Category Archive for ‘Άσπρα’

Tanacetum parthenium

Name/Όνομα:  Τανάκητο το παρθένιον   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαTanacetum parthenium (L.) Sch. Bip.

Common name/Κοινό όνομα:  Feverfew    

Family/Οικογένεια:  ASTERACEAE





Plant: Perennial, bushy and aromatic herb reaching 120cm tall or more.

Stems:   Erect, robust, green, ridged, unbranched, adpressed-pubescent.

Leaves:  Alternate, simple, bipinnately-lobed, spreading, petiolate, yellowish-green, adpressed-pubescent, obscurely glandular, strongly scented; lower leaves with usually 7 flat lobes, margins serrate; petiole channeled above, pubescent; stem leaves smaller, upper leaves almost sessile with fewer lobes.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite in lax, daisy-like heads, in terminal corymbs; phyllaries many, green, thinly hairy, obtuse, closely imbricate; receptacle flat; ray florets broadly obovate, lingulate, white, 3-dentate at apex, glabrous, ± pendulous; disk florets numerous, tubular, whitish-yellow, with 5 erect, united and ovate-triangular lobes;

Flowering time:  July-October.

Fruit:  Achenes.

Habitat:  Roadsides, waste ground, from 1100-1550m alt.

Native:  Balkans, Caucasus.



Φυτό:  Πολυετής, θαμνώδης και αροματική πόα που φθάνει τα 120εκ ύψος. 

Βλαστός:  Όρθιοι, δυνατοί, πράσινοι, ραβδωτοί, χωρίς διακλάδωση και με κοντές, παράλληλες τρίχες.   

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, απλά, δις-πτερωτά λοβωτά, απλωμένα, έμμισχα, πρασινοκίτρινα με ίδιο τρίχωμα με τον βλαστό, αφανώς αδενώδη, με έντονη μυρωδιά.  Χαμηλά φύλλα συνήθως με 7 επίπεδους λοβούς και πριονωτό χείλος.  Μίσχος αυλακωτός από πάνω και τριχωτός.  Φύλλα βλαστού μικρότερα, ανω΄τερα φύλλα σχεδόν άμισχα και με μικρότερους λοβούς.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε κεφάλια σαν της μαργαρίτας, σε χαλαρούς επάκριους κορύμβους.  Φυλλάρια πολυάριθμα, πράσινα, ελαφρά τριχωτά, πλατύκορφα και στενά αλληλεπικαλυμμένα. Ανθοδόχη επίπεδη.  Περιφεριακά ανθίδια πλατειά αντωειδή, γλωσσοειδή, λευκά, με 3-δοντη κορυφή , άτριχα ± κρεμάμενα.  Επιδίσκια ανθίδια πολυάριθμα, σωληνοειδή, λευκοκίτρινα με 5 όρθιους, ενωμένους και ωοειδείς-τριγωνικούς λοβούς.

Άνθιση:  Ιούλιος-Οκτώβριος. 

Καρπός:   Αχαίνια.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, άγονα εδάφη από 1100-1550μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Βαλκάνια, Καύκασος.



Nepeta troodi

Name/Όνομα:  Νεπέτα του Τροόδους   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαNepeta troodi Holmboe.

 Common name/Κοινό όνομα:  Catmint    

Family/Οικογένεια:  LAMIACEAE



Plant:  Perennial aromatic herb reaching 50cm tall.

Stems:  Erect, ascending or sprawling, much-branched at the base, unbranched or sparingly branched above, tetragonal, pale green, densely covered with a mixture of long white and short glandular hairs.

Leaves:  Opposite, simple, petiolate, deltoid, cordate at base, obtuse at apex, blade rough and wrinkled, pubescent, margins crenate, petiole pubescent, channeled above.

Flowers:  Zygomorphic and hermaphrodite, in lax, many-flowered distant whorls, along to an elongate flowering axon; lower bracts spreading, leaf-like, upper bracts lanceolate, pointed; bracteoles linear with  glandular hairs; calyx tubular, straight or curved, 2-lipped, 5-toothed, teeth unequal, lanceolate, green, with glandular and non-glandular hairs externally, glabrous internally; corolla 2-lipped, 3-lobed below, 2-lobed above; upper lip semi-erect,  broadly oblong, whitish, lobes almost rounded, pubescent externally; lower lip dotted with lavender spots, lateral lobes semi-circular, median lobe  bigger, somewhat concave, nearly semicircular, with long white hairs at the upper part internally and a mixture of glandular and non-glandular hairs externally, margins strongly wavy or irregularly toothed, sometimes pendulous (hanging); stamens 4 ( 2 pairs), the upper longer, filaments  parallel, white, glabrous above, thinly hairy at the lower half, anthers dark purple, exserted; ovary superior, style whitish, longer than stamens, glabrous, exserted, stigma 2-lobed, lobes purplish, equal.

