Category Archive for ‘Πράσινα’

Cedrus brevifolia

Name/Όνομα:  Κέδρος η βραχύφυλλη.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Cedrus brevifolia* (Hook. f.) A. Henry

Common name/Κοινό Όνομα:  Cyprus cedar, Kibris sediri, Κέδρος, Κέδρο.

Family/Οικογένεια:    PINACEAE




Plant:   Evergreen, resinous  and long-lived tree growing up to 30 m high. 

Trunk/Bark/Branches:  Trunk thick, straight (generally), bark fissured with ridges and cracks, grey-brown or blackish-brown, crown pyramidal turning to umbrella-like shape; young long shoots brown ± hairy, forming with age spreading horizontal branches; buds with imbricate brown scales.

Leaves:  Needle-like with resin canals, thick, straight or slightly curved inwards, glaucous-green and ± pointed, sometimes terminate in short spine; needles on short shoots are in spreading and crowded  whorls, those on long shoots are spirally arranged.

Flowers:  Unisex in terminal scaly strobili on short shoots; male strobili cylindrical, greenish/yellowish or pale brown when mature; female strobili barrel-shaped, dark greyish-brown or reddish, with numerous, broad, flattened and fan-shaped scales; seeds appear after 2 or 3 years.

Flowering time:   September-October. Fruiting time:  Late autumn-winter.

Fruit:  Woody, barrel-shaped cone, bearing numerus obovate and winged brown seeds.    

Habitat:  Mountainsides on igneous ground, 1075-1400 m alt.

Native:   Endemic to Cyprus ( Tripylos, Troodos, Pentadactylos) .


*Brevifolia = brevis (short) + folium(leaf)



Φυτό:   Αειθαλές, ρητινοφόρο και μακρόβιο δένδρο με ύψος μέχρι 30 μ.

Κορμός/Φλοιός/Κόμη:   Κορμός όρθιος, γενικά ευθύς, φλοιός με αυλακώσεις και σκισίματα, γκρίζο-καστανός ή μαύρο-καστανός, κόμη στην αρχή πυραμιδοειδής μετατρεπόμενη με την πάροδο του χρόνου σε τραπεζοειδή ή σε σχήμα ομπρέλας.  Νεαροί κλάδοι καστανοί και ± τριχωτοί, οι οποίοι με την ηλικία απλώνονται και γίνονται οριζόντιοι.  Οφθαλμοί με αλληλεπικαλυπτόμενα καστανά λέπια.

Φύλλα:     Βελονοειδή και ρητινοφόρα, χοντρά, ίσια ή λυγισμένα προς τα μέσα, γλαυκοπράσινα και ± μυτερά.  Βελόνες που αναπτύσσονται σε βραχυκλάδια είναι απλωμένες και αναπτύσσονται σε πυκνούς σπονδύλους, ενώ των μακροκλαδίων σε σπειροειδή διάταξη.

Άνθη:   Μονογενή σε επάκριους στροβίλους που εκφύονται πάνω σε βραχυκλάδια.  Αρσενικοί στρόβιλοι κυλινδρικοί, με πρασινωπό, κιτρινωπό ή ανοικτό καφέ χρώμα όταν ωριμάσουν.  Θηλυκοί στρόβιλοι μεγαλύτεροι, βαρελοειδείς, με σκούρο γκριζο-καστανό ή κοκκινωπό χρώμα, με πολυάριθμα, πλατειά και πυκνά λέπια.  Τα σπέρματα εμφανίζονται μετά από 2 ή 3 χρόνια.

Άνθιση:   Σεπτέμβριος-Οκτώβριος.  Καρποφορία:  Τέλος Φθινοπώρου-Χειμώνας.

Καρπός:  Ξυλώδης βαρελοειδής κώνος με πολυάριθμα αντωειδή και πτερυγωτά καφέ σπέρματα.

Ενδιαίτημα:   Βουνοπλαγιές πάνω σε πυριγενή πετρώματα, 1075-1400 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ενδημικό της Κύπρου ( Τρίπυλος, Τρόοδος, Πενταδάκτυλος)

Betula pendula

Name/Όνομα:  Βετούλη η κρεμοκλαδής

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Betula pendula Roth.  

Common name/Κοινό Όνομα: Silver birch, Warty birch, European white birch, Σημύδα

Family/Οικογένεια:    BETULACEAE





Plant:   Deciduous and monoecious tree growing up to 25 m high, but usually up to 15 m high(Cyprus). 

Trunk/Bark/Branches:  Trunk slender with upright habit, bark white, branches pendulous, twigs reddish-brown bearing dark warts and are rough to the touch; crown ovate to oblong; the white bark forms paper-like tissues and develops black protrusions after shedding the papery tissues (old trunk).  

