Category Archive for ‘Πράσινα’

Plantago major

Name/Όνομα:  Πλάνταγον το μείζον 

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Plantago major L.  

Common name/Κοινό Όνομα:  Greater plantain, broadleaf plantain,

Family/Οικογένεια:  PLANTAGINACEAE  


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:  Perennial herb, growing up to 50 cm high.    

Stem/s:  Stemless.

Leaves:  All leaves in basal rosette; alternate, simple, entire or irregularly undulate with tooth-like projections, ovate to broadly-elliptical, ± glabrous, apex acute or obtuse, with 5-9, longitudinal veins, petiole flat, as long as the blade; scape as high as the leaves or higher, cylindrical or slightly striate.   

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite, in many-flowered, elongated, ± glabrous, spikes; bracts ovate ± glabrous;  sepals 4, 1-nerved, green and glabrous with membranous margins; corolla tube ovate and glabrous; lobes 4, spreading, ovate or lanceolate, acute, glabrous, incurved; stamens 4, exserted, alternating with corolla lobes, anthers oblong and yellow, facing inwards; ovary superior, ovate and glabrous, style 1, stigma 1.

Flowering time:  March-October.  

Fruit:   Ovoid capsule enclosing flat seeds.    

Habitat:  Field limits, roadsides, stream-banks, moist places, from 0-1300 m alt.  

Native:  Europe, Northern and Central Asia.




Φυτό:  Πολυετής πόα με ύψος μέχρι 50 εκ.    

Βλαστός:  Χωρίς βλαστό.

Φύλλα:  Όλα τα φύλλα βρίσκονται στη βάση σε ροζέτα.  Είναι κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια ή με άνισα κυματοειδή χείλη που φέρουν προεξοχές που μοιάζουν με δόντια, είναι ωοειδή ή πλατειά-ελλειψοειδή, ± άτριχα, με  μυτερή ή πλατειά κορυφή, με 5-9 επιμήκη νεύρα, με επίπεδο μίσχο που είναι περίπου ισομήκης με το έλασμα του φύλλου.  Ανθοφόρος βλαστός ισοϋψής ή ψηλότερος του επιπέδου των φύλλων, κυλινδρικός ή ελαφρά ραβδωτός.

Άνθη:  Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα , σε πολυανθείς, επιμήκεις, ± άτριχους σπάδικες.  Βράκτια ωοειδή ± άτριχα.  Σέπαλα 4, με ένα νεύρο, πράσινα και άτριχα και με μεμβρανώδη χείλη.  Σωλήνας στεφάνης ωοειδής, και άτριχος.  Λοβοί 4, απλωμένοι, ωοειδείς ή λογχοειδείς, μυτεροί, άτριχοι και στραμμένοι προς τα πίσω.  Στήμονες 4, εκτός στεφάνης, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι, με μέτωπο προς το κέντρο του άνθους.  Ωοθήκη επιφυής, ωοειδής και άτριχη, στύλος 1, στίγμα 1.   

Άνθιση:   Μάρτιος-Οκτώβριος.

Καρπός:   Ωοειδής κάψα περικλείοντας επίπεδα σπέρματα.

Ενδιαίτημα:   Όρια χωραφιών, κατά μήκος δρόμων, όχθες ρυακιών και γενικά κοντά σε υγρές περιοχές, από 0-1300 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ευρώπη, Κεντρική και Βόρεια Ασία.



Rumex pulcher subsp. anodontus 

Name/Όνομα:  Ρούμεξ ο ωραίος υποείδ. άδοντος 

Scientific name/Επιστημονικό όνομαRumex pulcher subsp. anodontus (Hausskn.) Rech. f. 

Common name/Κοινό Όνομα:  Λάπαθο   

Family/Οικογένεια:  POLYGONACEAE


* άδοντος εννοείται με λίγα δόντια, είναι όπως η έννοια αβαθής, δε σημαίνει ότι δεν έχει βάθος.  Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:  Perennial with thick root, growing up to 80 cm high.    

Stem/s:  Erect, much-branched, ribbed, angled, articulated with zig-zag tension, glabrous, green, often tinged red during flowering time, branches several, spreading; ochreae (sheaths surrounding the stem) tubular, close-fitting, glabrous.  

Leaves:  Alternate, oblong or oblong-lanceolate, simple, margins entire or irregularly undulate, glabrous, apex acute, base cuneate, sometimes truncate, petiolate, venation clearly visible especially beneath.   

Flowers:  Inflorescences in terminal panicles; flowers actinomorphic and hermaphrodite, in many-flowered, evenly spaced, whorls; pedicels articulated; perianth with 6 segments, in 2 whorls; outer perianth segments oblong or oblong-ovate, concave, remain small, the inner ovate-deltoid, longer, entire, with spinulose margins and rather few teeth near the base, enveloping the fruit; stamens in 2 whorls of 3; ovary superior, styles 3.

