Archives

Category Archive for ‘Βιολετί’

Vicia peregrina

Name/Όνομα:   Βίτσια η ξενική*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Vicia peregrina L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Slender leaved-vetch, Rambling vetch.

Family/Οικογένεια:   FABACEAE

 

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

Plant:     Annual herb.

Stem/s:   Sprawling or decumbent to erect, much-branched, angular, green and slender, sparsely covered with short whitish hairs or sybglabrous.

Leaves:   Alternate, compound, oblong in outline, even-pinnate, the lower petiolate; leaflets 3-7 pairs, oblong-linear, simple and entire, apex conspicuously truncate or shallowly emarginated with acute point at the middle of apex ( apiculate), adpressed hairy, ± sessile; tendril branched or unbranched, arising from the end of rachis; stipules with 2 entire, acute  and hairy lobes.

Flowers:   Zygomorphic, hermaphrodite, axillary and solitary; pedicel hairy, purplish, bending at fruiting-time; calyx campanulate, 2-lipped, 5-toothed, adpressed hairy, becoming purplish after anthesis; teeth unequal, purplish, pointed and hairy, the dorsal 2 shorter; corolla purple or bluish-violet, longer than pedicel; standard petal erect, obovate, distinctly emarginated, penciled with darker lines, glabrous; wings white, oblong with rounded apex, keel upcurved at apex, base inflated, purplish; stamens 10, filaments white and glabrous; anthers oblong and yellow; ovary superior, style hairy above, stigma capitate.

Flowering time:  February-June.

Fruit:  Legume, oblong, dehiscent, brown and hairy, compressed between seeds, beaked at apex, seeds 4-6, subglobose.  

Habitat:  Field margins, roadsides, grasslands, from 0-1000 m alt.

Native:   Mediterranean region, Western Asia.

 

Περιγραφή

Φυτό:   Μονοετής πόα.

Βλαστός/οί:   Κατακλιμένοι, αναπτυσσόμενοι κοντά στο ΄χώμα ή ανερχόμενοι, πολύκλαδοι, γωνιώδεις, πράσινοι, λεπτοί και καλυμμένοι με αραιές, κοντές και ασπριδερές τρίχες ή σχεδόν άτριχοι.  

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, σύνθετα, προμήκη στο περίγραμμα, αρτιόληκτα, τα χαμηλότερα έμμισχα.  Φυλλάρια 3-7 ζεύγη, προμήκη-γραμμοειδή, απλά και ακέραια, με κορυφή ίσια ή με αβαθή εγκοπή και με μυτερή προεκβολή στο μέσο της κορυφής, ώστε να φαίνονται σαν 3 δόντια, με κατακλιμένες ασπριδερές τρίχες, με ή χωρίς μίσχο.  έλικας με ή χωρίς διακλάδωση, εκφύεται από το τέρμα του κεντρικού άξονα του φύλλου.  Παράφυλλα με 2, ακέραιους, μυτερούς και τριχωτούς λοβούς.

Άνθη:   Ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα, μασχαλιαία και μεμονωμένα.  Ποδίσκος μακρός, πορφυρός, με κλίση προς τα κάτω κατά την καρποφορία.  Κάλυκας καμπανοειδής, 2-χειλος και 5-δοντος, με κατακλιμένες τρίχες, γινόμενος πορφυρός μετά την άνθιση.  Δόντια άνισα, πορφυρά, μυτερά και τριχωτά, τα 2 ραχιαία κοντύτερα.  Στεφάνη πορφυρή ή με μπλε-βιολετί χρώμα, μακρύτερη του ποδίσκου.  Πέτασος όρθιος, αντωειδής, με έντονη εγκοπή στην κορυφή του, με σκούρες μπλε γραμμώσεις, άτριχος.  Πτέρυγες προμήκεις, με στρογγυλεμένη κορυγή και με λευκό χρώμα.  Τρόπιδα με ανασηκωμένη κορυφή και με πορφυρή και διογκωμένη βάση.  Στήμονες 10, νήμα λευκό και άτριχο, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος τριχωτός ψηλά, στίγμα κεφαλωτό.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Ιούνιος.

Καρπός:   Χέδρωψ προμήκης, διαρρρηκτός, τριχωτός και με καφέ χρώμα, συμπιεσμένος μεταξύ των σπερμάτων και με ράμφος στην κορυφή του.  Σπέρματα 4-6, υποσφαιρικά.

Ενδιαίτημα:   Όρια χωραφιών, κατά μήκος δρόμων, χλοοτάπητες, από 0-1000 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη, Δυτική Ασία.

Arum rupicola

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Arum rupicola Boiss.

Family/Οικογένεια:   ARACEAE

Description

Plant:     Perennial herb with tuberous stem, growing up to 1 m high at anthisis

Leaves:   Blades sagittate-hastate, dark green and hairless, margins undulate, apex pointed; stalk erect, slightly angled, greenish, glabrous, as long as or longer than blade; leaves are borne directly from the underground tuber and they are developed just before flowering.