Leaves:   Alternate, simple, petiolate, blade triangular or ovate to rhomboid, margin serrate.

Flowers:   Male and female flowers on the same tree (monoecious); male catkins in 3, they are terminal and pendulous arising at the top of autumnal long branches of previous year; stamens 2; female catkins terminal, in group of 2 or 3, on short alternative branches,, at first erect, after pendulous; style bifid.

Flowering time:   Μarch-April.    Fruiting time:  June-August.  

Fruit:  Winged 1-seeded nut; nuts in 3, at the base of axillary 3-lobed bracts which fell down during maturing time.    

Habitat:  Mountain slopes on clay-sandy soils, 1000-1500 m alt.

Native:   Europe, Asia.




Φυτό:   Φυλλοβόλο και μόνοικο δένδρο ύψους μέχρι 25 μ, αλλά στην Κύπρο συνήθως αρκετά χαμηλότερο περίπου μέχρι 15 μ.

Κορμός-Φλοιός:  Κορμός κάπως λεπτός με ανοδική τάση, φλοιός λευκός, κλάδοι κρεμάμενοι, νεαροί κλάδοι κόκκινο-καστανοί με σκοτεινά σημάδια που είναι σκληρά στην αφή.  Φύλλωμα προμήκες-ωοειδές.  Ο λευκός φλοιός σχηματίζει λεπτά στρώματα σαν φύλλα χαρτιού τα οποία απολεπίζονται και με την πάροδο του χρόνου δημιουργούνται μαύρες περιοχές σε παλαιότερους κορμούς.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, απλά, έμμισχα, έλασμα τριγωνικό ή ωοειδές-ρομβοειδές, χείλη πριονωτά.    

Άνθη:   Αρσενικά και θηλυκά άνθη στο ίδιο δένδρο (μόνοικο).  Αρσενικοί ίουλοι ανά 3, σε επάκριους και κρεμάμενους φθινοπωρινούς κλάδους προηγούμενου χρόνου.  Στήμονες 2.  Θηλυκοί ίουλοι επάκριοι, σε ομάδες των 2 ή 4, σε πλάγια βραχυκλάδια, στην αρχή όρθιοι, μετά κρεμάμενοι.  Στύλος διμερής.

Άνθιση:  Μάρτιος-Απρίλιος.    Καρποφορία:  Ιούνιος-Αύγουστος.

Καρπός:   Πτερυγωτό και μονόσπερμο κάρυο.  Τα κάρυα βγαίνουν ανά 3, στη βάση μασχαλιαίων 3-λοβων βρακτίων, τα οποία πέφτουν κατά την καρποφορία.

Ενδιαίτημα:  Σε ορεινές πλαγιές, πάνω σε πηλοαμμώδη εδάφη, από 1000-1500 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ευρώπη, Ασία.

Juniperus oxycedrus subsp oxycedrus

Name/Όνομα:  Άρκευθος η οξύκεδρος

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Juniperus oxycedrus subsp oxycedrus L

Common name/Κοινό Όνομα:   Prickly juniper, Αόρατος, Κέδρο.

Family/Οικογένεια:    CUPRESSACEAE





Plant:   Evergreen, dioecious shrub or small tree growing up to 7 m high.

Trunk/bark:  Trunk erect, straight or curved, and much branched; foliage round or conical; bark ash-brown or reddish, rough, often exfoliating in narrow flakes; twigs green becoming yellowish brown and 3-angled with age.

Leaves:  In whorls of 3, needle-shaped, mucronate-tipped, narrow, golden-green with a distinct green median stripe from base to apex (beneath) and 2 white bands of stomata above.

Flowers:  Dioecious and axillary; small male cones  begin with scale-like bracts at the base and terminate with few whorls of scutate-shaped stamens, bearing 2-4 pollen sacs;  female cones consist of scale-like bracts  and a whorl of carpels at their base.

Flowering time:    April-May.        Fruiting time:  September-November.

Fruit:   Fleshy, berry-like strobilus, maturing in 2 years, enclosing hard and wingless seeds, becoming free after the decay of the cone.

Habitat:    Mountain slopes on igneous soil from 925-1525 m alt.

Native:   Mediterranean region.




Φυτό:   Αειθαλής και δίοικος θάμνος ή μικρό δένδρο με ύψος μέχρι 7 μ.

Κορμός/Φλοιός:   Κορμός όρθιος και ευθύς ή λυγισμένος και πολύκλαδος.  Φύλλωμα στρογγυλό ή κωνικό.  Φλοιός τεφροκαστανός ή κοκκινωπός, ανώμαλος, ενώ συχνά απολεπίζεται σε στενές λωρίδες.  Νεαροί κλάδοι πράσινοι, γινόμενοι κιτρινωποί-καστανοί και τριγωνικοί, με την πάροδο του χρόνου.

