Archives

Category Archive for ‘Κίτρινα’

Momordica charantia

 

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Momordica charantia L.     

Common name/ Κοινό όνομα:  Bitter gourd, bitter cucumber, bitter melon, balsam pear       

Family/Οικογένεια:   CURCUBITACEAE

 

  Momordica charantia is a monoecious, annual and herbaceous climber, growing up to 5m high.  Stems are many, fast growing, much branched, 5-angular or ribbed, green, usually hairy, spreading or climbing using tendrils; tendrils are axillary and spiral at opposite sides, unbranched, ribbed and hairy, twining anticlockwise, longer than leaves.  Leaves are alternate, simple, palmately lobed, rounded in outline, petiolate; lobes 5-9, unequal, margins crenate, hairy on both sides especially on the margins and on the veins beneath; petiole ribbed and sparsely hairy.  Flowers unisex, actinomorphic, solitary; bract leaf-like, semicircular with hairy margins, arising from the base of peduncle; male flowers larger and more in number than female flowers with 5 yellow, impricate, more or less equal, ovate and hairy petals; calyx campanulate with 5, oblong-lanceolate, green and hairy sepals which are connected at base; stamens 5 located at the center of the flower; female flowers similar to male flowers and they are recognized from the prominent longitudinal protuberance (swelling) at the base of the sepal tube; ovary inferior, stigmas 3.  Flowering time November-December (Cyprus).  The fruit is a pendulous, egg-shaped or oblong and fleshy berry with warty surface, green and hairy when immature, orange–yellow and hairless in maturity; the fruit splits at the top revealing the red   seeds.  Native to Africa, south and south-east Asia.

 Περιγραφή

Μονοετές, μόνοικο, ποώδες και αναρριχόμενο φυτό που μπορεί να φθάσει τα 5μ ύψος.  Βλαστοί αρκετοί, πολύκλαδοι, γρήγορα αναπτυσσόμενοι, 5-γωνοι ή με ραβδώσεις, πράσινοι, συνήθως με αραιό τρίχωμα, απλωμένοι ή αναρριχώμενοι με τη βοήθεια ελίκων.  Οι έλικες βγαίνουν από τις μασχάλες των φύλλων, είναι σπειροειδώς τοποθετημένοι και σε αντίθετες θέσεις, χωρίς διακλάδωση, περιστρεφόμενοι αντίθετα των δεικτών του ρολογιού και είναι ίσοι ή μακρύτεροι των φύλλων.  Τα φύλλα είναι κατ εναλλαγή, απλά, με στρογγυλό περίγραμμα, παλαμοσχιδή, λοβωτά και έμμισχα.  Λοβοί 5-9, άνισοι, με οδοντωτό χείλος, τριχωτοί και στις 2 επιφάνειες, αλλά περισσότερο στα χείλη και στα νεύρα της κάτω επιφάνειας.  Μίσχος ραβδωτός με αραιό τρίχωμα.  Άνθη μονογενή, ακτινόμορφα και μεμονωμένα.  Βράκτια φυλλόμορφα, σχεδόν κυκλικά, με τριχωτό χείλος και αναπτυσσόμενα από τη βάση του ποδίσκου.  Τα αρσενικά άνθη είναι μεγαλύτερα και περισσότερα από τα θηλυκά, έχουν 5 κίτρινα, αλληλεπικαλυπτόμενα, λίγο ή πολύ ισομήκη, ωοειδή και ελαφρά τριχωτά πέταλα.  Κάλυκας καμπανοειδής με 5 προμήκη-λογχοειδή, πράσινα και τριχωτά σέπαλα που ενώνονται στη βάση τους.  Στήμονες 5 με κεντρική θέση.  Θηλυκά άνθη παρόμοια με τα αρσενικά αλλά ξεχωρίζουν από την εμφανή και διογκωμένη προέκταση που ξεκινά από τη βάση του κάλυκα και συνεχίζεται προς τα κάτω.  Ωοθήκη υποφυής, στίγματα 3.  Άνθιση Νοέμβριος-Δεκέμβριος (Κύπρος).  Ο καρπός είναι μια κρεμάμενη, ωοειδής ή επιμήκης και σαρκώδης ράγα, με εξωτερικές ραβδώσεις και ανώμαλη επιφάνεια, που είναι πράσινη στην αρχή αλλά στην ωρίμανση παίρνει πορτοκαλοκίτρινο χρώμα και ανοίγει στην κορυφή της αποκαλύπτοντας τα κόκκινα σπέρματα. Πιθανότερη πατρίδα του η Βόρεια Αφρική και η Νότια και ανατολική Ασία.

Cajanus cajan

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Cajanus cajan (L.) Millsp.