Flowering time:  June-October.

Fruit:  4 nutlets.

Habitat:  Rocky ground, pine forests, from 900-1950m alt

Native:  Endemic to Cyprus.

Salvia aethiopis

Name/Όνομα:  Σάλβια η αιθιοπίς

Scientific name/Επιστημονικό όνομαSalvia aethiopis L.   

 Common name/Κοινό όνομα:  Aethiopian Sage, Africna sage, Σπατζιά    

Family/Οικογένεια:  LAMIACEAE   



Plant:  Biennial or short-lived perennial herb with strong and thick taproot, reaching up to 60cm tall or more.

Stems:  Erect, single, 4-angled, much-branched, covered with dense, thin and long woolly hairs (arachnoid).

Leaves:  Basal leaves form a large rosette; large, ovate to oblong, petiolate, pale-green, margins irregularly serrate or lobed, lamina rough and wrinkled, covered with arachnoid hairs both sides, especially beneath, prominent white nerves on the underside; base cuneate or with 2 triangular lobes; upper leaves opposite, few, smaller towards apex, clasping the stem at the base; petiole densely arachnoid.

Flowers:  Zygomorphic and hermaphrodite, in lax, few-flowered distant whorls, along to the main flowering axon and on the branches as well, resembling a candlestick; bracts sessile, obovate, cuspidate; Calyx tubular, green, 2-lipped, 5-toothed, cuspidate, arachnoid with glands externally, glabrous internally, upper lip 3-dentate, lower lip 2-dentate; corolla 2-lipped, usually white, occasionally with yellowish lip, upper lip erect, 2-lobed,  falcate, hooded at apex, covered with a mixture of glands and white hairs externally, lower lip suborbicular, 3-lobed, the median bigger with sessile glands, sparsely hairy externally; stamens 2; ovary superior, style included, stigmatic lobes exserted, unequal, white, minutely hairy.

Flowering time:  June-July.

Fruit:  Nutlets.

HabitatRare plant in Cyprus and it is founded at forests of Pinus nigra ssp palassiana at 1700m alt.

Native:  Eurasia.



Φυτό:  Διετής ή πολυετής με λίγο χρόνο ζωής πόα, με χοντρή και δυνατή ρίζα.  Μπορεί να φθάσει τα 60εκ. ύψος ή και περισσότερο   

Βλαστός: Απλός, όρθιος, τετράγωνος, πολύκλαδος και καλυμμένος με αραχνοειδείς τρίχες.   

Φύλλα:  Κυρίως φύλλα βάσης που σχηματίζουν μεγάλη ροζέτα, είναι μεγάλα, επιμήκη-ωοειδή, έμμισχα, με χλωμό πράσινο χρώμα, χείλη άνισα οδοντωτά ή λοβωτά, έλασμα με ανώμαλη ή ρυτιδωμένη επιφάνεια, με αραχνοειδείς τρίχες και στις δυο επιφάνειες αλλά περισσότερο στην κάτω, όπου τα νεύρα είναι πολύ εμφανή.  Βάση ευθύγραμμη ή με 2 τριγωνικούς λοβούς.  Ανώτερα φύλλα αντίθετα, λίγα, μικρότερα όσο προχωρούμε στην κορυφή, ενώ στη βάση αγκαλιάζουν εν μέρει τον βλαστό.  Μίσχος με πυκνές αραχνοειδείς τρίχες.

Άνθη:  Ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε χαλαρούς, ολιγοανθείς (4-6) και σε απόσταση τοποθετημένους σπονδύλους, κατά μήκος του κύριου άξονα ή πάνω στους πλάγιους κλάδους, δίνοντας την όψη κηροπηγίου.  Βράκτια αντωειδή, άμισχα και αγκαθωτά.  Κάλυκας σωληνοειδής, πράσινος, 2-χειλος, με 5 αγκαθωτά δόντια, με αραχνοειδείς τρίχες και με αδένες εξωτερικά, γυμνός εσωτερικά, άνω χείλος 3-δοντο, κάτω χείλος 2-δοντο.  Στεφάνη 2-χειλη, συνήθως λευκή, κάποτε με κιτρινωπό χείλος, άνω χείλος όρθιο, 2-λοβο, δρεπανοειδές, με κουκούλα στην κορυφή, με αραχνοειδείς τρίχες μαζί με αδένες εξωτερικά, κάτω χείλος υποκυκλικό, 3-λοβο, με το μεσαίο λοβό μεγαλύτερο, με  αραιούς αδένες και ελαφρά τριχωτός εξωτερικά.  Στήμονες 2.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος μέσα στη στεφάνη, λοβοί στίγματος εξερχόμενοι, άνισοι, λευκοί και με πολύ μικρά τριχίδια.     