Flowers:   Generally a spathe is a modified bract or bracts, partly or wholly enclosing the spadix, it looks like an erect and cylindrical tube, having the top opened, allowing sometimes the upper part of the spadix (inflorescence) to be exserted, but in this arum, spathe is longer than spadix; Inflorescences are purple and developed above leaves´ level; peduncle of inflorescence much longer than petiole; spathe is oblong-lanceolate with a short tube at the base, spotless, green to greenish-cream externally, becoming pinkish-purple with age, pale purple internally; spadix is cylindrical, dark purple at the upper 2/3, and it bears at the lower 1/3 the reproductive organs of the plant; male and female organs are separated by sterile filaments, but both sexes are present on the same plant.

Flowering time: April-May.

Fruit:     Numerous orange-red berries.  

Habitat:   Rocky hillsides on igneous ground, from 600-1200 m alt.

Native:  Eastern Mediterranean region, Western Asia.

 

 

Περιγραφή

Φυτό:   Πολυετής πόα με κονδυλώδη βλαστό, με ύψος μέχρι 1 μ κατά την άνθιση..

Φύλλα: Μίσχοι όρθιοι, ελαφρά γωνιώδεις, πρασινωποί και άτριχοι, ισομήκεις ή μεγαλύτεροι του ελάσματος, που έχει σαϊττοειδές σχήμα, είναι σκουροπράσινα και άτριχα, με κυματοειδή χείλη και μυτερή κορυφή.  Τα φύλλα εκφύονται απ ´ευθείας από τον υπόγειο κόνδυλο και αναπτύσσονται λίγο πριν από την εμφάνιση του άνθους.

Άνθη:   Γενικά ή σπάθη είναι ένα μεταμορφωμένο βράκτιο ή βράκτια, περικελίοντας ολοκληρωτικά ή εν μέρει τον σπάδικα.  Οι ταξιανθίες είναι πορφυρές και αναπτύσσονται πιο πάνω από το επίπεδο των φύλλων.  Ποδίσκος ταξιανθίας πολύ μεγαλύτερος του μίσχου.  Η σπάθη είναι προμήκης-λογχοειδής, με κοντό σωλήνα στην βάση της, χωρίς στίγματα, πράσινη ή με ελαφρά κιτρινοπράσινο χρώμα εξωτερικά, γινόμενη πορφυρή-ροζ με την πάροδο του χρόνου, ενώ εσωτερικά είναι ελαφρά πορφυρή.  Ο σπάδιξ είναι κυλινδρικός, με σκούρο πορφυρό χρώμα στα ανώτερα 2/3, και στο κατώτερο 1/3 φέρει τα αναπαραγωγικά όργανα του φυτού.  Αρσενικά και θηλυκά  όργανα διαχωρίζονται από άγονα νήματα, αλλά και τα 2 είδη ευρίσκονται πάνω στο ίδιο φυτό.

Άνθιση:  Απρίλιος-Μάιος.

Καρπός:   Πολυάριθμες πορτοκαλοκόκκινες ράγες.

Ενδιαίτημα:   Βραχώδεις πλαγιές σε πυριγενή εδάφη, από 600-1200 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ανατολική Μεσογειακή ζώνη, Δυτική Ασία.

Campanula veneris

Name/Όνομα:   Καμπανούλα της Αφροδίτης*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Campanula veneris Carlström

Family/Οικογένεια:   CAMPANULACEAE

 

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

 

Plant:  Annual, growing up to 15 cm high.  

Stem/s:  Slender, erect or spreading, branched, longitudinally ridged, reddish, covered with straight and rather hard, whitish hairs (strigose).

Leaves:   Basal leaves alternate, simple, oblong-obovate, covered with short and hard whitish hairs (strigose) especially on the margins which are nearly entire or irregularly toothed, subsessile; stem leaves alternate, sessile, strigose, 3-lobed, median lobe ovate, distinctly larger than the lateral ones, with obtuse or rounded apex, lateral lobes ovate-triangular, subacute or obtuse.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, in lax and branched cymes; corolla tubular, tube white, much exceeding the calyx-lobes, 5-lobed, lobes spreading, ovate, violet-blue, subequal, not exceeding the ½ of tube´s length; calyx–lobes triangular or deltoid, reddish-brown externally, greenish and glabrous internally, pointed, with hispidulous margins, spreading, forming a 5-pointed star; stamens 5, included, filaments and anthers free; ovary inferior, style 1, stigmas 3.

Flowering time:  April-May.

Fruit:  Capsule.     

Habitat:   Rocky banks from 450-1000 m alt.

Native:  Endemic to Cyprus.

 

Περιγραφή

Φυτό:   Μονοετές μικρό φυτό με ύψος μέχρι 15 εκ.

Βλαστός:  Όρθιος ή απλωμένος, λεπτός, διακλαδωμένος, με κατά μήκος ραβδώσεις, κοκκινωπός, καλυμμένος με ίσιες και ασπριδερές  αδρότριχες.

