα πίσω, στήμονες 6, μπροστά από κάθε τέπαλο, απλωμένοι ή ημιόρθιοι, νήμα λευκό και γυμνό, ανθήρες λευκοί με διεύθυνση προς το κέντρο του άνθους.  Θηλυκά άνθη:  Περιάνθιο με 6 λευκά τμήματα μικρότερα των αρσενικών, όπως και ο ποδίσκος που είναι κοντύτερος στα θηλυκά.  Υπάρχουν άγονοι στήμονες (σταμινοειδή), που μοιάζουν με «κλωστές», δεν είναι ορατές εκτός εάν αφαιρεθούν τα τέπαλα.  Ωοθήκη επιφυής με 3 καρπόφυλλα, όρθια, ωοειδής-τριγωνική, πράσινη και άτριχη, με 3 στίγματα.

Άνθιση:   Αύγουστος-Νοέμβριος      Ωρίμανση:  Οκτώβριος-Φεβρουάριος.

Καρπός:   Σφαιρική ράγα, αρχικά πράσινη, μετά κόκκινη και τελικά μαύρη, με 1-2 σπέρματα.

Ενδιαίτημα:   Φρυγανώδεις και θαμνώδεις περιοχές, πευκοδάση, από 0-1400 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ανατολική Ευρώπη, Ανατολική Ασία.

Bosea cypria

Name/Όνομα:   Μπόσεα η κυπρία

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Bosea cypria Schinz & Autran

Common name/Κοινό Όνομα:   Ζουλατζιά, Ζουλάτζιν, Ζαλατζιά

Family/Οικογένεια:   AMARANTHACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Evergreen, monoecious or dioecious shrub, growing up to 2 m high.  

Stem/s:  Much-branched; young shoots erect or hanging, ± squared or ribbed, glabrous, pale to dark green, older branches ridged and cylindrical.

Leaves:  Alternate, simple, entire, broadly-lanceolate or elliptical, green, often partly reddish, (margins and the main nerve on the lower surface), petiolate, apex acute or obtuse, sometimes mucronulate, base cuneate; prominent venation beneath.

Flowers:  Very small, actinomorphic, hermaphrodite or unisexual, sessile, in branched, axillary or terminal spikes; perianth-segments 5, broadly ovate, erect, greenish-brown, strongly concave, subtended at the base with about 4 imbricate bracteoles; stamens 5, anthers yellow, 2-thecous, filaments erect, exserted; ovary superior, style 1, stigmas 2.

Flowering time:  April-July.

Fruit:  Red, globose and shining berry, containing 1 subglobose black seed; Maturity time: August-September.

Habitat:   Rocky and stony banks and cliffs, old walls, from 0-600 m alt.

Native:  Worldwide there are only 3 species of Bosea, Canarian Islands, Himalayas and Cyprus, where is a common endemic shrub. These 3 species are found along the costs of Tethys Ocean (ancient sea during Mesozoic).



Φυτό:   Αειθαλής μόνοικος ή δίοικος θάμνος, με ύψος μέχρι 2 μ.

Βλαστός/οί:   Πολύκλαδοι.  Νεαροί κλάδοι όρθιοι ή κρεμάμενοι, ± τετράγωνοι ή ραβδωτοί, με ανοικτό ή σκούρο πράσινο χρώμα.  Παλαιότεροι κλάδοι κυλινδρικοί και ραβδωτοί.

Φύλλα:    Κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, πλατειά-λογχοειδή ή ελλειψοειδή, πράσινα αλλά συχνά εν μέρει κοκκινωπά, κυρίως στα χείλη και στο κύριο νεύρο της κάτω επιφάνειας, έμμισχα, κορυφή μυτερή ή πλατειά, βάση μυτερή.  Πολύ εμφανής η νεύρωση της κάτω επιφάνειας.

Άνθη:   Πολύ μικρά, ακτινόμορφα, ερμαφρόδιτα ή μονογενή, άμισχα, σε διακλαδωμένους, μασχαλιαίους ή επάκριους στάχεις.  Τμήματα περιανθίου 5, πλατειά-ωοειδή, πρασινοκαστανά, όρθια, έντονα κοίλα, καλυπτόμενα στη βάση από 4 αλληλεπικαλυπτόμενα βρακτίδια,  Στήμονες 5, εξερχόμενοι, ανθήρες κίτρινοι, 2-θηκοι.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγματα 2.

