Category Archive for ‘Άσπρα’

Linaria chalepensis


Name/Όνομα:  Λινάρια η χαλέπιος*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Linaria chalepensis (L.) Mill.            

Common name/Όνομα:  Mediterranean toadflax, White toadflax       

Family/Οικογένεια:   PLANTAGINACEAE 


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.  “χαλέπιος” αναφέρεται στο Χαλέπι της Συρίας. 



Linaria chalepensis is an annual plant growing up to 40cm high.  The stem is erect, usually unbranched, slightly angled, green and glabrous.  Lower leaves are opposite, oblong-linear, upper leaves alternate, linear, narrow, simple, entire, green, glabrous, apex acute or subobtuse, sessile.  Flowers zygomorphic and hermaphrodite in lax terminal racemes; pedicels short, green, glabrous, often slightly curved downwards at apex; bracts foliaceous, green and glabrous, rather acute at apex; corolla creamy white, marked with bluish veins, 2-lipped, glabrous; upper lip 2-lobed, lobes oblong, obtuse, reflexed, often twining inwards at apex; lower lip 3-lobed, the median bigger, concave at the middle; throat hairy; calyx 5-lobed, lobes linear, unequal, acute, green and glabrous, sometimes deflexed; spur curved, longer than corolla; stamens 4; ovary superior, style 1, stigma 1; flowering time Jan-May.  The fruit is a subglobose capsule enclosing angular seeds.  Native to Mediterranean region.  Uncommon plant in Cyprus and it is founded at cultivated fields, garrigue, open pine forest, waste ground, from 0-1000m alt.



Μονοετές φυτό που μπορεί να φθάσει τα 40εκ ύψος.  Βλαστός λεπτός, όρθιος, σθνήθως χωρίς διακλάδωση, ελαφρά γωνιώδης, πράσινος και άτριχος.  Χαμηλά φύλλα στενά-γραμμοειδή και αντίθετα, ανώτερα φύλλα κατ εναλλαγή, στενά-γραμμοειδή, απλά, ακέραια, πράσινα, άτριχα, σχεδόν οξύκορφα και άμισχα.  Άνθη ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πολύ χαλαρούς επάκριους βότρεις.  Ποδίσκοι, κοντοί, πράσινοι και άτριχοι, ενώ συχνά η κορυφή τους έχει την τάση να γέρνει λίγο προς τα κάτω.  Βράκτια πράσινα, άτριχα και κάπως μυτερά.  Στεφάνη με χλωμό λευκό χρώμα και με εμφανή γαλάζια νεύρα, 2-χειλη και γυμνή.  Άνω χείλος 2-λοβο, λοβοί επιμήκεις και πλατύκορφοι, γέρνουν προς τα πίσω, ενώ συχνά παρουσιάζουν περιστρέφονται λίγο στην κορυφή τους.  Κάτω χείλος 3-λοβο με μεγαλύτερο τον κεντρικό λοβό που παρουσιάζει στο μέσο του ένα κύρτωμα προς τα πάνω.  Φάρυγγας τριχωτός.  Κάλυκας 5-λοβος, λοβοί γραμμοειδείς, άνισοι, πράσινοι, άτριχοι και οξύκορφοι, με τις κορυφές τους να λυγίζουν προς τα πίσω.  Πλήκτρο λυγισμένο,  μεγαλύτερο από τη στεφάνη.  Στήμονες 4.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγμα 1.  άνθιση Ιανουάριος-Μάιος.  Ο καρπός είναι μια υποσφαιρική κάψα που περικλείει γωνιώδη σπέρματα.  Πατρίδα του η Μεσογειακή ζώνη.  Ασύνηθες φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε καλλιεργημένα εδάφη, φρύγανα, ανοιχτά πευκοδάση και άγονα εδάφη, από 0-1000μ υψόμετρο.



Stellaria cupaniana

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Stellaria cupaniana Jord & Fourr

Common name/Κοινό όνομα:   Cupani ‘s chickweed, Stellaire de Cupani, Chickweed    

Family/Οικογένεια:  CARYOPHYLLACEAE



Stellaria cupaniana is an annual herb growing (usually) up to 50cm tall.  Stem decumbent, terete, green, hairy, glandular pubescent high.  Leaves opposite, decussate*, ovate, simple, entire, usually glabrous, acute, the lower petiolate, the upper almost sessile; petiole of the lower leaves equal or longer than blade, purplish, flat, hairy.  Flowers actinomorphic and hermaphrodite, in lax terminal cymes; petals 5, white, deeply bifid, giving the appearance of 10 narrow petals, as long as sepals or shorter, apex obtuse; sepals 5, free, ovate to lanceolate, green, glandular pubescent externally, somewhat concave, acute or obtuse; stamens 9-10, filaments white, anthers purplish; ovary superior; styles and stigmas 3.  Flowering time Jan-April.  The fruit is an ovoid dehiscent capsule.  Common plant in Cyprus and it is founded on cultivated soil, wasteland and roadsides from 50m -1300m alt.