Φύλλα:    Φύλλα βάσης κατ εναλλαγή, σχεδόν άμισχα, απλά, προμήκη-αντωειδή, καλυμμένα με αδρότριχες κυρίως στα χείλη, τα οποία είναι σχεδόν ακέραια ή άνισα λοβωτά.  Φύλλα βλαστού κατ εναλλαγή, αδρότριχα, 3-λοβα, με το μεσαίο λοβό εμφανώς μεγαλύτερο των άλλων, με πλατειά ή στρογγυλεμένη κορυφή.  Πλάγιοι λοβοί ωοειδείς-τριγωνικοί, με πλατειά ή σχεδόν μυτερή κορυφή.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε χαλαρή και διακλαδωμένη θυσανοειδή ταξιανθία.  Στεφάνη σωληνοειδής με σωλήνα λευκό, πολύ μακρύτερη των λοβών του κάλυκα, φέρει 5 απλωμένους, ωοειδείς, σχεδόν ισομήκεις και με απαλό βιολετί-μπλε χρώμα λοβούς, που δεν ξεπερνούν το μισό του σωλήνα.  Λοβοί κάλυκα τριγωνικοί ή δελτοειδείς, με κοκκινωπό-καφέ χρώμα εξωτερικά, με γυμνό και πρασινωπό το εσωτερικό τους, μυτεροί με αδρότριχες κυρίως στα χείλη, απλωμένοι, δημιουργώντας πεντάστερη κατασκευή.  Στήμονες 5, μέσα στο σωλήνα, νήματα και ανθήρες ελεύθεροι.  Ωοθήκη υποφυής, στύλος 1, στίγματα 3.

Άνθιση:   Απρίλιος-Μάιος.

Καρπός:   Κάψα.

Ενδιαίτημα:  Βραχώδεις πλαγιές από 400-1000 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ενδημικό της Κύπρου.

Arundo micrantha

Name/Όνομα:   Κάλαμος ο μικρανθής *

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Arundo micrantha Lam.

Family/Οικογένεια:   POACEAE

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 Description

Plant:  Perennial grass growing up to 3 m high.

Stem/s:  Calms erect, straight, hollow, wooden, glaucous-green and glabrous.

Leaves:   Alternate, simple, entire, linear, glaucous-green and glabrous, base cordate with membranous ligule; sheath rounded, closely attached to the calms, with hairy throat.

Flowers:   Hermaphrodite in dense, much-branched, ash-purple, panicles; spikelets lanceolate-acuminate, 1-2 flowered, with hairy paleae* (dorsally); stamens 3, anthers yellow with longitudinal slit and X appearance; ovary with 1 carpel, glabrous, styles 2, stigmas plumose, ash-colored; each spiklet consists of:

  • 1 lemma*
  • 2 paleae**
  • 2 lodiculae***
  • 3 stamens
  • pistil with 2 plumose stigmas.

Flowering time:   June-December.

Fruit:  Caryopsis.

Habitat:   Moist places, stream banks, from 0-150 m alt.

Native:   Mediterranean region.

Lemma*=the lower of two bracts of a grass floret, usually enclosing the palea, lodicules, stamens and ovary

Palea** = the upper of the two bracts of a grass floret, usually enclosing the lodicules**, stamens and ovary.

Lodiculae*** = specialized scales at the base of the ovary in a grass flower, enclosing the stamens and ovary.

 

Περιγραφή

Φυτό:   Πολυετές καλαμώδες φυτό, με ύψος μέχρι 3 μ.

Βλαστός:   Κάλαμοι όρθιοι, ευθείς, κοίλοι, ξυλώδεις, γλαυκοπράσινοι και άτριχοι.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, γραμμοειδή, γλαυκοπράσινα και γυμνά, με καρδιόσχημη βάση και μεμβρανώδες γλωσσίδιο, κολεοί κυκλικοί, αγκαλιάζοντας σφιχτά τον κάλαμο, με τριχωτό φάρυγγα. 

Άνθη:   Ερμαφρόδιτα, σε πυκνή και πολύκλαδη, τεφροπορφυρή, φόβη.  Σταχίδια λογχοειδή και μυτερά, με 1-2 άνθη, με τριχωτές στη ράχη λεπίδες*.  Στήμονες 3, ανθήρες κίτρινοι με κατά μήκος σχισμή ώστε να μοιάζουν με χ.   Ωοθήκη με 1 καρπόφυλλο, άτριχη, στύλοι 2 με πτεροειδή στίγματα γκρίζου χρώματος.  Κάθε σταχίδιο αποτελείται από:

  • 1 λέπυρο
  • 1 λεπίδα
  • 2 γλωχίνες
  • 3 στήμονες
  • ύπερο με 2 πτεροειδή στίγματα.

Άνθιση:   Ιούνιος-Δεκέμβριος.

Καρπός:   Καρύοψις.

Ενδιαίτημα:   Υγρές περιοχές, κοντά σε ποταμούς και ρυάκια, από 0-150 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.

λεπίδες* =  βράκτια στη βάση του άνθους των Αγρωστωδών που περικλείουν την ωοθήκη και τους στήμονες.

γλωχίνες = βράκτια

Linaria pelisseriana

Name/Όνομα:  Λινάρια η πελισσεριανή*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Linaria pelisseriana* (L) Mill.

Common name/Κοινό Όνομα:   Jersey toadflax, creeping toadflax, linaire de Pellicier, Pelliciers leinkraut, linaria di Pellicier, pistanit risanit, mor nevruzotu.