Άνθιση:   Ιούνιος-Ιούλιος.

Καρπός:  Μικρά κάρυα.


Ενδιαίτημα:  Σπάνιο φυτό της Κύπρου και περιορίζεται σε δάση μαύρης πεύκης σε 1700μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Ευρώπη και Ασία.



Cotoneaster nummularius

Name/Όνομα:  Κοτονέαστρον το νομισματικόν     

Scientific name/Επιστημονικό όνομαCotoneaster nummularius Fisch. & C. A. Mey.

Common name/Κοινό όνομα:  Asian cotoneaster, Coinwort cotoneaster, Αρκοτζυδωνιά      

Family/ Οικογένεια:  ROSACEAE




Plant:  Deciduous or semi-evergreen shrub growing up to 2m.

Stems:  Branches erect, spreading or decumbent; young branches are purplish-brown and densely covered with thin whitish hairs, becoming gray and glabrous with age.

Leaves:  Alternate, simple, entire, flat, broadly-elliptical or suborbicular, petiolate, sparsely hairy above, densely covered with greyish hairs beneath and on the margins, apex acute or rounded, more rarely obtuse, often emarginate, sometimes slightly notched, base rounded to cuneate, prominent midvein beneath; stipules small, lanceolate, pointed, brownish-red; petiole densely hairy, channeled above.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite in 3-8 flowered, lateral or terminal corymbose cymes; pedicels hairy; petals 5, free, obovate to suborbicular, spreading, white and glabrous; sepals 5, green and hairy; stamens 10-20, free, filaments white, glabrous, anthers oblong and yellow; ovary inferior, styles 2, stigmas capitate.

Flowering time:  May-July

Fruit:   Red pome containing 2 pyrenes; fleshy, suborbicular, green and densely hairy when immature.  Fruit is mature in September-October.

Habitat:  Stony slopes at high level from 1100-1950m alt.

Native:  Mediterranean region, North Africa, Middle East, Asia.



Φυτό:  Φυλλοβόλος ή ημιαειθαλής θάμνος με ύψος μέχρι 2μ. 

Βλαστός-Κορμός:  Κλάδοι όρθιοι, απλωμένοι ή κατακλιμένοι.  Νεαροί κλάδοι καστανοπορφυροί και πυκνά καλυμμένοι με γκρίζες τρίχες, τελικά όμως γίνονται άτριχοι και παίρνουν γκρίζο χρώμα. 

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, επίπεδα, πλατειά-ελλειπτικά ή υποκυκλικά, με αραιό τρίχωμα στην άνω και πυκνό γκριζωπό τρίχωμα στην κάτω επιφάνεια και στα χείλη, οξύκορφα ή με στρογγυλεμένη κορυφή, πιο σπάνια πλατύκορφα, συχνά με μικρή προεκβολή ή με μικρή εγκοπή στην κορυφή τους, βάση στρογγυλή ή σχεδόν ευθύγραμμη και με πολύ εμφανές το κύριο νεύρο στην κάτω επιφάνεια.  Παράφυλλα μικρά, λογχοειδή, μυτερά με καστανοκόκκινο χρώμα.  Μίσχος πυκνότριχος και αυλακωτός από πάνω.

Άνθη:  Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα με 3-8 άνθη σε πλάγιες ή επάκριες κορυμβο-κυματοειδείς ταξιανθίες.  Πέταλα 5, ελεύθερα, αντωειδή προς υποκυκλικά, απλωμένα, λευκά και άτριχα.  Σέπαλα 5, πράσινα και τριχωτά.  Στήμονες 10-20, ελεύθεροι, νήμα λευκό και άτριχο, ανθήρες επιμήκεις και κίτρινοι.  Ωοθήκη υποφυής, στύλοι 2, στίγματα κιτρινωπά και κεφαλωτά. 

Άνθιση:  Μάιος-Ιούλιος. 