Φύλλα:     Σε σπονδύλους των 3, βελονοειδή με σκληρή και αιχμηρή κορυφή, στενά, χρυσοπράσινα με μια εμφανή πράσινη ζώνη σε όλο το μήκος του φύλλου, στην κάτω επιφάνεια, και 2 λευκές ζώνες από στόματα στην άνω επιφάνεια.

Άνθη:   Δίοικα σε μασχαλιαίους ίουλους.  Οι μικροί αρσενικοί κώνοι αρχίζουν με λεπιοειδή βράκτια στην βάση τους και τελειώνουν με λίγους σπονδύλους από ασπιδοειδείς στήμονες που φέρουν 2-4 γυρεόσακους.  Οι θηλυκοί κώνοι αποτελούνται από λεπιοειδή βράκτια και ένα σπόνδυλο από καρπόφυλλα στη βάση τους.

Άνθιση:   Απρίλιος-Μάιος.   Καρποφορία:  Σεπτέμβριος-Νοέμβριος.

Καρπός:   Σαρκώδης ραγοστρόβιλος που ωριμάζει σε 2 χρόνια και περικλείει σκληρά και χωρίς πτέρυγες σπέρματα, που ελευθερώνονται μετά τη σήψη του κώνου.

Ενδιαίτημα:  Βουνοπλαγιές σε πυριγενή εδάφη, από 925-1525 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.

Pteridium aquilinum subsp. pinetorum 

Name/Όνομα:   Πτερίδιον το αέτειον υποείδος δασόβιον*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Pteridium aquilinum subsp. pinetorum (C. N. Page & R. R. Mill) J. A. Thomson,

Common name/Κοινό Όνομα:   Eagle fern, bracken fern, Φτέρη, Φτερίτζιη.

Family/Οικογένεια:   DENNSTAEDTIACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:    Terrestrial and perennial deciduous fern with deep long-creeping rhizome.  Ferns consist of a rhizome, stem and compound leaves, but they do not produce flowers, fruit and seeds (Cryptogams); other known groups in this category are algae, lichens, mosses, fungi, molds and bacteria.

Fronds*:  Few, arising directly from the underground rhizome, at first erect with tension to being almost horizontal; each fond consists of the stipe and the lamina or blade.

Lamina:  About twice as long as the stipe; the lower 2-4 laminae are opposite and larger, the other alternate becoming progressively shorter towards apex, broadly-triangular in outline, pale green, 2-3 pinnate, usually 3-pinnate, rachis grooved above.

Stipe:   Thick, about 10-15 cm long, grooved above, sparsely covered with multicellular greenish-brown hairs, bearing several laminae.

Pinnules:  Several, sessile, oblong-ovate or ovate-triangular, entire or with irregularly dentate margins, obtuse at apex, the lower larger becoming shorter towards apex, sparsely covered with chestnut–brown hairs.

Sori:  Sorus** is the area where sporangia appear; sori (plural of sorus) appear on the underside of each fertile pinnule, in 2 lines along the margins.    

Sporangium***:  Sporangium is the organ where spores are produced, at first they are greenish becoming dark brown at maturity (July to August).

Habitat:   Pine forests from 800-1800 m alt.

Native:   Europe, Eastern Asia, North America.


frond*= the leaf of a fern

sorus** – plural sori = a place on the underside of a fern leaf that produces sporangia.

sporangium*** = a structure in which spores are produced.



Φυτό:   Γήινο, πολυετές και φυλλοβόλο φτερίκι, με βαθύ και μακρύ έρπον ρίζωμα.  Τα Φτερίκια (Πτέριδες) αποτελούνται από ρίζωμα, βλαστό και σύνθετα φύλλα, αλλά δεν έχουν άνθη, καρπό και σπέρματα και ανήκουν στην κατηγορία των Κρυπτογάμων, όπου επίσης ανήκουν τα φύκια, οι λειχήνες, οι μούχλες, τα βρύα, οι μύκητες και τα βακτήρια

Φύλλα:   Είναι λίγα, αναπτύσσονται απ ευθείας από το υπόγειο ρίζωμα, στην αρχή είναι όρθια αλλά μετά γίνονται σχεδόν οριζόντια.  Κάθε φύλλο αποτελείται από το γυμνό μέρος δηλ. τον «μίσχο» και το έλασμα.

Έλασμα:  Περίπου διπλάσιο σε μήκος από τον «μίσχο».  Τα 2-4 κατώτερα φύλλα είναι αντίθετα και μεγαλύτερα, τα άλλα είναι κατ εναλλαγή και σταδιακά γίνονται μικρότερα προς την κορυφή.  Είναι πλατειά-τριγωνικά στο περίγραμμα, με ανοικτό πράσινο χρώμα, δις ή τρις-πτερωτά, συνήθως τρις-πτερωτά και με αυλακωτό άξονα.