Family/Οικογένεια:   PLANTAGINACEAE

 

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

Plant:    Annual growing up to 40 cm high.

Stem/s:   Erect, unbranched, nearly cylindrical, green, becoming purplish with age, sparsely covered with very short whitish hairs or glabrous.

Leaves:   Basal leaves opposite or whorled of 3, obovate, glabrous, subsessile, acute; lower cauline leaves opposite, simple, entire, linear-lanceolate, acute, thinly hairy or glabrous; upper cauline leaves alternate, simple, entire, sessile, linear, with acute apex.

Flowers:  Strongly zygomorphic, hermaphrodite, in rather dense racemes; bracts linear-lanceolate, as long as pedicels or longer, covered with very short whitish hairs or covered with drop-like, sessile glands; calyx 5-lobed, lobes subequal, linear-lanceolate, free almost to the base ( fused at the base), thinly hairy, green or purplish, with acute apex; corolla purplish-violet with whitish palate, 2-lipped, upper lip 2-lobed, lobes erect, oblong, parallel, pointed outwards, lower lip shorter, 3-lobed, recurved, with a conspicuous, gibbous, and thinly hairy externally palate, closing the throat of the downcurved spur; stamens 4, included, filaments unequal, anthers yellow; ovary superior, style 1, stigma 1

Flowering time:   March-April.

Fruit:    Dehiscing subglobose capsule, often didymous, enclosing numerous, flat and discoid, seeds.

Habitat:  Roadsides, pastures, open forests, 25-600 m alt

Native:   Southern Europe, Eastern Mediterranean region.

 

pelisseriana* =  from the name of Guillaume Pellicier, Bishop of Montpellier.

 

Περιγραφή

Φυτό:   Μονοετές φυτό με ύψος μέχρι 40 εκ.

Βλαστός:  Όρθιος, σχεδόν κυλινδρικός, χωρίς διακλάδωση, πράσινος αρχικά, πορφυρός τελικά, καλυμμένος με αραιές και πολύ κοντές και ασπριδερές τρίχες ή άτριχος.

Φύλλα:     Φύλλα βάσης αντίθετα ή σε σπονδύλους των 3, αντωειδή, γυμνά και σχεδόν άμισχα, με μυτερή κορυφή.  Χαμηλότερα φύλλα βλαστού αντίθετα, απλά, ακέραια, άμισχα, γραμμοειδή-λογχοειδή, μυτερά, ελάχιστα τριχωτά ή γυμνά.  Ανώτερα φύλλα βλαστού κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, γραμμοειδή, άμισχα με μυτερή κορυφή.

Άνθη:  Ισχυρώς ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα, σε κάπως πυκνούς βότρεις.  Βράκτια γραμμοειδή-λογχοειδή, ισομήκη με τους ποδίσκους των ανθέων ή μακρύτερα, καλυμμένα με αραιές, κοντές και ασπριδερές τρίχες ή με άμισχους αδένες που μοιάζουν με σταγόνα.  Κάλυκας 5-λοβος, λοβοί σχεδόν ισομήκεις, γραμμοειδείς-λογχοειδείς, ελεύθεροι σχεδόν μέχρι τη βάση, ενώ στη βάση συμφύονται, ελαφρά τριχωτοί, πράσινοι ή πορφυροί και μυτεροί.  Στεφάνη με πορφυρό-βιολετί χρώμα και με ασπριδερό θόλο, 2-χειλη, άνω χείλος 2-λοβο, λοβοί όρθιοι, προμήκεις και παράλληλοι, με 4-5 παράλληλα νεύρα και κλίση προς τα έξω, κάτω χείλος κοντύτερο, 3-λοβο, λοβοί λυγισμένοι προς τα πίσω και με πολύ εμφανές εξόγκωμα, που φράσσει  το φάρυγγα του λυγισμένου προς τα κάτω και ελαφρά τριχωτού εξωτερικά, πλήκτρου.  Στήμονες 4, μέσα στο σωλήνα, με άνισα νήματα και κίτρινους ανθήρες.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγμα 1.

Άνθιση:   Μάρτιος-Απρίλιος.

Καρπός:   Διαρρηκτή και υποσφαιρική κάψα, συχνά δίδυμη, με πολυάριθμα, δισκοειδή και επίπεδα σπέρματα.

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, πεδιάδες και ανοικτά πευκοδάση, από 25-600 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Νότια Ευρώπη, Ανατολική Μεσογειακή ζώνη.

pelisseriana* =   Από το όνομα του Guillaume Pellicier, Επισκόπου του Μοντπελλιέ.

Delphinium peregrinum

Name/Όνομα:   Δελφίνιο το ξενικό*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Delphinium peregrinum L.

Common name/Κοινό Όνομα:  Violet larkspur, Λαοΰιν

Family/Οικογένεια:   RANUNCULACEAE

 

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

Plant:   Annual growing up to 50 cm high.

Stem/s:  Erect, ascending or spreading, much-branched, covered with rather dense, short whitish hairs lying along the stem, or glabrous, branches ascending, glabrous or slightly hairy.