 decussate* = leaves opposite with alternate pairs at right angles to each other


Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 50εκ.  Βλαστός κοντά στο έδαφος, κυλινδρικός, πράσινος, τριχωτός και με αδενώδεις τρίχες στο άνω μέρος του βλαστού.  Φύλλα αντίθετα και σταυρωτά, απλά, ακέραια, συνήθως γυμνά και μυτερά, τα κατώτερα έμμισχα, τα ανώτερα σχεδόν άμισχα.  Μίσχος των κατωτέρων φύλλων ίσος ή μακρύτερος από το έλασμα του φύλλου, είναι πορφυρός, επίπεδος και τριχωτός.   Άνθη ακτινόμορφα, ερμαφρόδιτα σε αραιές και επάκριες κυματοειδείς ταξιανθίες.  Πέταλα 5, λευκά, βαθειά σχισμένα σχεδόν μέχρι τη βάση δίνοντας την εντύπωση ότι τα πέταλα είναι 10, είναι ισομήκη ή πιο κοντά από σέπαλα και έχουν κάπως πλατειά κορυφή.  Σέπαλα 5, ελεύθερα, ωοειδή προς λογχοειδή, πράσινα και με αδενώδεις τρίχες εξωτερικά, κάπως κοίλα, με μυτερή ή πλατειά κορυφή.  Στήμονες 9-10, νήμα λευκό, ανθήρες πορφυροί.  Ωοθήκη επιφυής, στύλοι 3 με ισάριθμα στίγματα.  Άνθιση Ιανουάριος – Απρίλιος.  Ο καρπός είναι μια ωοειδής και διαρρηκτή κάψα.  Κοινό φυτό της Κύπρου και απαντάται σε καλλιεργημένα χωράφια, σε ακαλλιέργητα εδάφη και κατά μήκος δρόμων από 50m-1300m υψόμετρο.

Galium aparine

Name/Όνομα:  Γάλιον η απαρίνη         

Scientific name/Επιστημονικό όνομα: Galium aparine L  

Common name/Κοινό όνομα Common cleavers, bedstraw, goose-grass, κολλητσίδα

Family/ Οικογένεια: RUBIACEAE


 * Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Galium aparine is an annual herb growing up to 100cm high or more.  Stems are weak, trailing, sprawling or climbing, sparsely branched or unbranched, 4-angled with small hooked prickles pointing downwards and hairy at nodes. Leaves in whorls of 6-9, simple, entire, narrow, oblanceolate or obovate, with a central vein along its length, sessile, with hard to touch upper surface, bristly margins, subglabrous beneath except the main vein, edges hard often deflexed, apex obtuse terminating in hard and sharp mucro.  Flowers tiny, hermaphrodite and actinomorphic, in  small axillary cymes of 2-3 flowers or in terminal panicles or solitary ; bracts 1-4, similar but smaller; petals 4, fused together at base, they are white with pointed apex; sepals insignificant; stamens 4, filaments white, anthers yellow; ovary inferior, carpels 2, styles 2, stigmas capitate;  Flowering time March-July.  Fruit are conspicuously didymous capsules, kidney-shaped, easily brake into 2 mericarps; they start out green and densely covered with stiff hooked prickles, turn to brown at maturity.  Native to Eurasia.  Common plant in Cyprus and it is found on cultivated fields, waste places and roadsides from 0-1200m alt.



Μονοετής πόα που φθάνει το 100εκ ύψος ή περισσότερο.  Βλαστοί αδύναμοι, κατακλιμένοι, έρποντες ή αναρριχόμενοι, αραιά διακλαδισμένοι ή χωρίς διακλάδωση, τετράγωνοι με μικρά και αγκιστρωτά αγκάθια που ” βλέπουν ” προς τα κάτω, ενώ είναι τριχωτοί στα γόνατα.       Φύλλα σε σπονδύλους των 6-8 φύλλων, είναι απλά, ακέραια, στενά, επιμήκη λογχοειδή ή αντωειδή, με εμφανές το κεντρικό νεύρο να καταλαμβάνει όλο σχεδόν το μήκος του φύλλου, είναι άμισχα, με ανώμαλη επιφάνεια, αδρότριχα χείλη που είναι σκληρά και συχνά λυγίζουν προς τα πίσω, κορυφή πλατειά που τελειώνει σε μυτερή και σκληρή προεξοχή.  Άνθη ερμαφρόδιτα και ακτινόμορφα, σε μικρές κυματοειδείς ταξιανθίες των 2-3 ανθέων ή σε επάκριους βότρεις ή είναι μεμονωμένα.  Βράκτια 1-4, παρόμοια με τα φύλλα αλλά μικρότερα.  Πέταλα 4, ενωμένα στη βάση τους, λευκά και με μυτερές κορυφές.  Σέπαλα αφανή.  Στήμονες 4, νήμα λευκό, ανθήρες κίτρινοι.  Ωοθήκη υποφυής, καρπόφυλλα 2, στύλοι 2, στίγματα κεφαλωτά.  Άνθιση Μάρτιος-Ιούλιος.  Ο καρπός είναι μια εμφανής δίδυμη κάψα, νεφροειδούς σχήματος που σπάζει εύκολα σε 2 μικρότερους.  Οι καρποί στην αρχή είναι πράσινοι και πυκνά καλυμμένοι με αδρές και αγκιστρωτές άκανθες, αλλά στην ωριμότητα παίρνουν καφέ χρώμα.  Πατρίδα του η Ευρασία.  Κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε καλλιεργημένα εδάφη, άγονα εδάφη και κατά μήκος δρόμων από 0-1200μ υψόμετρο.



