Category Archive for ‘Βιολετί’

Crupina crupinastrum

Name/Όνομα:  Κρουπίνα η κρουπίναστρος  

Scientific name/Επιστημονικό όνομαCrupina crupinastrum (Moris) Vis.  

Common name/Κοινό Όνομα:  Common crupina, false saw-wort.   

Family/Οικογένεια:  ASTERACEAE 





Plant:   Annual, growing up to 75 cm high. 

Stem/s:  Erect, branched or unbranched, angled, ribbed, pale green, covered with soft whitish hairs; longitudinal ribs often with purplish-brown color.

Leaves:  Alternate; basal leaves pinnatisect, lobes opposite, oblong or asymmetric deltoid, sessile, thinly hairy, margins crenate-serrate or toothed; terminal lobe larger; cauline leaves oblong in outline, sessile, deeply pinnatisect, lobes opposite (except terminal), linear, covered with short, thick and hard hairs (scabrid), rachis covered with short, white hairs; margins irregularly acute or spinulose.     

Flowers:  Capitula solitary and terminal; involucre ovoid with broader base; bracts erect, partly imbricate, the outer smaller, ovate, pale green, acute, the inner linear-lanceolate, dark purple, acuminate; florets up to 15, pale purple, the inner fertile, the outer sterile and longer.      

Flowering time:  April-May.  

Fruit:   Achenes.    

Habitat:  Dry slopes, open forests, field margins, from 0-1200 m alt  

Native:  Mediterranean region, Western Asia.




Φυτό:  Μονοετές με ύψος μέχρι 75 εκ.

Βλαστός:  Όρθιος, με ή χωρίς διακλάδωση, γωνιώδης, ραβδωτός, με χλωμό πράσινο χρώμα, καλυμμένος με μαλακές και ασπριδερές τρίχες.  Οι κατά μήκος ραβδώσεις συχνά έχουν πορφυρό ή καφέ χρώμα.  

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, τα φύλλα βάσης είναι πτεροσχιδή, με αντίθετους πλάγιους λοβούς, με μεγαλύτερο τον τελευταίο, με ελαφρό τρίχωμα, χείλη πριονωτά ή οδοντωτά.  Φύλλα βλαστού προμήκη στο περίγραμμα, άμισχα, βαθειά πτεροσχιδή, λοβοί αντίθετοι εκτός του τελευταίου, καλυμμένοι με κοντές, χοντρές και σκληρές τρίχες, ράχη καλυμμένη με κοντές και άσπρες τρίχες, χείλη άνισα μυτερά ή με κοντή μυτερή προεκβολή.

Άνθη:   Κεφάλια μεμονωμένα και επάκρια.  Σύνολο βρακτίων σε ωοειδές σχήμα με πλατύτερη βάση.  Βράκτια όρθια, εν μέρει αλληλεπικαλυπτόμενα, τα εξωτερικά είναι μικρότερα, ωοειδή, με χλωμό πράσινο ή πορφυρό χρώμα, οξύκορφα, τα εσωτερικά είναι γραμμοειδή-λογχοειδή, μυτερά και με σκούρο πορφυρό χρώμα.  Ανθίδια μέχρι 15, με ανοικτό πορφυρό χρώμα, τα εσωτερικά γόνιμα, τα εξωτερικά άγονα και μακρύτερα.

Άνθιση:  Απρίλιος-Μάιος. 

Καρπός:   Αχαίνια.

Ενδιαίτημα:  Ξηρές πλαγιές, ανοικτά δάση, όρια χωραφιών, από 0-1220 μ υψόμετρο.   

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη, Δυτική Ασία.

Lavandula stoechas

Name/Όνομα:  Λαβαντούλα η στοιχάς*   

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Lavandula stoechas* L.   

Common name/Κοινό Όνομα:  French lavender, Μυροφόρα, Λεβάντα   

Family/Οικογένεια:  LAMIACEAE  





Plant:  Evergreen aromatic shrub, growing up to 120 cm high.   

Stem/s:  Numerous, erect or ascending, sometimes decumbent, much-branched; young stems squared, covered with dense stellate hairs, older stems are cylindrical and woody.  

Leaves:  Opposite, simple, entire, linear or linear-lanceolate, sessile, greyish-green, hairy both sides, apex subacute or obtuse, margins often recurved.  

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite, in vertical ranks, in dense, many-flowered, terminal spikes; peduncles longer than spikes; spikes erect, quadrangular, topped by up to 5, conspicuous, violet-blue, petal-like, sterile bracts; calyx cylindrical, 13-nerved, 5-toothed, teeth deltoid, hairy externally; corolla violet-purple, 5-lobed; stamens 4, included, anthers yellow; ovary superior, glabrous, style 1, hairy above, stigma 1, capitate

Flowering time:  March-May.

Fruit:  4 nutlets.      

Habitat:  Roadsides, open forests, dry hillsides, from 0-700 m alt.

Native:  Southern Europe, Eastern Mediterranean region, Northwestern Africa.


stoechas* = from the Greek word «στοιχίζω» meaning “in rows”, referring to the way flowers are positioned on the spike.



Φυτό:  Αειθαλής και αρωματικός θάμνος, με ύψος μέχρι 120 εκ.