Leaves:   Alternate, pale green, thinly hairy; basal leaves 3 times deeply dissected into triangular segments, each one irregularly  divided into linear and acute lobes; basal leaves withered before anthesis; middle stem leaves with 2 or 3 linear-lanceolate and acute  segments, subsessile, upper stem leaves simple, entire, linear, acute.

Flowers:   Violet-blue or pale violet, strongly zygomorphic, hermaphrodite, in loose or dense racemes; bracts linear-lanceolate, hairy, about as long as the hairy pedicels; receptacle cup–shaped, green and glabrous; sepals 5, ovate, hairy externally, the 2 uppermost tinged yellowish at the base, connected forming a hollow and spur which is hairy externally, about 2 times as long as the lower sepals; petals 4, free, obovate or rounded with a narrow claw, sparsely hairy at the base, glabrous above, the 2 upper with short spurs inserted into the spur of the uppermost sepals; stamens numerous, anthers nearly rounded, yellow facing inwards; ovary superior, carpels 3, sparsely hairy.

Flowering time:   April-July.

Fruit:   Folicle, with pale brown seeds.    

Habitat:  Roadsides, dry grasslands, stony hillsides, cultivated fields, from 0-1000 m alt.

Native:  Balkans, Eastern Mediterranean region, Western Asia.

 

Περιγραφή

Φυτό:   Μονοετές φυτό με ύψος μέχρι 50 εκ.

Βλαστός:   Όρθιος, ανερχόμενος ή απλωμένος, πολύκλαδος, καλυμμένος με κάπως πυκνές, κοντές και ασπριδερές τρίχες που είναι τοποθετημένες κατά μήκος του βλαστού ή άτριχος, κλάδοι ανερχόμενοι, γυμνοί ή ελαφρά τριχωτοί.

Φύλλα:   Κατ εναλλαγή, ελαφρά τριχωτά και με ανοικτό πράσινο χρώμα.  Φύλλα βάσης 3 φορές διαιρεμένα σε τριγωνικά τμήματα, κάθε ένα από τα οποία διαιρείται σε άνισους, γραμμοειδείς και μυτερούς λοβούς.  Αυτά τα φύλλα φθείρονται πριν την άνθιση.  Μεσαία φύλλα βλαστού άμισχα, με 2,3 γραμμοειδή-λογχοειδή και μυτερά τμήματα,  ανώτερα φύλλα βλαστού απλά, ακέραια, γραμμοειδή και οξύκορφα.

Άνθη:   Με ανοικτό βιολετί  ή με βιολετί χρώμα με μπλε αποχρώσεις, ισχυρώς ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα, σε χαλαρούς ή πυκνούς βότρεις.  Βράκτια γραμμοειδή-λογχοειδή, τριχωτά, περίπου ισομήκη με τους ποδίσκους.  Ανθοδόχη κυπελλοειδής, πράσινη και άτριχη.  Σέπαλα 5, ωοειδή, τριχωτά εξωτερικά, τα 2 ανώτερα συνδέονται και σχηματίζουν ένα τριχωτό εξωτερικά πλήκτρο που είναι περίπου διπλάσιο από το μήκος των κατωτέρων σεπάλων.  Πέταλα 4, ελεύθερα, αντωειδή ή στρογγυλά με στενό νύχι, αραιά τριχωτά στη βάση τους, γυμνά ψηλότερα, τα 2 ανώτερα με κοντά πλήκτρα που μπαίνουν μέσα στο μεγαλύτερο πλήκτρο των ανωτέρων σεπάλων και με κιτρινωπή βάση.  Στήμονες πολυάριθμοι, ανθήρες σχεδόν σφαιρικοί, κίτρινα και με κατεύθυνση προς το κέντρο του άνθους.  Ωοθήκη επιφυής με 3 καρπόφυλλα, αραιά τριχωτά.

Άνθιση:  Απρίλιος-Ιούλιος.

Καρπός:   Θύλαξ, με ανοικτό καφέ χρώμα.

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, χορταριασμένες ξηρές περιοχές, χαλικώδεις λόφους και καλλιεργημένα χωράφια, από 0-1000 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Βαλκάνια, Ανατολική Μεσογειακή ζώνη, Δυτική Ασία.

Crupina crupinastrum

Name/Όνομα:  Κρουπίνα η κρουπίναστρος  

Scientific name/Επιστημονικό όνομαCrupina crupinastrum (Moris) Vis.  

Common name/Κοινό Όνομα:  Common crupina, false saw-wort.   

Family/Οικογένεια:  ASTERACEAE 

 

 

Description

 

Plant:   Annual, growing up to 75 cm high. 

Stem/s:  Erect, branched or unbranched, angled, ribbed, pale green, covered with soft whitish hairs; longitudinal ribs often with purplish-brown color.

Leaves:  Alternate; basal leaves pinnatisect, lobes opposite, oblong or asymmetric deltoid, sessile, thinly hairy, margins crenate-serrate or toothed; terminal lobe larger; cauline leaves oblong in outline, sessile, deeply pinnatisect, lobes opposite (except terminal), linear, covered with short, thick and hard hairs (scabrid), rachis covered with short, white hairs; margins irregularly acute or spinulose.     