Tordylium aegyptiacum

Name/Όνομα:   Τορτύλιο το αιγυπτιακό     

Scientific name/Επιστημονικό όνομα Tordylium aegyptiacum (L). Lam.

Common name/Κοινό όνομαΚαυκαλίθρα     

Family/ Οικογένεια: APIACEAE



Tordylium aegyptiacum is an annual herb growing up to 50cm high.  Stems erect, mostly branched high or unbranched, striate, green, pubescent or villous.  Basal and lower stem leaves alternate, simple, ovate or oblong in outline, 1-3 pinnate, sheathing the stem; segments 2-3 lobed, apex blunt, petiole longitudinally grooved above, pubescent; upper stem leaves larger, 1-2 pinnate, segments narrow, lobes more acute at apex than basal leaves, sparsely pubescent beneath.   Flowers hermaphrodite and unisex, in compound, lateral or terminal, multi-rayed umbels with unequal rays;  umbels 5-14 rayed, with a sterile black-purplish structure in the middle of the central umbellule; rays unequal, scabrid; bracts 3-7, linear, unequal, green, slightly scabrid, deflexed; bracteoles 4-5 unequal; peduncles hispidulous; petals 5, white, glabrous, unequal, the outer larger, obovate, 2-lobed, the inner smaller, 2-lobed; sepals 5, triangular, green; stamens 5; ovary inferior; stylopodium with 2, flat and green semicircular disks, bearing 2, erect, whitish and glabrous styles.  Flowering time February-April.  Fruits of 2 kinds; the outer orbicular-elliptic, compressed, with moniliform thickened and light brown margins, resembling a thin wing, the inner ones hemispherical.  Native to Western Asia, Eastern Mediterranean region, Egypt.  Common plant in Cyprus and it is found on cultivated fields, waste places and roadsides from 0-300m alt.

stylopodium = a nectariferous disk coming from an enlarged style̕s base 



Μονοετής πόα που φθάνει το 50εκ ύψος.  Βλαστοί όρθιοι, διακλαδισμένοι κυρίως ψηλά ή χωρίς διακλάδωση, ραβδωτοί, πράσινοι και τριχωτοί.  Φύλλα βάσης και κατώτερα φύλλα βλαστού κατ εναλλαγή, απλά, με επίμηκες ή ωοειδές περίγραμμα, 1-3 φορές φτερωτά, ενώ στη βάση περιβάλλουν εν μέρει το βλαστό.  Τμήματα φύλλων 2-3, έλλοβα, με όχι μυτερή κορυφή και με μίσχο που στο άνω μέρος είναι αυλακωτός και τριχωτός.  Ανώτερα φύλλα βλαστού παρόμοια αλλά μεγαλύτερα, 1-2 φτερωτά, τμήματα στενά με λοβούς που είναι πιο μυτεροί στην κορυφή από τα άλλα φύλλα, ενώ από κάτω είναι αραιά τριχωτά.  Άνθη ερμαφρόδιτα και μονογενή, σε επάκρια ή πλευρικά, σύνθετα και πολυανθή σκιάδια, με άνισες ακτίνες.  Σκιάδια με 5-14 ακτίνες, με μια στείρα μαυροπορφυρή κατασκευή που βρίσκεται στο μέσο του κεντρικού σκιαδίου.  Ακτίνες άνισες με ανώμαλη επιφάνεια.  Βράκτια 3-7, γραμμοειδή, άνισα, πράσινα, με ελαφρά ανώμαλη επιφάνεια και άκρα που κλίνουν προς τα κάτω.  Βρακτίδια 4-5, άνισα.  Ποδίσκοι αδρότριχοι.  Πέταλα 5, λευκά, γυμνά, άνισα, τα εξωτερικά μεγαλύτερα, αντωειδή, 2-λοβα όπως και τα εσωτερικά.  Σέπαλα 5.  Ωοθήκη υποφυής, στυλοπόδιο με 2 επίπεδους και σχεδόν ημικυκλικούς δίσκους που φέρουν 2 όρθιους, ασπριδερούς και γυμνούς στύλους.  Άνθιση Φεβρουάριος-Απρίλιος.  Οι καρποί είναι 2 ειδών, οι εσωτερικοί είναι ημισφαιρικοί ενώ οι εξωτερικοί είναι στρογγυλοί-ελλειψοειδείς, συμπιεσμένοι, με παχύ καστανό περίγραμμα που μοιάζει με πτερύγιο.  Πατρίδα του η Μεσογειακή ζώνη, η Αίγυπτος και η Δυτική Ασία.  Κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε καλλιεργημένα εδάφη, άγονα εδάφη και κατά μήκος δρόμων από 0-300μ υψόμετρο.  Στυλοπόδιο* = νεκταριοφόρος δίσκος προερχόμενος από μεγέθυνση της βάσης του στύλου.