Άνθιση:   Απρίλιος-Ιούλιος.

Καρπός:   Κόκκινη στρογγυλή και γυαλιστερή ράγα που περιέχει 1 υποσφαιρικό και μαύρο σπέρμα.  Περίοδος ωρίμανσης:  Αύγουστος-Σεπτέμβριος.

Ενδιαίτημα:   Βραχώδεις και πετρώδεις πλαγιές και λόφοι, παλαιοί τοίχοι, από 0-600 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Υπάρχουν μόνο 3 είδη Bosea σε όλο τον κόσμο, στις Καναρίους νήσους, Ιμαλάΐα όρη και στην Κύπρο όπου είναι κοινός ενδημικός θάμνος.  Αυτά τα 3 είδη υπάρχουν κατά μήκος της Τηθύος θάλασσας που ήτο μια αρχαία θάλασα ή ωκεανός κατά την περίοδο του Μεσοζωΐκού αιώνα.


Sarcocornia perennis (Mill.) A. J. Scott subsp. perennis

Name/Όνομα:   Σαρκοκόρνια η πολυετής υποείδ. πολυετής

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Sarcocornia perennis (Mill.) A. J. Scott subsp. perennis

Common name/Κοινό Όνομα:   Perennial glasswort.

Family/Οικογένεια:   CHENOPODIACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:   Perennial herb or subshrub, growing up to 20 cm high.

Stem/s: Many, main stems prostrate, branched, apparently leafless, secontary  branches decumbent to erect, succulent, articulated, usually rooting at nodes forming tufts or patches on the ground, sometimes more than 1 m diameter, greenish or reddish, hairless, becoming woody with age; segments cylindrical or club-shaped.

Leaves:  Highly reduced, green, surround the internodes giving the fleshy covering of the stem, fused laterally, forming the articulated appearance, while the uppermost parts exceed and overlap the base of the above segment;

Flowers:  Minute, inconspicuous, fleshy, in linear arrangement, in spike-like inflorescences; each segment consists of 2 opposite, 3-flowered cymes, embedded in the fleshy internode, basally fused with each other and with the bracts; the 3 flowers of each cyme, are not connected but they are separated with almost vertical ridges; the middle flower is larger than the others 2, almost reaches the top of the segment; stamen 1; stigmas usually 3.

Flowering time:  August-October.

Fruit: Seeds with hook hairs.

Habitat:   Wetlands habitats, maritime marshes.

Native:   South Britain, Ireland



Φυτό:   Πολυετής πόα ή μικρός θάμνος με ύψος μέχρι 20 εκ.

Βλαστός/οί:   Πολλοί, κύριοι βλαστοί κατακλιμένοι, με διακλάδωση, φαινομενικά άφυλλοι, δευτερογενείς βλαστοί με ανερχόμενη τάση ή όρθιοι, σαρκώδεις, αρθρωτοί, συνήθως ριζοβολούν με τους οφθαλμούς που ακουμπούν στο χώμα, δημιουργώντας τούφες ή πάτσιες στο έδαφος που μπορεί να ξεπερνούν το 1 μ διάμετρο, με πρασινωπό, πορτοκαλί ή κοκκινωπό χρώμα, άτριχοι, γινόμενοι ξυλώδεις με την πάροδο του χρόνου.  Αρθρωτά τμήματα κυλινδρικά ή κυλινδρικά με μεγέθυνση προς την κορυφή.

Φύλλα:   Έντονα μειωμένα σε μέγεθος, πράσινα, τοποθετημένα γύρω από τα μεσογονάτια διαστήματα του βλαστού, δίνοντας σε αυτά τη σαρκώδη επιφάνεια, συμφύονται στη βάση τους, δημιουργώντας την αρθρωτή εμφάνιση του βλαστού, ενώ τα ανώτερά τους τμήματα επικαλύπτουν και ξεπερνούν τη βάση του υπερκειμένου τμήματος.