Μίσχος:  Χοντρός, περίπου 10-15 εκ., αυλακωτός από πάνω. και φέρει αραιές πολυκύτταρες πρασινωπές ή καστανές τρίχες στη βάση του, ενώ στο άνω μέρος του φέρει πολλά «πτερίδια» (υποδιαιρέσεις του ελάσματος).     

Πτερίδια:  Αρκετά, άμισχα, προμήκη-ωοειδή ή ωοειδή-τριγωνικά, ακέραια ή με άνισα οδοντωτά χείλη, πλατυκόρυφα, τα χαμηλότερα είναι μεγαλύτερα, αλλά σταδιακά μικραίνουν προς την κορυφή και φέρουν αραιές πρασινοκαστανές τρίχες.

Σορός:   Είναι περιοχή όπου παράγονται τα σποριάγγεια και εμφανίζονται στην κάτω επιφάνεια κάθε γόνιμου πτεριδίου, σε 2 σειρές κατά μήκος των χειλιών.

Σποριάγγειο:  Είναι το όργανο μέσα στο οποίο παράγονται τα αναπαραγωγικά κύτταρα που ονομάζονται σπόρια.  Στην αρχή είναι πράσινα, αλλά στο τέλος παίρνουν σκούρο καφέ χρώμα. ( Ιούλιος-Αύγουστος).   

Ενδιαίτημα:  Σε πευκόφυτα δάση, ημισκιερές και κάπως υφρές περιοχές, από 800-1800 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ευρώπη, Δυτική Ασία, Βόρεια Αμερική.

Populus nigra

Name/Όνομα:   Λεύκη η μελανή.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Populus nigra L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Black popular, Καβάτζιν.

Family/Οικογένεια:   SALICACEAE





Plant:    Dioecious tree growing up to 30 m high.

Trunk:  Erect and thick; bark at first is whitish becoming dark gray with age, groovy and fissured with conspicuous knots; crown wide with spreading branches or narrow with branches parallel to the main trunk; young stems shining brown with several scales; buds oblong-ovate covered with sticky and aromatic scales.

Leaves:  Alternate, simple and petiolate, blade triangular-ovate or rhomboid-ovate, dark green and glabrous above, pale green below, margins conspicuously serrate-dentate, apex acute, base cuneate or truncate; leaves appear after flowers and turn yellow in fall.

Flowers:   Catkins appear before the developing of the leaves, spreading or pendulous; male and female catkins appear on separate trees (dioecious); rachis glabrous; male catkins are thick and cylindrical with numerous, red-violet stamens; female catkins are jug-shaped, narrower and cylindrical, with 2 stigmas.

Flowering time:  February-April.    Fruiting time:  April-May.

Fruit:   Jag-shaped, green, pedicellate and dehiscent capsule, obscurely warty externally and topped by the 2 stigmas; when ripe seeds appear surrounded by wooly hairs, helping their dispersal.    

Habitat:  Wet areas, near springs and streams, forest margins and high-land valleys, also planted in gardens and roadsides.

Native:   Europe, northwestern Africa, western Asia.




Φυτό:   Δίοικο δέντρο με ύψος μέχρι 30 μ.

Κορμός:   Όρθιος και χοντρός.  Φλοιός αρχικά ασπριδερός, αλλά με την πάροδο του χρόνου παίρνει σκούρο γκρίζο χρώμα, φέρει κάθετες αυλακώσεις και εμφανείς ρόζους.  Κώμη ανοικτή με απλωμένους  κλάδους ή στενή με κλαδιά παράλληλα με τον κεντρικό κορμό.  Νεαροί κλάδοι γυαλιστεροί και καστανοί.  Οφθαλμοί προμήκεις-ωοειδείς,  καλυμμένοι με κολλώδη και αρωματικά λέπια.

Φύλλα:   Κατ εναλλαγή, απλά και μακρόμισχα.  Έλασμα τριγωνικό-ωοειδές ή ρομβικό-ωοειδές, με σκούρο πράσινο χρώμα και άτριχο στην πάνω επιφάνεια, με χλωμό πράσινο χρώμα στην κάτω, χείλη έντονα πριονωτά-οδοντωτά, οξυκόρυφα και με μυτερή ή ίσια βάση.  Τα φύλλα εμφανίζονται μετά τα άνθη και γίνονται κίτρινα το φθινόπωρο.