Βλαστός:  Πολλοί, όρθιοι ή ανερχόμενοι, κάποτε αναπτυσσόμενοι κοντά στο έδαφος, πολύκλαδοι.  Νεαροί βλαστοί τετράγωνοι και καλυμμένοι με πυκνές αστεροειδείς τρίχες, ενώ οι παλαιότεροι είναι κυλινδρικοί και ξυλώδεις.

Φύλλα:  Αντίθετα, απλά, ακέραια, γραμμοειδή ή γραμμοειδή-λογχοειδή, άμισχα, γκριζοπράσινα, τριχωτά και στις 2 επιφάνειες, με σχεδόν μυτερή ή πλατειά κορυφή και χείλη που συχνά είναι γυρισμένα προς τα μέσα.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε κατακόρυφες σειρές, σε πολυανθείς και επάκριους στάχεις.  Ποδίσκος ταξιανθίας μακρύτερος του στάχυ.  Στάχεις όρθιοι, και τετράγωνοι, που φέρουν στην κορυφή τους μέχρι 5, πολύ εμφανή, άγονα βράκτια, που μοιάζουν με  πέταλα και έχουν βιολετί ή πορφυρό χρώμα.  Κάλυκας κυλινδρικός, με 13 νεύρα και 5 δελτοειδή δόντια, εξωτερικά τριχωτός.  Στεφάνη με βιολετί-πορφυρό χρώμα, 5-λοβη.  Στήμονες 4, μέσα στη στεφάνη, ανθήρες κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής και άτριχη, στύλος 1, τριχωτός ψηλά, στίγμα 1, κεφαλωτό.

Άνθιση:   Μάρτιος-Μάιος.

Καρπός:   4 κάρυα.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, ανοικτά δάση, ξηρές πλαγιές από 0-700 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Νότια Ευρώπη, Δυτική Μεσογειακή ζώνη, Βορειοδυτική Αφρική

Στοιχάς* από την Ελληνική λέξη «στοιχίζω», δηλ μπαίνω σε σειρά και αναφέρεται στον τρόπο που είναι τοποθετημένα τα άνθη πάνω στον στάχυ.

Echium angustifolium  subsp. angustifolium

Name/Όνομα:  Έχιον το στενόφυλλον υποείδ. το στενόφυλλον*.  

Scientific name/Επιστημονικό όνομα: Echium angustifolium Mill. subsp. angustifolium#

Common name/Κοινό Όνομα:  Red bugloss, narrow-leaved bugloss.   

Family/Οικογένεια:  BORAGINACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:  Perennial herb with woody rootstock, growing up to 60 cm high.    

Stem/s: Erect, spreading or sprawling, much branched, sparsely or densely marked with red spots, densely covered with a mixed of white hispid hairs and short adpressed hairs.  

Leaves:  Basal leaves oblanceolate to oblong, narrow, simple, entire, densely hispid, margins often wavy, apex rather acute, petiolate to sub-sessile, obscurely veined but with a prominent central vein; cauline leaves alternate, similar but smaller, acuminate and sessile, often inflexed at apex.

Flowers:  Zygomorphic, hermaphrodite and sessile, in crowded cylindrical, bracteate** cymes; bracts ovate, hispid, acuminate, sessile; calyx campanulate, densely hispid, with 5, linear, straight and hispid lobes; corolla funnel-shaped, distinctly irregular, pink, purple or red, becoming dull blue with age, hairy externally, glabrous internally; stamens 4, exserted, filaments unequal, whitish or purplish, glabrous,  anthers oblong, dark purple, facing inwards; ovary superior, style straight, erect, whitish or purplish, hairy, longer than stamens, stigma bifid.

Flowering time:  March-July

Fruit: Four, 3-sided nutlets.      

Habitat:  Common in Cyprus and it is found at road-sides, waste ground, stony or sandy seashore areas, and dry hillsides, from 0-900 m alt.

Native:  Mediterranean region.


Echium# = From the Greek word “έχιδνα” (viber), beacause the shape of the fruit resembles viber´s head– angustifolium= angustus, narrow + folium, leaf = narrow-leaved.

bracteate**= bearing bracts.



Φυτό:  Πολυετής πόα με ξυλώδη ρίζα και με ύψος μέχρι 60 εκ.

Βλαστός:  Όρθιος, απλωμένος ή κατακλιμένος, πολύκλαδος, πυκνά ή αραιά διάστικτος με κόκκινα στίγματα και φέρει ένα πυκνό μίγμα από μακριές και λευκές αδρότριχες, μαζί με κοντές και παράλληλες με την επιφάνεια του φύλλου, τρίχες.

Φύλλα:  Φύλλα βάσης αντιλογχοειδή ή στενά-προμήκη, απλά, ακέραια, πυκνά αδρότριχα, χείλη συχνά κυματιστά, κορυφή μάλλον μυτερή, έμμισχα ή σχεδόν άμισχα, με αφανή νεύρωση εκτός από το ισχυρό κεντρικό νεύρο.  Φύλλα βλαστού κατ εναλλαγή, παρόμοια με της βάσης, αλλά μικρότερα, μυτερά και άμισχα, συχνά με μύτες λυγισμένες προς τα μέσα.