Buglossoides arvensis ssp arvensis   

Name/Όνομα:  Βοϊδόγλωσσα η αρουραία υποείδ. η αρουραία 

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Buglossoides arvensis (L.) I. M. Johnst. ssp arvensis      

Common name/Όνομα:  Field gromwell, Corn gromwell, Δαδάκι      

Family/Οικογένεια:  BORAGINACEAE   

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Buglossoides arvensis ssp arvensis is herbaceous annual plant growing up to 50cm tall.  Stem is erect or suberect, often solitary, little-branched or unbranched, reddish near the base, greenish towards apex, covered with adpressed whitish bristles.  Lower basal leaves alternate, simple, entire, spatulate or obovate, covered with apressed whitish bristles on both surfaces, apex obtuse or rounded, petiole not easily distinguishable, the others linear-lanceolate, erect, subacute; cauline leaves oblong or lanceolate, sessile, becoming smaller and more acute towards apex.  Flowers are hermaphrodite and actinomorphic, terminal, solitary or in lax cymes; bracts foliaceous, oblong-lanceolate, clothed with hairs similar to stem’s hairs; corolla funnel-shaped, milky-white; petals 5, mostly rounded, hairless internally, hairy externally, fused at base forming a cylindrical tube, equal to calyx or little longer; calyx campanulate, 5-lobed, lobes free, erect, linear or linear-lanceolate, green, hairy, subacute; stamens 5, included; ovary superior, style 1, simple, included, stigmas 2-lobed, capitate.  Fruits are nutlets.  Flowering time January-May.  Native to Eurasia.  Common plant in Cyprus and it is founded on waste ground, stony fields, roadsides and cultivated fields from 0-1950 m alt.



Μονοετής πόα που φθάνει τα 50cm ύψος.  Βλαστός όρθιος ή ημιόρθιος, συνήθως μεμονωμένος, με λίγη ή καθόλου διακλάδωση, κοκκινωπός στη βάση, πρασινωπός πιο πάνω προς την κορυφή, καλυμμένος με αδρές, άσπρες και παράλληλες με τον βλαστό τρίχες.  Τα χαμηλότερα από τα φύλλα της βάσης είναι κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, αντωειδή ή σπατουλοειδή, καλυμμένα και στις δυο επιφάνειες με τις ίδιες τρίχες όπως του βλαστού, ενώ ο μίσχος είναι δυσδιάκριτος.  Πιο πάνω τα φύλλα είναι γραμμοειδή ή γραμμοειδή-λογχοειδή και άμισχα. ενώ όσο προχωρούμε προς την κορυφή (φύλλα βλαστού ) γίνονται μικρότερα και πιο μυτερά.  Άνθη ερμαφρόδιτα και ακτινόμορφα, μεμονωμένα και επάκρια ή σε χαλαρές κυματοειδείς ταξιανθίες.  Βράκτια παρόμοια με τα φύλλα, επιμήκη-λογχοειδή και καλυμμένα με τρίχες όπως ο βλαστός.  Στεφάνη χοανοειδής και λευκή, πέταλα 5, συνήθως στρογγυλά, άτριχα εσωτερικά, τριχωτά εξωτερικά, ενωμένα στη βάση δημιουργώντας κυλινδρικό σωλήνα, με ίσο ή μεγαλύτερο μήκος από τον κάλυκα.  Κάλυκας καμπανοειδής, 5-λοβος, λοβοί ελεύθεροι, όρθιοι, γραμμοειδείς ή γραμμοειδείς-λογχοειδείς, πράσινοι, τριχωτοί και σχεδόν οξύκορφοι.  Στήμονες 5, μέσα στο σωλήνα.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, απλός, μέσα στο σωλήνα όπως οι στήμονες, στίγμα 2-λοβο.  Άνθιση Ιανουάριος-Μάιος.  Καρποί είναι μικρά κάρυα.  Πατρίδα του η Ευρασία.  Κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε πετρώδη χωράφια, ακαλλιέργητες και καλλιεργημένες περιοχές και κατά μήκος δρόμων από 0-1950μ υψόμετρο.


Cydonia oblonga

Name/Όνομα:  Κυδωνιά η επιμήκης     

Scientific name/Επιστημονικό όνομα: Cydonia oblonga Mill.   

Common name/Κοινό όνομα:  Quince, Κυδωνιά    

Family/ Οικογένεια:  ROSACEAE



Cydonia oblonga is a deciduous small tree or large shrub growing up to 8m high.  Trunk erect, much – branched, canopy rounded, bark grey and rough, with deep cracks; young twigs greenish, pubescense; branches greenish-brown with small oval or suborbicular brownish marks, glabrous.  Leaves alternate, simple, entire, oblong-ovate to elliptic, dark green and shiny with soft sparse hairs on the upper surface and dense whitish gray hairs beneath, petiole short, pubescense, apex obtuse, base chordate; stipules small.  Flowers showy, aromatic, actinomorphic, hermaphrodite, terminal and solitary;  pedicels  tomentose; petals 5, oblong-ovate, concave, white or pink, glabrous, reduced to a short claw at base; sepals 5, shorter than petals, triangular, pending backwards, green, densely covered with soft woolly hairs, apex rather acute, margins irregularly dentate, dents brown; stamens 20 or more, unequal, with whitish or pinkish, free and hairless filaments and oblong brown anthers; ovary inferior, styles 5 and free, stigmas small, subcapitate, yellowish; flowering time April-May.  The fruit is a suborbicular, pear-shaped pome, green with fine hairs, becoming yellow, fleshy and aromatic at maturity, topped with the persistent calyx.   Native to Western Asia (Caucasus, Turkey, Iran) Cultivated tree in Cyprus (Pitsilia, Lysos, Myrtou).