Common name/Κοινό όνομα: Pigeon pea, No eye pea. Pois cajan, Gandul, Guandu, Straucherbse, Caiano

Family/Οικογένεια: FABACEAE

 

Description

Cajanus cajan is a perennial shrub, usually grown as an annual, growing up to 5m tall but much smaller in dry regions.  Stems erect, woody, much-branched with brown color; younger stems are angular and pubescent.  Primary leaves are opposite and simple but later they become compound, alternate, pinnately trifoliate with very short stipules, petiolate; petiole angular and hairy; leaflets lanceolate to elliptic, pubescent and dark green on the upper surface, whitish-green with prominent venation beneath, apex and base acute, petiolule* hairy, very short except the central one.Flowers zygomorphic and hermaphrodite, in axillary or terminal racemes; peduncle purplish and hairy, longer than calyx tube; corolla yellow; standard petal erect, semicircular, striated with orange streaks at basis, notched at apex, margins often rolled forward, glabrous; lateral petals (wings) ovate, glabrous; keel whitish-yellow, upcurved; calyx cylindrical, glandular-pubescent, shorter than standard’s length, greenish-purplish, 2-lobed, upper lobe shorter, 2-parted, often rolled back, lower lobe with triangular teeth; stamens 10, filaments white, glabrous, anthers yellow; ovary superior, style 1, stigma 1, greenish, swollen at apex.  Fruit is a pod, depressed between the seeds.  Flowering time November-February (Cyprus).  Native to India.

petiolule*= the stalk of a leaflet

 

Περιγραφή

Πολυετής θάμνος που συνήθως αναπτύσσεται ως μονοετές φυτό και που μπορεί να φθάσει τα 5μ ύψος αλλά συνήθως στις πιο ξηρές περιοχές αρκετά χαμηλότερο.  Βλαστοί όρθιοι, ξυλώδεις, πολύκλαδοι με καστανό χρώμα.  Νεαρότεροι κλάδοι τριχωτοί και γωνιώδεις.  Αρχικά φύλλα απλά και αντίθετα αλλά μετά γίνονται σύνθετα, κατ εναλλαγή, τρίφυλλα με πολύ μικρά παράφυλλα, έμμισχα.  Μίσχος γωνιώδεις και τριχωτός.  Φυλλάρια απλά, ακέραια, λογχοειδή-ελλειψοειδή, χνουδωτά και με σκούρο πράσινο χρώμα στην άνω επιφάνεια, με ανοικτό πράσινο χρώμα, περισσότερο τριχωτά και εμφανή δικτυωτή νεύρωση στην κάτω επιφάνεια, μυτερή βάση και κορυφή, μίσχος φυλλαρίων πολύ κοντός εκτός από το μίσχο του κεντρικού φυλλαρίου.  Άνθη ερμαφρόδιτα και ζυγόμορφα, σε μασχαλιαίους ή επάκριους βότρεις.  Ποδίσκος πορφυρός και τριχωτός, μακρύτερος από τον κάλυκα.  Στεφάνη κίτρινη, πέτασος όρθιος, ημικυκλικός, με πορτοκαλί ραβδώσεις στη βάση του, με εγκοπή στην κορυφή του, άτριχος ενώ συχνά το χείλος του διπλώνεται προς τα πίσω.  Πτέρυγες ωοειδείς και γυμνοί. Τρόπιδα λευκοκίτρινη με ανασηκωμένη προς τα πάνω την άκρη του.  Κάλυκας χνουδωτός και αδενώδης, κοντύτερος από τον πέτασο, πρασινοπορφυρός, δίλοβος, άνω λοβός διμερής, κάτω λοβός με τριγωνικά δόντια.  Στήμονες 10, νήμα λευκό και γυμνό, ανθήρες κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγμα 1 διογκωμένο στην κορυφή.  Ανθίζει Νοέμβριο-Φεβρουάριο (Κύπρος).  Καρπός είναι ένας λοβός συμπιεσμένος μεταξύ των σπερμάτων .  Πατρίδα του η Ινδία.

Gosypium herbaceum

Name/Όνομα:  Γοσύπιον το ποώδες      

Name/Όνομα:  Γοσύπιον το ποώδες      

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Gosypium herbaceum L.

Common name/Κοινό όνομα:  Levant cotton, krautiger Braumwollstrauch, cotonnier herbacé, Βαμβάκι     

Family/Οικογένεια:  MALVACEAE

 

Description

Gosypium herbaceum is herbaceous annual or perennial plant or tree-like shrub, growing up to 200cm high or more.  Stem erect, thick, rigid, branched, greenish and hairy when young, brown-purple and glabrous with age; many parts of the plant are dotted with black oil glands, especially on the green stems and on the main nerves beneath.  Leaves are alternate, simple, petiolate, glabrous or glabrescent on the upper surface with stellate hairs on the lower surface; petiole long, purplish and hairy; blade palmately lobed, lobes 3-7, ovate and entire, often with purplish and hairy margins; occasionally there is a red small blotch at the point of nerves’ junction; base cordate, apex subacute, obtuse or rounded; stipules small, linear to lanceolate.  Flowers actinomorphic, hermaphrodite, solitary and axillary; petals 5, overlapped, obovate, yellow, white or pinkish with purple base; calyx short, bell-shaped, 5-lobed with black oil glands; epicalyx* with 3, wide and oblong-cordate, deeply dissected segments with 5-13 unequal, hairy and linear teeth; stamens numerus, filaments fused, forming a hollow, tube-like structure (staminal column), enclosing the ovary and the style; anthers kidney-shaped; ovary superior with 3-5 carpels, stigmas 5, white.  Flowering time late Summer (Cyprus).  The fruit is a globose capsule enclosing ovoid seeds covered with wooly hairs (pure cellulose) strongly attached to the surface of the seeds.  Native to India, northern Africa and south-western Asia.    Epicalyx*= is a structure below calyx, formed by free or fused bracts

 