Άνθη:  Ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα και χωρίς ποδίσκο, σε κάπως συμαπγείς, κυλινδρικές και φέρουσες βράκτια, θυσανοειδείς ταξιανθίες.  Βράκτια ωοειδή, αδρότριχα, μυτερά και άμισχα.  Κάλυκας καμπανοειδής, πυκνά αδρότριχος, με 5, γραμμοειδείς, ευθείς και αδρότριχους λοβούς.  Στεφάνη χοανοειδής, αισθητά ασύμμετρη, ρόδινη, πορφυρή ή κόκκινη, αλλά με την πάροδο του χρόνου παίρνει μπλε χρώμα, τριχωτή εξωτερικά, άτριχη εσωτερικά.  Στήμονες 4 που ξεπερνούν τη στεφάνης, νήματα άνισα, ασπριδερά ή πορφυρά και άτριχα, ανθήρες προμήκεις, με σκούρο πορφυρό χρώμα και με μέτωπο προς το κέντρο του άνθους.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, όρθιος, ευθύς, ασπριδερός ή πορφυρός και τριχωτός, μακρύτερος των στημόνων, στίγμα 2-λοβο.

Άνθιση:  Μάρτιος-Ιούλιος.

Καρπός:   4, τρίπλευρα κάρυα.

Ενδιαίτημα:  Κοινό φυτό και απαντάται κατά μήκος δρόμων, άγονα εδάφη, χαλικώδεις ή αμμώδεις παράλιες περιοχές και σε ξηρές πλαγιές, από 0-900 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη.


Centaurea cyprensis

Name/Όνομα:  Κενταύρεια η κυπριακή 

Scientific name/Επιστημονικό όνομαCentaurea cyprensis (Holub) T. Georgiadis  

Family/Οικογένεια:  ASTERACEAE



Plant:  Perennial herb with thick rootstock.

Stem/s:  Prostrate, numerous, branched, up to 30 cm long, radically arranged from the center

Leaves:  Basal leaves in a rosette, generally covered with arachnoid hairs; leaves lyrate, spathulate or lobed, petiolate; cauline leaves lobed or simple, ovate or obovate

Flowers:  Capitula about 1.5 cm d., numerous and terminal; involucre 1.3 cm long, 0.5 wide, ovoid, greenish-brownish; bracts imbricate; outer bracts ovate, about 6-8 mm long, 3-4mm wide, with minute, thread-like hyaline appentages and a short, brownish, apical spinule; inner bracts  8-10 mm long, oblong, brown, subacute or obtuse, without apical spinule, but with short denticulate margins; florets purple, pink or white; marginal florets sterile, funnel-shaped, with 5 unequal, linear-lanceolate, white and glabrous lobes; disk florets hermaphrodite, tubular; corolla slightly inflated at the base, with 5, white lobes conspicuously shorter than marginal´s; anthers linear, purple or mauve; style with conspicuous hairy ring near the base; stigma terminal, whitish.

Flowering time:  April-May.     

Fruit:  Achenes.       

Habitat:  Open Pine forests, and stony hillsides, from 25-750 m alt.  

Native:  Rare endemic to Cyprus.



Φυτό:  Πολυετής πόα με χοντρή ρίζα.  

Βλαστός:  Κατακλιμένοι στο χώμα, μέχρι 30 εκ μήκος, πολυάριθμοι, διακλαδωμένοι και ακτινωτά τοποθετημένοι. 

Φύλλα:  Φύλλα βάσης σε ροζέτα (μέχρι 60 εκ. διάμετρο), καλυμμένοι με αραχνοειδείς τρίχες.  Μεγάλη ποικιλία στο σχήμα των φύλλων, υπάρχουν έμμισχα λυροειδή, σπατουλοειδή και λοβωτά.  Φύλλα βλαστού λοβωτά ή απλά, ακέραια, ωοειδή ή αντωειδή.

Άνθη:   Κεφάλια πολυάριθμα και επάκρια, με διάμετρο μέχρι 1.5 εκ.  Περίβλημα βρακτίων ωοειδές, 1.3 cm x 0.5 cm, με πρασινωπό προς καστανό χρώμα.  Βράκτια αλληλεπικαλυπτόμενα.  Εξωτερικά βράκτια ωοειδή, 6-8 χιλ. χ 3-4 χιλ., με πολύ μικρές, στενές και διαφανείς πλάγιες προεκβολές, ενώ στην κορυφή υπάρχει εμφανής, καστανή ακανθώδης προεκβολή.  Εσωτερικά βράκτια 8-10 χιλ. μήκος, προμήκη, με καφέ χρώμα, με σχεδόν πλατειά κορυφή, χωρίς ακανθώδη προεκβολή αλλά με μικρά οδοντοειδή χείλη.  Ανθίδια πορφυρά, ρόδινα ή λευκά.  Περιφερειακά ανθίδια άγονα, με χοανοειδή στεφάνη από 5 άνισους, γραμμοειδείς-λογχοειδείς, λευκούς και γυμνούς λοβούς.  Επιδίσκια ανθίδια ερμαφρόδιτα, σωληνοειδή, με στεφάνη λίγο διογκωμένη στη βάση της και με λοβούς αισθητά μικρότερους από τους αντίστοιχους των περιφερειακών.  Ανθήρες γραμμοειδείς, με πορφυρό ή μωβ χρώμα.  Στύλος με εμφανή τριχωτό δακτύλιο κοντά στη βάση του.  Στίγμα επάκριο, ασπριδερό.