Άνθη:   Οι ίουλοι εμφανίζονται πριν την ανάπτυξη των φύλλων, είναι απλωμένοι και κρεμάμενοι.  Αρσενικοί και θηλυκοί ίουλοι βρίσκονται σε διαφορετικά δέντρα γιατί το δέντρο είναι δίοικο.  Αρσενικοί ίουλοι χοντροί και κυλινδρικοί με πολυάριθμους κόκκινο-ιώδεις στήμονες.  Θηλυκοί ίουλοι σε σχήμα υδρίας, είναι πιο στενοί και κυλινδρικοί, με 2 στίγματα.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Απρίλιος.   Καρποφορία:  Απρίλιος-Μάιος.

Καρπός:   Κάπως διογκωμένη σε σχήμα υδρίας, πράσινη και με ποδίσκο διαρρηκτή κάψα, με  πολύ μικρές σχεδόν αφανείς και ανώμαλες προεξοχές εξωτερικά, και με 2 εμφανή στίγματα στην κορυφή της, οποία όταν ανοίξει εμφανίζονται τα σπέρματα περικυκλωμένα από μαλακές άσπρες τρίχες σαν βαμβάκι, που βοηθούν στην διάδοσή τους.

Ενδιαίτημα:   Υγρές περιοχές, κοντά σε πηγές και ρυάκια, όρια δασών και κοιλάδες μεγάλου υψομέτρου, αλλά και καλλιεργημένα σε κήπους και κατά μήκος δρόμων.

Πατρίδα:   Ευρώπη, βορειοδυτική Αφρική και δυτική Ασία.

Valantia hispida

Name/Όνομα:   Βαλάντια η αδρότριχη.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Valantia hispida L.

Common name/Κοινό Όνομα:  Hairy valantia.

Family/Οικογένεια:   RUBIACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Annual herb growing up to 20 cm high. 

Stem/s:   Erect, branched or unbranched, quadrangular, glabrous below, and densely hispid above, greenish becoming purplish with age.

Leaves:  Simple, entire, obovate or oblanceolate, in whorls of 4, obscurely veined, somewhat thick, the lower short-petiolate and subglabrous, the upper hispid, ± sessile.

Flowers:   Minute, inconspicuous and actinomorphic in whorls of 3 in the axils of the upper leaves; central flowers are   hermaphrodite with 4-lobed corolla and 4 stamens, while the lateral are male with 3-lobed corolla and 3 stamens; corolla-lobes ovate, minutely hispid externally, glabrous internally, greenish to purplish-brown, longer than filaments; all stamens are alternate with corolla-lobes; anthers suborbicular and yellow; ovary inferior, style whitish, 2-parted.

Flowering time:   March-April.

Fruit:   Indehiscent 2-parted capsule, surrounded dorsally by the thickened, hispid and nipple-like, peduncle and pedicel.       

Habitat:   Dry and stony hills, waste ground, side-paths, phrygana, sandy seashores, from 0-1600 m alt.

Native:    Mediterranean region, western Asia.



Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 20 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι, με ή χωρίς διακλάδωση, τετράγωνοι, άτριχοι χαμηλά, με πυκνές αδρότριχες ψηλά, πρασινωπός στην αρχή, πορφυρός με την πάροδο του χρόνου.

Φύλλα:     Απλά, ακέραια, αντωειδή ή αντιλογχοειδή, σε σπονδύλους των 4 φύλλων, με αφανή νεύρωση, κάπως χοντρά, τα χαμηλότερα με κοντό μίσχο και σχεδόν άτριχα, τα ανώτερα αδρότριχα και ± άμισχα.

Άνθη:   Πολύ μικρά, άσημα, ακτινόμορφα, σε σπονδύλους των 3 πάνω στις μασχάλες των ανώτερων φύλλων.  Τα κεντρικά άνθη είναι ερμαφρόδιτα, με 4-λοβη στεφάνη και με 4 στήμονες, ενώ τα πλάγια άνθη είναι αρσενικά, με 3-λοβη στεφάνη και με 3 στήμονες.  Λοβοί στεφάνης ωοειδείς, με μικροσκοπικές αδρότριχες εξωτερικά, άτριχοι εσωτερικά, πρασινωποί ή με πορφυρό-καφέ χρώμα, μακρύτεροι των νημάτων.  Όλοι οι στήμονες εκφύονται κατ εναλλαγή με τους λοβούς της στεφάνης.  Ανθήρες σχεδόν σφαιρικοί και κίτρινοι.  Ωοθήκη υποφυής, στύλος ασπριδερός και διμερής.

Άνθιση:   Μάρτιος-Απρίλιος.

Καρπός:  Διαρρηκτή διμερής κάψα, καλυμμένη ραχιαία από τον διογκωμένο ποδίσκο που φέρει θηλοειδείς προεξοχές μαζί με εμφανείς και πολύ εντυπωσιακές αδρότριχες.

Ενδιαίτημα:  Σε ξηρούς και πετρώδεις λόφους, σε άγονα εδάφη, φρυγανότοπους, και αμμώδεις παραλιακές περιοχές, από 0-1600 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη και Δυτική Ασία.