Καρπός:  Κόκκινο μήλο που περιέχει 2 σκληρούς πυρήνες.  Είναι σαρκώδης, υποσφαιρικός, πράσινος και πυκνά τριχωτός όταν είναι ανώριμος.  Οι καρποί ωριμάζουν Σεπτέμβριο-Οκτώβριο.

Ενδιαίτημα:  Βραχώδεις πλαγιές σε μεγάλο υψόμετρο, από 1100-1950μ υψόμετρο

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη, Βόρεια Αφρική, Μέση Ανατολή και Ασία.

Telephium imperati ssp orientale

Name/Όνομα:  True Orpine, Telephium d’ Orient, Τελέφιον ιμπεράτη υποείδ. το ανατολικόν*   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαTelephium imperati ssp orientale (Boiss.) Nyman      

Family/Οικογένεια:  CARYOPHYLLACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:  Perennial herb with thick and woody rootstock.

Stems:  Sprawling or procumbent up to 50cm long or more, branched at base, thick, rather cylindrical, greenish and glabrous.

Leaves:  Alternate, simple, entire, usually obovate, sometimes oblong-elliptic, obscurely veined with prominent midvein beneath, sessile, glaucous-green, glabrous, apex rounded, sometimes acute, base cuneate, stipules minute.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite in dense, many-flowered terminal corymb-like clusters; pedicels slender, green and glabrous as long as sepals or shorter; sepals 5, erect, unequal, oblong or boat-shaped, as long as petals, green and glabrous with membranous whitish margins, apex subacute or obtuse; petals 5, white, oblong to obovate, obtuse, glabrous;    stamens 5, opposite to sepals, alternate with petals, filaments white, glabrous, united at base, anthers oblong, yellow; ovary superior, 3-sided pyramid, green and glabrous, styles 3, stigmas with recurved lobes.   

Flowering time:  June-August.

Fruit:  Erect, 3-sided pyramidal and glabrous capsule.

Habitat:  Stony slopes and rocky crevices on igneous ground from 1200-1900m alt.

Native:  Mediterranean region, Middle East, Western Asia.



Φυτό:  Πολυετής πόα με χοντρό και ξυλώδες ρίζωμα.   

Βλαστοί:  Κατακλιμένοι ή έρποντες μέχρι 50εκ. μήκος ή και περισσότερο, διακλαδισμένοι στη βάση, χοντροί, κάπως κυλινδρικοί, πρασινωποί και άτριχοι.    

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, συνήθως αντωειδή, κάποτε επιμήκη-ελλειπτικά, με αφανή νεύρα αλλά με εμφανές το κύριο νεύρο της κάτω επιφάνειας, άμισχα, γλαυκοπράσινα, άτριχα, με στρογγυλεμένη κορυφή, κάποτε οξύκορφα, βάση μυτερή και πολύ μικρά παράφυλλα.

Άνθη:  Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα σε πυκνές, πολυανθείς και επάκριες σαν κόρυμβο ταξιανθίες.  Ποδίσκοι λεπτοί, πράσινοι και άτριχοι, περίπου ισομήκεις με τα σέπαλα.  Σέπαλα 5, όρθια, άνισα, επιμήκη ή σκαφοειδή, ισομήκη με τα πέταλα, πράσινα και άτριχα, με ασπριδερά και μεμβρανώδη χείλη και με σχεδόν μυτερή ή πλατειά κορυφή.  Στήμονες 5 απέναντι από τα σέπαλα και κατ εναλλαγή με τα πέταλα, νήμα λευκό και άτριχο ενωμένο στη βάση με τα άλλα νήματα, ανθήρες επιμήκεις και κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, μοιάζει με τριγωνική πυραμίδα, πράσινη και άτριχη, στύλοι 3, στίγματα με γυρισμένους προς τα πίσω λοβούς.

Άνθιση:  Ιούνιος-Αύγουστος. 

Καρπός:   Όρθια, τρίπλευρη και άτριχη πυραμιδοειδής κάψα.

Ενδιαίτημα:   Πετρώδεις πλαγιές και βραχώδεις κρεμνοί πάνω σε πυριγενή πετρώματα σε μεγάλο υψόμετρο, από 1200-1900μ.

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη, Μέση Ανατολή και Δυτική Ασία. 


Allium pallens

Name/Όνομα:  Άλλιον το χλωμόν*  

Scientific name/Επιστημονικό όνομαAllium pallens L.  

Family/Οικογένεια:  AMARYLLIDACEAE  


*Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:  Perennial bulbous herb growing up to 70cm high; bulb ovoid with membranous, and brownish tunics.