Άνθιση:  Απρίλιος-Μάιος.  

Καρπός:  Αχαίνιο.

Ενδιαίτημα:  Ανοικτά πευκοδάση, χαλικώδεις πλαγιές και σε πρανή αγροτικών δρόμων, από 25-750 μ. υψόμετρο.     

Πατρίδα:  Σπάνιο ενδημικό φυτό της Κύπρου.

Anchusa undulata  subsp. hybrida 

Name/Όνομα:  Άγχουσα η κυματόχειλη  υποείδ. η υβριδική.   

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Anchusa undulata  subsp. hybrida (Ten.) Bég.   

Common name/Κοινό Όνομα:  Undulate alkanet, undulate anchusa, common alkanet.   

Family/Οικογένεια:  BORAGINACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:  Biennial or perennial herb growing up to 60 cm high.       

Stem/s:   Erect or spreading, branched below, angled, densely covered with a mixed of short and longer white stiff hairs. 

Leaves:  Basal leaves in a loose rosette, simple, entire, oblanceolate, broadly-obovate or spathulate, up to 20 cm long, bristly, especially on the margins and on the central vein, margins conspicuously undulate with unequal rounded protuberances (tubercles), petiole flat, usually inconspicuous, sometimes up to 1/3 as long as the blade or less; stem leaves alternate, similar, smaller and sessile.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite, in lax, many-flowered, branched cymes, sometimes alternate along the elongated flowering axon; bracts oblong at the lower part of the stems, ovate at the upper parts, hispid, usually bending downwards; calyx cylindrical, inflated and persistent in fruit, densely hispid, 5-lobed, tube longer than the narrow-oblong lobes; corolla tube barely exceeding calyx, purple, violet or dark blue, 5-lobed, lobes broadly-triangular, obtuse, fused at the lower half, forming a funnel-shaped structure at the upper half; faucal scales 5, white or brownish, sky-blue at the rounded apex; stamens 5, included, anthers reaching the base of the faucal scales, erect, linear, blackish to dark-blue; ovary superior, style 1, persistent in fruit, stigma 1.     

Flowering time:  March-May.  

Fruit:   4, ovoid and ridged nutlets, green, becoming dark brown at maturity.         

Habitat:  Waste ground, roadsides, near cultivated fields, sandy soil and dry hillsides, from 0-1400 m    alt.

Native:  Mediterranean region.  



Φυτό:  Διετής ή πολυετής πόα με ύψος μέχρι 60 εκ.  

Βλαστός:  Όρθιοι ή απλωμένοι, διακλαδωμένοι χαμηλά, γωνιώδεις, πυκνά καλυμμένοι με ένα μίγμα από κοντές και πιο μακριές αδρότριχες.  

Φύλλα:  Φύλλα βάσης σε χαλαρή ροζέτα, απλά, ακέραια, αντιλογχοειδή, προμήκη αντωειδή ή σπατουλοειδή, μέχρι 20 εκ μήκος, καλυμμένοι με αδρότριχες κυρίως στα χείλη και στο κύριο νεύρο, χείλη πολύ εμφανώς και ποικιλοτρόπως κυματιστά με άνισες στρογγυλές προεκβολές (φυμάτια),  μίσχος επίπεδος, συνήθως ασήμαντος, κάποτε με μήκος ίσο με το 1/3-1/4  του ελάσματος.  Φύλλα βλαστού κατ εναλλαγή, παρόμοια αλλά μικρότερα και άμισχα.

Άνθη:  Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα σε χαλαρές, πολυανθείς και διακλαδωμένες κυματοειδείς ταξιανθίες, κάποτε κατ εναλλαγή κατά μήκος ενός επιμήκους ανθικού άξονα.  Βράκτια προμήκη στα χαμηλά μέρη των βλαστών και ωοειδή ψηλότερα, φυλλοειδή και αδρότριχα, συνήθως λυγισμένα προς το έδαφος.  Κάλυκας κυλινδρικός, διογκωμένος και επίμονος στην καρποφορία, πυκνά αδρότριχος, 5-λοβος, σωλήνας μεγαλύτερος από τους στενούς και πλατύκορφους λοβούς.  Σωλήνας στεφάνης μετά βίας προεξέχει του κάλυκα, πορφυρός, σκούρος μπλε ή με βιολετί χρώμα, 5-λοβος, λοβοί συμφυείς στο κάτω μισό, πλατειά-τριγωνικοί και πλατύκορφοι, δημιουργούν χοανοειδή κορυφή.  Εσωτερικά της στεφάνης υπάρχουν λευκά ή καστανά λεπιοειδή εξαρτήματα που όμως στην στρογγυλεμένη κορυφή τους παίρνουν ουρανί χρώμα. και τα οποία δημιουργούν στένωση του σωλήνα.  Στήμονες 5, περικλείονται στη στεφάνη, ανθήρες όρθιοι, γραμμοειδείς, με μαυριδερό ή σκούρο μπλε χρώμα που φθάνουν σχεδόν τη βάση των λεπιοειδών εξαρτημάτων.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1 που παραμένει στην καρποφορία, στίγμα 1 ροπαλοειδές..

Άνθιση:  Μάρτιος-Μάιος.  

Καρπός:  4 ωοειδή και ρυτιδωμένα καρπίδια που είναι αρχικά πράσινα και τελικά με καφέ χρώμα.