Flowering time:  April-July.  

Fruit:  3-sided, dark reddish, Achene.         

Habitat:  Stream banks, lake shores, moist places, from0-900 m alt.  

Native:  Europe, Mediterranean region, Western Asia.




Φυτό:  Πολυετές φυτό με χοντρή ρίζα και ύψος μέχρι 80 εκ.

Βλαστός:  Όρθιος, διακλαδωμένος, ραβδωτός, γωνιώδης, αρθρωτός με τάση ζιγκ-ζαγκ, άτριχος, πράσινος, με χροιά κόκκινη κατά την ανθοφορία, κλάδοι αρκετοί και απλωμένοι. Τα παράφυλλα συμφύονται και δημιουργούν ένα άτριχο και εφαρμοστό σωλήνα γύρω από τον βλαστό.  

Φύλλα: Κατ εναλλαγή, προμήκη ή προμήκη-λογχοειδή, απλά, ακέραια ή χείλη ανομοιόμορφα κυματοειδή, άτριχα, οξύκορφα, βάση οξεία, κάποτε ευθύγραμμη, έμμισχα, νεύρωση πολύ εμφανής κυρίως στην κάτω επιφάνεια.

Άνθη:  Ταξιανθίες σε επάκριους βότρεις.  Άνθη ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πολυανθείς και σχεδόν σε ίσες αποστάσεις τοποθετημένους σπονδύλους.  Ποδίσκοι αρθρωτοί.  Περιάνθιο με 6 τμήματα, σε 2 σειρές των 3, εξωτερικά τμήματα προμήκη ή προμήκη-ωοειδή, κοίλα, παραμένουν μικρά σε μέγεθος, τα εσωτερικά είναι μεγαλύτερα, ωοειδή-δελτοειδή, ακέραια με αγκαθωτά χείλη και συνήθως με λίγα δόντια στη βάση τους, παραμένουν και περιβάλλουν τον καρπό.  Στήμονες σε 2 σειρές των 3.  Ωοθήκη επιφυής, στύλοι 3.

Άνθιση:  Απρίλιος-Ιούλιος.

Καρπός:   Τρίπλευρο και κοκκινωπό αχαίνιο.

Ενδιαίτημα:   Όχθες ρυακιών, γύρω από λίμνες, υγρές περιοχές, από 0-900 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Ευρώπη, Μεσογειακή ζώνη, Δυτική Ασία.

Filago pyramidata

Name/Όνομα:  Φιλάκο  η πυραμιδοειδής.*  

Scientific name/Επιστημονικό όνομαFilago pyramidata L.

Common name/Κοινό όνομα:  Broad leaved cudweed.   

Family/Οικογένεια:  ASTERACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:  Annual herb growing up to 30 cm high.  

Stem/s:  Erect, spreading, or decumbent, ± branched, nearly cylindrical, covered with ± dense grey-white indumentum.  

Leaves:  Alternate, erect, numerous, simple, entire, oblong, oblanceolate or spathulate, sessile, acute or obtuse, ± densely covered with grey-white indumentum, margins sometimes undulate, central vein distinct beneath.

Flowers:  Male, female or hermaphrodite flowers, in terminal capitula, on forked branches; capitula yellow, numerous, subglobose in outline, surrounded by floral leaves; florets tubular,   equal or topped by the subtending floral leaves; receptacle scales (bracts) 5, erect, ovate-acuminate, membranous, radically arranged along the radius of the floret, so that several florets form a 5-angled, pyramidal capitulum; outer florets female without pappus, inner florets female or hermaphrodite with pappus or functionally male; stamens 5, anthers linear; ovary inferior, style 1, branched.  

Flowering time:  March-June.  

Fruit:  Achenes.       

Habitat:  Roadsides, dry slopes, waste ground, cultivated fields, open forests, from 0-1600 m alt.  

Native:  Mediterranean region, Western and Central Asia.  




Φυτό:  Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 30 εκ.

Βλαστός/οί:  Όρθιοι, απλωμένοι ή αναπτυσσόμενοι κοντά στο έδαφος, σχεδόν κυλινδρικοί,    και καλυμμένοι με ± πυκνό γκρίζο ή ασπριδερό χνούδι.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, όρθια, πολυάριθμα, απλά, ακέραια, προμήκη, αντιλογχοειδή ή σπατουλοειδή, άμισχα, μυτερά ή πλατύκορφα,  με ± πυκνό γκρίζο ή ασπριδερό χνούδι, με ευδιάκριτο το κύριο νεύρο στην κάτω επιφάνεια και κάποτε με κυματοειδή χείλη.     

Άνθη:  Αρσενικά. θηλυκά ή ερμαφρόδιτα, σε επάκρια κεφάλια, πάνω σε διχαλωτούς κλάδους.  Κεφάλια πολυάριθμα, κίτρινα, υποσφαιρικά στο περίγραμμα, περιβαλλόμενα από αρκετά ανθοφόρα φύλλα.  Ανθίδια σωληνοειδή, στο ίδιο ή χαμηλότερο ύψος από τα υποκείμενα ανθοφόρα φύλλα.  Βράκτια 5, μεμβρανώδη, όρθια, ωοειδή και μυτερά, ακτινωτά τοποθετημένα κατά μήκος της ακτίνας του ανθιδίου έτσι ώστε αρκετά ανθίδια, σχηματίζουν ένα 5-γωνικό και σε σχήμα πυραμίδας κεφάλιο.  Τα εξωτερικά ανθίδια είναι θηλυκά χωρίς πάππο, τα εσωτερικά είναι θηλυκά ή ερμαφρόδιτα με πάππο ή δρώντα ως αρσενικά.  Στήμονες 5, ανθήρες γραμμοειδείς.  Ωοθήκη υποφυής, στύλος 1, με διακλάδωση.

Άνθιση:  Μάρτιος-Ιούνιος.

Καρπός:   Αχαίνια.

Ενδιαίτημα:  Ξηρές πλαγιές, κατά μήκος δρόμων, σε άγονα εδάφη και ανοικτά δάση, από 0-1600 μ υψόμετρο.  

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη, Κεντρική και Δυτική Ασία.

Filago eriocephala

Name/Όνομα:  Φιλάκο  η εριοκέφαλη*.  

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Filago eriocephala Guss.

Common name/Κοινό όνομα:  Woollyhead cudweed.   

Family/Οικογένεια:  ASTERACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:  Annual growing up to 35 cm high.  

Stem/s:  Erect, single below, branched at the upper part, cylindrical, and covered with ± dense grey-white indumentum (wooly hairs).  

Leaves:  Alternate, erect, numerous, simple, entire, appressed, oblong to lanceolate, woolly, acute, with undulate margins.      

Flowers:  Male, female or hermaphrodite flowers, in subglobose clusters of terminal capitula, on forked branches; capitula numerous and crowded, surrounded by rather dense woolly hairs.; florets tubular, exceeding flower leaves, the outer female, the inner female or hermaphrodite or functionally male; bracts erect, ovate-acuminate; stamens 5, anthers linear; ovary inferior, style 1, branched.  

Flowering time:  April-June.  

Fruit:  Achenes.       

Habitat:  Coastal habitats, garigue, roadsides, dry hillsides, calcareous soil, from 0-600 m alt.  

Native:  Mediterranean region, Western Asia.  




Φυτό:  Μονοετές με ύψος μέχρι 35 εκ.

Βλαστός:  Όρθιος, χαμηλά απλός, διακλαδωμένος ψηλά, κυλινδρικός και καλυμμένος με ± πυκνό γκρίζο ή ασπριδερό χνούδι από βαμβακερές τρίχες.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, όρθια, πολυάριθμα, απλά, ακέραια, παράλληλα με τον βλαστό, προμήκη ή λογχοειδή, με κυματιστά χείλη.    

Άνθη:  Αρσενικά. θηλυκά ή ερμαφρόδιτα, σε υποσφαιρικές δέσμες από  επάκρια κεφάλια, πάνω σε διχαλωτούς κλάδους.  Κεφάλια πολυάριθμα και συνωστισμένα, περιβαλλόμενα με κάπως πυκνές εριώδεις τρίχες.  Ανθίδια σωληνοειδή υπεράνω των ανθοφόρων φύλλων, τα εξωτερικά θηλυκά, τα εσωτερικά θηλυκά, ερμαφρόδιτα ή δρώντα ως αρσενικά.  Βράκτια όρθια, ωοειδή και οξύληκτα.  Στήμονες 5, ανθήρες γραμμοειδείς.  Ωοθήκη υποφυής, στύλος 1, με διακλάδωση.

Άνθιση:  Απρίλιος-Ιούνιος.

Καρπός:   Αχαίνια.

Ενδιαίτημα:  Συνήθως σε παράκτιες περιοχές, γκαρίγκες, ξηρές πλαγιές, κατά μήκος δρόμων, σε ασβεστολιθικά εδάφη, από 0-600 μ υψόμετρο.  

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη, Δυτική Ασία.

Lagoecia cuminoides

Name/Όνομα: Λακοέκια η κυμινοειδής *

Scientific name/Επιστημονικό όνομαLagoecia cuminoides L.  

Common name/Κοινό Όνομα:  Lagoecia, fluffy thimbleweed   

Family/Οικογένεια:  APIACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:  Annual herb growing up to 40 cm high.

Stem/s:  Erect, slender, branched and glabrous,, with longitudinal narrow grooves, green,  becoming purplish with age.  

Leaves:  Alternate, simple, oblong in outline, divided into opposite or nearly so, lobes; lobes obovate, thick, subglabrous or scabrid, sessile, terminating into 3 triangular-aristate segments, with rather long, whitish and membranous sheaths at the base.

Flowers:  Aromatic, numerous, actinomorphic and hermaphrodite, in lateral and terminal compound sciadia*(umbels); peduncles at first nodding, becoming erect later; bracts leaf-like, bracteoles with comb-like projections; sepals 5, erect, ovate, green, with comb-like projections at apex; petals 5, obovate, white, minute, with 2 long awns at apex; stamens 5, alternate with petals; ovary inferior, style 1 , stigma 1, capitate.

Flowering time:  March-May.

Fruit:  Mericarps.       

Habitat:  Roadsides, waste ground, stony hillsides and cultivated fields, from 0-1000 m alt.

Native:  Mediterranean region, Western Asia.



Φυτό:  Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 40 εκ.  

Βλαστός:  Όρθιος, λεπτός, άτριχος , με διακλάδωση, και με επιμήκεις στενές ραβδώσεις, πράσινος στην αρχή, πορφυρός μετά.  

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, απλά, προμήκη στο περίγραμμα, διαιρεμένα σε αντίθετους ή σχεδόν αντίθετους λοβούς.  Λοβοί αντωειδείς, χοντροί, σχεδόν άτριχοι ή με κοντές και σκληρές τρίχες, άμισχοι, με 3 πολύ εμφανή, τριγωνικά και με αθέρα στην κορυφή τους τμήματα, με μάλλον μακρύ, ασπριδερό και μεμβρανώδη κολεό στη βάση τους.       

Άνθη:  Αρωματικά, πολυάριθμα, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πλάγια και επάκρια, σύνθετα σκιάδια.  Ποδίσκοι στην αρχή με κλίση προς τα κάτω, αργότερα όρθιοι.  Βράκτια παρόμοια των φύλλων, βρακτίδια με κτενοειδείς προεξοχές.  Σέπαλα 5, όρθια, ωοειδή, πράσινα, με κτενοειδείς προεξοχές στην κορυφή.  Πέταλα 5, αντωειδή, πολύ μικρά, με 2 μικρούς αθέρες στην κορυφή τους.  Στήμονες 5, κατ εναλλαγή με τα πέταλα.  Ωοθήκη υποφυής, στύλος 1, στίγμα 1, κεφαλωτό.

Άνθιση:  Μάρτιος-Μάιος. 

Καρπός:   Μερικάρπια.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, άγονα εδάφη, χαλικώδεις πλαγιές και καλλιεργημένα χωράφια, από 0-1000 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη, Δυτική Ασία.


Plantago coronopus subsp. commutata

Name/Όνομα:  Πλαντάγον το  κορωνόποδο υποείδ. το μετασχηματισμένο 

Scientific name/Επιστημονικό όνομαPlantago coronopus subsp. commutata (Guss.) Pilg.

Common name/Κοινό Όνομα: Buck’s-horn plantain, τσαλαπετεινός, κορακοπόδι, λιθόσπαστος.

Family/Οικογένεια:  PLANTAGINACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

Πήρε το όνομα αυτό λόγω της ομοιότητας των φύλλων του με το πόδι του πουλιού κοράζινος , που είναι ο κόρωνος ή το κοράκι.



Plant:  Annual or biennial herb.      

Stem/s:  Very short or stemless.

Leaves:  Variable in a basal, usually flat rosette, simple, petiolate, glabrous or densely hairy, oblanceolate in outline, up to 15 cm long by 1.5-2 cm wide, entire or deeply divided once or twice, into acute and stalkless, oblong-ovate lobes.(coronopus = coronos + pus, in Greek coronos is the bird crow, pus = πόδι, is the crow´s foot , the shape of leaves resemble crow´s foot)   

Flowers:  Very small, actinomorphic and hermaphrodite, in long, many-flowered, cylindrical spikes*, at the end of many, adpressed hairy, flowering stems (scapes), often upcurved at apex and exceeding leaves´rosette; Bracts erect, ovate, convex, apex cuspidate,  with ciliated, membranous and transparent margins; sepals 4, erect, ovate, ciliated, in 2 different pairs, upper (adaxial) sepals conspicuously winged, lower (abaxial) sepals without wings; corolla lobes 4, alternating with sepals, ovate, spreading, acute, transparent-membranous with a distinct brownish midvein, glabrous; stamens 4, filaments long, anthers versatile**, facing inwards, yellow; ovary superior, ovoid, hairy, style 1 long and hairy, stigma 1.

Flowering time:  February-October.  

Fruit:   Ovoid capsule.       

Habitat:  Waste ground, roadsides, uncultivated fields, dry hillsides, from 0-1200 m alt.  

Native:  Mediterranean region, Western Europe, Western Asia.  

spike * = unbranched inflorescence with sessile flowers.

versatile anther** = when a filament´s apex, attaches an anther near  its middle.



ΦυτόΜονοετής ή διετής πόα.  

ΒλαστόςΠολύ κοντός ή χωρίς βλαστό.  

ΦύλλαΠοικιλόμορφα σε συνήθως επίπεδη ροζέτα, απλά, έμμισχα, άτριχα ή πυκνά τριχωτά, αντιλογχοειδή στο περίγραμμα, μέχρι 15 εκ μήκος ή και περισσότερο και 1,5-2 εκ. πλάτος, ακέραια ή βαθειά διαιρεμένα 1 ή 2 φορές σε οξύκορφους και άμισχους, προμήκεις-ωοειδείς λοβούς. (coronopus = coronos + pus, στα Ελληνικά coronos είναι το κοράκι ή κόρωνος, pus = πόδι, δηλ, το σχήμα των φύλλων μοιάζει με το πόδι του κόρωνου).


Άνθη:   Πολύ μικρά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε μακρούς, πολυανθείς και κυλινδρικούς στάχεις, στα  άκρα αρκετών ανθικών αξόνων, που καλύπτονται από πυκνές και παράλληλες με τον άξονα τρίχες.  Οι στάχεις συχνά ξεπερνούν την ακτίνα της ροζέτας των φύλλων και μπορεί να έχουν τα άκρα τους λυγισμένα προς τα πάνω.  Βράκτια όρθια, κοίλα, ωοειδή, με κάπως σκληρή και μυτερή κορυφή και με μεμβρανώδη, βλεφαριδωτά και διαφανή χείλη.  Σέπαλα 4, όρθια, ωοειδή και βλεφαριδωτά, σε 2 διαφορετικά ζευγάρια, τα ανώτερα (ραχιαία) εμφανώς πτερυγωτά και τα κατώτερα (κοιλιακά ) χωρίς πτέρυγες.  Λοβοί στεφάνης 4, κατ εναλλαγή με τα σέπαλα, ωοειδή, απλωμένα, οξύκορφα, διαφανή και μεμβρανώδη και με ένα καφέ χρώματος πολύ εμφανές κεντρικό νεύρο.  Στήμονες 4, νήμα μακρύ που η κορυφή του ακουμπά  στο μέσο του ανθήρα και ανθήρες κίτρινους που έχουν μέτωπο προς το κέντρο του άνθους.  Ωοθήκη επιφυής, ωοειδής και τριχωτή, στύλος 1, μακρύ και τριχωτός, στίγμα 1.    

Άνθιση:  Φεβρουάριος-Οκτώβριος.  

Καρπός:  Ωοειδής κάψα.

Ενδιαίτημα:  Άγονα εδάφη, κατά μήκος δρόμων, ακαλλιέργητα χωράφια και ξηρές πλαγιές από 9-1200 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη, Δυτική Ευρώπη, Δυτική Ασία.  



Polycarpon tetraphyllum

Name/Όνομα:  Πολύκαρπον το τετράφυλλον.   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαPolycarpon tetraphyllum (L.) L.   

Common name/Κοινό Όνομα:  Four-leaved allseed, fourleaf allseed, fourleaf manyseed.   

Family/Οικογένεια:  CARYOPHYLLACEAE  


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:  Annual herb, up to 10 cm high.    

Stem/s:  Decumbent, prostrate or erect, much-branched, ridged and scarious, green when young, distinctly red at nodes, becoming reddish with age.  

Leaves:  Simple, entire, obovate or spathulate, obscurely veined above, with a distinct, often reddish main vein beneath, blade and margins scabrous, apex obtuse or ± acute; lower leaves opposite and petiolate, upper leaves sessile, in whorls of 4; stipules ovate-triangular, membranous, white, usually divided in 2 at the upper half.     

Flowers:  Tiny, actinomorphic and hermaphrodite, in many-flowered, and branched clusters (cymes); bracts white, membranous, acuminate; sepals spreading, green with scarious margins, apex blackish-green, cucculate and apiculate; inner sepals larger and wider than outer one´s; petals oblong, narrow, white and membranous, with truncate or minutely emarginated apex; stamens 3, filaments free, white and glabrous, anthers suborbicular, yellow; ovary superior, sub-spherical, greenish, style 1, 3-lobed at apex.   

Flowering time:  February-June.  

Fruit:  Ovoid capsule, seeds curved, brown.    

Habitat:  Waste ground, roadsides, sandy areas, and uncultivated fields, from 0-1300 m alt.    

Native:  Mediterranean region, Southern Europe.     



Φυτό:  Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 10 εκ.

Βλαστός-οί: Όρθιοι, κατακλιμένοι ή παράλληλοι με το έδαφος, πολύκλαδοι, με επιμήκεις ραβδώσεις και με ανώμαλη όμως επιφάνεια που δυσκολεύει την αφή, πράσινοι οι νεαροί και με εμφανή κόκκινη ζώνη στα γόνατα, κοκκινωποί με την πάροδο του χρόνου.  

Φύλλα:  Απλά, ακέραια, αντωειδή ή σπατουλοειδή, με αφανή νεύρωση, αλλά με εμφανές και συχνά κοκκινωπό κεντρικό νεύρο στην κάτω επιφάνεια, έλασμα και χείλη με πολύ μικρές ανωμαλίες, πλατύκορφα ή σχεδόν οξύκορφα.  Χαμηλά φύλλα αντίθετα και έμμισχα, ανώτερα φύλλα άμισχα και σε σπονδύλους των 4 φύλλων.  Παράφυλλα ωοειδή-τριγωνικά, λευκά και μεμβρανώδη, συνήθως διαιρεμένα στο άνω μισό, ώστε να φαίνονται 2-κορφα.      

Άνθη:  Πολύ μικρά, πολυάριθμα, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα,  σε πολυανθείς και πολύκλαδες κυματοειδείς ταξιανθίες.  Βράκτια μεμβρανώδη και μυτερά όπως τα παράφυλλα.  Σέπαλα απλωμένα, πράσινα με λευκά και μεμβρανώδη χείλη, κορυφή μυτερή και με κουκούλα, με σκούρο πράσινο χρώμα.  Εσωτερικά σέπαλα (3) μεγαλύτερα και πλατύτερα των εξωτερικών (2).  Πέταλα προμήκη, λευκά και μεμβρανώδη, με ίσια κορυφή ή με μικρή εγκοπή.  Στήμονες 3, νήμα ελεύθερο και άτριχο, ανθήρες κίτρινοι και σχεδόν στρογγυλεμένοι στην όψη.  Ωοθήκη επιφυής, υποσφαιρική και πρασινωπή, στύλος με 3-λοβη κορυφή.    

Άνθιση:  Φεβρουάριος-Ιούνιος.  

Καρπός:   Ωοειδής κάψα με λυγισμένα και με καφέ χρώμα σπέρματα.

Ενδιαίτημα:  Άγονα εδάφη, κατά μήκος δρόμων, αμμώδεις περιοχές, και ακαλλιέργητα χωράφια, από 0-1300 μ υψόμετρο.    

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη και Νότια Ευρώπη.  



Morus alba

Name/Όνομα:  Μορέα η λευκή.   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαMorus alba L.

Common name/Κοινό Όνομα:  White mulberry, Μουριά, Συκαμινιά, Βαβατσινιά.   

Family/Οικογένεια:  MORACEAE



Plant:  Deciduous, monoicous or dioecious tree, up to 15 m high.    

Trunk-branches:  Trunk erect, much-branched; bark grayish-chestnut and wrinkled on the older branches; young branches similar in color with sparse, elliptic lenticels, glabrous; branches erect or spreading, giving a rounded shape.

Leaves:  Alternate, broadly-ovate, simple, entire or variously lobed, petiolate, cordate at the base, acute or obtuse at apex, margins obtusely serrate, upper surface dark green and shining,  pale green and sparsely pubescent on the main nerves beneath; petiole longer than Morus nigra´s petiole.       

Flowers:  Unisexual, numerous, green, inconspicuous, on pendulous, axillary, ovoid or cylindrical catkins; male and female flowers may occur on the same or separate trees;          

Flowering time:  April-June.     

Fruit:  Ovoid or cylindrical syncarp*, made up of many achenes; when the fruit matures, is white, sometimes red, with sweet juice, very tasty (June-July).       

NativeNorthern China, India.



Φυτό: Φυλλοβόλο μόνοικο ή δίοικο δένδρο με γαλακτώδη χυμό, ύψους μέχρι  15m.     

Κορμός: Κορμός όρθιος και πολύκλαδος με τεφροκαστανό ρυτιδωμένο φλοιό (γηραιοί κορμοί). Νεαροί βλαστοί ομοίου χρώματος, με αραιά και μικρά ελλειψοειδή στίγματα. Κλάδοι όρθιοι ή απλωμένοι, δίνουν στο δέντρο μια κάπως σφαιρική κόμη.

Φύλλα: Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια ή λοβωτά, έμμισχα, ωοειδή, με καρδιοειδή βάση και πριονωτό χείλος. Άνω επιφάνεια σκουροπράσινη, γυαλιστερή  και γυμνή, κάτω επιφάνεια ανοικτοπράσινη και με λίγες τρίχες κυρίως επί των νεύρων (διαφορά από την μαύρη).  Μίσχος μακρύτερος από της  μαύρης μουριάς.

Άνθη: Άνθη πράσινα, αφανή, μασχαλιαία, μονογενή, δηλ αρσενικά ή θηλυκά, στο ίδιο ή διαφορετικό δένδρο σε κρεμάμενες ταξιανθίες που λέγονται ίουλοι.    

Άνθιση:  Απρίλιος-Ιούνιος.

Καρπός:  Ωοειδές ή κυλινδρικό συγκάρπιο, που αποτελείται από πολλά αχαίνια.   Ο ώριμος καρπός είναι λευκός, κάποτε κόκκινος, χυμώδης και με γλυκιά γεύση.

Ενδιαίτημα:  Απαντάται σε αυλές σπιτιών και κήπους, αλλά και στην ύπαιθρο μέχρι 1400m.

Πατρίδα:  Βόρεια Κίνα, Ινδία.

  • Μονογενή είναι τα άνθη που είναι μόνο αρσενικά ή μόνο θηλυκά, δηλ έχουν μόνο στήμονες ή μόνο ύπερο.
  • Μόνοικο είναι το φυτό πάνω στο οποίο υπάρχουν και αρσενικά και θηλυκά άνθη.
  • Δίοικο είναι το φυτό πάνω στο οποίο υπάρχουν μόνο αρσενικά ή μόνο θηλυκά άνθη, δηλ τα αρσενικά και θηλυκά άνθη βρίσκονται σε διαφορετικά φυτά.
  • Ίουλος = όταν ο κύριος άξονας είναι χαλαρός και η κρεμάμενη συνήθως ταξιανθία πέφτει ολόκληρη κατά την ωρίμανση.
  • Συγκάρπιο είναι ο καρπός όπου τα σαρκώδη περιάνθια φύλλα, συγκρατούν γονιμοποιημένες ωοθήκες πολλών θηλυκών ανθέων
  • Αχαίνιο είναι ο καρπός όπου ο φλοιός του σπέρματος, το δερματώδες περικάρπιο και ο ανθικός άξονας, συμφύονται.
Euphorbia thomsonii

Name/Όνομα:  Ευφόρβια η θομπσόνεια (του Thomson).

Scientific name/Επιστημονικό όνομαEuphorbia thomsonii Homboe.

Common name/Κοινό Όνομα:  Thompson´s spurge, Φλόμος 

Family/Οικογένεια:  EUPHORBIACEAE  



Plant:  Monoecious, perennial herb or small shrub, growing up to 1,5 m high.

Stem/s:  Erect, robust, unbranched, cylindrical with milky latex, green towards apex, glabrous or obscurely pubescent when young, woody and marked with scars below; several lateral flowering branches.

Leaves:  Lower leaves arising from the middle of the stem, alternate, simple, entire, oblong-oblanceolate, pubescent, mostly on the margins and on the central vein, apex usually obtuse or rounded, more rarely emarginate, base narrow, petiole short; upper leaves and ray-leaves much shorter than lower leaves, broadly-obovate, apex rounded, pubescent only on the margins and on the central vein, sessile, with a prominent reddish area at the base; raylet or cyathial leaves, whorled, free, similar to ray-leaves but minutely mucronate, 7-10 usually 8, forming an almost rounded structure.

Flowers:  In green cyathia, on compound umbel-like (pseudosciadium) inflorescences; each cyathium consists of a single female flower and few male flowers accompanied by 4 nectary glands; male flower consists of a single stamen on the top of a pedicel and the female flower consists of a single ovary on its own pedicel and 3 styles which are 2-lobed at apex; nectary glands are dark-colored and of various shapes; flowers are surrounded by a green, cup-shaped involucre (cyathial leaves).   

Flowering time:  February-April.

Fruit:  Hairy, 3-lobed capsule.

Habitat:  Rare in Cyprus, and it is found at shrub-lands, garigues, dry slopes and pine-forests from 150-400m alt.

Native:  Cyprus, Turkey.



Φυτό:  Πολυετής και μόνοικη (αρσενικά και θηλυκά άνθη στο ίδιο φυτό)  πόα ή μικρός θάμνος, με ύψος μέχρι 1,5 μ.

Βλαστός: Όρθιοι, εύρωστοι, χωρίς διακλάδωση, κυλινδρικοί με γαλακτώδη χυμό, πράσινοι προς την κορυφή, γυμνοί ή με σχεδόν αφανή τριχίδια οι νεαροί, ξυλώδεις με εμφανείς οριζόντιες ουλές  χαμηλότερα, ενώ υπάρχουν και αρκετοί πλάγιοι ανθοφόροι κλάδοι.

Φύλλα:  Τα χαμηλά φύλλα εκφύονται από τα μέσα των βλαστών, κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, προμήκη-αντιλογχοειδή, χνουδωτά κυρίως στα χείλη και στο κεντρικό νεύρο, κορυφή συνήθως πλατειά ή στρογγυλεμένη, λιγότερο συχνά με μικρή εγκοπή, βάση στενή, μίσχος κοντός.  Ανώτερα φύλλα εμφανώς μικρότερα των χαμηλών, πλατειά-αντωειδή, με στρογγυλή κορυφή, με τριχίδια μόνο στα χείλη και στο κεντρικό νεύρο, άμισχα, με εμφανή κόκκινη περιοχή στη βάση τους.  Φύλλα πρωτογενών ακτίνων σε σπονδύλους των 7-10, συνήθως 8 φύλλων, ελεύθερα, παρόμοια με τα ανώτερα αλλά με πολύ μικρή προεξοχή στην κορυφή τους και όλα μαζί δημιουργούν μια σχεδόν κυκλική κατασκευή που μοιάζει με αβαθές πιάτο.      

Άνθη:  Σε πράσινα κυάθια, σε σύνθετες  ταξιανθίες (ψευδοσκιάδια) που μοιάζουν με σκιάδια.  Κάθε κυάθιο αποτελείται από ένα θηλυκό και μερικά αρσενικά άνθη, μαζί με 4 νεκταριοφόρους αδένες.  Το αρσενικό άνθος αποτελείται από ένα απλό στήμονα πάνω σε ποδίσκο, το δε θηλυκό αποτελείται από μια απλή ωοθήκη και 3 στύλους που είναι 2-λοβοι στην κορυφή τους.  Οι νεκταριοφόροι αδένες είναι σκουρόχρωμοι και με διάφορα σχήματα.  Τα άνθη περιβάλλονται από κυπελλοειδή κατασκευή από πράσινα και πλατειά σαν βράκτια φύλλα.     

Άνθιση:  Φεβρουάριος-Απρίλιος

Καρπός:  Τριχωτή, 3-λοβη κάψα.

Ενδιαίτημα:  Σπάνιο φυτό και απαντάται σε θαμνότοπους, φρυγανότοπους, ξηρές πλαγιές και πευκοδάση, από 150-400 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Μόνο στην Κύπρο και την Τουρκία.

Juniperus excelsa

Name/Όνομα:  Άρκευθος η υψηλή   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαJuniperus excelsa M. Bieb.  

 Common name/Κοινό όνομα:  Greek juniper, Αόρατος    

Family/Οικογένεια:  CUPTESSACEAE




Plant:  Monoecious or dioecious evergreen tree growing up to 20m high or prostrate shrub; foliage pyramidal turns to spread with age.

Trunk:  Thick, erect or prostrate, bark greyish, turns to reddish-brown with age, furrowed, peeling in longitudinal strips.

Leaves:  3-whorled, very small, glaucous-green, ovate and acute or needle-shaped when young, scale-like later.

Flowers:  Unisex; male strobili numerous, small, terminal, greenish turning to yellowish-brown; female strobili axillary and solitary, purplish-green or bluish, turning to dark purplish or blackish with age.

Flowering time:  December-June.

Fruit:  Spherical, bluish-black strobilus with 2-9 angular seeds.

Habitat:  Igneous rocky slopes from 1100-1600 m alt

Native:   Eastern Mediterranean region, Balkans, Western Asia.




Φυτό:  Μόνοικο ή δίοικο αειθαλές δένδρο με ύψος μέχρι 20μ ή κατακλιμένος θάμνος με φύλλωμα αρχικά πυραμιδοειδές και μετά με απλωμένα κλαδιά. 

Κορμός:  Χοντρός, όρθιος ή κατακλιμένος, φλοιός αρχικά γκριζωπός, αργότερα με κοκκινωπό προς καφέ χρώμα.  Ο φλοιός σχίζεται τελικά σε λωρίδες που αποχωρίζονται από τον κορμό και πέφτουν. 

Φύλλα:  Σε σπονδύλους των 3 φύλλων, πολύ μικρά, γλαυκοπράσινα, ωοειδή και μυτερά ή βελονοειδή τα νεαρά, λεπιοειδή τα παλαιότερα.

Άνθη:  Μονογενή, αρσενικό στρόβιλοι πολυάριθμοι, επάκριοι, πρασινωποί γινόμενοι με την ηλικία κιτρινοκαφέ,  Θηλυκοί στρόβιλοι μασχαλιαίοι και μεμονωμένοι, πορφυροπράσινοι ή με ουρανί χρώμα, γινόμενοι σκοτεινοπορφυροί ή μαυριδεροί με την ηλικία.

Άνθιση:  Δεκέμβριος-Ιούνιος. 

Καρπός:   Στρόβιλος σφαιρικός με ουρανί προς μαύρο χρώμα που περιέχει 2-9 γωνιώδη σπέρματα.

Ενδιαίτημα:  Βραχώδεις πυριγενείς πλαγιές από 1100-1600μ υψόμετρο.   

Πατρίδα:  Ανατολική Μεσογειακή ζώνη, Βαλκάνια, Δυτική Ασία.