Φυλλοβόλο μικρό δένδρο ή μεγάλος θάμνος που φθάνει τα 8μ ύψος.  Κορμός όρθιος και πολύκλαδος, φύλλωμα στρογγυλό, φλοιός γκρίζος με ανώμαλη επιφάνεια και με βαθιές σχισμές.  Νεαροί κλάδοι πρασινωποί και με μαλακές, σγουρές και λευκές τρίχες.  Παλαιότεροι κλάδοι με πρασινοκαστανό χρώμα που φέρουν μικρές, ελλειψοειδείς ή στρογγυλές και καστανές κηλίδες.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, επιμήκη-ωοειδή προς ελλειψοειδή, με σκούρο πράσινο χρώμα, με κάπως αραιές και μαλακές τρίχες και με γυαλιστερή την άνω επιφάνεια, ενώ η κάτω είναι καλυμμένη με πυκνές και μαλακές ασπριδερές τρίχες, μίσχος κοντός και τριχωτός, βάση καρδιοειδής, κορυφή μάλλον πλατειά.  Άνθη μεγάλα, αρωματικά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, μονήρη και επάκρια.  Ποδίσκος με πυκνές μαλακές και ασπριδερές τρίχες.  Πέταλα 5, επιμήκη-ωοειδή, κοίλα, λευκά ή ρόδινα και γυμνά, ενώ τα πέταλα προς τη βάση στενεύουν σχηματίζοντας κοντό όνυχα.  Σέπαλα 5, μικρότερα των πετάλων, τριγωνικά, γυρισμένα προς τα πίσω, πράσινα και με πυκνές ασπριδερές τρίχες, κορυφή μάλλον μυτερή, χείλη με άνισα καφέ δόντια.  Στήμονες 20 ή περισσότεροι, με άνισο, ασπριδερό ή ρόδινο  και γυμνό νήμα, ανθήρες επιμήκεις και καστανοί.  Ωοθήκη υποφυής, στύλοι 5, στίγματα μικρά, κιτρινωπά και σχεδόν κεφαλωτά.  Άνθιση Απρίλιος-Μάιος.  Ο καρπός είναι ένα υποσφαιρικό μήλο που μοιάζει με αχλάδι, πράσινο και ελαφρά τριχωτό στην αρχή, κιτρινωπό και αρωματικό όταν ωριμάσει.  Το άνω μέρος του καρπού καλύπτεται εν μέρει από τον παραμένοντα κάλυκα.  Πατρίδα του η Δυτική Ασία (Καύκασος, Τουρκία, Ιράν).  Καλλιεργούμενο δένδρο σε αρκετές περιοχές της Κύπρου όπως Πιτσιλιά, Λυσός, Μύρτου αλλά και σε κήπους σπιτιών.

Teucrium salaminium

Name/Όνομα:  Τεύκριον το σαλαμίνειον (της Σαλαμίνας )

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Teucrium salaminium  Hadjik. & Hand

Family/Οικογένεια:  LAMIACEAE



Teucrium salaminium is a perennial shrub growing up 35cm high.  Stems are erect or suberect, branched and cylindrical.  Very old stems (near the base) are woody, fissured, brown, leafless and hairless, the younger greenish or brownish and covered with a mixed of soft glandular and not glandular hairs.  Leaves are opposite, simple, oblanceolate, entire, subsessile, margins rolled backward and slightly wavy towards apex, blade dark green and hairy on both sides, apex obtuse.  Flowers zygomorphic and hermaphrodite in lax panicles; pedicels very short, tomentose; bracts many, more or less equal, leaf-like, linear or oblanceolate, hairy; corolla white or pink, 5-lobbed, yellowish at throat; median lobe bigger(1), semicircular, boat-shaped, gland-dotted and glabrous internally, with glandular hairs externally, lateral lobes (2) ovate, spreading and glabrous internally, basal lobes (2) oblong, concave, hairy externally, apex obtuse; calyx tubular, green, 5-toothed, teeth triangular, unequal, hairy on both sides; stamens 4, didynamus (2 long- abaxial + 2 short-adaxial), filamens free, slightly  hairy, all exserted, anthers nearly kidney-shaped, pinkish-violet; ovary superior, style pinkish, thinly hairy, stigma 2-lobbed.  Fruit nutlets.  Endemic to Cyprus and it is founded at Kerynia and Rizokarpaso.



