Category Archive for ‘Άσπρα’

Trifolium clypeatum

Name/Όνομα:   Τριφύλλι το ασπιδοειδές*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Trifolium clypeatum L.

Common name/Κοινό Όνομα:  Helmet clover, Shield clover.

Family/Οικογένεια:   FABACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Annual herb growing up to 40 cm high. 

Stem/s:  Decumbent or semi-erect, much branched, greenish or purplish, thinly hairy.

Leaves:  Compound, trifoliate, with broadly ovate and sessile leaflets, thinly hairy above, more hairy beneath, especially on margins and on the main nerves, margins subentire or thinly denticulate; petiole much longer than blade, greenish and sparsely covered with straight whitish hairs; lower leaves alternate, upper leaves opposite; stipules broadly ovate, often with a distinct dark purple area at the base, connate for most of their length at the upper leaves.   

Flowers: Zygomorphic and hermaphrodite, in terminal, many-flowered, egg-shaped heads; peduncle thinly hairy; sepals 5, tubular and distinctly 10-nerved at the base, while at the top there are 5 unequal and ovate-acuminate teeth, the lower much longer; petals 5, white or pink; standard petal erect, oblong, slightly notched at apex, lined with pale purple lines; wings and keel oblong; stamens 10, 9 connate, 1 free, anthers oblong yellow; ovary superior, style 1, stigma 1.   

Flowering time: February-May.   

Fruit:   Legume enclosing brown seeds.

Habitat:  Roadsides, hills, waste ground, grassy places, from 0-750 m alt.

Native:   Eastern Mediterranean region.



Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 40 εκ.

Βλαστός/οί:  Κοντά στο έδαφος ή ημιανεχόμενοι, πολύκλαδοι, πρασινωποί ή πορφυροί, ελαφρά τριχωτοί.

Φύλλα:     Σύνθετα, τρίφυλλα με πλατειά ωοειδή και άμισχα φυλλάρια, που είναι ελαφρά τριχωτά στην άνω και πιο τριχωτά στην κάτω επιφάνεια, ιδιαίτερα στα κύρια νεύρα και στα σχεδόν ακέραια ή ελαφρά οδοντοειδή χείλη.  Μίσχος πολύ μακρύτερος του ελάσματος, πρασινωπός και ελαφρά καλυπτόμενος με αραιές και ίσιες ασπριδερές τρίχες.  Κατώτερα φύλλα κατ εναλλαγή, ανώτερα αντίθετα.  Παράφυλλα πλατειά ωοειδή, συχνά με έντονη πορφυρή περιοχή στη βάση τους, ενώ στα ανώτερα φύλλα τα παράφυλλα είναι ενωμένα στο μεγαλύτερό τους μήκος.

Άνθη:   Ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πολυανθή επάκρια ωοειδή κεφάλια.  Ποδίσκος ελαφρά τριχωτός.  Σέπαλα 5 ελαφρά τριχωτά.  Κάθε σέπαλο είναι σωληνοειδές και με 10 έντονα νεύρα στο κάτω μέρος, ενώ στην κορυφή υπάρχουν 5 ωοειδή και μυτερά δόντια, εκ των οποίων τα κοιλιακά είναι πολύ μακρύτερα των ραχιαίων.  Πέταλα 5 λευκά ή ρόδινα.  Πέτασος όρθιος και προμήκης, με μικρή εγκοπή στην κορυφή του και φέρει ανοικτού ροζ χρώματος γραμμώσεις.  Πτέρυγες και τρόπιδα προμήκεις.  Στήμονες 10, 9 συνφυείς και 1 ελεύθερος, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγμα 1.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Μάιος.

Καρπός:   Λοβός(χέδρωψ) με καφέ σπέρματα.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, άγονα εδάφη, λόφοι και χορταριασμένες επιφάνεις, από 0-750 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ανατολική Μεσογειακή ζώνη.


Lobularia maritima

Name/Όνομα:   Λομπουλάρια η παράλιος.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Lobularia maritima* (L.) Desv.

Common name/Κοινό Όνομα:   Sweet alyssum

Family/Οικογένεια:   BRASSIGACEAE



Plant:   Annual herb growing up to 30 cm high. 

Stem/s:    Ascending or spreading, much-branched, ribbed, covered with dense, whitish, adpressed hairs.

Leaves:  Alternate, simple and entire, oblanceolate, acute at apex, cuneate at the base, sessile, covered both surfaces with adpressed whitish hairs, obscurely veined.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite, in many-flowered, dense  corymbs at first, becoming a lax cylindrical raceme after fertilization; peticels green, adpressed-pilose; sepals 4, green, curved, thinly hairy externally; petals 4, crucially arranged, white, suborbicular, rounded at apex, truncate at the base, ending into a narrow claw; stamens 6, faced inwards, filaments free, greenish, anthers oblong and yellow, dehiscent longitudinally; ovary superior, sessile, suborbicular, style 1, persistent in fruit, stigma 1.