Περιγραφή

Μονοετές ή πολυετές ή δενδρόμορφος θάμνος που φθάνει τα 2μ ή και περισσότερο.  Βλαστός όρθιος, χοντρός και δυνατός, διακλαδωμένος, πρασινωπός και τριχωτός στην αρχή, καφε-πορφυρός και άτριχος με την πάροδο του χρόνου.  Αρκετά μέρη του φυτού είναι διάστικτοι με σκούρους ελαιώδεις αδένες ειδικά στους πράσινους βλαστούς και πάνω στα κύρια νεύρα της κάτω επιφάνειας.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, έμμισχα, άτριχα ¨η σχεδόν άτριχα στην άνω επιφάνεια, με αστεροειδείς τρίχες στην κάτω επιφάνεια.  Μίσχος μακρύς, πορφυρός και τριχωτός, ενώ το έλασμα είναι παλαμόλοβο με 3-7 λοβούς που είναι ωοειδείς και ακέραιοι και που συχνά έχουν πορφυρά και τριχωτά χείλη.  Περιστασιακά υπάρχει μια μικρή κόκκινη κηλίδα στο σημείο συνένωσης των νεύρων.  Βάση καρδιοειδής, κορυφή σχεδόν μυτερή ή πλατειά ή στρογγυλή.  Παράφυλλα μικρά, γραμμοειδή ή λογχοειδή.  Άνθη ακτινόμορφα, ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα και μασχαλιαία.  Πέταλα 5, αλληλεπικαλυπτόμενα, αντωειδή με απαλό κίτρινο, λευκό ή ρόδινο χρώμα με πορφυρή βάση.  Κάλυκας κοντός, κωδωνοειδής, 5-λοβος με μαύρους ελαιώδεις αδένες.  Επικαλύκιον* με 3, πλατειά, προμήκη καρδιοειδή και βαθειά σχισμένα τμήματα με 5-13 άνισα, τριχωτά και γραμμοειδή δόντια.  Στήμονες πολυάριθμοι με συμφυή νήματα που σχηματίζουν σωληνοειδή κατασκευή που περικλείει την ωοθήκη και τον στύλο.  Ανθήρες νεφροειδείς, ωοθήκη επιφυής με 3-5 καρπόφυλλα, στίγματα 5, λευκά.  Ανθίζει τέλος καλοκαιριού (Κύπρος).  Ο καρπός είναι μια σφαιρική κάψα που περικλείει ωοειδή σπέρματα καλυμμένα με μαλακές τρίχες (καθαρή κυτταρίνη) που ακουμπούν πολύ σφικτά στην επιφάνεια των σπερμάτων.  Πατρίδα του η Ινδία, Βόρεια Αφρική και νοτιοδυτική Ασία.

Επικαλύκιον*= σχηματισμός που βρίσκεται κάτω από τα σέπαλα και δημιουργείται από την ένωση ελευθέρων ή συμφυών βρακτίων

 

Abelmoscus esculentus

Name/Όνομα:  Αμπελμόσκος ο εδώδιμος   

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Abelmoscus esculentus* (L.)  Moench

Common name/Κοινό όνομα:  Okra, Gombo, Bendee, Ladie’s fingers, Μπάμια    

Family/Οικογένεια:  MALVACEAE

*formerly known as “Hibiscus esculentus (ΙβΊσκος ο εδώδιμος)”

 

Description

Abelmoscus esculentus is herbaceous annual plant growing up to 200cm high or more.  Stem erect, thick, robust, much-branched, green, covered with sparse and stiff hairs above, brown and woody at base; stem often tinged with red.  Leaves alternate, simple, petiolate, dark green, the lower bigger, suborbicular in outline, palmately lobed, lobes 3-7, ovate, triangular or obovate with entire or dentate to serrate margins, both sides clothed with sparse and stiff hairs especially on the veins beneath; upper leaves smaller, deeply dissected with usually 5 oblong and narrow segments, the 2 of them conspicuously smaller, with a red small blotch at the point of junction.  Flowers open early morning; they are actinomorphic, hermaphrodite, solitary and axillary; pedicels hairy; petals 5, overlapped, obovate to orbicular, creamy-yellow with crimson-red base, sepals 0-3, usually 2, ovate, spathaceous, green, scattered with stiff hairs, with 3-5 prominent teeth at apex; epicalyx* with 7-15 linear or narrow-lanceolate and hairy segments with acute or acuminate apex; stamens numerus, filaments fused, forming a hollow, tube-like structure ( staminal column), allowing the connate styles passing through; ovary superior, stigmas dark purple, hairy as many as the carpels. Flowering time May-August, September (Cyprus).  The fruit is a straight or curved, cylindrical or 5 to 10 -sided pyramid, hairy, green, acuminate, succulent and unripe capsule enclosing many kidney-shaped to suborbicular seeds, edible.  Native to Southern Europe, West and Southern Asia and Africa.