Stems:  Single, erect, straight, cylindrical, hollow, glabrous, greenish.

Leaves:  Alternate, 3-4, linear to filiform, simple, entire with very long sheaths at the lower 1/3 to ½ of the stem; sheaths are green and glabrous, becoming brownish with age and finally they turn to white; sheaths withered during anthesis.

Flowers: Actinomorphic and hermaphrodite in many-flowered, terminal, subglobose or hemispherical, umbel-like inflorescences; spathe spreading, 2-valved with wide, rather concave, ovate-lanceolate base and a long linear appendage twice as long as the base or longer, prominently exceeding inflorescence; valves unequal, membranous with whitish-brown veins, usually the bigger 7-nerved and the smaller about 3-5; perianth* campanulate, perianth-segments 6, obovate with rounded, truncate or slightly apiculate apex, more or less equal, rather concave, white, often with a greenish or purplish midvein, glabrous; pedicels subequal,  glabrous, erect becoming pendulous during flowering time; stamens 6, filaments white, glabrous, as long as perianth-segments or longer, united at the base forming a ring, anthers yellowish slightly exceeding perianth; ovary superior, erect, ellipsoid, sessile, 3-locular, 6-parted, greenish-yellow, glabrous, style greenish very short.

Flowering time:  May-July

Fruit:  Capsule.

Habitat:  Roadsides, phrygana, pine forest, cultivated fields, seashore places from 0-800m alt

Native:  Mediterranean region, Middle East.


Perianth* = calyx + corolla





Φυτό:  Πολυετής και βολβώδης πόα με ύψος που φθάνει τα 70εκ.  Βολβός με αυγοειδές σχήμα και με μεμβρανώδεις καστανούς χιτώνες.

Βλαστός:  Απλός, όρθιος, ευθύς, κυλινδρικός, κοίλος, πρασινωπός και άτριχος.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, 3-4, γραμμοειδή, απλά, ακέραια με πολύ μακρύ κολεό που περιβάλλει τον βλαστό στο κατώτερο 1/3-1/2 του μήκους του.  Ο κολεός* είναι πράσινος γινόμενος καστανός με την πάροδο του χρόνου και τελικά παίρνει λευκό χρώμα.  Οι κολεοί αρχίζουν να εκφυλίζονται κατά την διάρκεια της άνθισης.

Άνθη: Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα σε πολυανθείς και επάκριες, υποσφαιρικές   ομπρελλοειδείς ταξιανθίες.  Σπάθη απλωμένη με 2 πτέρυγες που έχουν πλατειά και λίγο κοίλη ωοειδή-λογχοειδή βάση και μια μακριά και γραμμοειδή σαν ράμφος προεκβολή που είναι διπλάσια της βάσης ή περισσότερο και προεξέχει εμφαντικά της ταξιανθίας.  Πτέρυγες άνισοι, μεμβρανώδεις, με καστανά νεύρα, συνήθως η μεγαλύτερη πτέρυγα είναι 7-νευρη και η μικρή 3-νευρη έως 5-νευρη.  Περιγόνιο καμπανοειδές με 6 αντωειδή τμήματα, με στρογγυλεμένη, ευθύγραμμη  ή κάποτε με μια πολύ μικρή μύτη στο κέντρο της κορυφής, περίπου ισομήκη,  μάλλον κοίλα, λευκά, συχνά με ένα πολύ εμφανές πράσινο ή πορφυρό μέσο νεύρο. Ποδίσκοι περίπο ισοι και άτριχοι, όρθιοι στην αρχή και κρεμάμενοι μετά κατά την άνθιση.  Στήμονες 6, νήματα λευκά και άτριχα, ενωμένα στη βάση τους σε δακτύλιο, ανθήρες κίτρινοι, ελαφρά εξερχόμενοι του περιανθίου.  Ωοθήκη επιφυής, όρθια, ελλειψοειδής, άμισχη, με 3 καρπόφυλλα αλλά χωρισμένη σε 6 μέρη, κιτρινοπράσινη και άτριχη, στύλος πολύ κοντός και πρασινωπός.           

Άνθιση:  Μάιος-Ιούλιος. 

Καρπός:  Κάψα. 

Ενδιαίτημα: Κατά μήκος δρόμων, φρύγανα, πευκοδάση, καλλιεργημένοι αγροί και παραλιακά μέρη από 0-800μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη και Μέση Ανατολή.


Κολεός* = Το άκρο του μίσχου που ακουμπά στον βλαστό.

Περιγόνιο** = Ο κάλυκας και η στεφάνη μαζί όταν δεν υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ τους.



Draba verna

Name/Όνομα:  Δράβα η εαρινή    

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Draba verna L  

 Common name/Κοινό όνομα:  Whitlow-grass, Spring whitlow

Family/Οικογένεια:  BRASSICACEAE

Syn: Erophila verna




Plant: Annual, growing up to 20m high.

Stem/s:  One to several, erect, leafless, green (upper part) and hairless or purplish (lower part) with sparse simple or forked stellate hairs.

Leaves:  All basal forming a dense rosette; alternate; blade various, elliptic, oblanceolate or obovate, sessile or short-stalked, mostly entire, sometimes irregularly toothed, covered with a mixture of simple and branched stellate hairs;

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite, in few to many-flowered, corymb-like inflorescences; petals 4, white, obovate, distinctly 2-lobed, obtuse, glabrous; sepals 4, erect, concave, obtuse or subacute, often with white margins, sparsely hairy externally; stamens 6; ovary superior, style 1, stigma 1,capitate.

Flowering time:  Jan-May

Fruit:  Silicle, oblong-elliptic or obovate, flat, dehiscent, glabrous, enclosing numerous seeds (40 or more), more than twice as long as the wide.

Habitat:  Roadsides, waste ground, open woodland, pine forests, from 0-1900m alt.

Native:  Eurasia




Φυτό:  Μονοετές με ύψος μέχρι 20εκ

Βλαστός-Κορμός:  ένας ή περισσότεροι, όρθιοι, άφυλλοι, πράσινοι  και άτριχοι ψηλά, πορφυροί και με αραιές απλές ή διχαλωτές αστεροειδείς τρίχες χαμηλότερα.

Φύλλα:  Όλα στη βάση δημιουργώντας πυκνή ροζέτα.  Κατ εναλλαγή, κυρίως άμισχα ή κοντόμισχα, ακέραια, κάποτε με άνισα δόντια,  με ποικιλία στο έλασμα που μπορεί να είναι ελλειπτικό, επίμηκες-λογχοειδές ή αντωειδές και καλυμμένα με ένα μίγμα από απλές και διχαλωτές αστεροειδείς τρίχες.

Άνθη:  Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα σε πολυανθείς σαν κόρυμβο ταξιανθίες.  Πέταλα 4, λευκά, αντωειδή, εμφανώς 2-λοβα, πλατύκορφα και άτριχα.  Σέπαλα 4, όρθια, κοίλα, σχεδόν οξύκορφα ή πλατύκορφα, συχνά με λευκά χείλη και με αραιές απλές τρίχες εξωτερικά.  Στήμονες 6, ωοθήκη επιφυής, στύλος πολύ κοντός, στίγμα κεφαλωτό.

Άνθιση:  Ιανουάριος-Μάιος.

Καρπός:  Κεράτιο επίμηκες-ελλειψοειδές ή αντωειδές, συνήθως επίπεδο, διαρρηκτό και άτριχο, περικλείοντας πολλά σπέρματα.

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, άγονα εδάφη, πευκοδάση από 0’1900μ υψόμετρο

Πατρίδα:  Ευρασία.






Anemone blanda

Name/Όνομα:  Ανεμώνη η χαρίης

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Anemone blanda* Schott & Kotschy.

Common name/Κοινό όνομα:  Grecian wildflower, Windflower, Balkan anemone, Wood anemone

Family/Οικογένεια:  RANUNCULACEAE



Anemone blanda is a tuberous perennial herb growing up to 15cm tall.  Scape is usually erect, cylindrical, purple and glabrous below bracts (involucre), densely hairy above towards flower.  Leaves in whorls, simple, broadly triangular, petiolate, glabrous on both surfaces, dark green above, purplish-green below, divided into irregularly lobed segments; petiole purplish or purplish-green, subglabrous or sparsely hairy.  Flowers actinomorphic, hermaphrodite, terminal, solitary, daisy-like; petals absent; sepals 8-21, petal-like, oblong-linear, glabrous, apex usually obtuse; involucre distant from the flower, consisting of 3 deeply dissected bracts; bracts 3-lobed, glabrous, with more or less  acute apex; stamens numerous, filaments unequal, greenish and glabrous, anthers pale yellow ; ovary superior, carpels numerous, flowering time February-April.  The fruit is an achene.  The plant is native to Western Asia (Caucasus, Turkey, Syria, and Cyprus).  A rare plant in Cyprus and it is found at calcareous stony hillsides and country roadsides, from 700-1200m alt.



Πολυετής και βολβώδης πόα ύψους μέχρι 15cm.  Βλαστός απλός, όρθιος, κυλινδρικός, πορφυρός και άτριχος κάτω από τα βράκτια, πυκνά τριχωτός πιο πάνω από αυτά προς το άνθος.  Φύλλα σε σπόνδυλο, απλά, πλατειά τριγωνικά, έμμισχα, άτριχα και στις δυο επιφάνειες, σκουροπράσινα στην πάνω και πορφυροπράσινα στην κάτω επιφάνεια, διαιρεμένα σε άνισα λοβωτά τμήματα.  Μίσχος πορφυροπράσινος και σχεδόν άτριχος.  Άνθη, ακτινόμορφα, ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα και επάκρια, μοιάζουν με μαργαρίτες.  Πέταλα απουσιάζουν.  Σέπαλα 8-21, επιμήκη- γραμμοειδή, άτριχα και συνήθως πλατύκορφα.  Τα βράκτια βρίσκονται σε απόσταση από το άνθος, είναι 3 και βαθειά σχισμένα σχηματίζοντας λοβώδη τμήματα, με άνισους, άτριχους και μάλλον οξύκορφους λοβούς.  Στήμονες πολλοί με άνισο, πρασινωπό και γυμνό νήμα, ανθήρες με χλωμό κίτρινο χρώμα.  Ωοθήκη επιφυής με πολλά καρπόφυλλα.  Ανθίζει Φεβρουάριο-Απρίλιο. Ο καρπός είναι αχαίνιο.  Πατρίδα του η Δυτική Ασία (Καύκασος, Τουρκία, Συρία, Κύπρος).  Σπάνιο φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε πετρώδεις ασβεστολιθικές εκτάσεις και κατά μήκος αγροτικών δρόμων από 700-1200m υψόμετρο.


Cistus monspeliensis

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Cistus monspeliensis L.

Common name/Κοινό όνομα: Common rose, White rockrose, Narrow-leaved cistus, Ξισταρκά, Ιξολαδανιά, Λουβιδκιά, Κουνουκλιά  

Family/Οικογένεια:   CISTACEAE



Cistus monspeliensis is a perennial, woody and evergreen shrub growing up to 100cm high.  Stems erect, much-branched, covered with glandular and nonglandular hairs, viscid; young stems are greenish or reddish-green, older branches are brownish-red, glabrous or thinly hairyLeaves opposite, linear or linear-lanceolate, 3-veined, simple, entire, sessile, subglabrous or sparsely hairy, dark green and conspicuously wrinkly above, pale green, with dense and soft hairs below (especially on the upper leaves).  Flowers white, actinomorphic and hermaphrodite in dense cymes; petals 5, triangular, base cuneate, apex almost truncate, glabrous; sepals 5, ovate, green and hairy; stamens numerous, arranged radically to pistil, filaments erect, glabrous, anthers oblong, golden-yellow; ovary superior, hairy, style short,, stigma capitate; the fruit is a suborbicular brown capsule; flowering time February-June.  Native to Western Mediterranean region.  Α rather rare plant in Cyprus and it is found at open pinewoods, stony hillsides, garrigue, shrubby areas and waste ground from 0-600m alt.


Πολυετής, αειθαλής και ξυλώδης θάμνος που φθάνει μέχρι 1m ύψος.  Βλαστοί όρθιοι, πολύκλαδοι, κολλώδεις, καλυμμένοι με αδενώδεις τρίχες μαζί με άλλες μαλακές τρίχες.  Νεαροί βλαστοί πράσινοι ή με ελαφρύ πορφυρό χρώμα, παλαιότεροι κλάδοι με πορφυρό-καφέ χρώμα, γυμνοί ή ελαφρά τριχωτοί.  Φύλλα αντίθετα, γραμμοειδή ή γραμμοειδή-λογχοειδή, 3-νευρα, απλά, ακέραια, άμισχα, σχεδόν γυμνά ή με αραιές τρίχες, με σκούρο πράσινο χρώμα και με εμφανώς ζαρωμένη άνω επιφάνεια, με χλωμό πράσινο χρώμα και με πυκνές μαλακές τρίχες στην κάτω επιφάνεια ειδικά στα ανώτερα φύλλα.  Άνθη ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα σε πυκνές θυσανοειδείς ταξιανθίες.  Πέταλα 5, γυμνά, τριγωνικά, με στενή βάση και σχεδόν ευθύγραμμη κορυφή.  Σέπαλα 5, πράσινα και τριχωτά.  Στήμονες πολυάριθμοι τοποθετημένοι ακτινωτά γύρω από τον ύπερο, νήμα όρθιο και γυμνό, ανθήρες επιμήκεις και χρυσοκίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής και ελαφρά τριχωτή, στύλος κοντός, στίγμα κεφαλωτό.  Καρπός είναι μια καφέ σχεδόν σφαιρική κάψα.  Άνθιση Απρίλιος-Ιούνιος.  Πατρίδα του η Ανατολική Μεσογειακή ζώνη.  Σχετικά σπάνιο φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε ανοικτά πευκοδάση, θαμνότοπους, γκαρίγκες και πετρώδεις πλαγιές από 0-600m υψόμετρο.