Άνθη:   Πολύ μικρά, αφανή και σαρκώδη, σε οριζόντια διάταξη, σε σταχυοειδείς ταξιανθίες.  Κάθε τμήμα του βλαστού αποτελείται από 2 αντίθετους θυσάνους των 3 ανθέων, που είναι βυθισμένα στο σαρκώδες μεσογονάτιο διάστημα, ενώ στη βάση συμφύονται μεταξύ τους αλλά και με τα βράκτια.  Τα 3 άνθη δεν είναι ενωμένα αλλά διαχωρίζονται με σχεδόν εγκάρσιες αυλακώσεις, ενώ το μεσαίο άνθος είναι ελαφρά μεγαλύτερο και φθάνει σχεδόν μέχρι την κορυφή του αρθρωτού τμήματος.  Στήμονες 1, στίγματα συνήθως 3.  

Άνθιση:   Αύγουστος-Οκτώβριος.

Καρπός:  Σπέρματα με αγκιστροειδείς τρίχες.

Ενδιαίτημα:  Σε υγρές αλμυρές περιοχές και τέλματα, κοντά στη θάλασσα.

Πατρίδα:   Νότια Αγγλία, Ιρλανδία.

Limbarda crithmoides subsp. longifolia

Name/Όνομα:   Λιμπάρτα η κριθμοειδής υποείδ. μακρόφυλλη

Scientific name/Επιστημονικό όνομα: Limbarda crithmoides subsp. longifolia (Arcang.) Greuter

Common name/Κοινό Όνομα:   Golden samphire

Family/Οικογένεια:   ASTERACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Perennial herb or subshrub with woody base, growing up to 80 cm high or more. 

Stem/s:   Erect, ascending or sprawling, branched, greyish and glabrous.

Leaves:   Alternate, simple, entire, linear, almost cylindrical, clavate, usually curved, obscurely veined, fleshy, glabrous, acute or subacute, glaucous-green, turning to purplish with age.

Flowers:  Capitula cylindrical, solitary or in loose terminal corymbs; involucre hemispherical; bracts adpressed-erect, imbricate, in 3-5 rows, green with purplish apex, glabrous, the lower linear triangular, acute, longer than the inner bracts; ray florets 6-18, female, arranged in a single row, oblong, yellow, ligulate, 3-veined, 3-toothed at apex; disc florets hermaphrodite, tubular and yellow, 5-lobed, lobes erect, triangular, subacute; style exserted, branched.

Flowering time:  June-October.

Fruit:  Achens oblong, pappus with whitish hairs.    

Habitat:  Coastal habitats, salt lakes, saline areas near the sea level.

Native:  Mediterranean region.




Φυτό:   Πολυετής πόα ή ημίθαμνος με ξυλώδη βάση και ύψος μέχρι 80 εκ ή και περισσότερο.

Βλαστός/οί:  Όρθιοι, ανερχόμενοι ή κατακλιμένοι, διακλαδωμένοι, γκριζωποί και άτριχοι.

Φύλλα:   Κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, γραμμοειδή-ροπαλοειδή,  άμισχα, σχεδόν κυλινδρικά, συνήθως λυγισμένα, σαρκώδη, με αφανή νεύρωση, άτριχα, σχεδόν οξύκορφα, γλαυκοπράσινα, γινόμενα πορφυρά με την πάροδο του χρόνου.

Άνθη:   Κεφάλια κυλινδρικά, μεμονωμένα ή σε χαλαρούς και επάκριους κορύμβους.  Σύνολο βρακτίων σε ημισφαίριο.  Βράκτια όρθια και προσκολλημένα με το εσωτερικό του άνθους, αλληλεπικαλυπτόμενα, σε 3-5 σειρές, πράσινα με πορφυρή κορυφή, άτριχα, τα εξωτερικά γραμμοειδή-τριγωνικά, μυτερά και μεγαλύτερα των εσωτερικών.  Περιφερειακά ανθίδια 6-18, θηλυκά, τοποθετημένα σε απλή σειρά, προμήκη, κίτρινα, γλωσσοειδή, 3-νευρα, με 3 μικρά δόντια στην κορυφή τους.  Επιδίσκια ανθίδια πολυάριθμα, ερμαφρόδιτα, σωληνοειδή και κίτρινα, 5-λοβα, με όρθιους, τριγωνικούς και σχεδόν μυτερούς λοβούς.  Στύλος εξερχόμενος της στεφάνης, με διακλάδωση.

Άνθιση:   Ιούνιος-Οκτώβριος.

Καρπός:   Αχαίνια προμήκη που φέρουν πάππο με ασπριδερές τρίχες.

Ενδιαίτημα:   Συνήθως σε παραλίες, αλυκές και σε αλμυρά εδάφη κοντά στη θάλασσα.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.