Πολυετής θάμνος ύψους μέχρι 35cm.  Βλαστοί όρθιοι ή ημιόρθιοι, κυλινδρικοί και διακλαδωμένοι.  Πολύ παλαιοί κλάδοι κοντά στη βάση είναι ξυλώδεις, ζαρωμένοι, άφυλλοι και άτριχοι ενώ οι νεότεροι είναι πρασινωποί ή καστανοί και καλυμμένοι με ένα μίγμα από μαλακές αδενώδεις και μη αδενώδεις τρίχες.  Φύλλα απλά, αντίθετα, ακέραια, προμήκη-λογχοειδή, σχεδόν άμισχα, με χείλη που στρέφονται προς τα πίσω και είναι λίγο κυματιστά προς την κορυφή ενώ το έλασμα έχει πλατιά κορυφή και είναι πράσινο και τριχωτό και στις δύο επιφάνειες.  Άνθη ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πολύανθους και χαλαρούς βότρεις.  Ποδίσκοι πολύ κοντοί και τριχωτοί.  Βράκτια πολλά, λίγο ή πολύ ισομήκη, μοιάζουν με τα φύλλα και είναι τριχωτά και γραμμοειδή-λογχοειδή.  Στεφάνη με λευκό χρώμα που συχνά έχει ρόδινες αποχρώσεις ή είναι εξ ολοκλήρου ρόδινο και φέρει κιτρινωπή περιοχή στο φάρυγγα.  Μεσαίος λοβός μεγαλύτερος, ημικυκλικός, σε σχήμα βάρκας, με αδενώδη στίγματα και γυμνός εσωτερικά, με αδενώδεις τρίχες εξωτερικά.  Πλάγιοι λοβοί(2) ανοικτοί προς τα έξω και γυμνοί εσωτερικά.  Λοβοί βάσης (2) προμήκεις, κοίλοι, τριχωτοί εξωτερικά και με πλατειά κορυφή.  Κάλυκας σωληνοειδής, πράσινος, με 5 μάλλον τριγωνικά και άνισα δόντια που είναι τριχωτά μέσα έξω.  Στήμονες 4, διδύναμοι (2 κοιλιακοί ψηλοί + 2 ραχιαίοι κοντοί), όλοι εξερχόμενοι της στεφάνης, νήμα ελεύθερο, ρόδινο-ιώδες και ελαφρά τριχωτό ενώ οι ανθήρες είναι σχεδόν νεφροειδείς και ρόδινο-ιώδεις.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος ρόδινος και πολύ ελαφρά τριχωτός, στίγμα 2-λοβο.  Άνθιση Ιούνιος – Σεπτέμβριος.  Καρπός μικρά κάρυα.  Ενδημικό της Κύπρου στις περιοχές Κερύνειας και Ριζοκαρπάσου.



Cynanchun acutum

Name/Όνομα: Κύναγχος ο οξύφυλλος*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Cynanchun acutum L.

Family/Οικογένεια:  APOCYNACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Cynanchun acutum is a perennial climber growing up to 3m in length.  Stems are green, cylindrical, pubescent or glabrous, twinning clockwise with poisonous milky latex.  Leaves opposite, ovate-cordate, simple, entire, sparsely hairy on both sides especially on nerves beneath, petiolate, apex acute, base cordate or lobed, lobes semicircular; petiole long, pubescent.  Flowers hermaphrodite and actinomorphic, in lax axillary or terminal umbels (sciadiums); peduncles hairy; petals 5, oblong, white or pink, glabrous; calyx 5-lobed, lobes alternating to petals, green, triangular and hairy; corona white or pink with 10 more or less triangular segments in 2 rows; stamens 5 with tongue-shape appendage, opening inwards; ovary superior, carpels 2, united at the top forming the circular disc at the center of the flowerFlowering time June-September (Cyprus).  The fruit is a follicle.  Native to Mediterranean region, southern Asia and Western Europe.



Πολυετές αναρριχητικό φυτό που μπορεί να φθάσει τα 3 m μήκος.  Βλαστοί πράσινοι, κυλινδρικοί, χνουδωτοί ή γυμνοί, περιστρεφόμενοι όπως οι δείκτες του ρολογιού και περιέχουν δηλητηριώδη γαλακτώδη χυμό.  Φύλλα αντίθετα, απλά, ακέραια, ωοειδή-καρδιοειδή, με αραιές τρίχες και στις 2 επιφάνειες, ιδιαίτερα στα κύρια νεύρα της κάτω επιφάνειας, είναι έμμισχα και οξύκορφα ενώ η βάση είναι καρδιοειδής ή με 2 ημικυκλικούς λοβούς.  Μίσχος μακρύς και χνουδωτός.  Άνθη ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε χαλαρά μασχαλιαία ή επάκρια σκιάδια*.  Ποδίσκοι χνουδωτοί.  Πέταλα 5, προμήκη, λευκά ή ρόδινα και γυμνά.  Κάλυκας 5-λοβος, λοβοί εναλλασσόμενοι με τα πέταλα, πράσινοι, τριγωνικοί και χνουδωτοί.  Κορώνα (παραστεφάνη) λευκή ή ρόδινη με 10 περίπου τριγωνικά τμήματα σε 2 σειρές.  Στήμονες 5 με γλωσσοειδή προεκβολή και με άνοιγμα προς το εσωτερικό του άνθους.  Ωοθήκη επιφυής με 2 καρπόφυλλα που ενώνονται στην κορυφή τους και δημιουργούν τον δίσκο στο κέντρο.  Άνθιση Ιούνιος-Σεπτέμβριος (Κύπρος).  Ο καρπός είναι θύλακας.  Πατρίδα του η Νότια Αφρική, η Μεσογειακή ζώνη και η Ανατολική Ευρώπη.