Flowering time:  February-January.  

Fruit:   Small, suborbicular silicle, topped by the persistent style and covered with adpressed whitish hairs; seeds ovate.

Habitat:    Waste ground, hillsides, from 300 – 1100 m alt.

Native:   Mediterranean region.


* Lobularia = from the Latin word “lobulus” = small pod.



Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 30 εκ.

Βλαστός/οί:   Ανερχόμενοι ή απλωμένοι, πολύκλαδοι, αυλακωτοί και καλυμμένοι με πυκνές, ασπριδερές και παράλληλές με τον βλαστό τρίχες.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά και ακέραια, αντιλογχοειδή, μυτερά στην κορυφή και στη βάση, άμισχα και καλυμμένα και στις δυο επιφάνειες με ασπριδερές και παράλληλες με το έλασμα τρίχες.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πολυανθείς κορύμβους αρχικά, αλλά μετά την γονιμοποίηση η ταξιανθία μετατρέπεται σε αραιό και κυλινδρικό βότρυ.  Ποδίσκοι πράσινοι και με ασπριδερές κατακλιμένες τρίχες.  Σέπαλα 4, πράσινα, λυγισμένα και ελαφρά τριχωτά εξωτερικά.  Πέταλα 4, σταυρωτά τοποθετημένα, λευκά, σχεδόν κυκλικά με ίσια βάση που καταλήγει σε στενό νύχι.  Στήμονες 6, νήμα ελεύθερο και πρασινωπό, ανθήρες προμήκεις, κίτρινοι, με κατά μήκος σχίσιμο και με μέτωπο προς το κέντρο του άνθους.  Ωοθήκη επιφυής, άμισχη, σχεδόν στρογγυλή στύλος 1 που παραμένει στον καρπό, στίγμα 1.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Ιανουάριος.

Καρπός:   Μικρό σχεδόν σφαιρικό κεράτιο στεφανωμένο με τον παραμένοντα στύλο και καλυμμένο με ασπριδερές κατακλιμένες τρίχες.  Ωάρια ωοειδή.

Ενδιαίτημα:   Άγονα εδάφη και λοφοπλαγιές, από 300-1100 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.

* Lobularia = από την Λατινική λέξη “ lobulus” που σημαίνει μικρό κεράτιο.


Mirabilis jalapa

Name/Όνομα:  Μιράμπιλις γιαλάπα (το θαύμα της Γιαλάπα)

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Mirabilis jalapa*L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Marvel of Peru, Four o´ clock flower, Beauty of the night, Νυχτολούλουδο, Δειλινό.

Family/Οικογένεια:  NYCTAGINACEAE




Plant:  Perennial bushy plant with tuberous root, growing up to 1 m high, sometimes more.  

Stem/s:  Erect, much branched, robust, thick, quadrangular, glabrous or slightly hairy, swollen at nodes, green when young becoming purplish later.

Leaves:    Opposite, petiolate, simple and entire, ovate, acuminate at apex, cordate at the base.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite in many-flowered, terminal cymes; perianth is trumpet-shaped, thinly hairy externally, red, crimson, yellow or white, but different combination of colors can be found on the same plant; the base of perianth is surrounded by short, calyx-like, ovate and hairy at the margins, bracts; the flowers bloom in late afternoon or early night and close next morning; stamens 5, filaments free, pink and glabrous, anthers 2-thecous, oblong, bassifixed, dehiscing longitudinally; ovary superior, 1-locular, stigma shortly lobed.

Flowering time:    May-December.

Fruit:    Indehiscent, spherical and wrinkled capsule, green becoming black at maturity.   

Habitat:   Naturalized in Cyprus and it is found in gardens and waste ground, cultivated as ornamental plant, 50 m alt.

Native:   Tropical America ( possible Peru or Mexico)


Jalapa* = capital of the state Vera Cruz in Mexico.



Φυτό:   Πολυετές και θαμνώδες φυτό με κονδυλώδη ρίζα και ύψος μέχρι 1 μ, κάποτε περισσότερο.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι, πολύκλαδοι, χοντροί και δυνατοί, σχεδόν τετράγωνοι, γυμνοί ή ελαφρά τριχωτοί, διογκωμένοι στα γόνατα, πράσινοι οι νεαροί, πορφυροί οι παλαιότεροι.

Φύλλα:     Αντίθετα , έμμισχα, απλά και ακέραια, ωοειδή, μυτερά στην κορυφή καρδιόσχημα στη βάση.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πολυανθείς και επάκριες θυσανοειδείς ταξιανθίες.  Περιάνθιο σε σχήμα τρομπέτας, ελαφρά τριχωτό εξωτερικά, σε κόκκινο, βυσσυνί, κίτρινο ή λευκό χρώμα, αλλά διαφορετικοί συνδυασμοί χρωμάτων μπορούν να υπάρχουν στο ίδιο φυτό.  Η βάση του περιανθίου περιβάλλεται από κοντά και τριχωτά στα χείλη βράκτια που μοιάζουν με κάλυκα.  Τα άνθη ανοίγουν αργά το απόγευμα ή νωρίς το βράδυ και κλείνουν το επόμενο πρωί  Στήμονες 5, νήματα ελεύθερα, ρόδινα και γυμνά, ανθήρες 2-θηκοι, προμήκεις και με κατά μήκος σχίσιμο.  Ωοθήκη επιφυής και μονόχωρη, στίγμα με κοντούς λοβούς.

Άνθιση:   Μάιος-Δεκέμβριος.

Καρπός:  Αδιάρρηκτη, σφαιρική και ρυτιδωμένη κάψα, πράσινη αρχικά, μαύρη τελικά.

Ενδιαίτημα:   Ιθαγενές στην Κύπρο και απαντάται σε κήπους, πάρκα και άγονα εδάφη, σε χαμηλά υψόμετρα.

Πατρίδα:  Τροπική Αμερική, πιθανόν Μεξικό και Περού.

Jalapa* = capital of the state Vera Cruz in Mexico.



Coriandrum sativum

Name/Όνομα:   Κορίανδρον το εδώδιμον.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Coriandrum sativum L.

Common name/Κοινό Όνομα:  Coriander,  Κόλιαντρος.

Family/Οικογένεια:   APIACEAE



Plant:    Annual herb growing up to 50 cm high. 

Stem/s:   Erect, much branched, distinctly ribbed, green and glabrous.

Leaves:   Alternate and petiolate; basal leaves oblong in outline, pinnate, segments in few opposite pairs except the terminal segment, obovate, irregularly toothed, with glabrous  petiolule; rachis, petiole and petiolules distinctly channeled; petioles widen at the base sheathing the stem; terminal segment rather larger with more lobes; upper leaves 3-pinnate with linear lobes,  sessile or nearly so.      

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, in leaf-opposed, compound and terminal sciadia (umbels); bracts 0-1, bracteoles 3-5, linear; calyx cup-shaped, green and glabrous, with 5, unequal, ovate-triangular and subacute lobes; petals 5, unequal, obovate, white or tinged pink, the outer distinctly enlarged, 2-lobed, the inner petals small, obovate, with reflexed and emarginated apex; stamens 5, alternating with petals, filaments white, anthers oblong and yellow, becoming purple with age; ovary inferior, styles 2, arising from stylopodium*.

Flowering time:  April-May ( June).

Fruit:   Globose, with undivided mericarps.

Habitat:  Roadsides, waste or cultivated ground, from 0-1200 m alt.

Native:  Most possible Greece, Israel and Egypt.

Stylopodium* = a nectariferous disk coming from an enlarged style´s base.




Φυτό:  Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 50 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι, πολύκλαδοι, έντονα ραβδωτοί, πράσινοι και άτριχοι.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή κα έμμισχα.  Τα φύλλα της βάσης είναι προμήκη στο περίγραμμα, πτεροειδή, με λίγα και αντίθετα τμήματα εκτός του τελευταίου που είναι μεγαλύτερο και με μεγαλύτερους λοβούς, είναι αντωειδή με άνισα δόντια στα χείλη και με γυμνό μίσχο. Ο άξονας του φύλλου, ο μίσχος και ο μίσχος των τμημάτων παρουσιάζουν ισχυρή αυλάκωση.  Ο μίσχος διαπλατύνεται στη βάση και περιβάλλει στον βλαστό. Τα ανώτερα φύλλα είναι άμισχα ή σχεδόν άμισχα, και είναι έντονα διαιρεμένα 3 φορές σχηματίζοντας γραμμοειδείς λοβούς.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε σύνθετα και επάκρια σκιάδια που εκφύονται απέναντι των φύλλων.  Βράκτια 0-1, βρακτίδια γραμμοειδή 3-5.  Κάλυκας κυπελλοειδής, πράσινος και άτριχος, με 5 άνισους, ωοειδείς-τριγωνικούς λοβούς.  Πέταλα 5, άνισα, αντωειδή, λευκά ή με ρόδινη απόχρωση, με τα εξωτερικά εμφαντικά μεγαλύτερα και 2-λοβα, τα εσωτερικά είναι μικρότερα, αντωειδή, με λυγισμένη προς τα πίσω την με μικρή εγκοπή κορυφή τους.  Στήμονες 4, κατ εναλλαγή με τα πέταλα, νήμα λευκό, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι, γινόμενοι πορφυροί με την πάροδο του χρόνου.  Ωοθήκη υποφυής, στύλοι 2, εκφυόμενοι από το στυλοπόδιο.*

Άνθιση:   Απρίλιος-Μάιος (Ιούνιος).

Καρπός:   Στρογγυλός με αδιαίρετα μερικάρπια.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, σε άγονα και καλλιεργημένα εδάφη, από 0-1200 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Πιο πιθανές Ελλάδα,  Ισραήλ και Αίγυπτος.

Στυλοπόδιο* = Νεκταριοφόρος δίσκος που προέρχεται από τη διαπλατυσμένη βάση των στύλων ( Apiaceae ).

Silene vulgaris ssp macrocarpa

Name/Όνομα:   Σιληνή η κοινή υποείδος μακρόκαρπη.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Silene vulgaris ssp macrocarpa Turrill.

Common name/Κοινό Όνομα:   Bladder campion, στρουθκιά, τσακρούθκια

Family/Οικογένεια:   CARYOPHYLLACEAE



Plant:    Perennial herb with woody rootstock, sometimes forming stolons, growing up to 70 cm high.

Stem/s:   Erect, branched about the middle, cylindrical, glaucous-green and glabrous.

Leaves:    Opposite, simple and entire, glaucous-green and glabrous, the lower are oblong or oblanceolate with narrow, short and flat petiole, the upper are lanceolate, acute and subsessile.

Flowers:   Showy, actinomorphic and hermaphrodite, in many-flowered, lax dichasial cymes or solitary; pedicels generally glabrous; calyx conspicuous, inflated, subglobose, many-nerved, distinctly restricted at apex, greenish to purplish and glabrous; teeth 5, short-triangular, minutely hairy on the margins; petals 5, distinctly bifid almost to base, lobes glabrous, narrowly obovate, white, sometimes pink or reddish, with a rounded coronal scale at the base of each lobe, apex very often reflexed; stamens 5, easily exserted, filaments white and glabrous, anthers basifixed, oblong and purplish; ovary superior, ovoid, sessile, dark green and glabrous, topped by a dome-like stylophore*; styles 3,

Flowering time:   March-July.

Fruit:  Flask-shaped capsule enclosing kidney-shaped seeds.

Habitat:  Roadsides, stony slopes, from 800-1900 m alt.

Native:   Europe.

stylophore*= a structure at the top of a pistil, functions like a base from which styles arise.



Φυτό:   Πολυετής πόα με ξυλώδη ρίζα, σχηματίζοντας κάποτε αποικίες και έχοντας ύψος μέχρι 70 εκ.

Βλαστός/οί:  Όρθιοι, με διακλάδωση περίπου από το μέσον του φυτού, κυλινδρικοί, γλαυκοπράσινοι και άτριχοι.

Φύλλα:  Αντίθετα, απλά και ακέραια, γλαυκοπράσινα και γυμνά, τα χαμηλότερα προμήκη ή αντιλογχοειδή, με στενό, κοντό και επίπεδο μίσχο, ενώ τα ανώτερα είναι λογχοειδή, μυτερά και σχεδόν άμισχα.

Άνθη:   Εντυπωσιακά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πολυανθή και αραιά διχάσια ή βγαίνουν μεμονωμένα.  Ποδίσκοι γενικά άτριχοι.  Κάλυκας εντυπωσιακός, διογκωμένος, ωοειδής και πολύνευρος, με έντονη περίσφιξη στην κορυφή του, πρασινωπός ή ελαφρά πορφυρός και άτριχος, δόντια 5, τριγωνικά και ελάχιστα τριχωτά στα χείλη.  Πέταλα 5, έντονα δίλοβα σχεδόν μέχρι τη βάση, λοβοί γυμνοί, στενοί, αντωειδείς, λευκοί ή κάποτε ρόδινοι ή κοκκινωποί, με μια στρογγυλή πτέρυγα στη βάση κάθε λοβού, κορυφή πολύ συχνά γυρισμένη προς τα μέσα.  Στήμονες 5, εύκολα εξερχόμενοι της στεφάνης, νήμα λευκό και άτριχο προσκολλημένο με το μέσο του ανθήρα, ανθήρες προμήκεις και πορφυροί.  Ωοθήκη επιφυής, ωοειδής και γυμνή με σκούρο πράσινο χρώμα, στεφανωμένη με τον στυλοφόρο*, απ´ όπου εκφύονται οι 3 στύλοι

Άνθιση:   Μάρτιος-Ιούλιος.

Καρπός:   Διογκωμένη σαν ασκί κάψα που περικλείει νεφροειδή σπέρματα

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων και σε βραχώδεις πλαγιές, από 800-1900 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ευρώπη.


Ammi majus

Name/Όνομα:   Άμμι το μείζον*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Ammi majus L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Bishop´s flower, lady´s lace, bullwort, false bishop´s weed, Θεορής

Family/Οικογένεια:   APIACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:     Annual or biennial herb, up to 1 m high.

Stem/s:   Branched above, terete, striate and glabrous; main stem erect, lateral stems ascending.

Leaves:  Alternate, compound, petiolate and glabrous, 1-3 pinnate, leaflets sharply serrate; lower leaves triangular-ovate in outline, 1-2 pinnate, ultimate leaflets oblong-elliptic or narrowly-obovate, inconspicuously sheathing at the base; upper leaves 2-3 pinnate, linear-lanceolate, the uppermost entire or nearly so; petiole channeled above.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, in compound and many-flowered terminal umbels; rays up to 40, subequal, erecto-patend (ascending to erect); peduncles striate; bracts 1-2 pinnate, segments linear, acute; bracteoles linear-lanceolate, acuminate; petals 5, spreading, white, asymmetrically 2-lobed; stylopodium* slightly convex, obscurely bipartite, white; stamens 5, alternate with petals, filaments white, anthers oblong, white or pink; ovary inferior with 2 carpels, styles 2, stigmas 2 capitate.

Flowering time:   April-June.

Fruit:   Bipartite, dry and compressed schizocarp, with brown, 5-ridged mericarps.      

Habitat:    Roadsides, field limits, waste ground, from 0-900 m alt.

Native:   Uncertain, hypothetically Nile river valley.


Stylopodium = a nectariferous disk coming from an enlarged style´s base.



Φυτό:  Μονοετής ή διετής πόα με ύψος μέχρι 1 μ.  

Βλαστός/οί:   Διακλαδωμένοι ψηλά, κυλινδρικοί, ραβδωτοί και γυμνοί.  Κύριος βλαστός όρθιος, πλάγιοι βλαστοί ανερχόμενοι.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, σύνθετα, έμμισχα και 1-3 φορές πτεροειδή, φυλλάρια έντονα πριονωτά.  Χαμηλά φύλλα τριγωνικά-ωοειδή στο περίγραμμα, 1 έως 2 φορές πτεροειδή, τελικά φυλλάρια προμήκη-ελλειψοειδή ή στενά-αντωειδή, με μη εντυπωσιακούς κολεούς στη βάση.  Ανώτερα φύλλα2 έως 3 φορές πτεροειδή, γραμμοειδή-λογχοειδή, ενώ τα τελευταία προς τα πάνω είναι ακέραια ή σχεδόν ακέραια.  Μίσχος αυλακωτός από πάνω.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε σύνθετα και πολυανθή επάκρια σκιάδια.  Ακτίνες μέχρι 40, σχεδόν ισοϋψείς με κατεύθυνση μεταξύ ανερχόμενου και όρθιου.  Ποδίσκοι ραβδωτοί.  Βράκτια 1-2 φορές πτεροειδή, με γραμμοειδή και μυτερά τμήματα.  Βρακτίδια γραμμοειδή-λογχοειδή και μυτερά.  Πέταλα 5, απλωμένα, λευκά και με ασύμμετρους 2 λοβούς.  Στυλοπόδιο* ελαφρά κυρτό, αφανώς διμερές και λευκό.  Στήμονες 5, κατ εναλλαγή με τα πέταλα, νήμα λευκό, ανθήρες προμήκεις, λευκοί ή ρόδινοι.  Ωοθήκη υποφυής με 2 καρπόφυλλα, στύλοι 2, στίγματα 2, κεφαλωτά.

Άνθιση:   Απρίλιος-Ιούνιος.

Καρπός:   Διμερές, ξηρό και συμπιεσμένο σχιζοκάρπιο, με καφέ μερικάρπια που φέρουν 5 ραβδώσεις.

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, όρια χωραφιών και άγονα εδάφη, από 0-900 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Αβέβαιη, υποθετικά η κοιλάδα του Νείλου.

Στυλοπόδιο*  =  Νεκταριοφόρος δίσκος που προέρχεται από τη διαπλατυσμένη βάση των στύλων ( Apiaceae ).


Arenaria saponarioides

Name/Όνομα:   Αρενάρια η σαποναριοειδής*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Arenaria saponarioides Boiss. & Balansa

Common name/Κοινό Όνομα:   Soapwort-like Sandwort.

Family/Οικογένεια:   CARYOPHYLLACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:  Annual herb growing up to 5 cm high.  

Stem/s:   Very short, ± branched, sticky-glandular.

Leaves:    Opposite, dark green, simple, entire and sticky-glandular, the basal are oblanceolate, more or less obtuse at apex, with a flat, obscurely defined petiole at the base; upper leaves similar but a little wider than basal, apex acute, ± sessile.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite, in crowded cymes; sepals 5, free, ovate with acute apex, densely sticky-glandular externally and on the margins, longer than the petals; petals 5, white, broadly-ovate or elliptic, subacute; stamens 10, radically arranged, filaments free, white and glabrous, anthers pale yellow, ± orbicular, becoming greyish with age; ovary superior, subglobose to pear-shaped, styles 3, stigmas 3.

Flowering time:    April-July.

Fruit:   Oblong, pear-shaped capsule, containing kidney-shaped seeds.    

Habitat:    Rocky slopes on igneous ground (serpentine), from 1500-1900 m alt.

Native:   Rare, near endemic, also in Greece and Turkey.




Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 5 εκ.

Βλαστός/οί:   Πολύ κοντοί, με ή χωρίς διακλάδωση, κολλώδεις και αδενώδεις.

Φύλλα:     Αντίθετα, με σκούρο πράσινο χρώμα, απλά, ακέραια, αδενώδη και κολλώδη, τα της βάσης αντιλογχοειδή, λίγο ή πολύ πλατυκόρυφα, με επίπεδο και δυσκολοδιάκριτο μίσχο στη βάση τους.  Ανώτερα φύλλα παρόμοια, λίγο πλατύτερα από της βάσης, οξυκόρυφα και ± άμισχα.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε συνωστισμένες θυσανοειδείς ταξιανθίες.  Σέπαλα 5, ελεύθερα, ωοειδή και οξυκόρυφα, με πυκνές αδενοειδείς και κολλώδεις τρίχες εξωτερικά και στα χείλη, μακρύτερα των πετάλων.  Πέταλα 5, λευκά, πλατειά-ωοειδή ή ελλειπτικά, σχεδόν μυτερά στην κορυφή τους.  Στήμονες 10, τοποθετημένοι ακτινωτά, νήμα ελεύθερο, λευκό και γυμνό, ανθήρες σχεδόν σφαιρικοί και κίτρινοι, αλλά με την πάροδο του χρόνου παίρνουν γκρίζο χρώμα.  Ωοθήκη επιφυής, σχεδόν σφαιρική ή σε σχήμα αχλαδιού, στύλοι 3, στίγματα 3.

Άνθιση:    Απρίλιος-Ιούλιος.

Καρπός:  Προμήκης αχλαδοειδής κάψα που περιέχει νεφροειδή σπέρματα.

Ενδιαίτημα:   Βραχώδεις πλαγιές σε πυριγενή (κυρίως σερπεντινίτες) πετρώματα, από 1500-1900 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Σπάνιο, σχεδόν ενδημικό της Κύπρου, υπάρχει επίσης στην Ελλάδα και Τουρκία.

Alliaria petiolata

Name/Όνομα:   Αλλιαρία η έμμισχη*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Alliaria petiolate (M. Bieb.) Cavara & Grande

Common name/Κοινό Όνομα:   Garlic mustard.

Family/Οικογένεια:   BRASSICACEAE


*  Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:    Biennial or short-leaved perennial herb, growing up to 1 m high.

Stem/s:   Erect, ± branched, obscurely ribbed, greenish becoming purplish with age, glabrous or slightly hairy.

Leaves:  Alternate, simple, triangular or heart-shaped, thin, soft and petiolate, with irregulary toothed margins, thinly hairy; basal leaves bear a purplish channeled petiole which is longer than blade and thinly hairy towards base; medium stem-leaves are larger, short-petiolate and ± glabrous; upper stem-leaves smaller and more acute. Young leaves give off a distinct garlic odor when crushed.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite, in few-flowered corymbose inflorescences, becoming racemes later; sepals 4, erect, oblong and obtuse, yellowish and glabrous; petals 4, cross-shaped, white, obovate, shortly-clawed at the base; stamens 6, 2 outer short and 4 inner tall, filaments free, white and glabrous, anthers oblong and yellow; ovary superior, cylindrical and sessile, style 1, a little shorter than stamens, stigma 1, truncate.

Flowering time:    April-July.

Fruit:    Elongated, patent or ascending, 3-nerved and 4-sided silique with short pedicel, green, maturing to greenish-brown, containing black and shiny small seeds in two rows.

Habitat:    Side-paths and margin of hedges on shaded areas and igneous ground, from 900-1800 m alt.

Native:   Europe, western and central Asia, north-western Africa.




Φυτό:   Διετής ή σύντομης διάρκειας πολυετής πόα με ύψος μέχρι 1 μ.

Βλαστός/οί:   Όρθιος, με ή χωρίς διακλάδωση, με δυσκολοδιάκριτη  ράβδωση, πρασινωπός, γινόμενος πορφυρός με την πάροδο του χρόνου, άτριχος ή με ελαφρό τρίχωμα.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά, τριγωνικά ή καρδιόσχημα, λεπτά, μαλακά και ελαφρά τριχωτά, έμμισχα, με άνισα οδοντωτά χείλη.  Φύλλα βάσης με αυλακωτό, πορφυρό και ελαφρά τριχωτό προς τη βάση μίσχο, που είναι μακρύτερος από το έλασμα του φύλλου.  Μεσαία φύλλα βλαστού μεγαλύτερα, με κοντό μίσχο και με ή χωρίς τρίχωμα.  Ανώτερα φύλλα βλαστού μικρότερα και περισσότερο μυτερά στην κορυφή.  Τα νεαρά φύλλα όταν συνθλιβούν αναδίδουν έντονη μυρωδιά σκόρδου.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε ολιγοανθείς, κορυμβοειδείς ταξιανθίες, που μετατρέπονται αργότερα σε βότρεις.  Σέπαλα 4, όρθια, προμήκη και πλατυκόρυφα, κιτρινωπά και άτριχα.  Πέταλα 4, τοποθετημένα σταυρωτά, είναι αντωειδή, με κοντό νύχι στη βάση τους.  Στήμονες 6, 2 εξωτερικοί κοντοί και 4 εξωτερικοί ψηλοί, νήμα ελεύθερο, λευκό και γυμνό, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, κυλινδρική και άμισχη, στύλος 1, λίγο κοντύτερος από τους στήμονες, στίγμα 1 με επίπεδη κορυφή.   

Άνθιση:   Απρίλιος-Ιούλιος.

Καρπός:   Μακρύ, οριζόντιο ή ανερχόμενο, 3-νευρο και 4-πλευρο κάρυο, με κοντό ποδίσκο, πράσινο στην αρχή, με πράσινο-καστανό χρώμα στην ωρίμανση, και περιέχει μαύρα, μικρά και γυαλιστερά σπέρματα, σε 2 σειρές.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος μονοπατιών και όρια γκρεμνών, σε σκιασμένα πυριγενή εδάφη, από 900-1800 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ευρώπη, δυτική και κεντρική Ασία, βορειοδυτική Αφρική.

Zosima absinthifolia

Name/Όνομα:    Ζόσιμα η αψινθιόφυλλη*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Zosima absinthifolia (Vent.) Link

Common name/Κοινό Όνομα:   

Family/Οικογένεια:   APIACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:    Perennial plant with thick root, growing up to 100 cm high.

Stem/s:   Erect or ascending, robust, ± branched, conspicuously ribbed, greenish and densely covered with soft grayish hairs.

Leaves:    Opposite, petiolate, triangular in outline, 3 or 4-pinnate, ultimate segments oblong and obtuse, densely pubescent; petiole channeled above, and broadened at the base forming a hairy sheath; most of the leaves are basal forming a loose rosette.

Flowers:   Small, actinomorphic, hermaphrodite and numerous, in compound and terminal sciadia (umbels); umbels 10-25 rayed; rays unequal, ribbed and thinly hairy; peduncles deeply ribbed; bracts and bracteoles numerous and hairy; petals 5, white, obovate with emarginated apex, the outer larger than the inner ones; stamens 5, alternate with petals, filaments spreading, white and glabrous, longer than petals, anthers yellow, broadly oblong to suborbicular, 2-thecous, and dehiscent longitudinally; ovary inferior with 2 carpels, styles 2, arising from the conspicuous, 2-parted, green and glabrous stylopodium.

Flowering time:   February-April.

Fruit:   2-parted, dry, flat and oblong-elliptic sxizocarp, thinly hairy.    

Habitat:   Roadsides, rocky hillsides, from 100-1000 m alt.

Native:   Western and central Asia.




Φυτό:   Πολυετές φυτό με χοντρή ρίζα και ύψος μέχρι 100 εκ.

Βλαστός/οί:  Όρθιοι ή ανερχόμενοι, με ή χωρίς διακλάδωση, έντονα ραβδωτοί, πρασινωποί και πυκνά καλυμμένοι με μαλακές γκριζωπές τρίχες.

Φύλλα:     Αντίθετα, έμμισχα, τριγωνικά στο περίγραμμα, 3 ή 4 φορές πτερόμορφα, τελικά τμήματα προμήκη και πλατυκόρυφα, πυκνά τριχωτά.  Μίσχος με αυλάκωση από πάνω, με διαπλάτυνση στη βάση, δημιουργώντας τριχωτό κολεό.  Τα περισσότερα φύλλα βρίσκονται στη βάση δημιουργώντας αραιή ροζέτα.

 Άνθη:  Μικρά, ακτινόμορφα, ερμαφρόδιτα και πολυάριθμα, σε σύνθετα  και επάκρια σκιάδια, που φέρουν 10-25, άνισες, ραβδωτές και ελαφρά τριχωτές ακτίνες.  Ποδίσκοι βαθειά ραβδωτοί.  Βράκτια και βρακτίδια τριχωτά και πολυάριθμα.  Πέταλα 5, λευκά, αντωειδή με εγκοπή στην κορυφή, τα εξωτερικά μεγαλύτερα από τα παρόμοια αλλά μικρότερα εσωτερικά πέταλα.  Στήμονες 5, κατ εναλλαγή με τα πέταλα, νήμα απλωμένο λευκό και γυμνό, μακρύτερο των πετάλων, ανθήρες κίτρινοι, πλατειά προμήκεις ή σχεδόν σφαιρικοί, 2-θηκοι και με κατά μήκος σχίσιμο.  Ωοθήκη υποφυής με 2 καρπόφυλλα, στύλοι 2 αναδυόμενοι από το πολύ εμφανές, διμερές, πράσινο και άτριχο στυλοπόδιο.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Απρίλιος.

Καρπός:   Διμερές, επίπεδο, ξηρό, ελαφρά τριχωτό και ελλειπτικό στο σχήμα σχιζοκάρπιο.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων και σε πετρώδεις πλαγιές, από 100-1000 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Δυτική και Κεντρική Ασία.

Scandix pecten-veneris

Name/Όνομα:   Σκάντιξ χτένι της Αφροδίτης

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Scandix pecten-veneris L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Shepard´s needle, Σκάνδιξ, Κτένι της Αφροδίτης, Τσιλιμονιδιά, Σκαντζίκι.

Family/Οικογένεια:   APIACEAE



Plant:    Annual herb growing up to 50 cm high.

Stem/s:   Erect or spreading, much branched, ribbed, greenish and sparsely covered with straight and whitish hispid hairs or subglabrous.

Leaves:   Alternate, triangular-ovate in outline, deeply dissected 3 times  ( 3-pinnate) into linear or lanceolate lobes  with ± acute apex, covered with few scattered stiff hairs, especially beneath; petiole  of lower leaves broadened at the base forming a conspicuous canaliculated and hairy sheath; upper leaves ± sessile.

Flowers:   Sciadia (umbels) white, leaf-opposed, 1-3 rayed; bracts 0-1 inconspicuous, linear-lanceolate, with short-hairy margins; bracteoles 5, unequal, spreading, free to base, lanceolate with deeply emarginated or deeply divided into 2 or 3 unequal, 1-5 veined and acute lobes with ciliated margins; flowers 3-8 in each umbel; petals 5, white, outer petal obovate, much larger than the inner ones;  stamens 5, alternate with petals, filaments white and glabrous, anthers nearly orbicular, yellow; ovary inferior; stylopodium* obscurely 2-parted, flattened with wavy margins, at first green, becoming purplish with age; styles 2, straight, white and glabrous, arising from stylopodium.

Flowering time:   January-April.

Fruit:   Dry, 2-parted, linear schizocarp with long, ridged, and compressed beak, with comb-like margins.      

Habitat:   Roadsides, side-paths, stony hillsides, from 0-1100 m alt.

Native:   Eurasia.

stylopodium* =  a nectariferous disk coming from an enlarge style´s base.



Φυτό:  Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 50 εκ.

Βλαστός/οί: Όρθιοι ή απλωμένοι, πολύκλαδοι, ραβδωτοί, πρασινωποί και αραιά καλυμμένοι με ίσιες και ασπριδερές αδρότριχες ή είναι σχεδόν γυμνοί.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, ωοειδή-τριγωνικά στο περίγραμμα, βαθειά διαιρεμένα 3 φορές, σε γραμμοειδείς ή λογχοειδείς λοβούς που μπορεί να είναι οξυκόρυφοι ή πλατυκόρυφοι, και φέρουν διάσπαρτες αδρότριχες κυρίως στην κάτω επιφάνεια.   Ο μίσχος των κατώτερων φύλλων διαπλατύνεται στη βάση και δημιουργεί ένα διογκωμένο, αυλακωτό και τριχωτό κολεό που περιβάλλει τον βλαστό.  Τα ανώτερα φύλλα είναι ± άμισχα.

Άνθη:   Σκιάδια λευκά, απέναντι των φύλλων, με 1-3 ακτίνες.  Βράκτια 0-1, άσημα, στενά λογχοειδή και με τριχωτά χείλη.  Βρακτίδια 5, άνισα, απλωμένα, ελεύθερα μέχρι τη βάση τους, λογχοειδή με βαθειά εγκοπή στην κορυφή τους ή βαθειά διαιρεμένα σε 2 ή 3 άνισους, μυτερούς και βλεφαριδωτούς στα χείλη λοβούς, που φέρουν 1 έως 5 νεύρα.  Άνθη 3-8 σε κάθε σκιάδιο.  Πέταλα 5, λευκά, το εξωτερικό είναι αντωειδές και πολύ μεγαλύτερο των άλλων.  Στήμονες 5, κατ εναλλαγή με τα πέταλα, νήμα λευκό και γυμνό, ανθήρες κίτρινοι και σχεδόν σφαιρικοί.  Ωοθήκη υποφυής.  Στυλοπόδιο* αφανώς διμερές, επίπεδο με κυματοειδή χείλη, αρχικά πράσινο, γινόμενο πορφυρό με την ηλικία.  Στύλοι 2, ίσιοι, λευκοί και γυμνοί, αναδυόμενοι από το στυλοπόδιο.

Άνθιση: Ιανουάριος-Απρίλιος. 

Καρπός:   Ξηρό, διμερές και γραμμοειδές σχιζοκάρπιο, με μακρύ, ραβδωτό και συμπιεσμένο ράμφος, με σαν κτένι χείλη.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων και μονοπατιών, σε πετρώδεις πλαγιές από 0-1100 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ευρασία.


Στυλοπόδιο* = Νεκταριοφόρος δίσκος που δημιουργείται από την διαπλάτυνση της βάσης του στύλου.