Flowers:  Capitula solitary and terminal; involucre ovoid with broader base; bracts erect, partly imbricate, the outer smaller, ovate, pale green, acute, the inner linear-lanceolate, dark purple, acuminate; florets up to 15, pale purple, the inner fertile, the outer sterile and longer.      

Flowering time:  April-May.  

Fruit:   Achenes.    

Habitat:  Dry slopes, open forests, field margins, from 0-1200 m alt  

Native:  Mediterranean region, Western Asia.

 

 

Περιγραφή

Φυτό:  Μονοετές με ύψος μέχρι 75 εκ.

Βλαστός:  Όρθιος, με ή χωρίς διακλάδωση, γωνιώδης, ραβδωτός, με χλωμό πράσινο χρώμα, καλυμμένος με μαλακές και ασπριδερές τρίχες.  Οι κατά μήκος ραβδώσεις συχνά έχουν πορφυρό ή καφέ χρώμα.  

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, τα φύλλα βάσης είναι πτεροσχιδή, με αντίθετους πλάγιους λοβούς, με μεγαλύτερο τον τελευταίο, με ελαφρό τρίχωμα, χείλη πριονωτά ή οδοντωτά.  Φύλλα βλαστού προμήκη στο περίγραμμα, άμισχα, βαθειά πτεροσχιδή, λοβοί αντίθετοι εκτός του τελευταίου, καλυμμένοι με κοντές, χοντρές και σκληρές τρίχες, ράχη καλυμμένη με κοντές και άσπρες τρίχες, χείλη άνισα μυτερά ή με κοντή μυτερή προεκβολή.

Άνθη:   Κεφάλια μεμονωμένα και επάκρια.  Σύνολο βρακτίων σε ωοειδές σχήμα με πλατύτερη βάση.  Βράκτια όρθια, εν μέρει αλληλεπικαλυπτόμενα, τα εξωτερικά είναι μικρότερα, ωοειδή, με χλωμό πράσινο ή πορφυρό χρώμα, οξύκορφα, τα εσωτερικά είναι γραμμοειδή-λογχοειδή, μυτερά και με σκούρο πορφυρό χρώμα.  Ανθίδια μέχρι 15, με ανοικτό πορφυρό χρώμα, τα εσωτερικά γόνιμα, τα εξωτερικά άγονα και μακρύτερα.

Άνθιση:  Απρίλιος-Μάιος. 

Καρπός:   Αχαίνια.

Ενδιαίτημα:  Ξηρές πλαγιές, ανοικτά δάση, όρια χωραφιών, από 0-1220 μ υψόμετρο.   

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη, Δυτική Ασία.

Lavandula stoechas

Name/Όνομα:  Λαβαντούλα η στοιχάς*   

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Lavandula stoechas* L.   

Common name/Κοινό Όνομα:  French lavender, Μυροφόρα, Λεβάντα   

Family/Οικογένεια:  LAMIACEAE  

 

 

Description

 

Plant:  Evergreen aromatic shrub, growing up to 120 cm high.   

Stem/s:  Numerous, erect or ascending, sometimes decumbent, much-branched; young stems squared, covered with dense stellate hairs, older stems are cylindrical and woody.  

Leaves:  Opposite, simple, entire, linear or linear-lanceolate, sessile, greyish-green, hairy both sides, apex subacute or obtuse, margins often recurved.  

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite, in vertical ranks, in dense, many-flowered, terminal spikes; peduncles longer than spikes; spikes erect, quadrangular, topped by up to 5, conspicuous, violet-blue, petal-like, sterile bracts; calyx cylindrical, 13-nerved, 5-toothed, teeth deltoid, hairy externally; corolla violet-purple, 5-lobed; stamens 4, included, anthers yellow; ovary superior, glabrous, style 1, hairy above, stigma 1, capitate

Flowering time:  March-May.

Fruit:  4 nutlets.      

Habitat:  Roadsides, open forests, dry hillsides, from 0-700 m alt.

Native:  Southern Europe, Eastern Mediterranean region, Northwestern Africa.

 

stoechas* = from the Greek word «στοιχίζω» meaning “in rows”, referring to the way flowers are positioned on the spike.

 

Περιγραφή

Φυτό:  Αειθαλής και αρωματικός θάμνος, με ύψος μέχρι 120 εκ.

Βλαστός:  Πολλοί, όρθιοι ή ανερχόμενοι, κάποτε αναπτυσσόμενοι κοντά στο έδαφος, πολύκλαδοι.  Νεαροί βλαστοί τετράγωνοι και καλυμμένοι με πυκνές αστεροειδείς τρίχες, ενώ οι παλαιότεροι είναι κυλινδρικοί και ξυλώδεις.

Φύλλα:  Αντίθετα, απλά, ακέραια, γραμμοειδή ή γραμμοειδή-λογχοειδή, άμισχα, γκριζοπράσινα, τριχωτά και στις 2 επιφάνειες, με σχεδόν μυτερή ή πλατειά κορυφή και χείλη που συχνά είναι γυρισμένα προς τα μέσα.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε κατακόρυφες σειρές, σε πολυανθείς και επάκριους στάχεις.  Ποδίσκος ταξιανθίας μακρύτερος του στάχυ.  Στάχεις όρθιοι, και τετράγωνοι, που φέρουν στην κορυφή τους μέχρι 5, πολύ εμφανή, άγονα βράκτια, που μοιάζουν με  πέταλα και έχουν βιολετί ή πορφυρό χρώμα.  Κάλυκας κυλινδρικός, με 13 νεύρα και 5 δελτοειδή δόντια, εξωτερικά τριχωτός.  Στεφάνη με βιολετί-πορφυρό χρώμα, 5-λοβη.  Στήμονες 4, μέσα στη στεφάνη, ανθήρες κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής και άτριχη, στύλος 1, τριχωτός ψηλά, στίγμα 1, κεφαλωτό.

Άνθιση:   Μάρτιος-Μάιος.

Καρπός:   4 κάρυα.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, ανοικτά δάση, ξηρές πλαγιές από 0-700 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Νότια Ευρώπη, Δυτική Μεσογειακή ζώνη, Βορειοδυτική Αφρική

Στοιχάς* από την Ελληνική λέξη «στοιχίζω», δηλ μπαίνω σε σειρά και αναφέρεται στον τρόπο που είναι τοποθετημένα τα άνθη πάνω στον στάχυ.

Echium angustifolium  subsp. angustifolium

Name/Όνομα:  Έχιον το στενόφυλλον υποείδ. το στενόφυλλον*.  

Scientific name/Επιστημονικό όνομα: Echium angustifolium Mill. subsp. angustifolium#

Common name/Κοινό Όνομα:  Red bugloss, narrow-leaved bugloss.   

Family/Οικογένεια:  BORAGINACEAE

 

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

Plant:  Perennial herb with woody rootstock, growing up to 60 cm high.    

Stem/s: Erect, spreading or sprawling, much branched, sparsely or densely marked with red spots, densely covered with a mixed of white hispid hairs and short adpressed hairs.  

Leaves:  Basal leaves oblanceolate to oblong, narrow, simple, entire, densely hispid, margins often wavy, apex rather acute, petiolate to sub-sessile, obscurely veined but with a prominent central vein; cauline leaves alternate, similar but smaller, acuminate and sessile, often inflexed at apex.

Flowers:  Zygomorphic, hermaphrodite and sessile, in crowded cylindrical, bracteate** cymes; bracts ovate, hispid, acuminate, sessile; calyx campanulate, densely hispid, with 5, linear, straight and hispid lobes; corolla funnel-shaped, distinctly irregular, pink, purple or red, becoming dull blue with age, hairy externally, glabrous internally; stamens 4, exserted, filaments unequal, whitish or purplish, glabrous,  anthers oblong, dark purple, facing inwards; ovary superior, style straight, erect, whitish or purplish, hairy, longer than stamens, stigma bifid.

Flowering time:  March-July

Fruit: Four, 3-sided nutlets.      

Habitat:  Common in Cyprus and it is found at road-sides, waste ground, stony or sandy seashore areas, and dry hillsides, from 0-900 m alt.

Native:  Mediterranean region.

 

Echium# = From the Greek word “έχιδνα” (viber), beacause the shape of the fruit resembles viber´s head– angustifolium= angustus, narrow + folium, leaf = narrow-leaved.

bracteate**= bearing bracts.

 

Περιγραφή

Φυτό:  Πολυετής πόα με ξυλώδη ρίζα και με ύψος μέχρι 60 εκ.

Βλαστός:  Όρθιος, απλωμένος ή κατακλιμένος, πολύκλαδος, πυκνά ή αραιά διάστικτος με κόκκινα στίγματα και φέρει ένα πυκνό μίγμα από μακριές και λευκές αδρότριχες, μαζί με κοντές και παράλληλες με την επιφάνεια του φύλλου, τρίχες.

Φύλλα:  Φύλλα βάσης αντιλογχοειδή ή στενά-προμήκη, απλά, ακέραια, πυκνά αδρότριχα, χείλη συχνά κυματιστά, κορυφή μάλλον μυτερή, έμμισχα ή σχεδόν άμισχα, με αφανή νεύρωση εκτός από το ισχυρό κεντρικό νεύρο.  Φύλλα βλαστού κατ εναλλαγή, παρόμοια με της βάσης, αλλά μικρότερα, μυτερά και άμισχα, συχνά με μύτες λυγισμένες προς τα μέσα.

Άνθη:  Ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα και χωρίς ποδίσκο, σε κάπως συμαπγείς, κυλινδρικές και φέρουσες βράκτια, θυσανοειδείς ταξιανθίες.  Βράκτια ωοειδή, αδρότριχα, μυτερά και άμισχα.  Κάλυκας καμπανοειδής, πυκνά αδρότριχος, με 5, γραμμοειδείς, ευθείς και αδρότριχους λοβούς.  Στεφάνη χοανοειδής, αισθητά ασύμμετρη, ρόδινη, πορφυρή ή κόκκινη, αλλά με την πάροδο του χρόνου παίρνει μπλε χρώμα, τριχωτή εξωτερικά, άτριχη εσωτερικά.  Στήμονες 4 που ξεπερνούν τη στεφάνης, νήματα άνισα, ασπριδερά ή πορφυρά και άτριχα, ανθήρες προμήκεις, με σκούρο πορφυρό χρώμα και με μέτωπο προς το κέντρο του άνθους.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, όρθιος, ευθύς, ασπριδερός ή πορφυρός και τριχωτός, μακρύτερος των στημόνων, στίγμα 2-λοβο.

Άνθιση:  Μάρτιος-Ιούλιος.

Καρπός:   4, τρίπλευρα κάρυα.

Ενδιαίτημα:  Κοινό φυτό και απαντάται κατά μήκος δρόμων, άγονα εδάφη, χαλικώδεις ή αμμώδεις παράλιες περιοχές και σε ξηρές πλαγιές, από 0-900 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη.

 

Centaurea cyprensis

Name/Όνομα:  Κενταύρεια η κυπριακή 

Scientific name/Επιστημονικό όνομαCentaurea cyprensis (Holub) T. Georgiadis  

Family/Οικογένεια:  ASTERACEAE

 

Description

Plant:  Perennial herb with thick rootstock.

Stem/s:  Prostrate, numerous, branched, up to 30 cm long, radically arranged from the center

Leaves:  Basal leaves in a rosette, generally covered with arachnoid hairs; leaves lyrate, spathulate or lobed, petiolate; cauline leaves lobed or simple, ovate or obovate

Flowers:  Capitula about 1.5 cm d., numerous and terminal; involucre 1.3 cm long, 0.5 wide, ovoid, greenish-brownish; bracts imbricate; outer bracts ovate, about 6-8 mm long, 3-4mm wide, with minute, thread-like hyaline appentages and a short, brownish, apical spinule; inner bracts  8-10 mm long, oblong, brown, subacute or obtuse, without apical spinule, but with short denticulate margins; florets purple, pink or white; marginal florets sterile, funnel-shaped, with 5 unequal, linear-lanceolate, white and glabrous lobes; disk florets hermaphrodite, tubular; corolla slightly inflated at the base, with 5, white lobes conspicuously shorter than marginal´s; anthers linear, purple or mauve; style with conspicuous hairy ring near the base; stigma terminal, whitish.

Flowering time:  April-May.     

Fruit:  Achenes.       

Habitat:  Open Pine forests, and stony hillsides, from 25-750 m alt.  

Native:  Rare endemic to Cyprus.

 

Περιγραφή

Φυτό:  Πολυετής πόα με χοντρή ρίζα.  

Βλαστός:  Κατακλιμένοι στο χώμα, μέχρι 30 εκ μήκος, πολυάριθμοι, διακλαδωμένοι και ακτινωτά τοποθετημένοι. 

Φύλλα:  Φύλλα βάσης σε ροζέτα (μέχρι 60 εκ. διάμετρο), καλυμμένοι με αραχνοειδείς τρίχες.  Μεγάλη ποικιλία στο σχήμα των φύλλων, υπάρχουν έμμισχα λυροειδή, σπατουλοειδή και λοβωτά.  Φύλλα βλαστού λοβωτά ή απλά, ακέραια, ωοειδή ή αντωειδή.

Άνθη:   Κεφάλια πολυάριθμα και επάκρια, με διάμετρο μέχρι 1.5 εκ.  Περίβλημα βρακτίων ωοειδές, 1.3 cm x 0.5 cm, με πρασινωπό προς καστανό χρώμα.  Βράκτια αλληλεπικαλυπτόμενα.  Εξωτερικά βράκτια ωοειδή, 6-8 χιλ. χ 3-4 χιλ., με πολύ μικρές, στενές και διαφανείς πλάγιες προεκβολές, ενώ στην κορυφή υπάρχει εμφανής, καστανή ακανθώδης προεκβολή.  Εσωτερικά βράκτια 8-10 χιλ. μήκος, προμήκη, με καφέ χρώμα, με σχεδόν πλατειά κορυφή, χωρίς ακανθώδη προεκβολή αλλά με μικρά οδοντοειδή χείλη.  Ανθίδια πορφυρά, ρόδινα ή λευκά.  Περιφερειακά ανθίδια άγονα, με χοανοειδή στεφάνη από 5 άνισους, γραμμοειδείς-λογχοειδείς, λευκούς και γυμνούς λοβούς.  Επιδίσκια ανθίδια ερμαφρόδιτα, σωληνοειδή, με στεφάνη λίγο διογκωμένη στη βάση της και με λοβούς αισθητά μικρότερους από τους αντίστοιχους των περιφερειακών.  Ανθήρες γραμμοειδείς, με πορφυρό ή μωβ χρώμα.  Στύλος με εμφανή τριχωτό δακτύλιο κοντά στη βάση του.  Στίγμα επάκριο, ασπριδερό.

Άνθιση:  Απρίλιος-Μάιος.  

Καρπός:  Αχαίνιο.

Ενδιαίτημα:  Ανοικτά πευκοδάση, χαλικώδεις πλαγιές και σε πρανή αγροτικών δρόμων, από 25-750 μ. υψόμετρο.     

Πατρίδα:  Σπάνιο ενδημικό φυτό της Κύπρου.