Ενδιαίτημα:  Άγονα εδάφη, κατά μήκος δρόμων, καλλιεργημένα χωράφια, αμμώδη εδάφη και ξηρές πλαγιές από 0-1400 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη.


Salvia viridis

Name/Όνομα:  Σάλβια η πράσινη*   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαSalvia viridis L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Red-topped sage

Family/Οικογένεια:  LAMIACEAE  


 *Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.


Plant:  Annual herb growing up to 40cm high.

Stem/s:  Erect, usually single, 4-angled, green becoming purple with age, sparsely covered with eglandular whitish hairs below, with more dense hairs above, often with a long prominent longitudinal stripe of untidy dense hairs across the middle of stem; edges less hairy.

Leaves:  Opposite, simple, entire, ovate to elliptic, covered with scattered eglandular hairs above, with more dense hairs beneath, especially on veins; lower leaves long-petiolate, petiole channeled, about as long as blade, apex obtuse, base rounded, margins with small teeths on rounded protrusions; upper leaves similar, short stalked.

Flowers:  Strongly zygomorphic and hermaphrodite, in few to several flowered whorls; bracts conspicuous, obovate, acuminate, green, violet or purple, covered with short eglandular hairs; a tuft of bracts developed at the top of the flowering stem; calyx tubular, mostly with eglandular hairs, 2-lipped, green with prominent purple veins, 5-toothed, teeth pointed, purple, unequal; corolla 2-lipped, upper lip erect, falcate, with deep pink or violet color, hairy externally, throat white, lower lip 3-lobed, the median larger, rounded, reflexed, with soft hairs externally; lateral lobes oblong, distinct; stamens 2; ovary superior;   

Flowering time:  February-April.

Fruit:  Nutlets.

Habitat:  Sandy ground, roadsides, field margins and waste areas, from 0-250 m alt.

Native:  Mediterranean region, Southwestern Asia.



Φυτό:  Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 40 εκ. 

Βλαστός:  Όρθιος, συνήθως απλός, τετράγωνος, πράσινος στην αρχή, πορφυρός αργότερα, με αραιές ασπριδερές τρίχες στα χαμηλότερα μέρη, με πιο πυκνές τρίχες ψηλότερα, ενώ συχνά υπάρχει μια ζώνη από ακατάστατες πυκνές τρίχες κατά μήκος του βλαστού, ενώ στις ακμές περιορίζεται το τρίχωμα. 

Φύλλα:  Αντίθετα, απλά, ακέραια, ωοειδή προς ελλειπτικά, καλυμμένα με διάσπαρτες μη αδενώδεις τρίχες στην άνω επιφάνεια, πιο πυκνές τρίχες και κυρίως επί των νεύρων στην κάτω επιφάνεια.  Χαμηλότερα φύλλα με μακρύ μίσχο που είναι αυλακωτός από πάνω και περίπου ισομήκης με το έλασμα, πλατύκορφα, με περίπου στρογγυλεμένη βάση και οδοντωτά με προεξοχές χείλη.  Ανώτερα φύλλα παρόμοια, με πολύ κοντό μίσχο.

Άνθη:  Ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα σε χαλαρούς σπονδύλους με λίγα ή αρκετά άνθη.  Βράκτια πολύ εμφανή, πλατειά αντωειδή, μυτεράκαι τριχωτά, πράσινα, πορφυρά ή με βιολετί χρώμα, ενώ στην κορυφή του ανθοφόρου άξονα υπάρχει δέσμη από πιο πυκνά βράκτια.  Κάλυκας σωληνοειδής, με μη αδενώδεις τρίχες, 2-χειλος, πράσινος με πορφυρές νευρώσεις, με 5 μυτερά, άνισα και πορφυρά δόντια.  Στεφάνη 2-χειλη, άνω χείλος όρθιο με κουκούλα που μοιάζει με δρεπάνι, με έντονο ρόδινο ή βιολετί χρώμα, τριχωτό εξωτερικά.  Φάρυγγας λευκός, κάτω χείλος 3-λοβο με το μεσαίο λοβό μεγαλύτερο, με κλίση προς τα κάτω και τριχωτό εξωτερικά.  Πλάγιοι λοβοί εμφανείς και επιμήκεις.  Στήμονες.  Ωοθήκη επιφυής.     

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Απρίλιος.

Καρπός:   Κάρυα.

Ενδιαίτημα:   Αμμώδη εδάφη, κατά μήκος δρόμων, όρια αγρών και σε άγονα εδάφη, από 0-250 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη, Νοτιοδυτική Ασία. 

Allium autumnale

Name/Όνομα:  Άλλιον το φθινοπωρινό   

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Allium autumnale

Family/Οικογένεια:  AMARYLLIDACEAE  



Plant:  Perennial bulbous herb growing up to 50cm high; bulb ovoid with membranous chestnut tunics.

Stem:  Single, erect, straight, cylindrical, glabrous, purplish-brown.

Leaves:  Alternate, 2-3, very long, linear to filiform, simple, entire, with long longitudinal narrow groves, glabrous, withered before flowers; sheaths groovy, very long covering the stem almost to apex, glabrous, greenish turning to straw-like color before anthesis.

Flowers: Actinomorphic and hermaphrodite in rather lux, few or many-flowered, campanulate or subglobose, umbel-like inflorescences; spathe 1-valved, 3-4 nerved, with wider, rather concave, narrow-lanceolate base, about as long as pedicels or a little longer; appendage acuminate about as long as the base, ± exceeding inflorescence; pedicels erect or spreading, purplish, glabrous; perianth* subconical, perianth-segments 6, oblong, concave, apex obtuse or rounded, subequal, purplish with a greenish brown median strip, glabrous; stamens 6 ± included, filaments puplish, glabrous, as long as perianth-segments or shorter, anthers whitish-yellow; ovary superior, erect, sessile, 3-sided, 6-parted, greenish-yellow, glabrous, style erect, whitish stigma capitate.

Flowering time:  September-November.

Fruit:  Capsule.

Habitat:  Rocky calcareous soil, igneous mountain-hills, from 50-1200m alt.

NativeEndemic to Cyprus



Φυτό:  Πολυετής και βολβώδης πόα με ύψος μέχρι 50εκ.  Βολβός με καστανές μεμβρανώδεις χιτώνες.   

Βλαστός:  Απλός, όρθιος, ευθείς, κυλινδρικός και άτριχος με πορφυρό προς καφέ χρώμα.   

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, 2-3, πολύ μακριά, γραμμοειδή ή νηματώδη, απλά, ακέραια, με μακριές επιμήκεις στενές αυλακώσεις και άτριχα, ενώ εκφυλίζονται πριν την άνθιση.  Κολεοί στενοί και επιμήκεις που φθάνουν σχεδόν μέχρι την κορυφή, είναι άτριχοι και πράσινοι αρχικά, αλλά τελικά παίρνουν χρώμα αχύρου.

Άνθη:  Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα σε μάλλον χαλαρές, ολιγοανθείς ή πολυανθείς, κανπανοειδείς ή υποσφαιρικές ομπρελλοειδείς ταξιανθίες.  Σπάθη με μια πτέρυγα με 3-4 νεύρα, με πλατύτερη, κάπως κοίλη και στενή λογχοειδή βάση, περίπου ισομήκη με τους ποδίσκους των ανθέων ή λίγο μακρύτερη, μυτερή προεκβολή περίπου ισομήκη με τη βάση και που άλλες φορές προεξέχει και άλλες φορές δεν προεξέχει της ταξιανθίας.  Ποδίσκοι όρθιοι ή απλωμένοι, πορφυροί και άτριχοι.  Περιάνθιο υποκωνικό, τμήματα περιανθίου 6, επιμήκη, κοίλα, πλατύκορφα ή με στρογγυλεμένη κορυφή, περίπου ισομήκη, άτριχα, πορφυρά με στενή πρασινοκαστανή κεντρική λωρίδα.  Στήμονες 6 εντός ή ελάχιστα εκτός περιανθίου, νήματα πορφυρά και γυμνά, ισομήκη με τα τμήματα περιανθίου ή κοντύτερα, ανθήρες λευκοκίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, όρθια, άμισχη, τρίπλευρη, -μερής, πρασινοκίτρινη και άτριχη, στύλος όρθιος και λευκός, στίγμα κεφαλωτό.    

Άνθιση:  Σεπτέμβριος-Οκτώβριος. 

Καρπός:  Κάψα.

Ενδιαίτημα:  Βραχώδη ασβεστολιθικά εδάφη, πυριγενείς λόφους, από 50-1200μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Ενδημικό της Κύπρου. 

Fagonia cretica

Name/Όνομα:  Φαγόνια η Κρητική             

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Fagonia cretica L.   

 Common name/Κοινό όνομα:  Fagonia, Virgin’s mantle, Manto de la Virgen.      

Family/Οικογένεια:  ZYGOPHYLLACEAE




Plant:  Fagonia cretica is a perennial, spreading and spiny herb, growing to 30cm tall.

Stems: Stems many, sprawling or prostrate, much-branched, angular, striate, greenish when young, purple later, subglabrous.

Leaves:  Leaves opposite, 3-foliolate, petiolate, subglabrous or sparsely hairy; petiole channeled above; leaflets narrowly elliptic or linear-lanceolate, simple, entire, glabrous, apex spinose, base cuneate, short-stalked; median leaflet bigger; stipules 4, greenish or purplish, spinose.

Flowers:  Flowers are hermaphrodite, actinomorphic, axillary and solitary; peduncle hairy; sepals 5, ovate, greenish-yellow, glandular, apex acuminate; petals 5, obovate, bright magenta, glabrous, apex rounded, blade reduced at the base to a narrow claw; stamens 10, filaments free and yellow, anthers yellow; ovary superior, ovoid, 5-angled, green, sessile, sparsely hairy, style straight, greenish, slender, stigma capitate.    

Flowering time:  Flowering time February-June.

Fruit:  5-angled ovoid capsule.

Habitat:  Dry, calcareous slopes, sandy ground near the seaside, from 0-250 m alt.

Native:  Mediterranean region.



Φυτό:  Πολυετής, απλωμένη και ακανθώδης πόα που φθάνει τα 30cm ύψος.  

Βλαστός:  Βλαστοί αρκετοί, λεπτοί, απλωμένοι ή κατακλιμένοι, πολύκλαδοι, γωνιώδεις, ραβδωτοί, πράσινοι στην αρχή, πορφυροί μετά, σχεδόν άτριχοι.     

Φύλλα:  Φύλλα αντίθετα, σύνθετα, τρίλοβα, έμμισχα, άτριχα ή πολύ αραιά τριχωτά.  Μίσχος αυλακωτός από πάνω.  Φυλλάρια στενά ελλειψοειδή ή γραμμοειδή’λογχοειδή, απλά, ακέραια, με ακανθώδη κορυφή και μυτερή βάση, κοντόμισχα.  Μεσαίο φυλλάριο μεγαλύτερο.  Παράφυλλα 4, πρασινωπά ή πορφυρά με ακανθώδη κορυφή.

Άνθη:  Άνθη ερμαφρόδιτα, ακτινόμορφα, μασχαλιαία και μεμονωμένα στην κορυφή του ανθοφόρου βλαστού.  Ποδίσκος τριχωτός.  Σέπαλα 5, ωοειδή, πρασινοκίτρινα, αδενώδη, οξύκορφα.  Πέταλα 5, κοκκινο-πορφυρά ή με βιολετί χρώμα, στρογγυλά αλλά στενεύουν προς τη βάση σχηματίζοντας νύχι.  Στήμονες 10, νήμα ελεύθερο και κίτρινο, ανθήρες κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, ωοειδής, 5-γωνη, πράσινη, άμισχη, αραιά τριχωτή, στύλος όρθιοσ, πρασινωπός και άτριχος, στίγμα κεφαλωτό.    

Άνθιση:  Άνθιση Φεβρουάριος-Ιούνιος.    

Καρπός:  Πεντάγωνη ωοειδής κάψα.

Ενδιαίτημα:  Ξηρές ασβεστολιθικές πλαγιές και αμμώδη εδάφη κοντά στα παράλια από 0-250μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη. 

Salvia willeana

Name/Όνομα:  Σάλβια η γουϊλλιανή   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαSalvia willeana (Holmboe) Prain.

 Common name/Κοινό όνομα:  Sage, Σπατζιά    

Family/Οικογένεια:  LAMIACEAE  



Plant:  Aromatic semi-shrub growing up to 60cm high.

Stems:  Erect or ascending, 4-angled, glandular-hairy above, with long and soft e-glandular hairs below;

Leaves:  Opposite, spreading, simple or with 2 basal lobes, ovate to elliptic, petiolate, sparsely pubescent above, with a mixture of glandular and eglandular hairs beneath, margins with small rounded scallops, apex rather obtuse, base wrinkled, rounded or cordate.

Flowers:  Zygomorphic and hermaphrodite, in lax, few-flowered distant whorls, along to an elongate flowering axon; bracts leaf-like; Calyx tubular, green or purplish, 2-lipped, 5-toothed, teeth triangular and equal; Corolla 2-lipped, 3-lobed below, 2-lobed above, bluish-violet or pink sometimes white, glabrous internally, glandular-hairy externally; upper lip erect, cucculate (hood-like), lower lip suborbicular, the median bigger, usually pendulous (hanging); stamens 2, (the lower 2 are sterile) exserted, filaments white and glabrous, anthers oblong, narrow, and yellow; ovary superior, style included, stigmatic lobes exserted, unequal, purplish.

Flowering time:  May-October.

Fruit:  Nutlets becoming gradually mature from April to August.

Habitat:  Forests of Pinus nigra, under junipers or oaks, ground of ophiolites and serpentinites on Troodos area, from 1000-1950m alt.

Native Endemic to Cyprus, has been listed as rare at the «RED DATA BOOK OF CYPRUS»



Φυτό:  Αρωματικός ημίθαμνος με ύψος μέχρι 60εκ. 

Βλαστοί:  Όρθιοι ή ανερχόμενοι, τετράγωνοι, με αδενώδεις τρίχες ψηλά, με ένα μίγμα από αδενώδεις και μη αδενώδεις τρίχες χαμηλότερα.    

Φύλλα:  Αντίθετα, απλωμένα, απλά ή με 2 λοβούς στη βάση τους, ωοειδή προς ελλειπτικά, έμμισχα, αραιά τριχωτά στην πάνω, με μίγμα από αδενώδεις και μη αδενώδεις τρίχες από κάτω, χείλη σκαλωτά, κορυφή μάλλον πλατειά, βάση ρυτιδωμένη, καρδιοειδής ή στρογγυλεμένη.

Άνθη:  Ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε χαλαρούς, ολιγοανθείς και σε απόσταση σπονδύλους, κατά μήκος ενός μακρού ανθικού άξονα.  Βράκτια φυλλόμορφα.  Κάλυκας σωληνοειδής, πράσινος ή πορφυρός, 2-χειλος με 5 τριγωνικά και ίσα δόντια.  Στεφάνη 2-χειλη, 3-λοβη κάτω και 2-λοβη πάνω, με ουρανί-ιώδες χρώμα ή ρόδινο, σπανιότερα λευκό, γυμνή εσωτερικά, με αδενώδεις τρίχες εξωτερικά.  Άνω χείλος όρθιο και κουκουλωτό, κάτω χείλος υποκυκλικό με το μεσαίο λοβό μεγαλύτερο και συνήθως κρεμάμενο.  Στήμονες 2 (οι άλλοι 2 είναι άγονοι), εξέρχονται της στεφάνης, νήμα λευκό και άτριχο, ανθήρες στενοί και επιμήκεις.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος μέσα στη στεφάνη, στιγματικοί λοβοί εξερχόμενοι, άνισοι και ελαφρά πορφυροί.

Άνθιση:  Μάιος-Οκτώβριος.

Καρπός:  Μικρά κάρυα που ωριμάζουν σταδιακά από τον Απρίλιο μέχρι τον Αύγουστο. 

Ενδιαίτημα:  Δάση μαύρης πεύκης, κάτω από αόρατους και βαλανιδιές, σε φιόλιθους και σερπεντινικά πετρώματα του Τροόδους από 1000-1950μ υψόμετρο.   

Πατρίδα:  Ενδημικό της Κύπρου και έχει χαρακτηριστεί ως σπάνιο στο  «RED DATA BOOK OF CYPRUS» – κατάλογος Απειλούμενων Φυτών της Κύπρου

Allium cyprium ssp cyprium

Name/Όνομα:  Άλλιον το κύπριον υπείδ. το κύπριον   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαAllium cyprium Brullo et al. subsp. cyprium

Family/Οικογένεια:  AMARYLLIDACEAE



Plant:  Perennial bulbous herb growing up to 30cm high; bulb ovoid with membranous brownish tunics.

Stems: Single, erect, sometimes curved near the middle of the stem, cylindrical, glabrous, greenish or purplish.

Leaves: Alternate, 2-4, linear, simple, entire with long sheaths at the lower 1/2 of the stem, they are channeled above, strongly nerved, green and glabrous, becoming brownish with age; sheaths withered during anthesis.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite in few to many-flowered, terminal, subglobose or hemispherical, umbel-like inflorescences; spathe spreading, 2-valved with wide, rather concave, ovate-lanceolate base and a long linear appendage twice as long as the base or longer; the longer valve prominently exceeding inflorescence; valves unequal, membranous with purplish-brown veins; perianth* cup-shaped, perianth-segments 6, obovate with obtuse or rounded apex, more or less equal, concave, greenish or purplish, glabrous; pedicels unequal, glaucous to purplish-green, glabrous, erect becoming spreading or pendulous during flowering time; stamens 6, filaments purplish to violet, glabrous, exceeding perianth, anthers oblong, yellow; ovary superior, erect, sessile and glabrous, style shorter than filaments, stigma truncate.

Flowering time:  May-August.

Fruit:  Capsule.

Habitat:  Pine forests, on igneous or calcareous ground, from 900-1400m alt.

NativeRare endemic to Cyprus.

Perianth* = calyx + corolla



Φυτό:  Πολυετής και βολβώδης πόα με ύψος που φθάνει τα 30εκ.  Βολβός με αυγοειδές σχήμα και με μεμβρανώδεις καστανούς χιτώνες.

Βλαστοί:  Απλός, όρθιος, κάποτε λυγισμένος κοντά στο μέσο του βλαστού, κυλινδρικός, άτριχος, πρασινωπός ή πορφυρός.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, 2-4, γραμμοειδή, απλά, ακέραια με πολύ μακρύ κολεό που περιβάλλει τον βλαστό στο κατώτερο 1/3-1/2 του μήκους του, είναι αυλακωτοί από πάνω, με εμφανή νεύρωση, πράσινοι και γυμνοί, γινόμενοι καστανοί με την πάροδο του χρόνου.  Οι κολεοί με το υπόλοιπο φύλλο αρχίζουν να εκφυλίζονται κατά την διάρκεια της άνθισης.        

Άνθη: Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα σε ολιγο ή πολυανθείς και επάκριες, υποσφαιρικές ομπρελλοειδείς ταξιανθίες.  Σπάθη απλωμένη με 2 πτέρυγες που έχουν πλατειά και λίγο κοίλη ωοειδή-λογχοειδή βάση και μια μακριά και γραμμοειδή προεκβολή που είναι διπλάσια της βάσης ή περισσότερο.  Η μεγάλη πτέρυγα προεξέχει της ταξιανθίας.  Πτέρυγες άνισοι, μεμβρανώδεις, με καστανά νεύρα.  Περιάνθιο* κυπελλοειδές με 6 αντωειδή τμήματα, με στρογγυλεμένη ή πλατειά κορυφή, περίπου ισομήκη,  μάλλον κοίλα, πράσινα ή πορφυρά και γυμνά. Ποδίσκοι άνισοι, γλαυκοπράσινοι ή πορφυροπράσινοι και άτριχοι, όρθιοι στην αρχή και κρεμάμενοι μετά κατά την άνθιση.  Στήμονες 6, εξερχόμενοι του περιανθίου, νήματα πορφυρά ή με βιολετί χρώμα και άτριχα, ανθήρες επιμήκεις και κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, όρθια όρθια, άμισχη και γυμνή, στύλος πιο κοντός από το νήμα των στημόνων, στίγμα με σχεδόν επίπεδη επιφάνεια. 

 Άνθιση:  Μάιος-Αύγουστος. 

 Καρπός:  Κάψα. 

Ενδιαίτημα:  Πευκοδάση σε πυριγενή ή ιζηματογενή πετρώματα, από 900-1400μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Σχετικά σπάνιο ενδημικό της Κύπρου 

Περιάνθιο*= Κάλυκας + στεφάνη.