Linaria chalepensis


Name/Όνομα:  Λινάρια η χαλέπιος*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Linaria chalepensis (L.) Mill.            

Common name/Όνομα:  Mediterranean toadflax, White toadflax       

Family/Οικογένεια:   PLANTAGINACEAE 


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.  “χαλέπιος” αναφέρεται στο Χαλέπι της Συρίας. 



Linaria chalepensis is an annual plant growing up to 40cm high.  The stem is erect, usually unbranched, slightly angled, green and glabrous.  Lower leaves are opposite, oblong-linear, upper leaves alternate, linear, narrow, simple, entire, green, glabrous, apex acute or subobtuse, sessile.  Flowers zygomorphic and hermaphrodite in lax terminal racemes; pedicels short, green, glabrous, often slightly curved downwards at apex; bracts foliaceous, green and glabrous, rather acute at apex; corolla creamy white, marked with bluish veins, 2-lipped, glabrous; upper lip 2-lobed, lobes oblong, obtuse, reflexed, often twining inwards at apex; lower lip 3-lobed, the median bigger, concave at the middle; throat hairy; calyx 5-lobed, lobes linear, unequal, acute, green and glabrous, sometimes deflexed; spur curved, longer than corolla; stamens 4; ovary superior, style 1, stigma 1; flowering time Jan-May.  The fruit is a subglobose capsule enclosing angular seeds.  Native to Mediterranean region.  Uncommon plant in Cyprus and it is found at cultivated fields, garrigue, open pine forest, waste ground, from 0-1000m alt.



Μονοετές φυτό που μπορεί να φθάσει τα 40εκ ύψος.  Βλαστός λεπτός, όρθιος, σθνήθως χωρίς διακλάδωση, ελαφρά γωνιώδης, πράσινος και άτριχος.  Χαμηλά φύλλα στενά-γραμμοειδή και αντίθετα, ανώτερα φύλλα κατ εναλλαγή, στενά-γραμμοειδή, απλά, ακέραια, πράσινα, άτριχα, σχεδόν οξύκορφα και άμισχα.  Άνθη ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πολύ χαλαρούς επάκριους βότρεις.  Ποδίσκοι, κοντοί, πράσινοι και άτριχοι, ενώ συχνά η κορυφή τους έχει την τάση να γέρνει λίγο προς τα κάτω.  Βράκτια πράσινα, άτριχα και κάπως μυτερά.  Στεφάνη με χλωμό λευκό χρώμα και με εμφανή γαλάζια νεύρα, 2-χειλη και γυμνή.  Άνω χείλος 2-λοβο, λοβοί επιμήκεις και πλατύκορφοι, γέρνουν προς τα πίσω, ενώ συχνά παρουσιάζουν περιστρέφονται λίγο στην κορυφή τους.  Κάτω χείλος 3-λοβο με μεγαλύτερο τον κεντρικό λοβό που παρουσιάζει στο μέσο του ένα κύρτωμα προς τα πάνω.  Φάρυγγας τριχωτός.  Κάλυκας 5-λοβος, λοβοί γραμμοειδείς, άνισοι, πράσινοι, άτριχοι και οξύκορφοι, με τις κορυφές τους να λυγίζουν προς τα πίσω.  Πλήκτρο λυγισμένο,  μεγαλύτερο από τη στεφάνη.  Στήμονες 4.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγμα 1.  άνθιση Ιανουάριος-Μάιος.  Ο καρπός είναι μια υποσφαιρική κάψα που περικλείει γωνιώδη σπέρματα.  Πατρίδα του η Μεσογειακή ζώνη.  Ασύνηθες φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε καλλιεργημένα εδάφη, φρύγανα, ανοιχτά πευκοδάση και άγονα εδάφη, από 0-1000μ υψόμετρο.