epicalyx*= is a structure below calyx, formed by free or fused bracts

Περιγραφή

Μονοετές ποώδες φυτό που φθάνει τα 200εκ ύψος ή περισσότερο.  Βλαστοί όρθιοι, χοντροί και δυνατοί, πολύκλαδοι ή κατακλιμένοι, πράσινοι και, καλυμμένοι με αραιές και δύσκαμπτες τρίχες ενώ στη βάση είναι καστανοί και ξυλώδεις.  Συχνά οι βλαστοί παίρνουν κόκκινη χροιά.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, έμμισχα με σκούρο πράσινο χρώμα, τα χαμηλότερα μεγαλύτερα, με υποκυκλικό περίγραμμα, παλαμόλοβα με 3-7 λοβούς.  Λοβοί ωοειδείς, τριγωνικοί ή αντωειδείς με ακέραιο, οδοντωτό ή πριονωτό χείλος ενώ είναι καλυμμένα με αραιές και δύσκαμπτες τρίχες και από τις 2 πλευρές ειδικά στα νεύρα της κάτω επιφάνειας.  Ανώτερα φύλλα μικρότερα, βαθειά σχισμένα με συνήθως 5 προμήκη και στενά τμήματα, τα 2 από τα οποία είναι εμφανώς κοντύτερα με μια μικρή κόκκινη κηλίδα στο σημείο συνάντησης των τμημάτων.  Τα άνθη ανοίγουν νωρίς το πρωί, είναι ακτινόμορφα, ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα και μασχαλιαία.  Πέταλα 5, αλληλοκαλυπτόμενα, αντωειδή προς κυκλικά, με απαλό κίτρινο χρώμα και με μια έντονη κόκκινη κηλίδα στη βάση τους.  Σέπαλα 0-3, συνήθως 2, ωοειδή προς σπαθοειδή, πράσινα με σκορπισμένες δύσκαμπτες τρίχες και με 3-5 εμφανή δόντια στην κορυφή τους.  Επικαλύκιον* με 7-15 γραμμοειδή ή στενά λογχοειδή και τριχωτά τμήματα με μυτερές κορυφές.  Στήμονες πολυάριθμοι με συμφυή νήματα που σχηματίζουν σωληνοειδή κατασκευή δια της οποίας περνούν οι ενωμένοι στύλοι.  Ωοθήκη επιφυής, στίγματα όσα και τα καρπόφυλλα με σκούρο πορφυρό χρώμα.  Ανθίζει Μάιο – Αύγουστο, Σεπτέμβριο (Κύπρος).  Ο καρπός είναι μια ευθύγραμμη ή κυρτή, κυλινδρική ή πυραμιδοειδής με 5-10 πλευρές, τριχωτή, πράσινη, μυτερή, σαρκώδεις και αδιάρρηκρη κάψα που περιέχει πολλά νεφροειδή προς υποσφαιρικά σπέρματα.  Πατρίδα του η Νότια Ευρώπη, η Νοτιοδυτική Ασία και η Αφρική.

Επικαλύκιον*= σχηματισμός που βρίσκεται κάτω από τα σέπαλα και δημιουργείται από την ένωση ελευθέρων ή συμφυών βρακτίων.

Pittosporum angustifolium

Name/Όνομα:  Πιττόσπορο το στενόφυλλο 

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Pittosporum angustifolium  Lodd.

Common name/Κοινό Όνομα:   Weeping PittosporumButterbush, Native apricotGumby Gumby

*Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

** formerly  known as “Pittosporum phillyraeoides” auct. non (DC.) Benth.

 

Description

Pittosporum angustifolium is a perennial, evergreen and ornamental tall shrub or tree, growing up to 10m high but generally the average height is about 3-6m.  Trunk  much branched, bark light gray; branches pendulous, similar color with the trunk, hairless, younger branches start out as greenish, turning to brownish with age and finally they become gray.  Leaves alternate, simple, oblong-lanceolate or linear-elliptic, entire, flat, gray-green, glabrous, petiolate, base cuneate, apex acute or hooked, petiole whitish to greenish, glabrous.  Flowers are fragrant, hermaphrodite, actinomorphic, axillary, solitary or in clusters; sepals 5, free, ovate, greenish, pubescent; petals 5, ovate, concave, glabrous, apex rounded, incurved, partially fused forming a bell-shaped creamy-white corolla; stamens 5, erect, filaments free, glabrous, whitish, anther yellow; ovary superior, erect, ovoid, greenish or yellowish, glabrous, style short, green, simple, stigma rounded, yellowish.  Flowering time January-May.  The fruit is a globose or ovate and dehiscent orange capsule that split into 2, containing sticky dark red seeds; fruits remain on the tree for long time (several months).  Native to Australia.  In Cyprus we find it only in gardens (Nicosia).

 Περιγραφή

 Πολυετής, αειθαλής και διακοσμητικός ψηλός θάμνος ή δένδρο  που μπορεί να φθάσει το 10m ύψος αλλά γενικά το μέσο ύψος του είναι 3-6m.  Κορμός πολύκλαδος, φλοιός με ανοικτό γκρίζο χρώμα, κλάδοι κρεμάμενοι ιδίου χρώματος με τον κορμό, άτριχοι, ενώ οι νεαροί κλάδοι είναι στην αρχή πρασινωποί, μετά καστανοί και τελικά γκρίζοι.    Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, γραμμοειδή-ελλειπτικά ή επιμήκη στενά  λογχοειδή, ακέραια, γυμνά, επίπεδα, γλαυκοπράσινα, έμμισχα, με βάση μυτερή, οξύκορφα ή με αγκιστροειδή κορυφή.  Μίσχος ασπροπράσινος και γυμνός.   Άνθη εύοσμα, ακτινόμορφα, ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα ή σε δέσμες, μασχαλιαία, στις άκρες των κλάδων.  Σέπαλα 5, ωοειδή, ελεύθερα, πρασινωπά και ελαφρά τριχωτά.  Πέταλα 5,  προμήκη, κάπως κοίλα, γυμνά, κορυφή στρογγυλεμένη, χείλη που στρέφονται προς τα  μέσα, μερικώς ενωμένα προς τη βάση τους σχηματίζοντας μια καμπανοειδή και με χλωμό κιτρινο χρώμα στεφάνη.  Στήμονες 5, νήμα ελεύθερο, γυμνό και ασπριδερό, με κίτρινους ανθήρες.  Ωοθήκη επιφυής, όρθια, γυμνή, με αυγοειδές σχήμα, στύλος κοντός, απλός και πράσινος, στίγμα στρογγυλό και κιτρινωπό.  Άνθιση Ιανουάριος-Μάιος (Kύπρος).  Ο καρπός είναι μια σχεδόν σφαιρική, πορτοκαλιά και διαρρηκτή κάψα (σχίζεται σε 2) που περικλείει ιξώδη και σκούρου κόκκινου χρώματος σπέρματα.  Πατρίδα του η Αυστραλία.  Στην Κύπρο υπάρχει μόνο σε κήπους (Λευκωσία) ως διακοσμητικό.