Σκιάδιο* = Ταξιανθία όπου οι ποδίσκοι των ανθέων ξεκινούν από το ίδιο σημείο και φθάνουν στο ίδιο ύψος όπως οι ακτίνες της ομπρέλας.

Styrax officinalis

Name/Όνομα:  Στύραξ ο φαρμακευτικός     

Scientific name/Επιστημονικό όνομαStyrax officinalis L.   

Common name/Κοινό όνομα:  Storax, snowdrop bush, στερατζιά, αγριοκυδωνιά, αστύρακας      

Family/ Οικογένεια:  STYRACACEAE   



Styrax officinalis is a deciduous shrub or small tree with spreading crown and ash-brown bark, growing up to 7m high (usually 2-5).  Twigs covered with stellate hairs, branches glabrous.  Leaves alternate, simple, entire, oblong ovate, wide, suborbicular or rounded, petiolate, pale green, thinly hairy above, scaly below, apex obtuse, base rounded or cuneate.  Flowers fragrant, actinomorphic and hermaphrodite in axillary or terminal racemes, 3-6 flowered; calyx bell-shaped, green, nearly entire or with very short lobes, hairy; pedicels hairy; corolla very short, white, with 5-7 (usually 6) lanceolate and overlapping lobes; stamens 10-14, filaments erect, white and slightly hairy, connected at base with corolla’s base, anthers linear; ovary superior, style 1, erect, white, pubescent below, stigma capitate, greenish; flowering time March-June.  The fruit is a yellowish subglobose drupe* with fleshy mesocarp and with the persistent calyx at the base.  Native to southern Europe and Middle East.   Common tree in Cyprus and it is founded on rocky slopes, open pine forests and near streams from 0-1600m alt.

drube*= 1-celled fruit in which exocarp is thin, mesocarp is fleshy and the seed is enclosed in a hard endocarp (cherry, olive, plum).


Φυλλοβόλος θάμνος ή μικρό δένδρο με ανοικτή κώμη και τεφρόχρωμο φλοιό που φθάνει τα 7μ ύψος.  Νεαροί κλάδοι καλυμμένοι με αστεροειδείς τρίχες, παλαιότεροι κλάδοι άτριχοι.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, προμήκη ωοειδή, πλατειά, υποκυκλικά ή στρογγυλά, έμμισχα, με χλωμό πράσινο χρώμα, ελαφρά χνουδωτά στην πάνω επιφάνεια, σκαλωτά στην κάτω, κορυφή πλατειά, βάση στρογγυλή ή μυτερή.  Άνθη αρωματικά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε μασχαλιαίους ή επάκριους βότρεις με 3-6 άνθη.  Κάλυκας κωδωνοειδής, πράσινος, χνουδωτός, σχεδόν ακέραιος ή με πολύ κοντούς λοβούς.  Ποδίσκοι τριχωτοί, στεφάνη πολύ κοντή, λευκή, με 5-7, συνήθως 6, με λογχοειδείς και αλληλεπικαλυπτόμενους λοβούς.  Στήμονες 10 -14, νήμα όρθιο, λευκό και ελαφρά τριχωτό, ενωμένο στη βάση με τη στεφάνη, ανθήρες γραμμοειδείς.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, όρθιος, λευκός και χνουδωτός χαμηλά, στίγμα κεφαλωτό και πρασινωπό.  Άνθιση Μάρτιος-Ιούνιος.  Ο καρπός είναι μια κιτρινωπή και υποσφαιρική δρύπη* με σαρκώδες μεσοκάρπιο και με τον κάλυκα να παραμένει στη βάση τους.  Πατρίδα του η νότια Ευρώπη και η Μέση Ανατολή.  Κοινό δένδρο στην Κύπρο και απαντάται σε πετρώδεις πλαγιές, ανοικτά πευκοδάση και κοντά σε ρυάκια από 0-1600μ υψόμετρο.

κόρυμβος* = βοτρυοειδής ταξιανθία όπου οι ποδίσκοι των κατωτέρων ανθέων είναι μεγαλύτεροι των υπερκειμένων , ώστε να φθάνουν όλοι στο ίδιο επίπεδο.   


