Category Archive for ‘Πράσινα’

Populus nigra

Name/Όνομα:   Λεύκη η μελανή.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Populus nigra L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Black popular, Καβάτζιν.

Family/Οικογένεια:   SALICACEAE





Plant:    Dioecious tree growing up to 30 m high.

Trunk:  Erect and thick; bark at first is whitish becoming dark gray with age, groovy and fissured with conspicuous knots; crown wide with spreading branches or narrow with branches parallel to the main trunk; young stems shining brown with several scales; buds oblong-ovate covered with sticky and aromatic scales.

Leaves:  Alternate, simple and petiolate, blade triangular-ovate or rhomboid-ovate, dark green and glabrous above, pale green below, margins conspicuously serrate-dentate, apex acute, base cuneate or truncate; leaves appear after flowers and turn yellow in fall.

Flowers:   Catkins appear before the developing of the leaves, spreading or pendulous; male and female catkins appear on separate trees (dioecious); rachis glabrous; male catkins are thick and cylindrical with numerous, red-violet stamens; female catkins are jug-shaped, narrower and cylindrical, with 2 stigmas.

Flowering time:  February-April.    Fruiting time:  April-May.

Fruit:   Jag-shaped, green, pedicellate and dehiscent capsule, obscurely warty externally and topped by the 2 stigmas; when ripe seeds appear surrounded by wooly hairs, helping their dispersal.    

Habitat:  Wet areas, near springs and streams, forest margins and high-land valleys, also planted in gardens and roadsides.

Native:   Europe, northwestern Africa, western Asia.




Φυτό:   Δίοικο δέντρο με ύψος μέχρι 30 μ.

Κορμός:   Όρθιος και χοντρός.  Φλοιός αρχικά ασπριδερός, αλλά με την πάροδο του χρόνου παίρνει σκούρο γκρίζο χρώμα, φέρει κάθετες αυλακώσεις και εμφανείς ρόζους.  Κώμη ανοικτή με απλωμένους  κλάδους ή στενή με κλαδιά παράλληλα με τον κεντρικό κορμό.  Νεαροί κλάδοι γυαλιστεροί και καστανοί.  Οφθαλμοί προμήκεις-ωοειδείς,  καλυμμένοι με κολλώδη και αρωματικά λέπια.

Φύλλα:   Κατ εναλλαγή, απλά και μακρόμισχα.  Έλασμα τριγωνικό-ωοειδές ή ρομβικό-ωοειδές, με σκούρο πράσινο χρώμα και άτριχο στην πάνω επιφάνεια, με χλωμό πράσινο χρώμα στην κάτω, χείλη έντονα πριονωτά-οδοντωτά, οξυκόρυφα και με μυτερή ή ίσια βάση.  Τα φύλλα εμφανίζονται μετά τα άνθη και γίνονται κίτρινα το φθινόπωρο.

Άνθη:   Οι ίουλοι εμφανίζονται πριν την ανάπτυξη των φύλλων, είναι απλωμένοι και κρεμάμενοι.  Αρσενικοί και θηλυκοί ίουλοι βρίσκονται σε διαφορετικά δέντρα γιατί το δέντρο είναι δίοικο.  Αρσενικοί ίουλοι χοντροί και κυλινδρικοί με πολυάριθμους κόκκινο-ιώδεις στήμονες.  Θηλυκοί ίουλοι σε σχήμα υδρίας, είναι πιο στενοί και κυλινδρικοί, με 2 στίγματα.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Απρίλιος.   Καρποφορία:  Απρίλιος-Μάιος.

Καρπός:   Κάπως διογκωμένη σε σχήμα υδρίας, πράσινη και με ποδίσκο διαρρηκτή κάψα, με  πολύ μικρές σχεδόν αφανείς και ανώμαλες προεξοχές εξωτερικά, και με 2 εμφανή στίγματα στην κορυφή της, οποία όταν ανοίξει εμφανίζονται τα σπέρματα περικυκλωμένα από μαλακές άσπρες τρίχες σαν βαμβάκι, που βοηθούν στην διάδοσή τους.

Ενδιαίτημα:   Υγρές περιοχές, κοντά σε πηγές και ρυάκια, όρια δασών και κοιλάδες μεγάλου υψομέτρου, αλλά και καλλιεργημένα σε κήπους και κατά μήκος δρόμων.

Πατρίδα:   Ευρώπη, βορειοδυτική Αφρική και δυτική Ασία.

Valantia hispida

Name/Όνομα:   Βαλάντια η αδρότριχη.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Valantia hispida L.

Common name/Κοινό Όνομα:  Hairy valantia.

Family/Οικογένεια:   RUBIACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Annual herb growing up to 20 cm high. 

Stem/s:   Erect, branched or unbranched, quadrangular, glabrous below, and densely hispid above, greenish becoming purplish with age.

Leaves:  Simple, entire, obovate or oblanceolate, in whorls of 4, obscurely veined, somewhat thick, the lower short-petiolate and subglabrous, the upper hispid, ± sessile.