Luffa cylindrica

Name/Όνομα:    Λούφα η κυλινδρική 

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Luffa cylindrica (L.) M.Roem

Common name/ Κοινό όνομα:      Loofah, Sponge gourd, vegetable sponge, éponge végétale, luffa,  Esponja vegetal, madodoki, Ghosavala

 Family/Οικογένεια:   CURCUBITACEAE

 

Synonym Luffa aegyptiaca Mill.

 

Luffa cylindrica is an annual fast growing climbing or trailing herb.  Stem green, conspicuously 5-angular, hairy; climbing is carried out by 2-6 tendrils which are axillary, branched, finely hairy, greenish or yellowish, twining anticlockwise.  Leaves alternate, simple, palmately lobed, scabrid on both surfaces, petiolate; lobes unequal, usually 3-7, sometimes more, ovate or triangular, margin wavy or slightly dentate, apex acute or subacute, base cordate; petiole long, angular, hairy, slightly twining clockwise.  Plant monoecious, flowers unisex, actinomorphic; male flowers in  racemes; pentacle long yellowish, hairy; petals 5, obovate, yellow, hairy on both sides, 5-6 prominent yellowish nerves below; calyx campanulate, sepals 5, united at base, triangular, green, hairy; stamens 5, anthers yellow, irregularly curved; female flowers with 5 lanceolate green sepals, their tips often curved downwards; ovary inferior, stigmas 3, 2-lobed. Fruit is long, cylindrical and many seeded fleshy capsule, becoming dry and yellowish at maturity; the fruit is used mainly for cleaning the human body as a sponge.   Native to North Africa or South Asia.

 

Περιγραφή

Μονοετές έρπον ή αναρριχόμενο φυτό με γρήγορη ανάπτυξη. Βλαστός πράσινος και τριχωτός  με 5 εμφανείς γωνιές.  Η αναρρίχηση επιτυγχάνεται με 2-6 έλικες που βγαίνουν από τη βάση των φύλλων, είναι τριχωτοί, πράσινοι ή κίτρινοι, διακλαδισμένοι και έχουν αριστερόστροφη πορεία.  Τα φύλλα είναι κατ εναλλαγή,     απλά, παλαμοειδή, παλαμόνευρα, με τραχείες και τις 2 επιφάνειες και έμμισχα.  Οι λοβοί είναι άνισοι, συνήθως 3-7, κάποτε περισσότεροι, ωοειδείς ή τριγωνικοί, με χείλη κυματοειδή ή ελαφρά οδοντωτά, λίγο ή πολύ οξύληκτα και βάση καρδιόσχημη.  Μίσχος μακρός, γωνιώδης, τριχωτός και με ελάχιστη στρέψη προς τα δεξιά.  Το φυτό είναι μόνοικο και τα άνθη μονογενή, κίτρινα και ακτινόμορφα.  Τα αρσενικά σχηματίζουν βότρεις, ενώ τα θηλυκά είναι μονήρη.  Τα αρσενικά έχουν 5 πέταλα, αντωειδή, τριχωτά και στις 2 πλευρές, με 5-6 εμφανή κιτρινωπά νεύρα στην κάτω επιφάνεια.  Κάλυκας καμπανοειδής, σέπαλα 5, ενωμένα στη βάση, τριγωνικά, πράσινα και τριχωτά.  Στήμονες 5, ανθήρες κίτρινοι με ανώμαλες κυρτώσεις.  Θηλυκά με 5 λογχοειδή σέπαλα των οποίων οι άκρες συχνά λυγίζουν προς τα κάτω.  Ωοθήκη υποφυής, με 3 στίγματα, 2-λοβα.  Καρπός είναι μια μακρά, κυλινδρική, σαρκώδης και με πολλά σπέρματα κάψα που όταν ωριμάσει ξηραίνεται και παίρνει κιτρινωπό χρώμα. Ο καρπός χρησιμοποιείται κυρίως ως σφουγγάρι για καθαρισμό του σώματος. Άνθιση Φθινόπωρο.  Πατρίδα του η Βόρεια Αφρική και η Νότια Ασία.