Olea europaea

Name/Όνομα:  Ελαία η ευρωπαϊκή     

Scientific name/Επιστημονικό όνομαOlea europaea 

Common name/Κοινό όνομα:  Ελιά, Olive tree, Αγριελιά, Αρκοελιά    

Family/ Οικογένεια:  OLEACEAE



Olea europaea is a long-lived, evergreen tree, sometimes small tree or shrub, with spreading foliage, growing up to 10m high or more.  The trunk is erect, thick, robust, much branched with greyish–silvery bark and large cavities when the tree is too old; young twigs are scaly, greenish or ashy-grey and angled.  Leaves opposite, narrow-elliptic or oblanceolate, simple, entire, petiolate, dark green above, silvery-green below, scaly on both sides especially beneath, base cuneate or rounded, apex acute  subacute or obtuse, often mucronate, obscurely veined on both sides, midvein prominent; on the lower surface there are many invisible wide stellate hairs covering stomata* to reduce transpiration**; wild plants bear spines when young.  Flowers very small, actinomorphic and hermaphrodite in axillary racemes; corolla 4-lobed, lobes white or yellowish, spreading, ovate – elliptic, somewhat concave, glabrous, apex subacute or obtuse; calyx cup-shaped with 4 very short lobes; stamens 2, filaments short, anthers oblong, yellow; ovary superior, style erect, green, stigma 2-lobed; flowering time April-June.  The fruit is a fleshy, elongate, green and ovate drube*** becoming violet-black at maturity with membranous pericarp and stony endocarp; the olives are ready November-January.  Native to eastern Mediterranean region.  Common tree in Cyprus and it is founded almost everywhere from sea level to 900m alt.    Stomata*= very small holes in the surface on leaves or stems, helping the gasses (oxygen, water vapor or carbon dioxide) passing through.  Transpiration** = the process by which plants give off water through stomata. Drube***= the fruit with membranous pericarp, fleshy mesocarp and stony endocarp (cherries, peaches).



Αειθαλής θάμνος, δενδρύλλιο ή μεγάλο δένδρο που φθάνει τα 10μ ύψος ή περισσότερο.  Κορμός όρθιος, χοντρός και δυνατός, πολύκλαδος με γκριζωπό φλοιό και μεγάλες κουφάλες όταν το δένδρο είναι μεγάλο σε ηλικία.  Νεαροί κλάδοι φέρουν τρίχες σαν λέπια, είναι πρασινωποί ή αργυροπράσινοι και γωνιώδεις.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, στενά ελλειψοειδή ή προμήκη λογχοειδή, με μίσχο, με σκούρο πράσινο χρώμα στην άνω επιφάνεια, με ασημοπράσινο χρώμα στην κάτω, με λεπιοειδείς τρίχες και στις 2 επιφάνειες κυρίως όμως στην κάτω, βάση μυτερή ή στρογγυλή, κορυφή μυτερή ή στρογγυλή, συχνά με μικρή προεκβολή στην κορυφή τους, με αφανή νεύρωση και στις 2 επιφάνειες, με κάπως εμφανές όμως το κύριο νεύρο.  Στην κάτω επιφάνεια υπάρχουν αφανείς και πλατιές αστεροειδείς τρίχες (μοιάζουν με μαργαρίτες) που καλύπτουν τα στόματα*** ώστε να μειώνεται η λειτουργία της διαπνοής*.  Νεαρά άγρια ελαιόδενδρα φέρουν αγκάθια.  Άνθη πολύ μικρά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε μασχαλιαίους βότρεις.  Στεφάνη 4-λοβη, λοβοί, άσπροι ή κιτρινωποί, απλωμένοι, ωοειδείς-ελλειψοειδείς, κάπως κοίλοι, γυμνοί, σχεδόν οξύκορφοι ή αμβλύκορφοι.  Κάλυκας σε σχήμα φλιτζανιού με 4 πολύ κοντούς λοβούς.  Στήμονες 2, νήμα πολύ κοντό, ανθήρες κίτρινοι, πλατιοί και προμήκεις.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος όρθιος και πρασινωπός, στίγμα 2-λοβο.  Άνθιση Απρίλιος- Ιούνιος.  Ο καρπός είναι μια σαρκώδης, επιμήκης, πράσινη και ωοειδής δρύπη**, η οποία στην ωρίμανση παίρνει σκούρο μαυρο-βιολετί χρώμα, έχει μεμβρανώδες περικάρπιο και ξυλώδες ενδοκάρπιο.  Οι καρποί ωριμάζουν Νοέμβριο-Ιανουάριο.  Πατρίδα της ελιάς είναι λεκάνη της Μεσογείου.  Κοινό δένδρο στην Κύπρο και απαντάται σχεδόν σε όλη την Κύπρο από το ύψος της θάλασσας μέχρι 900μ υψόμετρο.

Διαπνοή* = Είναι η λειτουργία με την οποία τα φυτά αποβάλλουν υδρατμούς από τα στόματα των φύλλων.  Δρύπη **=  Καρπός με μεμβρανώδες εξωκάρπιο, σαρκώδες μεσοκάρπιο και ξυλώδες ενδοκάρπιο με ένα σπέρμα πχ κεράσι, ροδάκινο.  Στόματα είναι πόροι στην επιφάνεια των φύλλων, κυρίως στην κάτω, μέσω των οποίων τα φυτά αποβάλλουν ή δέχονται αέρια πχ. υδρατμούς, οξυγόνο, διοξείδιο του άνθρακα.