Flowers:   Minute, inconspicuous and actinomorphic in whorls of 3 in the axils of the upper leaves; central flowers are   hermaphrodite with 4-lobed corolla and 4 stamens, while the lateral are male with 3-lobed corolla and 3 stamens; corolla-lobes ovate, minutely hispid externally, glabrous internally, greenish to purplish-brown, longer than filaments; all stamens are alternate with corolla-lobes; anthers suborbicular and yellow; ovary inferior, style whitish, 2-parted.

Flowering time:   March-April.

Fruit:   Indehiscent 2-parted capsule, surrounded dorsally by the thickened, hispid and nipple-like, peduncle and pedicel.       

Habitat:   Dry and stony hills, waste ground, side-paths, phrygana, sandy seashores, from 0-1600 m alt.

Native:    Mediterranean region, western Asia.



Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 20 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι, με ή χωρίς διακλάδωση, τετράγωνοι, άτριχοι χαμηλά, με πυκνές αδρότριχες ψηλά, πρασινωπός στην αρχή, πορφυρός με την πάροδο του χρόνου.

Φύλλα:     Απλά, ακέραια, αντωειδή ή αντιλογχοειδή, σε σπονδύλους των 4 φύλλων, με αφανή νεύρωση, κάπως χοντρά, τα χαμηλότερα με κοντό μίσχο και σχεδόν άτριχα, τα ανώτερα αδρότριχα και ± άμισχα.

Άνθη:   Πολύ μικρά, άσημα, ακτινόμορφα, σε σπονδύλους των 3 πάνω στις μασχάλες των ανώτερων φύλλων.  Τα κεντρικά άνθη είναι ερμαφρόδιτα, με 4-λοβη στεφάνη και με 4 στήμονες, ενώ τα πλάγια άνθη είναι αρσενικά, με 3-λοβη στεφάνη και με 3 στήμονες.  Λοβοί στεφάνης ωοειδείς, με μικροσκοπικές αδρότριχες εξωτερικά, άτριχοι εσωτερικά, πρασινωποί ή με πορφυρό-καφέ χρώμα, μακρύτεροι των νημάτων.  Όλοι οι στήμονες εκφύονται κατ εναλλαγή με τους λοβούς της στεφάνης.  Ανθήρες σχεδόν σφαιρικοί και κίτρινοι.  Ωοθήκη υποφυής, στύλος ασπριδερός και διμερής.

Άνθιση:   Μάρτιος-Απρίλιος.

Καρπός:  Διαρρηκτή διμερής κάψα, καλυμμένη ραχιαία από τον διογκωμένο ποδίσκο που φέρει θηλοειδείς προεξοχές μαζί με εμφανείς και πολύ εντυπωσιακές αδρότριχες.

Ενδιαίτημα:  Σε ξηρούς και πετρώδεις λόφους, σε άγονα εδάφη, φρυγανότοπους, και αμμώδεις παραλιακές περιοχές, από 0-1600 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη και Δυτική Ασία.

Emex spinosa

Name/Όνομα:  Έμεξ ο ακανθώδης*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Emex spinosa (L.) Campd

Common name/Κοινό Όνομα:   Spiny emex, Devil´s thorn, Spiny dock.

Family/Οικογένεια:   POLYGONACEAE




Plant:    Annual herb with thick root, growing up to 50 cm high.

Stem/s:   Erect or prostrate, ± branched, ribbed and angled, glabrous, rather fleshy, green or reddish.

Leaves:  Alternate, simple, petiolate; blade oblong-hastate or ovate, glabrous, margins entire or shallowly undulate; petiole flattish above, glabrous, about as long as the blade or longer, often reddish; ochrea** membranous, rather short and reddish.   

Flowers:  Small, green, actinomorphic, unisexual, in racemose clusters; bracts similar to leaves; male flowers in terminal clusters, perianth-segments 6, more or less equal, oblong, free above, connected at the base, acute or obtuse, somewhat concave, green and glabrous; stamens 6, 2-thecous with short and thick, white filaments, anthers yellow becoming brown with age; female flowers at the middle and base of the flowering axon, sometimes mixed with male flowers at terminal clusters, sessile, perianth segments 6, the outer 3 are spreading, triangular and concave, terminating in a rigid spine, the inner 3 are united forming an urn-shaped cup; ovary superior, styles 3, white, stigmas with feathery appearance.

Flowering time:   Jan-April.

Fruit:   Indehiscent achene.    

Habitat:   Sandy shores, grassland and disturbed areas, from 0-150 m alt.

Native:  Mediterranean region.

ochrea** = Dry sheeth round a stem, formed by the connection of stipules. Plural ocreae



Φυτό:   Μονοετής πόα με χοντρή ρίζα και ύψος μέχρι 50 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι ή κατακλιμένοι,  με ή χωρ¨΄ις διακλάδωση, γωνιώδεις και ραβδωτοί, μάλλον σαρκώδεις, πράσινοι ή κοκκινωποί.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά και έμμισχα.  Έλασμα βελοειδές ή ωοειδές και άτριχο, χείλη ακέραια ή αβαθώς κυματοειδή.  Μίσχος επίπεδος από πάνω, γυμνός και συχνά κοκκινωπός, περίπου ισομήκης με το έλασμα ή μακρύτερος.  Στη βάση του μίσχου που ενώνεται με τον βλαστό υπάρχει μεμβρανώδες κοκκινωπό και κάπως κοντό περίβλημα, που προέρχεται από την συνένωση των παράφυλλων.    

Άνθη:   Μικρά, πράσινα, ακτινόμορφα και μονογενή, σε βοτρυοειδείς δέσμες.  Βράκτια παρόμοια των φύλλων.  Αρσενικά άνθη σε επάκριες δέσμες, τμήματα περιανθίου 6, λίγο ή πολύ ισομήκη, προμήκη, ελεύθερα ψηλά, ενωμένα στη βάση τους, οξυκόρυφα ή πλατυκόρυφα, κάπως κοίλα, πράσινα και άτριχα.  Στήμονες 2, 2-θηκοι, με κοντά, χοντρά και λευκά νήματα, και ανθήρες κίτρινους που παίρνουν καφέ χρώμα με την πάροδο του χρόνου.  Θηλυκά άνθη στη μ΄ση και στη βάση του ανθοφόρου άξονα, κάποτε ανάμεσα στα αρσενικά στις επάκριες δέσμες, άμισχα, τμήματα περιανθίου 6, τα 3 εξωτερικά είναι απλωμένα, τριγωνικά και κοίλα, με επάκρια σκληρή άκανθα, τα 3 εσωτερικά είναι ενωμένα και σχηματίζουν κυπελλοειδή κατασκευή που μοιάζει με υδρία.  Ωοθήκη επιφυής, στύλοι 3, λευκοί, στίγματα λεπτά σαν νήματα με εμφάνιση φτερού.

Άνθιση:   Ιανουάριος-Απρίλιος.

Καρπός:   Αδιάρρηκτο αχαίνιο.

Ενδιαίτημα:   Αμμώδεις παραλίες, χορταριασμένες περιοχές και σε κατοικήσιμα εδάφη, από 0-150 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.

Plantago afra

Name/Όνομα:   Πλαντάγο το αφρικανικό*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Plantago afra L

Common name/Κοινό Όνομα:   Sand plantain, Black psyllium, Plantain pucier, Plantain psyllium.

Family/Οικογένεια:   PLATAGINACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Annual herb growing up to 30 cm high. 

Stem/s:  Erect or decumbent, usually unbranched, nearly cylindrical, greenish or purple, sticky, covered with dense glandular hairs.  

Leaves:    Opposite, simple, entire, linear to narrowly lanceolate, sessile, acute at apex, covered with glandular hairs mixed with few, long, straight multicellular hairs near the base

Flowers:   Small, actinomorphic and hermaphrodite, in many-flowered, ovoid spikes, crowded at the apex of the sticky and glandular hairy flowering stems; sepals 4, ovate, acute, subequal and glandular; bracts similar to leaves; corolla-lobes 4, spreading, ovate-acuminate and membranous; stamens 4, long-exserted, filaments erect, purple and glabrous, anthers yellowish, ovate,  versatile, facing inwards, dehiscent longitudinally, with a miniature appendage at the apex; ovary superior, style 1, stigma 1, filiform.

Flowering time:   February-June.

Fruit:   Capsule.    

Habitat:   Waste ground, road sides, field limits, grassy areas, from 0-750 m alt.

Native:   Mediterranean region, southern Asia, central and eastern Africa.




Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 30 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι ή κατακλιμένοι, συνήθως χωρίς διακλάδωση, σχεδόν κυλινδρικοί, πρασινωποί ή πορφυροί, κολλώδεις και καλυμμένοι με πυκνές αδενώδεις τρίχες.

Φύλλα:     Αντίθετα, απλά, ακέραια, γραμμοειδή προς στενά-λογχοειδή, άμισχα, οξυκόρυφα και καλυμμένα με αδενώδεις τρίχες μαζί με λίγες, ίσιες πολυκύτταρες τρίχες, κοντά στη βάση.

Άνθη:  Μικρά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πολυανθείς, ωοειδείς στάχεις, που είναι συγκεντρωμένοι στην κορυφή του κολλώδους και με αδενώδεις τρίχες ανθοφόρου βλαστού.  Σέπαλα 5, ωοειδή, οξυκόρυφα, σχεδόν ισομήκη και αδενώδη.  Βράκτια παρόμοια με τα φύλλα.  Λοβοί στεφάνης 4, απλωμένοι, ωοειδείς, μυτεροί και μεμβρανώδεις.  Στήμονες 4, άνετα εξερχόμενοι της στεφάνης· νήμα όρθιο, πορφυρό και άτριχο· ανθήρες κιτρινωποί, ωοειδείς, οριζόντιοι με μέτωπο προς το κέντρο του άνθους και με κατά μήκος σχίσιμο, ενώ υπάρχει μικροσκοπική προεκβολή στο άκρο τους.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγμα 1 λεπτό σαν νήμα.

Άνθιση:  Φεβρουάριος-Ιούνιος.

Καρπός:   Κάψα.

Ενδιαίτημα:  Κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε άγονα εδάφη, κατά μήκος δρόμων, όρια χωραφιών και χορταριασμένες επιφάνειες, από 0-750 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη, νότια Ασία, κεντρική και ανατολική Αφρική.

Bassia indica

Name/Όνομα:   Μπάσσια η ινδική

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Bassia indica (Wight) A. J. Scott

Common name/Κοινό Όνομα:   Indian bassia.

Family/Οικογένεια:   CHENOPODIACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Annual or biennial herb or undershrub, growing up to 250 cm high. 

Stem/s:   Erect, much branched, spreading above, slightly angular, yellowish or brown, densely covered with whitish, long and soft hairs (wooly).

Leaves:    Alternate, simple, entire, lanceolate, glaucous-green, hairy on both surfaces, apex acute at apex, cuneate at the base, subsessile or sessile.

Flowers:   Solitary and axillary or 1-3 together, in loose many-flowered, lateral spikes; bracts similar to leaves but longer, exceeding perianth´s length; perianth actinomorphic with 5, woolly, imbricate, hooded and incurved segments; 5 ovate and scarious wings, attached segments at their back and finally the perianth wings surround the fruit; stamens 5, filaments white, anthers yellow; ovary superior, style 1, stigmas 2, filiform

Flowering time:  July-October.

Fruit:    Achene with ovoid and black seeds.   

Habitat:   Roadsides, waste areas, fields, from 0-300 m alt.

Native:   S & E India.




Φυτό:   Μονοετές ή διετές φυτό ή ημίθαμνος, με ύψος μέχρι 250 εκ.

Βλαστός/οί: Όρθιοι, πολύκλαδοι, με απλωμένους κλάδους ψηλά, ελαφρά γωνιώδεις, κιτρινωποί ή με καστανό-καφέ χρώμα, καλυμμένοι με πυκνές, ασπριδερές, μακρές και μαλακές τρίχες.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, λογχοειδή, γλαυκοπράσινα, τριχωτά και στις δύο επιφάνειες, οξυκόρυφα ψηλά, και με ευθύγραμμη βάση χαμηλά, σχεδόν άμισχα.

Άνθη:  Μεμονωμένα και μασχαλιαία ή 1-3 μαζί, σε πολυανθείς και πλάγιους στάχεις.  Βράκτια παρόμοια με τα φύλλα, αλλά μεγαλύτερα που ξεπερνούν το μήκος του περιανθίου.  Περιάνθιο ακτινόμορφο, με 5 μέρη, αλληλεπικαλυπτόμενα, τριχωτά, με λυγισμένη προς τα μέσα κορυφή σαν κουκούλα.  5 ωοειδείς και μεμβρανώδεις πτέρυγες, είναι προσκολλημένες στην πίσω όψη των τμημάτων του περιανθίου και τελικά περιβάλλουν τον καρπό.  Στήμονες 5, νήματα λευκά, ανθήρες κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγματα 2, με νηματοειδή όψη.

Άνθιση:   Ιούλιος-Οκτώβριος

Καρπός:   Αχαίνιο με ωοειδή μαύρα σπέρματα.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, άγονα εδάφη, χωράφια, από 0-300 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Νοτιοανατολική Ινδία.



Euphorbia cassia ssp rigoi

Name/Όνομα:   Ευφορβία ή κάσσια υποείδος η ρικόεια.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Euphorbia cassia ssp rigoi (Freyn) Holmboe

Family/Οικογένεια:   EUPHORBIACEAE




Plant:  Perennial herb.

Stem/s:   Prostrate, ascending or spreading, growing up to 50 cm long or more, rather cylindrical, glaucous-green and glabrous.

Leaves:    Cauline leaves alternate, simple, entire, lanceolate or oblanceolate, glaucous-green, sessile, glabrous, acute or obtuse; ray leaves similar to cauline leaves but usually obtuse at apex.

Flowers: Cyathia on compound umbel-like (pseudosciadium) inflorescences, or solitary at the axils of the upper leaves; ray leaves whorled; axillary rays 0-6; each cyathium consists of a single female flower and few male flowers, accompanied by 4 or 5 greenish, broadly obovate, and nectary glands with rounded edges;  2 male flower consists of a single stamen and the female flower consists of a single, ovoid, pedicellate, 3-locular, glabrous and superior ovary and 3 simple styles; flowers are surrounded by a green, cup-shaped involucre (cyathial leaves).     

Flowering time:   May-September.

Fruit:      Capsule, enclosing ovoid brownish seeds.   

Habitat:   Rocky slopes at igneous soil and open Pine forests, from 1400-1950 m alt.

Native:   Endemic to Cyprus.





Φυτό:   Πολυετής πόα.

Βλαστός/οί:   Απλωμένοι, ανερχόμεοι ή κατακλιμένοι, αναπτυσσόμενοι μέχρι 50 εκ ή περισσότερο, μάλλον κυλινδρικοί, γλαυκοπράσινοι και άτριχοι.

Φύλλα:     Φύλλα βλαστού κατ εναλλαγή, απλά και ακέραια, λογχοειδή ή αντιλογχοειδή, γλαυκοπράσινα, άμισχα, γυμνά, μυτερά ή πλατυκόρυφα.  Φύλλα πρωτογενών ακτίνων παρόμοια με του βλαστού αλλά κυρίως πλατυκόρυφα.

Άνθη:   Τα κυάθια βρίσκονται σε σύνθετες ομπρελλοειδείς (ψευδοσκιάδια) ταξιανθίες ή μονήρη στις μασχάλες των ανώτερων φύλλων.  Φύλλα των πρωτογενών ακτίνων σε σπονδύλους.  Δευτερογενείς ακτίνες 0-6.  Κάθε κυάθιο αποτελείται από ένα απλό θηλυκό άνθος και λίγα αρσενικά άνθη, συνοδευόμενα από 4 ή 5, μελιτοφόρους αδένες, που είναι πράσινοι και πλατειά-αντωειδείς, με στρογγυλεμένες άκρες.  Τα 2 αρσενικά άνθη αποτελούνται από απλό στήμονα, ενώ το θηλυκό άνθος αποτελείται από μια απλή, ωοειδή, γυμνή, έμμισχη και με 3 καρπόφυλλα, επιφυή ωοθήκη, με 3 απλούς στύλους.  Τα άνθη  περιβάλλονται από πράσινο και κυπελλοειδές σύνολο βρακτίων.

Άνθιση:   Μάιος-Σεπτέμβριος.

 Καρπός:   Κάψα, με ωοειδή καστανά σπέρματα.

Ενδιαίτημα:   Βραχώδεις πλαγιές σε πυριγενή πετρώματα και ανοικτά πευκοδάση, από 1400-1950 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ενδημικό της Κύπρου.



Εuphorbia helioscopia ssp helioscopia

Name/Όνομα:   Ευφορβία το ηλιοσκόπιον*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Εuphorbia helioscopia L ssp helioscopia

Common name/Κοινό Όνομα:   Sun spurge

Family/Οικογένεια:   EUPHORBIACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:    Annual growing up to 50 cm high.

Stem/s:   Erect, usually simple, unbranched, cylindrical, purplish, sparsely covered with soft, whitish straight hairs.

Leaves:    Alternate simple, entire, and sessile; lower cauline leaves are obovate-spathulate, subglabrous or with sparse, whitish and straight soft hairs, margins serrulate and hairy, apex obtuse, becoming narrow at the base; upper cauline leaves are obovate-serrate, densely covered with whitish hairs above, near the base; ray leaves whorled, broadly obovate, raylet leaves whorled, broadly ovate with toothed margins.

Flowers: Male and female organs are located at cyathia, on compound umbel-like (pseudosciadium) inflorescences; each cyathium consists of a single female flower and few male flowers, accompanied by 4 nectary yellowish/orange glands, of various shape; male flower consists of a single stamen and the female flower consists of a single 3-locular and glabrous ovary and 3 styles which are 2-lobed at apex; flowers are surrounded by a green, cup-shaped involucre (cyathial leaves).     

Flowering time:   January-June.

Fruit:   Dehiscent capsule enclosing brown seeds.    

Habitat:  Roadsides, waste ground, phrygana and cultivated fields, from 0-1100 m alt. 

Native:   Europe, Asia, Northern Africa.




Φυτό:   Μονοετές φυτό με ύψος μέχρι 50 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιος, συνήθως απλός, χωρίς διακλάδωση, κυλινδρικός και πορφυρός, αραιά καλυμμένος με μαλακές, ασπριδερές και ίσιες τρίχες.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια και άμισχα.  Τα κατώτερα φύλλα του βλαστού είναι αντωειδή-σπατουλοειδή,  σχεδόν γυμνά ή με αραιές μαλακές και ασπριδερές τρίχες, με τριχωτά και στρογγυλά-πριονωτά χείλη, πλατύκορφα, ενώ στη βάση σταδιακά στενεύουν.  Ανώτερα φύλλα βλαστού αντωειδή και πριονωτά, πυκνά τριχωτά στην άνω επιφάνεια, κοντά στη βάση.  Φύλλα πρωτογενών ακτίνων πλατειά-ωοειδή σε σπονδύλους, όπως και τα φύλλα των δευτερογενών ακτίνων που έχουν οδοντωτά χείλη.

Άνθη:   Τα θηλυκά και αρσενικά όργανα βρίσκονται στα κυάθια, πάνω σε σύνθετα ψευδοσκιάδια.  Κάθε κυάθιο αποτελέιται από 1 απλό θηλυκό άνθος και μερικά αρσενικά άνθη, και συνοδεύονται από 4 νεκταριοφόρους αδένες, διαφόρου σχήματος, με κίτρινο ή πορτοκαλί χρώμα.  Το αρσενικό άνθος αποτελείται από ένα απλό στήμονα και το θηλυκό από  μια γυμνή ωοθήκη με 3 καρπόφυλλα και 3 στύλους με 2-λοβη κορυφή.  Τα άνθη περιβάλλονται από κυπελλοειδές σύνολο βρακτίων (φύλλα κυαθίου ).

Άνθιση:   Ιανουάριος-Ιούνιος.

Καρπός:   Διαρρηκτή κάψα με καφέ σπέρματα.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, άγονα εδάφη, φρύγανα και καλλιεργημένα χωράφια, από 0-1100 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ευρώπη, Ασία και Βόρεια Αφρική.

Celtis tournefortii

Name/Όνομα:   Κελτίς η τουρνεφόρτια.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Celtis tournefortii Lam.

Common name/Κοινό Όνομα:  Oriental hackberry, Κοκκονιά, Κονναρκά.

Family/Οικογένεια:   CANNABACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Ornamental deciduous shrub or tree, growing up to 8 m high. 

Branches:  Trunk with narrow, vertical, and orange stripes; much branched with ash-chestnut outer bark; twigs at first are green and slightly angled with sparse lenticels, becoming purplish-brown with age and finally they turn into gray.

Leaves:   Alternate, simple, broadly-ovate, blade asymmetric (the 2 parts of lamina are unequal), glabrous, margins serrate, apex shortly acute, base rounded or nearly truncate

Flowers:   Green, not showy, hermaphrodite, solitary and axillary or in clusters; perianth-segments 5, stamens 5, anthers yellow; ovary superior, sessile, subglobose, style 2-partite.

Flowering time:  March-April    Fruiting time: August-October.

Fruit:     Globose drupe** with hard endocarp, at first green, becoming chestnut-orange at maturity.    

Habitat:  Rare in Cyprus, and it is found at rocky and bushy places, from 600-900 m alt.

Native:   Southeastern Europe.


drupe ** = 1-celled fruit in which exocarp is thin, mesocarp is fleshy and the seed is enclosed in a hard endocarp (cherry, olive, plum).



Φυτό:   Διακοσμητικός φυλλοβόλος θάμνος ή δέντρο, με ύψος μέχρι 8 μ.

Κορμός-Κλάδοι :   Κορμός με στενές, πορτοκαλιές και κατακόρυφες λωρίδες,  πολύκλαδος, με τεφροκαστανό ξηρόφλοιο.  Νεαροί κλάδοι στην αρχή πράσινοι και ελαφρά γωνιώδεις με  αραιούς και μικρούς φακοειδείς σχηματισμούς εξωτερικά, γινόμενοι πορφυροκαστανοί με την πάροδο του χρόνου και τελικά παίρνουν γκρίζο χρώμα.

Φύλλα:    Κατ εναλλαγή, απλά, πλατειά-ωοειδή με ασύμμετρο έλασμα δηλ. τα 2 μέρη του ελάσματος είναι άνισα, γυμνά, παρυφές πριονωτές, κορυφή κοντή και μυτερή, βάση στρογγυλεμένη ή σχεδόν ευθύγραμμη.

Άνθη:   Πράσινα, μη ελκυστικά ώστε να περνούν απαρατήρητα, ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα και μασχαλιαία ή σε δέσμες.  Περιάνθιο με 5 τμήματα, στήμονες 5, ανθήρες κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, άμισχη, σχεδόν σφαιρική, στύλος διμερής.

Άνθιση:   Μάρτιος-Απρίλιος.    Καρποφορία:  Αύγουστος-Οκτώβριος.

Καρπός:   Σφαιρική δρύπη με σκληρό ενδοκάρπιο, στην αρχή πράσινη, με καστανό-πορτοκαλί χρώμα στην ωρίμανση.

Ενδιαίτημα:   Σπάνιο στην Κύπρο και απαντάται σε βραχώδεις και θαμνώδεις περιοχές, από 600-900 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Νοτιοανατολική Ευρώπη.


Δρύπη ** =  Καρπός με μεμβρανώδες εξωκάρπιο, σαρκώδες μεσοκάρπιο και ξυλώδες ενδοκάρπιο πχ κεράσι, ροδάκινο.

Quercus alnifolia

Name/Όνομα:   Δρυς η κληθρόφυλλη (σκληθρόφυλλη)

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Quercus alnifolia# Poech.

Common name/Κοινό Όνομα:  Golden oak, Λατζιά

Family/Οικογένεια:   FAGACEAE



Plant:   Evergreen monoecious* shrub or small tree, growing up to 10 m high.

Branches:  Much branched with grey bark; old branches with vertical furrows; twigs are initially gray or greenish, covered with dense stellate hairs.

Leaves:  Alternate, simple, and petiolate; blade obovate, oblong-ovate or suborbicular, very often with convex appearance, dark green and shining above, with golden-brownish hairs beneath, margins strongly or slightly serrate, sometimes entire, apex acute or rounded, base cuneate or rounded; stipules hairy, linear-oblanceolate.

Flowers:  Unisexual, male flowers in dense, hanging or spreading, many-flowered catkins**; perianth cup-shaped, thinly hairy externally, with 6 oblong, subacute lobes; stamens 6, anthers oblong and yellow, exserted; female flowers solitary or in groups of 2-3, sessile or shortly stalked in the leaf axils; involucre scaly; ovary with 3 carpels; styles 3.

Flowering time:  April-May.  Fruiting time:  November-December.

Fruit:  Obovate or subcylindrical nut (acorn) with apiculate apex and narrow base, seated on a woody scaly cupule (acorn cup), solitary or in clusters.

Habitat:   Igneous areas at Troodos with Pinus brutia, from 660-1500 m alt.

Native:   Endemic to Cyprus.

alnifolia# =  The leaves resemble the leaves of “Alnus glutinosa”

Monoecious* = Male and female reproductive organs in separate flowers on the same plant.

Catkin** = Cylindrical, hanging or drooping spike with unisex flowers.



Φυτό:   Αειθαλής μόνοικος* θάμνος ή μικρό δέντρο με ύψος μέχρι 10 μ.

Βλαστός/οί:   Πολύκλαδοι με γκρίζο ξηρόφλοιο.  Παλαιοί κλάδοι φέρουν εξωτερικά κατακόρυφες σχισμές ή αυλακώσεις.  Νεαροί κλάδοι είναι αρχικά πρασινωποί ή γκρίζοι και καλυμμένοι με πυκνές αστεροειδείς τρίχες.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά και έμμισχα.  Έλασμα ελαφρά κυρτωμένο, αντωειδές, προμήκες-ωοειδές ή υποκυκλικό, έχουν σκούρο πράσινο χρώμα και γυαλιστερή άνω επιφάνεια, με χρυσοκαστανές τρίχες στην κάτω, παρυφές (χείλη) έντονα ή ελαφρά πριονωτές, κορυφή μυτερή ή στρογγυλεμένη, βάση στρογγυλή ή ευθύγραμμη.  Παράφυλλα τριχωτά, γραμμοειδή-αντιλογχοειδή.

Άνθη:   Μονογενή με τα αρσενικά άνθη σε πυκνούς, απλωμένους ή κρεμάμενους, πολυανθείς ίουλους**.  Περιάνθιο κυπελλοειδές, ελαφρά τριχωτό εξωτερικά, με 6 προμήκεις και σχεδόν μυτερούς λοβούς.  Στήμονες 6, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι, εξερχόμενοι.  Θηλυκά άνθη μεμονωμένα ή σε δέσμες των 2-3 ανθέων, άμισχα ή κοντόμισχα στις μασχάλες των φύλλων.  Σύνολο βρακτίων σε λεπιοειδή κατασκευή.  Ωοθήκη με 3 καρπόφυλλα και 3 στύλους.

Άνθιση:   Απρίλης-Μάιος.  Καρποφορία:  Νοέμβριος-Δεκέμβριος.

Καρπός:   Αντωειδές ή σχεδόν κυλινδρικό κάρυο (βαλανίδι), με μυτερή κορυφή και στενή βάση, καθισμένο πάνω σε κυπελλοειδή βάση, με έντονα και κυρτά προς τα έξω λέπια, μεμονωμένα ή σε δέσμες.

Ενδιαίτημα:   Σε πυριγενείς περιοχές στο Τρόοδος μαζί με τραχεία πέυκη, από 600-1500 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ενδημικό της Κύπρου.


Το όνομα ¨σκληθρόφυλλη¨ αναφέρεται στην ομοιότητα των φύλλων με τα φύλλα του ¨Σκλήδρου- Alnus glutinosa  

Μόνοικο* =  Φυτό με χωριστά τα αρσενικά από τα θηλυκά όργανα, αλλά πάνω στο ίδιο φυτό, δηλ στήμονες και ύπερος σε διαφορετικά άνθη, στο ίδιο φυτό.

Ίουλος** =  Κυλινδρικός, κρεμάμενος  ή αποπίπτων  στάχυς, με μονογενή άνθη δηλ. υπάρχουν ίουλοι αρσενικοί ή θηλυκοί.

Euphorbia veneris

Name/Όνομα:   Ευφορβία της αφροδίτης

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Euphorbia veneris M.S. Khan.

Common name/Κοινό Όνομα:   Aphrodite’s Spurge, Γαλόχορτον, Sütleğen (Tu).

Family/Οικογένεια:   EUPHORBIACEAE



Plant:   Monoecious perennial plant with milky latex and woody rootstock, growing up 40 cm high.

Stem/s:   Several single stems, ascending or decumbent, cylindrical, glaucous or tinged with purple, and glabrous.

Leaves:   Cauline leaves are alternate, simple, entire, elliptic-lanceolate, sessile, glabrous, glaucous, acute or mucronate at apex; ray leaves whorled, oblong-obovate, forming an almost rounded structure; raylet or cyathial leaves opposite, broadly-ovate, yellowish-green, minutely mucronate at apex, rounded at the basis; primary rays 3-7, secondary rays 0-2.

Flowers:  In green gyathia, on terminal, compound, umbel-like (pseudosciadium) inflorescences; involucre cup-shaped; each cyathium consists of a single female flower and few male flowers, accompanied by 4 nectary glands; male flower consists of a single stamen on the top of a pedicel and the female flower consists of a single ovary on its own pedicel, crowned by 3 styles and a 2- lobed stigma; there are 4 nectary glands of various shapes, oblong, drop-shaped or kidney-shaped, which are green, becoming red with age;  each of the 4 glands bear usually 2 short, cylindrical horns (generally one at each end), which are yellowish-green, becoming chestnut to purplish later; ovary superior, 3-sided, carpels 3, 3-parted ovary, I ovule in each part.

Flowering time:   February-June.

Fruit:     3-sided, dehiscent capsule (regma).

Habitat:     Roadsides, rocky slopes, open pine forests, sunny areas, from 700-1700 m alt.

Native:   Endemic to Cyprus, locally common at mountains of Troodos.



Φυτό:   Μόνοικο πολυετές φυτό ύψους μέχρι 40 εκ,, με γαλακτώδη χυμό και ξυλώδη ρίζα..

Βλαστός/οί:  Αρκετοί απλοί βλαστοί, ανερχόμενοι ή κατακλιμένοι, κυλινδρικοί, με γλαυκό χρώμα αλλά και με πορφυρή χροιά, άτριχοι.  

Φύλλα:     Φύλλα βλαστού κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, ελλειψοειδή’λογχοειδή, άμισχα, με γλαυκό χώμα, μυτερά στην κορυφή ή με μικρή μυτερή προεκβολή.  Ανώτερα φύλλα σε σπόνδυλο, είναι προμήκη-αντωειδή και έχουν ακτινοειδή διάταξη δημιουργώντας μια σχεδόν κυκλική κατασκευή.   Φύλλα κυαθίου αντίθετα, πλατειά-ωοειδή, κιτρινοπράσινα, με μικρή μυτερή προεξοχή στην κορυφή τους, ενώ η βάση είναι στρογγυλεμένη.  Πρωτογενείς ακτίνες 3-7, δευτερογενείς ακτίνες 0-2.

Άνθη:   Σε πράσινα κυάθια, πάνω σε  επάκριες ταξιανθίες που μοιάζουν με σύνθετα σκιάδια

( ψευδοσκιάδια ).  Σύνολο βρακτίων σε κυπελλοειδή σχηματισμό.  Κάθε κυάθιο αποτελείται από ένα απλό θηλυκό άνθος περιτριγυρισμένο από 4 νεκταριοφόρους αδένες.  Το αρσενικό άνθος αποτελείται από ένα απλό στήμονα στην κορυφή ενός ποδίσκου και το θηλυκό άνθος αποτελείται από μια απλή ωοθήκη πάνω στο δικό της ποδίσκο και φέρει στην κορυφή της 3 στύλους που καταλήγουν σε 2-λοβο στίγμα.  Υπάρχουν επίσης 4 νεκταριοφόροι αδένες με διάφορα σχήματα, μπορεί να είναι προμήκεις, να μοιάζουν με σταγόνα ή με ημισέλινο ή ακόμα να έχουν νεφροειδές σχήμα, είναι πρασινωποί αρχικά αλλά τελικά κόκκινοι και κάθε ένας από αυτούς φέρει συνήθως 2 κοντά και κυλινδρικά κεράτια δηλ 1 σε κάθε άκρο, είναι αρχικά πρασινοκίτρινα, αλλά με την πάροδο του χρόνου παίρνουν καστανό προς πορφυρό χρώμα.  Ωοθήκη επιφυής, τρίπλευρη, με 3 καρπόφυλλα και 3 διαμερίσματα, 1 ωάριο σε κάθε διαμέρισμα.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Ιούνιος.

Καρπός:   Τρίπλευρη και διαρρηκτή κάψα.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, σε βραχώδεις πλαγιές, σε ανοικτά πευκοδάση, σε ηλιόλουστες περιοχές, από 700-1700 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ενδημικό της Κύπρου, τοπικά κοινό στα βουνά του Τροόδους.