 

Prosopis chilensis

Name/Όνομα : Προσωπίς η Χιλιανή

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Prosopis chilensis (Molina) Stuntz

Common name/ Κοινό όνομα:    Chilean mesquite, mesquite, algarrobo, temer musa,  tamarugo

Family/Οικογένεια: FABACEAE

 Description

 Prosopis chilensis is a deciduous or semi-evergreen tree up to 12m high with spreading foliage.  Βark brown, rough, fissured; twigs are green, older branches reddish-brown. Leaves are alternate, petiolate, compound, bipinnate, even pinnate; leaflets opposite, sessile, oblong linear, slightly pubescent. Flowers numerous, greenish-yellow, hermaphrodite, in axillary catkins; petals 5, lanceolate, green externally, hairy internally; sepals 5-teeth, fused, forming a short tube, green, glabrous; stamens 10, filaments initially are white becoming yellow as they age, anthers 2-thecous, bicolor, they start out reddish-yellow becoming later greenish-yellow; ovary superior, style cylindrical, white, pubescent at base, stigma one simple. Pods are straight or curved with bean-shaped seeds. Flowering time April (May) – June. Native to Southern Central America (Argentina, Chile, Peru).

Περιγραφή

Φυλλοβόλο ή ημιαειθαλές δένδρο με ανοικτή κόμη και ύψους μέχρι 12m.  Φλοιός ρυτιδωμένος, με ανώμαλη επιφάνεια και με καφέ χρώμα.  Παλαιότεροι κλάδοι με πορφυρό προς καφέ χρώμα, ενώ οι νεαροί είναι πράσινοι.  Φύλλα κατ εναλλαγή, σύνθετα, έμμισχα,  δις-πτεροσχιδή, αρτιόληκτα. Φυλλάρια σε ζεύγη, γραμμοειδή, άμμισχα, αραιά χνουδωτά.  Άνθη πολλά και μικρά, πρασινοκίτρινα σε μασχαλιαίους ίουλους*.  Πέταλα 5, λογχοειδή, πράσινα εξωτερικά, τριχωτά εσωτερικά.  Σέπαλα με 5 δόντια, στη βάση συνενούνται και σχηματίζουν ένα κοντό, πράσινο και άτριχο σωλήνα   Στήμονες 10, με νήμα που αρχικά είναι λευκό , αλλά αργότερα γίνεται κίτρινο και με δίχωρους ανθήρες που είναι και δίχρωμοι, αρχικά με κόκκινο-κίτρινο και αργότερα με πρασινοκίτρινο χρώμα.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος κυλινδρικός, λευκός και χνουδωτός στη βάση, ενώ το στίγμα είναι απλό.  Ανθίζει Απρίλιο(Μάιο) – Ιούνιο. Καρπός χέδρωψ (λοβός), ευθείς ή λυγισμένος, με νεφροειδή σπέρματα.   Πατρίδα του η Κεντρική νότια Αμερική (Αργεντινή, Χιλή, Περού).

Dolichandra unguis-cati

 

Name/Όνομα:  Cats claw vine/Δολιχάντρα νύχι της γάτας

Schientific name/Όνομα:  Dolichandra unguis-cati ## (L.) L.G.Lohmann

Common name/ Κοινό όνομαcat’s claw climber, cat’s claw creeper, funnel creeper, cat’s claw trumpet, griffe à chatte, bejuco de gato

Family/Οικογένεια:  BIGNONIACEAE

##formerly known as Macfadyena unguis-cati

 Description

 A perennial climber that can reach 30m tall when supported.  Root is tuberous, having the ability to spread on the ground, rooting at the nodes and extending up to 15m in length.  Young stems are green and hairless becoming brownish or reddish –brown as they age; old stems are greyish; young and old stems bear tendrils* (young stems) or rootlets** (old stems).  Mature leaves are opposite, dark green, petiolate and compound; they are composed of 3 “leaflets”, the 2 opposite are similar, ovate to lanceolate, acuminate, glabrous with short petiolule# and the 3rd is a tendril between them which bears 3 hooked tips.   Flowers are zygomorphic, hermaphrodite, solitary or in axillary racemes; corolla yellow, petals 5, ovate to rounded, fused at base forming a trumpet-like tube; conspicuous reddish-orange lines along the throat; calyx synsepalus***, sepals 5, green and glabrous; stamens usually 4, didynamous****, filaments yellowish, anthers pale yellow, 2-thecous (usually the one above the other); ovary superior; style erect, straight, greenish, stigma 2-lobed.  Fruit is an elongated, compressed, flat, dark brown (mature) capsule, enclosing numerous winged seeds. Flowering time March – May (June).    Native to south and central USA, Mexico and Caribbean

  • tendrils* =  a modified leaf, stem or petiole, that is used by climbing plants for support
  •  rootlets** = small roots or part of a root
  • synsepalus***=  fussed sepals
  • didynamous****= 4 stamens, one long pair and one shorter pair
  • petiolule#= a stalk of a leaflet on compound leaves