Emex spinosa

Name/Όνομα:  Έμεξ ο ακανθώδης*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Emex spinosa (L.) Campd

Common name/Κοινό Όνομα:   Spiny emex, Devil´s thorn, Spiny dock.

Family/Οικογένεια:   POLYGONACEAE




Plant:    Annual herb with thick root, growing up to 50 cm high.

Stem/s:   Erect or prostrate, ± branched, ribbed and angled, glabrous, rather fleshy, green or reddish.

Leaves:  Alternate, simple, petiolate; blade oblong-hastate or ovate, glabrous, margins entire or shallowly undulate; petiole flattish above, glabrous, about as long as the blade or longer, often reddish; ochrea** membranous, rather short and reddish.   

Flowers:  Small, green, actinomorphic, unisexual, in racemose clusters; bracts similar to leaves; male flowers in terminal clusters, perianth-segments 6, more or less equal, oblong, free above, connected at the base, acute or obtuse, somewhat concave, green and glabrous; stamens 6, 2-thecous with short and thick, white filaments, anthers yellow becoming brown with age; female flowers at the middle and base of the flowering axon, sometimes mixed with male flowers at terminal clusters, sessile, perianth segments 6, the outer 3 are spreading, triangular and concave, terminating in a rigid spine, the inner 3 are united forming an urn-shaped cup; ovary superior, styles 3, white, stigmas with feathery appearance.

Flowering time:   Jan-April.

Fruit:   Indehiscent achene.    

Habitat:   Sandy shores, grassland and disturbed areas, from 0-150 m alt.

Native:  Mediterranean region.

ochrea** = Dry sheeth round a stem, formed by the connection of stipules. Plural ocreae



Φυτό:   Μονοετής πόα με χοντρή ρίζα και ύψος μέχρι 50 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι ή κατακλιμένοι,  με ή χωρ¨΄ις διακλάδωση, γωνιώδεις και ραβδωτοί, μάλλον σαρκώδεις, πράσινοι ή κοκκινωποί.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά και έμμισχα.  Έλασμα βελοειδές ή ωοειδές και άτριχο, χείλη ακέραια ή αβαθώς κυματοειδή.  Μίσχος επίπεδος από πάνω, γυμνός και συχνά κοκκινωπός, περίπου ισομήκης με το έλασμα ή μακρύτερος.  Στη βάση του μίσχου που ενώνεται με τον βλαστό υπάρχει μεμβρανώδες κοκκινωπό και κάπως κοντό περίβλημα, που προέρχεται από την συνένωση των παράφυλλων.    

Άνθη:   Μικρά, πράσινα, ακτινόμορφα και μονογενή, σε βοτρυοειδείς δέσμες.  Βράκτια παρόμοια των φύλλων.  Αρσενικά άνθη σε επάκριες δέσμες, τμήματα περιανθίου 6, λίγο ή πολύ ισομήκη, προμήκη, ελεύθερα ψηλά, ενωμένα στη βάση τους, οξυκόρυφα ή πλατυκόρυφα, κάπως κοίλα, πράσινα και άτριχα.  Στήμονες 2, 2-θηκοι, με κοντά, χοντρά και λευκά νήματα, και ανθήρες κίτρινους που παίρνουν καφέ χρώμα με την πάροδο του χρόνου.  Θηλυκά άνθη στη μ΄ση και στη βάση του ανθοφόρου άξονα, κάποτε ανάμεσα στα αρσενικά στις επάκριες δέσμες, άμισχα, τμήματα περιανθίου 6, τα 3 εξωτερικά είναι απλωμένα, τριγωνικά και κοίλα, με επάκρια σκληρή άκανθα, τα 3 εσωτερικά είναι ενωμένα και σχηματίζουν κυπελλοειδή κατασκευή που μοιάζει με υδρία.  Ωοθήκη επιφυής, στύλοι 3, λευκοί, στίγματα λεπτά σαν νήματα με εμφάνιση φτερού.

Άνθιση:   Ιανουάριος-Απρίλιος.

Καρπός:   Αδιάρρηκτο αχαίνιο.

Ενδιαίτημα:   Αμμώδεις παραλίες, χορταριασμένες περιοχές και σε κατοικήσιμα εδάφη, από 0-150 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.

Plantago afra

Name/Όνομα:   Πλαντάγο το αφρικανικό*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Plantago afra L

Common name/Κοινό Όνομα:   Sand plantain, Black psyllium, Plantain pucier, Plantain psyllium.

Family/Οικογένεια:   PLATAGINACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Annual herb growing up to 30 cm high. 

Stem/s:  Erect or decumbent, usually unbranched, nearly cylindrical, greenish or purple, sticky, covered with dense glandular hairs.  

Leaves:    Opposite, simple, entire, linear to narrowly lanceolate, sessile, acute at apex, covered with glandular hairs mixed with few, long, straight multicellular hairs near the base

Flowers:   Small, actinomorphic and hermaphrodite, in many-flowered, ovoid spikes, crowded at the apex of the sticky and glandular hairy flowering stems; sepals 4, ovate, acute, subequal and glandular; bracts similar to leaves; corolla-lobes 4, spreading, ovate-acuminate and membranous; stamens 4, long-exserted, filaments erect, purple and glabrous, anthers yellowish, ovate,  versatile, facing inwards, dehiscent longitudinally, with a miniature appendage at the apex; ovary superior, style 1, stigma 1, filiform.

Flowering time:   February-June.

Fruit:   Capsule.    

Habitat:   Waste ground, road sides, field limits, grassy areas, from 0-750 m alt.

Native:   Mediterranean region, southern Asia, central and eastern Africa.




Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 30 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι ή κατακλιμένοι, συνήθως χωρίς διακλάδωση, σχεδόν κυλινδρικοί, πρασινωποί ή πορφυροί, κολλώδεις και καλυμμένοι με πυκνές αδενώδεις τρίχες.

Φύλλα:     Αντίθετα, απλά, ακέραια, γραμμοειδή προς στενά-λογχοειδή, άμισχα, οξυκόρυφα και καλυμμένα με αδενώδεις τρίχες μαζί με λίγες, ίσιες πολυκύτταρες τρίχες, κοντά στη βάση.

Άνθη:  Μικρά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πολυανθείς, ωοειδείς στάχεις, που είναι συγκεντρωμένοι στην κορυφή του κολλώδους και με αδενώδεις τρίχες ανθοφόρου βλαστού.  Σέπαλα 5, ωοειδή, οξυκόρυφα, σχεδόν ισομήκη και αδενώδη.  Βράκτια παρόμοια με τα φύλλα.  Λοβοί στεφάνης 4, απλωμένοι, ωοειδείς, μυτεροί και μεμβρανώδεις.  Στήμονες 4, άνετα εξερχόμενοι της στεφάνης· νήμα όρθιο, πορφυρό και άτριχο· ανθήρες κιτρινωποί, ωοειδείς, οριζόντιοι με μέτωπο προς το κέντρο του άνθους και με κατά μήκος σχίσιμο, ενώ υπάρχει μικροσκοπική προεκβολή στο άκρο τους.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγμα 1 λεπτό σαν νήμα.

Άνθιση:  Φεβρουάριος-Ιούνιος.

Καρπός:   Κάψα.

Ενδιαίτημα:  Κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε άγονα εδάφη, κατά μήκος δρόμων, όρια χωραφιών και χορταριασμένες επιφάνειες, από 0-750 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη, νότια Ασία, κεντρική και ανατολική Αφρική.

Bassia indica

Name/Όνομα:   Μπάσσια η ινδική

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Bassia indica (Wight) A. J. Scott

Common name/Κοινό Όνομα:   Indian bassia.

Family/Οικογένεια:   CHENOPODIACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Annual or biennial herb or undershrub, growing up to 250 cm high. 

Stem/s:   Erect, much branched, spreading above, slightly angular, yellowish or brown, densely covered with whitish, long and soft hairs (wooly).

Leaves:    Alternate, simple, entire, lanceolate, glaucous-green, hairy on both surfaces, apex acute at apex, cuneate at the base, subsessile or sessile.

Flowers:   Solitary and axillary or 1-3 together, in loose many-flowered, lateral spikes; bracts similar to leaves but longer, exceeding perianth´s length; perianth actinomorphic with 5, woolly, imbricate, hooded and incurved segments; 5 ovate and scarious wings, attached segments at their back and finally the perianth wings surround the fruit; stamens 5, filaments white, anthers yellow; ovary superior, style 1, stigmas 2, filiform

Flowering time:  July-October.

Fruit:    Achene with ovoid and black seeds.   

Habitat:   Roadsides, waste areas, fields, from 0-300 m alt.

Native:   S & E India.




Φυτό:   Μονοετές ή διετές φυτό ή ημίθαμνος, με ύψος μέχρι 250 εκ.

Βλαστός/οί: Όρθιοι, πολύκλαδοι, με απλωμένους κλάδους ψηλά, ελαφρά γωνιώδεις, κιτρινωποί ή με καστανό-καφέ χρώμα, καλυμμένοι με πυκνές, ασπριδερές, μακρές και μαλακές τρίχες.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, λογχοειδή, γλαυκοπράσινα, τριχωτά και στις δύο επιφάνειες, οξυκόρυφα ψηλά, και με ευθύγραμμη βάση χαμηλά, σχεδόν άμισχα.

Άνθη:  Μεμονωμένα και μασχαλιαία ή 1-3 μαζί, σε πολυανθείς και πλάγιους στάχεις.  Βράκτια παρόμοια με τα φύλλα, αλλά μεγαλύτερα που ξεπερνούν το μήκος του περιανθίου.  Περιάνθιο ακτινόμορφο, με 5 μέρη, αλληλεπικαλυπτόμενα, τριχωτά, με λυγισμένη προς τα μέσα κορυφή σαν κουκούλα.  5 ωοειδείς και μεμβρανώδεις πτέρυγες, είναι προσκολλημένες στην πίσω όψη των τμημάτων του περιανθίου και τελικά περιβάλλουν τον καρπό.  Στήμονες 5, νήματα λευκά, ανθήρες κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγματα 2, με νηματοειδή όψη.

Άνθιση:   Ιούλιος-Οκτώβριος

Καρπός:   Αχαίνιο με ωοειδή μαύρα σπέρματα.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, άγονα εδάφη, χωράφια, από 0-300 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Νοτιοανατολική Ινδία.



Euphorbia cassia ssp rigoi

Name/Όνομα:   Ευφορβία ή κάσσια υποείδος η ρικόεια.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Euphorbia cassia ssp rigoi (Freyn) Holmboe

Family/Οικογένεια:   EUPHORBIACEAE




Plant:  Perennial herb.

Stem/s:   Prostrate, ascending or spreading, growing up to 50 cm long or more, rather cylindrical, glaucous-green and glabrous.

Leaves:    Cauline leaves alternate, simple, entire, lanceolate or oblanceolate, glaucous-green, sessile, glabrous, acute or obtuse; ray leaves similar to cauline leaves but usually obtuse at apex.

Flowers: Cyathia on compound umbel-like (pseudosciadium) inflorescences, or solitary at the axils of the upper leaves; ray leaves whorled; axillary rays 0-6; each cyathium consists of a single female flower and few male flowers, accompanied by 4 or 5 greenish, broadly obovate, and nectary glands with rounded edges;  2 male flower consists of a single stamen and the female flower consists of a single, ovoid, pedicellate, 3-locular, glabrous and superior ovary and 3 simple styles; flowers are surrounded by a green, cup-shaped involucre (cyathial leaves).     

Flowering time:   May-September.

Fruit:      Capsule, enclosing ovoid brownish seeds.   

Habitat:   Rocky slopes at igneous soil and open Pine forests, from 1400-1950 m alt.

Native:   Endemic to Cyprus.





Φυτό:   Πολυετής πόα.

Βλαστός/οί:   Απλωμένοι, ανερχόμεοι ή κατακλιμένοι, αναπτυσσόμενοι μέχρι 50 εκ ή περισσότερο, μάλλον κυλινδρικοί, γλαυκοπράσινοι και άτριχοι.

Φύλλα:     Φύλλα βλαστού κατ εναλλαγή, απλά και ακέραια, λογχοειδή ή αντιλογχοειδή, γλαυκοπράσινα, άμισχα, γυμνά, μυτερά ή πλατυκόρυφα.  Φύλλα πρωτογενών ακτίνων παρόμοια με του βλαστού αλλά κυρίως πλατυκόρυφα.

Άνθη:   Τα κυάθια βρίσκονται σε σύνθετες ομπρελλοειδείς (ψευδοσκιάδια) ταξιανθίες ή μονήρη στις μασχάλες των ανώτερων φύλλων.  Φύλλα των πρωτογενών ακτίνων σε σπονδύλους.  Δευτερογενείς ακτίνες 0-6.  Κάθε κυάθιο αποτελείται από ένα απλό θηλυκό άνθος και λίγα αρσενικά άνθη, συνοδευόμενα από 4 ή 5, μελιτοφόρους αδένες, που είναι πράσινοι και πλατειά-αντωειδείς, με στρογγυλεμένες άκρες.  Τα 2 αρσενικά άνθη αποτελούνται από απλό στήμονα, ενώ το θηλυκό άνθος αποτελείται από μια απλή, ωοειδή, γυμνή, έμμισχη και με 3 καρπόφυλλα, επιφυή ωοθήκη, με 3 απλούς στύλους.  Τα άνθη  περιβάλλονται από πράσινο και κυπελλοειδές σύνολο βρακτίων.

Άνθιση:   Μάιος-Σεπτέμβριος.

 Καρπός:   Κάψα, με ωοειδή καστανά σπέρματα.

Ενδιαίτημα:   Βραχώδεις πλαγιές σε πυριγενή πετρώματα και ανοικτά πευκοδάση, από 1400-1950 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ενδημικό της Κύπρου.