Περιγραφή

  • Πολυετές αναρριχητικό φυτό που φθάνει τα 30m ύψος αν στηριχθεί.  Η ρίζα είναι κονδυλώδης και έχει την ικανότητα να απλώνει στο έδαφος ριζοβολώντας από τα γόνατα και έτσι να μπορεί να εκτείνεται μέχρι και 15m σε μήκος.  Νεαροί κλάδοι γυμνοί και πράσινοι, γινόμενοι με την πάροδο του χρόνου με καστανό ή καστανοκόκκινο χρώμα.  Παλαιότεροι κλάδοι είναι γκρίζοι.  Νεαροί και παλαιοί κλάδοι αναπτύσσουν έλικες* (οι νεαροί) και ριζίδια (οι παλαιοί) που βοηθούν στην αναρρίχηση του φυτού.  Τα ώριμα φύλλα είναι αντίθετα, με σκούρο πράσινο χρώμα, έμμισχα και σύνθετα από 3 φυλλάρια, εκ των οποίων τα 2 είναι παρόμοια, ωοειδή, προς λογχοειδή, οξύληκτα, γυμνά και με κοντό μίσχο, ενώ το 3ο φυλλάριο είναι έλικας, βρίσκεται ανάμεσά τους και φέρει 3 γαμψά άγκιστρα στην κορυφή του (νύχι της γάτας).  Άνθη  ερμαφρόδιτα, ζυγόμορφα, μεμονωμένα ή σε μασχαλιαίους βότρεις.  Στεφάνη κίτρινη, πέταλα 5, ωοειδή έως στρογγυλά, ενώνονται στη βάση και σχηματίζουν ένα σωλήνα που μοιάζει με τρομπέτα, ενώ εσωτερικά υπάρχουν πορτοκαλοκόκκινες γραμμώσεις κατά μήκος του φάρυγγα.  Κάλυκας συσσέπαλος **από 5 πέταλα που είναι γυμνά και πράσινα.  Στήμονες 4, διδύναμοι***, με κιτρινωπό νήμα και ανθήρες δίχωρους( συνήθως ο ένας πάνω από τον άλλο), με ανοικτό κίτρινο χρώμα,  Ωοθήκη επιφυής, στύλος όρθιος, ευθείς και πρασινωπός ενώ το στίγμα είναι 2-λοβο.   Άνθιση Μάρτιος-Μάιος (Ιούνιος).  Ο καρπός είναι μια μακριά, συμπιεσμένη, επίπεδη και με καφέ χρώμα κάψα που περικλείει πτερυγωτά σπέρματα.  Πατρίδα του οι νότιες και κεντρικές ΗΠΑ, το Μεξικό και η Καραϊβική. –έλικες* = μεταμορφωμένοι βλαστοί, φύλλα ή μίσχοι που βοηθούν το φυτό στην αναρρίχηση.– συσσέπαλος **= ενωμένα σέπαλα– διδύναμοι***= 4 στήμονες, με ένα ζευγάρι ψηλούς και ένα ζευγάρι πιο κοντούς στήμονες.
Ceiba insignis

Name/Όνομα :   Σέιμπα η αξιοθαύμαστη*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Ceiba insignis  (Kunth) P. (E.Gibbs & Semir)

Common name/ Κοινό όνομα:  White Floss Silk Tree, bottle tree

Family/Οικογένεια:   MALVACEAE (formerly: Bombacaceae)

  Description

Deciduous large tree growing up to 60m tall (one of the tallest trees in tropical forests) but in normal conditions can grow up to 20m; trunk erect, straight, thick, swollen enough a little above basis (bottle tree), branchless, armed with conical thorns; when young, bark is green due to photosynthetic pigments, but it becomes gray and fissured with age; the branches developed on the top of the trunk, forming an umbrella-shaped canopy.  Leaves alternate, palmately compound, hairless, petiolate; leaflets 5-7, obovate, margin slightly serrate, venation pinnate, base cuneate, apex acute, petiolulate yellowish, short.  Flowers hermaphrodite, actinomorphic, axillary and solitary; corolla with 5, oblong, white or cream-white, externally pubescent petals with undulated margin; calyx 5-lobbed, with 5 united, green and hairless sepals; stamens 5, filaments fused, forming a cream-whitish stamina tube at the center of the flower, anthers on top of the tube surrounding the whitish style; stigma globose, cream-yellow to pale orange, above anthers; flowering time September-December(Cyprus).  The fruit is an ovoid, large, green capsule containing many seeds; at maturity the capsule split open revealing the seeds which are surrounded by woolly white hairs.  Native to western South America.

Περιγραφή

Φυλλοβόλο και τεράστιο σε ύψος δένδρο που μπορεί να φθάσει τα 60m και θεωρείται ως ένα από τα πιο ψηλά δένδρα του τροπικού δάσους, αλλά σε κανονικές συνθήκες μπορεί να φθάσει μέχρι και 20. Κορμός ίσιος και ανερχόμενος, χοντρός, αρκετά διογκωμένος λίγο πιο πάνω από τη βάση (γι αυτό πήρε το όνομα bottle tree), ενισχυμένος με κωνικές και ισχυρές άκανθες και χωρίς διακλάδωση η οποία αρχίζει από το τέλος του κορμού σχηματίζοντας μια ομπρελοειδή κόμη.  Ο φλοιός είναι στην αρχή πράσινος λόγω χρωστικών που βοηθούν στη φωτοσύνθεση, αλλά με την ηλικία γίνεται γκριζοκαστανός και ζαρωμένος.  Φύλλα κατ ̕  εναλλαγή, σύνθετα, παλαμοειδή, άτριχα και έμμισχα με 5-7 φυλλάρια, που είναι αντωειδή, έμμισχα, με ελαφρά κυματοειδές ή πριονωτό χείλος, πτερωτή νεύρωση, βάση σχεδόν οξεία και κορυφή μυτερή.   Άνθη  ακτινόμορφα, ερμαφρόδιτα, εντομογαμή, μασχαλιαία και μεμονωμένα. Στεφάνη με 5 λευκοκίτρινα, προμήκη, με ελαφρά κυματοειδές χείλος και με αραιό χνούδι (εξωτερικά) πέταλα.  Κάλυκας με 5 ενωμένα, πράσινα και γυμνά σέπαλα.  Στήμονες 5, νήματα συμφυή, που σχηματίζουν ένα σωλήνα στο κέντρο του άνθους, μέσα από το οποίο περνά ο στύλος, ενώ στο άνω μέρος περιβάλλεται από τους ανθήρες.  Στίγμα σφαιρικό, κίτρινο προς ανοικτό πορτοκαλί και που ξεπερνά εμφανώς τους ανθήρες.  Άνθιση  Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος(Κύπρος). Ο καρπός είναι μια διαρρηκτή, ελλειψοειδής, πράσινη και μεγάλη κάψα, η οποία όταν ωριμάσει ανοίγει και αποκαλύπτει τα πολλά και με λευκές τρίχες περιβαλλόμενα σπέρματα. Πατρίδα του η Δυτική Νότια Αμερική.

  • Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.
Solandra maxima

Name/Όνομα: Σολάντρα η μέγιστη*

Scientific name/Επιστημονικό όνομαSolandra maxima (Sessé & Moc.) P. S. Green

Common name/ Κοινό όνομα:  Cup of goldchalice vine, golden chalice vine, Hawaiian Lily

Family/Οικογένεια:  SOLANACEAE

 Description

 Evergreen, perennial, tropical, fast growing, ornamental shrubby vine, which can spread to 30m or more; stems thick, woody, much branched, hairless, often rooting at nodes; young stems erect and purplish but gradually becoming greenish and drooping downstairs as they age.  Leaves alternate, large, simple, ovate to elliptic, entire, thickish, glossy, dark green above , pale green beneath; petiole long, glabrous, somewhat flattened at apex(at the point where petiole is connected with leaf base); midrib prominent on both sides, base cuneate or rounded, sometimes unequal, apex  obtuse or acuminate.  Flowers large, hermaphrodite, solitary, cup-shaped, terminal; corolla sympetalous(5 united petals)5-lobbed, golden-yellow at maturity, lobes deflexed at apex, glabrous; inside corolla there are 5, prominent purplish brown lines(narrow stripes); calyx syssepalus(5 united sepals), forming a 2-5 lobbed, long and green tube; stamens 5, filaments attached to corolla internally, yellowish, glabrous, curving upstairs at apex; anthers oblong, pale yellow; ovary superior; style exceeding corolla, glabrous, yellowish at base, purplish at apex, stigma capitate, green; flowers are fragrant especially in evening and at night.  The fruits are conical   berries.  Flowering time depends on climate; in tropical regions blooming occurs throughout the year.  In moderate climates like Cyprus, the flowering time is September-December.  Native to Mexico, Central America and northern South America.

Περιγραφή

Αειθαλές, πολυετές, τροπικό και διακοσμητικό αναρριχόμενο θαμνώδες φυτό, με γρήγορη ανάπτυξη που μπορεί να φθάσει τα 30m μήκος ή και περισσότερο.    Βλαστοί χοντροί, ξυλώδεις, με αρκετή διακλάδωση και άτριχοι που συχνά ριζοβολούν από τα γόνατα.  Νεαροί κλάδοι στην αρχή όρθιοι και ρόδινοι, αλλά σταδιακά γέρνουν ή κρέμονται προς τα κάτω ενώ με την πάροδο του χρόνου παίρνουν πρασινωπό χρώμα.  Φύλλα κατ εναλλαγή, μεγάλα, απλά, ωοειδή προς ελλειπτικά, λίγο χοντρά, γυμνά και γυαλιστερά, με σκούρο πράσινο χρώμα στην άνω επιφάνεια και με ανοικτό πράσινο στην κάτω.  Μίσχος μακρός, γυμνός και ελαφρά επίπεδος στο άνω μέρος (εκεί που ακουμπά ο μίσχος τη βάση του φύλλου).  Κύριο νεύρο πολύ εμφανές και στις 2 επιφάνειες, βάση του φύλλου κάπως οξεία, κάποτε σχεδόν στρογγυλή, με κορυφή σχεδόν μυτερή και συχνά με μυτερή προέκταση.  Άνθη μεγάλα, ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα, σε σχήμα δισκοπότηρου ή τρομπέτας, επάκρια.  Στεφάνη συμπέταλος, με 5 λοβούς που έχουν στην κορυφή τα χείλη γυρισμένα προς τα πίσω και που είναι στην αρχή κίτρινη ενώ τελικά παίρνει χρυσοκίτρινο χρώμα.  Εσωτερικά η στεφάνη φέρει 5 εμφανείς στενές καστανές προς ρόδινες λωρίδες.  Κάλυξ συσσέπαλος, σωληνωτός, με 2-5 πράσινους και γυμνούς λοβούς.  Στήμονες 5, νήμα κιτρινωπό, γυμνό που ακουμπά στο εσωτερικό της στεφάνης, ενώ προς το τέλος λυγίζει προς τα πάνω.  Ανθήρες επιμήκεις και κιτρινωποί.  Στύλος λευκός και άτριχος, στίγμα κεφαλωτό και πράσινο.  Ωοθήκη επιφυής.  Άνθιση κυρίως Φθινόπωρο-Χειμώνας (στην Κύπρο) αλλά στα τροπικά κλίματα μπορεί να έχει άνθη όλο το χρόνο με κάποια διαλείμματα.  Καρπός κωνική ράγα.  Πατρίδα του το Μεξικό, η τροπική Κεντρική Αμερική και η βόρειος Νότια Αμερική.   *Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα