Category Archive for ‘Άσπρα’

Pisum sativum L.subsp.sativum

Name/Όνομα:   Πίσον το σπαρτόν υποείδ. σπαρτόν*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Pisum sativum L.subsp.sativum

Common name/Κοινό Όνομα:  Pea, Garden peas, Field peas, Austrian winter pea, English peas, Μπιζέλι.

Family/Οικογένεια:    FABACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Annual growing up to 2 m high when supported properly. 

Stem/s:   Usually climbing (less often sprawling), ± branched, slightly angled, striate, glaucous green and glabrous.

Leaves:  Alternate, compound with 2-6 opposite, elliptic or obovate, entire or toothed, and glabrous leaflets with apiculate apex, terminating in a branched tendril; stipules conspicuous, ovate, distinctly toothed near the base, glaucous and glabrous.

Flowers:  Zygomorphic and hermaphrodite, in few-flowered (generally 1-2 flowers), axillary racemes; bracts triangular; calyx campanulate, pale green and glabrous; teeth 5, triangular and glabrous with acute apex, they are unequal with the 3 below narrower than the 2 above; petals 5, white; standard petal erect, broadly ovate, distinctly emarginated; wings ± orbicular with rounded apex; keel upcurved with acute apex; stamens 10, 9 fused, 1 free; anthers oblong; ovary superior, style upcurved at right angle.

Flowering time:    February-May.

Fruit:   Legume, oblong-linear, slightly compressed with few suborbicular seeds.    

Habitat: Cultivated or an escape from cultivation 

Native:   Mediterranean region, Near East.



Φυτό:   Μονοετές φυτό με ύψος μέχρι 2 μ. αν υποστηριχθεί κατάλληλα

Βλαστός/οί:   Συνήθως αναρριχόμενοι, λιγότερο συχνά κατακλιμένοι και έρποντες, με ή χωρίς διακλάδωση, ελαφρά γωνιώδεις, ραβδωτοί, γλαυκοπράσινοι και άτριχοι.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, σύνθετα με 2-6 αντίθετα, ελλειπτικά ή αντωειδή, ακέραια ή οδοντωτά και άτριχα φυλλάρια, με μυτερή κορυφή, τερματίζοντας σε μια ισχυρά διακλαδωμένη έλικα.  Παράφυλλα πολύ εμφανή, ωοειδή, έντονα οδοντωτά κοντά στη βάση, γλαυκοπράσινα και άτριχα.  

Άνθη:   Ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε ολιγοανθείς ( δηλ 1-2 άνθη) βοτρυοειδείς ταξιανθίες.  Βράκτια τριγωνικά.  Κάλυκας καμπανοειδής, με χλωμό πράσινο χρώμα και άτριχος.  Δόντια κάλυκα 5, τριγωνικά και γυμνά με μυτερή κορυφή,  άνισα, με τα 3 κοιλιακά πιο στενά από τα 2 ραχιαία.  Πέταλα 5, λευκά, πέτασος όρθιος, πλατειά ωοειδής, με έντονη εγκοπή στην κορυφή του, πτέρυγες σχεδόν σφαιρικές με στρογγυλεμένη κορυφή, τρόπιδα έντονα λυγισμένη προς τα πάνω καταλήγοντας σε μυτερή κορυφή.  Στήμονες 10, 9 συμφυείς και 1 ελεύθερος.  Ανθήρες προμήκεις.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος λυγισμένος σε ορθή γωνία προς τα πάνω.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Μάιος.

Καρπός:   Χέδρωψ, προμήκης-γραμμοειδής, ελαφρά πιεσμένος πλευρικά, με λίγα σχεδόν σφαιρικά σπέρματα.

Ενδιαίτημα:   Καλλιεργούμενο ή σε χέρσα γη από δραπέτευση καλλιεργειών.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη και Μέση Ανατολή.

Clematis vitalba

Name/Όνομα:  Κληματίς η λευκάμπελος

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Clematis vitalba. L

Common name/ Κοινό όνομα:   Old man’s beard, Traveller’s Joy, Virgin’s bower, Ladie’s Joy, vine bower, Λευκάμπελη, Αγράμπελη

Family/Οικογένεια: RANUNCULACEAE


Plant:Perennial deciduous shrub growing up to 20m long when supported by other plants as climbing base.

 Stem:Climbing, brownish to reddish, woody and groovy, with significant spreading; young stems and petioles slightly hairy.

LeavesOpposite, pinnately compound, dark green, odd-pinnate; leaflets 3-5, usually 5, ovate, hairless or sparsely hairy, base heart-shaped, apex acute or subacute, entire or with wavy margin, sometimes the upper leaflet 3-lobbed, petiolate.

 FlowersNumerous, very conspicuous, hermaphrodite, fragrant, creamy white, in terminal axillary panicles; sepals 4, stamens many, styles long, white and feathery, petals absent.

Flowering time: June to September

Flowering time:  June to September.

Fruit:  Achene; seeds reddish and fluffy (Old man’s beard).

Native:   Europe and Southwestern Asia.



Φυτό:  Αναρριχώμενος, πολυετής και φυλλοβόλος θάμνος με οριζόντια ανάπτυξη μέχρι 20m αν στηριχθεί πάνω σε άλλα φυτά.

Βλαστός¨ Καστανός προς κοκκινωπό, ξυλώδης και αυλακωτός με αξιοσημείωτη ανάπτυξη.  Νεαροί βλαστοί και μίσχοι φυλλαρίων ελαφρά τριχωτοί.

Φύλλα: Αντίθετα, σύνθετα, πτερωτά, σκουροπράσινα και περιττόληκτα.  Φυλλάρια 3-5, συνήθως 5, ωοειδή, άτριχα ή αραιά τριχωτά, έμμισχα, χείλος ελαφρά κυματιστό, βάση καρδιοειδής, κορυφή σχεδόν μυτερή.

Άνθη: Αρωματικά με άσπρο-κίτρινο χρώμα, εντυπωσιακά, ερμαφρόδιτα, σε επάκρια μασχαλιαία φόβη.  Σέπαλα 4, πέταλα ελλείπουν, στήμονες πολλοί, στύλοι επίσης πολλοί, με αρκετό μήκος, λευκοί και πτερωτοί.

Άνθιση:  Ιούνιος-Αύγουστος.

Καρπός:  Αχαίνιο με κοκκινωπά σπέρματα που φέρουν μακριά μεταξένια εξαρτήματα που δίνουν όψη γενειάδας γέροντα( Old man’s beard). Όλα τα μέρη του φυτού είναι τοξικά. Η κατανάλωσή του προκαλεί κάψιμο στο στόμα, εμετό, διάρροια και σπασμούς.

Πατρίδα:  Ευρώπη και Νοτιοδυτική Ασία.

Cynara cornigera

Name/Όνομα:    Κυνάρα η κερασφόρος.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Cynara cornigera Lindl.

Common name/Κοινό Όνομα:   White Artichoke, Χωστή.

Family/Οικογένεια:    ASTERACEAE




Plant:   Perennial herb growing up to 30 cm high. 

Stem/s:   Erect, thick, ribbed, usually unbranched, arachnoid-lanate.

Leaves:   Alternate, mostly basal, oblong-triangular in outline, petiolate, pinnatisect with oblong or triangular spinose-dentate segments gradually reduced towards apex, bearing smaller spiny subdivisions, glabrous above, whitish-tomentose beneath; cauline leaves few, smaller and sessile with triangular and spiny-tipped segments.

Flowers:  Capitula solitary or in few-flowered lax corymbs; involucre sub globose; phyllaries ± glabrous, in many series, closely imbricate, the outer smaller, broadly oblong with spiny apex, inner phyllaries with larger base terminating into an erecto-patent spine; florets whitish slightly exceeding involucre; corolla tubular with linear lobes, style exerted, anthers linear, not exerted.

Flowering time:    April-May.

Fruit:   Brown oblong achenes with white pappus.    

Habitat:   Rocky and sunny slopes on calcareous or igneous soil, from 0-300 m alt.

Native:   Eastern Mediterranean.



Φυτό:  Πολυετής πόα με ύψος μέχρι 30 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιος, χοντρός, συνήθως χωρίς διακλάδωση, αυλακωτός και καλυμμένος με μαλακές αραχνοειδείς τρίχες.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, τα περισσότερα στη βάση, είναι προμήκη-τριγωνικά στο περίγραμμα, έμμισχα, πτεροσχιδή με προμήκη ή τριγωνικά τμήματα που φέρουν οδοντωτά και ακανθώδη χείλη, σταδιακά όμως τα τμήματα του φύλλου γίνονται μικρότερα προχωρώντας προς την κορυφή και φέρουν και δευτερογενή μικρότερα  τμήματα με ακανθώδη χείλη, είναι γυμνά στην άνω επιφάνεια και με μαλακές ασπριδερές τρίχες στην κάτω.  Φύλλα βλαστού λίγα και άμισχα με τριγωνικά,  μυτερά και ακανθώδη τμήματα πάνω στα χείλη.

Άνθη:  Κεφάλια μεμονωμένα ή σε ολιγοανθείς και χαλαρούς κορύμβους.  Σύνολο βρακτίων σε κάπως σφαιρικό σχήμα.  Βράκτια σε πολλές σειρές, αλληλεπικαλυπτόμενα, τα εξωτερικά είναι μικρότερα και με προμήκες-πλατύ σχήμα και ακανθώδη κορυφή, ενώ τα εσωτερικά έχουν πλατειά βάση και τερματίζουν σε μια όρθια προς οριζόντια  άκανθα.  Ανθίδια ασπριδερά, ελαφρά εξερχόμενα των βρακτίων.  Στεφάνη σωληνοειδής με γραμμοειδείς λοβούς, ανθήρες γραμμοειδείς εμπεριέχονται στην στεφάνη, στύλος εξερχόμενος.

Άνθιση:   Απρίλιος-Μάιος.

Καρπός:   Προμήκες αχαίνιο με καφέ χρώμα.

Ενδιαίτημα:   Βραχώδεις και ηλιόλουστες πλαγιές σε ασβεστολιθικά ή πυριγενή εδάφη, από 0-300 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ανατολική Μεσόγειος.


Achillea millefolium

Name/Όνομα:  Αχίλλειος η χιλιόφυλλος           

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Achillea millefolium L.     

Common name/Όνομα:  Yarrow, Milfoil, Thaousand-leaf   

Family/Οικογένεια:  ASTERACEAE  

 *Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα




Plant:  Achillea millefolium   is a rhizomatous perennial herb growing to 90cm tall.

Stems:  Few to several, erect, branched near apex, angled, densely pubescent, greenish when young, becoming reddish-brown later.

Leaves:  Alternate, sessile, simple, fern-like, oblong to oblong-elliptic in outline, usually bi-pinnate (twice pinnate), deeply dissected into leaflets; leaflets are pinnate, longer at base, becoming progressively smaller reaching the apex, wider in the middle of the blade, covered with similar hairs with the stem, apex pointed.

Flowers:  Flowers´ head is aromatic, in terminal, compound and flat corymbs; each flower´s head consists of 5 ray florets and many disk florets; ray florets are tongue-shaped, consisting of 5 petaloid, white or pink and glabrous florets which are notched at the top forming a shallow, 3-lobed apex; disk florets are tubular with 5-lobed, creamy white or pale yellow corolla; phyllaries are oblong lanceolate, greenish and hairy; stamens 5; ovary inferior, stigma bifid.

Flowering time: May-October

Fruit:  Nearly flat achene.

Habitat:  Casual plant in Cyprus, usually escape from cultivations, 1400 m alt.

Native:  Northern America and Eurasia.   



Φυτό:   Πολυετής πόα με ρίζωμα και ύψος μέχρι 90 εκ.

Βλαστός/οί:   Λίγοι έως αρκετοί, διακλαδιζόμενοι κοντά στην κορυφή, γωνιόδεις, καλυμμένοι με πυκνές τρίχες, πρασινωποί στην αρχή, με κοκκινωπό-καφέ χρώμα αργότερα.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, άμισχα, απλά, μοιάζουν με τα φύλλα φτερικιού, προμήκη έως προμήκη-ελλειπτικά στο περίγραμμα, συνήθως δις-πτερωτά, διαιρεμένα με βαθειές σχισμές σε φτερωτά φυλλάρια.  Τα φύλλα είναι μακρύτερα στη βάση αλλά σταδιακά μικραίνουν προς την κορυφή, είναι πλατύτερα στη μέση του φύλλου και καλύπτονται με παρόμοιες όπως του βλαστού τρίχες, και έχουν μυτερή κορυφή.

Άνθη:   Τα κεφάλια που φέρουν τα άνθη είναι αρωματικά, σε επάκριους, σύνθετους και επίπεδους κορύμβους. Κάθε κεφάλιο αποτελείται από 5 περιφερειακά ανθίδια και πολλά επιδίσκια.  Τα περιφερειακά ανθίδια είναι γλωσσοειδή και άτριχα,, αποτελούμενα από 4 πεταλοειδή, λευκά ή ρόδινα ανθίδια, με εγκοπές ψηλά ώστε να σχηματίζονται 3 λοβοί στην κορυφή.  Επιδίσκια ανθίδια σωληνοειδή και 5-λοβα, με στεφάνη με λευκό-κρεμώδες ή ανοικτό κίτρινο χρώμα.  Βράκτια προμήκη-λογχοειδή, πρασινωπά και τριχωτά.  Σ          τήμονες 5, ωοθήκη υποφυής, στίγμα 2-λοβο.

Άνθιση:   Μάιος-Οκτώβριος.

Καρπός:   Σχεδόν επίπεδο αχαίνιο.

Ενδιαίτημα:   Τα φυτά που υπάρχουν προέρχονται από καλλιέργειες.

Πατρίδα:   Βόρεια Αμερική και Ευρώπη, Ασία.

Achillea cretica

Name/Όνομα:  Αχίλλεια ή Αχίλλεα  η κρητική* 

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Achillea cretica L.

Common name/Κοινό Όνομα:  Cretan yarrow, Cottonweed

Family/Οικογένεια:    ASTERACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:  Perennial shrub with woody base, growing up to 60 cm high.  

Branches:: Erect or ascending, much-branched above, sulcate, and densely covered with woolly hairs.

Leaves:   Alternate, patent, linear-cylindrical, worm-shaped, sessile, petiolate, pinnatisect forming numerous blunt or suborbicular lobes with spinulose margins, and moderately covered with wooly hairs.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, in many-flowered, compound and terminal corymbs; capitula up to 9 on each corymb; peduncles moderately woolly; involucre broadly-campanulate; bracts ovate in many series, erect, imbricate, green and woolly with scarious margins and obtuse apex; ray-florets 5 in one series, female, ligule broadly-ovate, suborbicular or obovate, white, reflexed, 3-lobed, style branched; disk-florets hermaphrodite,  funnel-shaped, εsmaller, 5-lobed, lobes recurved, triangular-obtuse, white, anthers linear, style with narrow linear and whitish branches.

Flowering time:   April-August.

Fruit:    Achene.

Habitat:  Cliffs, gorges, rocky slopes, near springs, from 25-150 m alt.

Native:   Greece, Aegean Islands, Turkey, Cyprus.




Φυτό:   Πολυετής θάμνος με ξυλώδη βάση και ύψος μέχρι 60 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι ή ανερχόμενοι, πολύκλαδοι ψηλά, αυλακωμένοι, και καλυμμένοι με πυκνές σαν βαμβάκι τρίχες.

Φύλλα:    Κατ εναλλαγή, με οριζόντιο προς όρθιο προσανατολισμό, γραμμοειδή-κυλινδρικά ή σκωληκοειδή,  άμισχα, πτεροσχιδή σχηματίζοντας σχεδόν κυκλικούς λοβούς με μικρές μυτερές προεξοχές στα χείλη και με μέτρια κάλυψη από βαμβακοειδείς τρίχες.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πολυανθείς, σύνθετους και επάκριους κορύμβους.  Κεφάλια μέχρι 9 σε κάθε κόρυμβο.  Ποδίσκοι μέτρια καλυμμένοι με βαμβακοειδείς τρίχες.  Σύνολο βρακτίων σε πλατειά-καμπανοειδές σχηματισμό.  Βράκτια ωοειδή σε πολλές σειρές, όρθια, αλληλεπικαλυπτόμενα, πράσινα και με βαμβακοειδείς τρίχες, ενώ έχουν ανώμαλα χείλη  και πλατειά κορυφή.  Περιφεριακά ανθίδια 5 σε μια σειρά, όλα θηλυκά, γλωσσίδια σχεδόν κυκλικά, ωοειδή ή αντωειδή, λευκά, λυγισμένα προς τα κάτω, 3-λοβα.  Στύλος κλαδωτός.  Επιδίσκια ανθίδια λευκά, ερμαφρόδιτα, μικρότερα, χοανοειδή, 5-λοβα, με λοβούς τριγωνικούς με πλατειά κορυφή και λυγισμένους προς τα κάτω, ανθήρες γραμμοειδείς, στύλοι με στενούς και ασπριδερούς κλάδους.

Άνθιση:   Απρίλιος-Αύγουστος

Καρπός:   Αχαίνιο.

Ενδιαίτημα:   Γκρεμοί, φαράγγια, βραχώδεις πλαγιές, κοντά σε πηγές από 25-150 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ελλάδα, Νησιά Αιγαίου, Τουρκία, Κύπρος.

Pteranthus dichotomus

Name/Όνομα:    Πτέρανθος ο διχοτόμος.*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Pteranthus dichotomuσ* Forssk.

Common name/Κοινό Όνομα:   Pteranthus.

Family/Οικογένεια:    CARYOPHYLLACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:  Annual herb growing up to 20 cm high.  

Stem/s:   Sprawling, procumbent or ascending, much-branched, angled and channeled above, articulate at the nodes, glabrous or papillose-hairy, green, becoming reddish with age.

Leaves:  Opposite or apparently in whorls of 4-5, linear, fleshy, mucronate and glabrous; stipules very small, ovate, whitish, and irregularly cut in stripes at apex.

Flowers:   Small, inconspicuous, sessile, actinomorphic and hermaphrodite, in branched repeated dichasium; flowers arise in groups of 3, at the top of a distinctly enlarged, obovoid or oblanceolate, ribbed, compressed, hollow and papillose peduncle; only the central flower is fertile; sepals 4, persistent, boat-shaped, with awned and hooded apex, papillose externally, the 2 outer linear-oblong, the inner ovate-lanceolate; bracts spirally arranged with falcate tips; stamens 4, opposite the sepals; petals absent; anthers basifixed, oblong and yellow; ovary superior, 1-seeded, style 1, stigmas 2.

Flowering time:   March-May.

Fruit:   Subglobose indehiscent and membranous utricle**; seed 1.

Habitat:    At the top and slopes of clay hills, 0-400 m alt.

Native:   Canary Islands to Arabian Peninsula and Pakistan.

dichotomus* = repeatedly divided into pairs of branches.

utricle**    = Dehiscent fruit produced by 1 carpel and at maturity opens from the  ventral valve.


Φυτό:  Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 20 εκ.

Βλαστός/οί:   Έρποντες ή κατακλιμένοι με τάση ανόδου, πολύκλαδοι, γωνιώδεις και αυλακωτοί από πάνω, αρθρωτοί στα γόνατα, άτριχοι ή με θηλώδεις τρίχες, πράσινοι γινόμενοι κοκκινωποί με την ηλικία.

Φύλλα:     Αντίθετα ή φαινομενικά σε σπονδύλους των 4-5 φύλλων, γραμμοειδή, σαρκώδη, άτριχα και με μικρή μυτερή προεκβολή στην κορυφή τους.  Παράφυλλα πολύ μικρά, ωοειδή και άνισα σχισμένα στην κορυφή τους.

Άνθη:   Μικρά, άσημα, άμισχα, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε διακλαδωμένα και κάποτε επαναλαμβανόμενα διχάσια**.  Τα άνθη εμφανίζονται σε ομάδες των 3, στην κορυφή ενός έντονα μεγεθυσμένου, αντωειδούς ή αντιλογχοειδούς, ραβδωτού, συμπιεσμένου, κούφιου και με θηλώδεις τρίχες ποδίσκου.  Μόνο το κεντρικό άνθος είναι γόνιμο.  Σέπαλα 5, παραμένουν στον καρπό, σε σχήμα βάρκας, με κουκουλωτή κορυφή μαζί με αθέρα (άγανο) και με θηλώδεις τρίχες εξωτερικά, εκ των οποίων τα 2 εξωτερικά είναι προμήκη-γραμμοειδή, τα δε 2 εσωτερικά, ωοειδή-λογχοειδή.  Βράκτια σπειροειδώς τεταγμένα με αγκιστρωτή κορυφή.  Στήμονες 4, αντίθετα των σεπάλων.  Πέταλα απουσιάζουν.  Ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι, με προσκολλημένο το κέντρο τους στην κορυφή του νήματος.  Ωοθήκη επιφυής και μονόσπερμη, στύλος 1, στίγματα 2.

Άνθιση:   Μάρτιος-Μάιος.

Καρπός:   Σχεδόν ωοειδές και μεμβρανώδες αδιάρρηκτο θυλάκιο με 1 σπέρμα.

Ενδιαίτημα:   Στις κορυφές και στις πλαγιές αργιλικών  λόφων, 0-400 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Από τις Καναρίους Νήσους μέχρι Αραβική Χερσόνησο και Πακιστάν.

θύλαξ*αδιάρρηκτος καρπός που προέρχεται από  1 καρπόφυλλο και κατά την ωρίμανση ανοίγει από την κοιλιακή ραφή.

διχάσιο**. διαιρείται σε 2 κλάδους.

utricle**    = Dehiscent fruit produced by 1 carpel and at maturity opens from the  ventral valve.

Saxifraga hederacea

Name/Όνομα:    Σαξιφράγη (λιθοθραύστης κυριολεξ.) η κισσοειδής*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Saxifraga hederacea L.

Family/Οικογένεια:    SAXIFRAGACEAE


* Η απόδοση του ονόματος στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:   Annual herb growing up to 20 cm high.

Stems: Erect or sprawling, somewhat hanging at apex, cylindrical, greenish and glabrous or sparsely covered with soft whitish hairs.

Leaves:   Lower leaves alternate, patiolate, simple, broadly ovate to suborbicular, entire or with up to 5, triangular, ± acute and thinly hairy or glabrous lobes; upper leaves similar but smaller, terminal leaves opposite.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, axillary, sometimes solitary  or in lax cymes; sepals 5, suberect, fused at the base, triangular, green and glandular hairy externally, alternating with petals; petals 5, white,  obovate to elliptic, with few glandular hairs; stamens 10, anthers kidney-shaped, yellow; ovary nearly superior , carpels 2 partly fused; styles 2.

Flowering time:   March-May.

Fruit:   Capsule.    

Habitat:    Shady cliffs, damp rocky places, from 100-750 m alt.

Native:   Mediterranean region.



Φυτό:  Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 20 εκ.

Βλαστός/οί:  Όρθιοι ή έρποντες, κάπως κρεμάμενοι στην κορυφή, κυλινδρικοί, πρασινωποί και άτριχοι ή με αραιές μαλακές και ασπριδερές τρίχες.

Φύλλα:     Φύλλα βάσης κατ εναλλαγή, έμμισχα, απλά, πλατειά-ωοειδή  προς σχεδόν κυκλικά, ακέραια ή με μέχρι 5, τριγωνικούς, ± μυτερούς και ελαφρά τριχωτούς ή άτριχους λοβούς.  Ανώτερα φύλλα παρόμοια αλλά μικρότερα, ενώ τα τελευταία είναι αντίθετα.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, μασχαλιαία, κάποτε μονώρη ή σε αραιές θυσανοειδείς ταξιανθίες.  Σέπαλα 5, κατ εναλλαγή με τα πέταλα, ημιανερχόμενα, τριγωνικά και ενωμένα στη βάση τους, πράσινα και με αδενώδεις τρίχες εξωτερικά  Πέταλα 5, λευκά, αντωειδή προς ελλειπτικά, με λίγες αδενώδεις τρίχες εξωτερικά.  Στήμονες 10, ανθήρες νεφροειδείς και κίτρινοι.  Ωοθήκη σχεδόν επιφυής με 2 καρπόφυλλα που είναι εν μέρει ενωμένα, στύλοι 2.

Άνθιση:   Μάρτιος, Μάιος.

Καρπός:   Κάψα.

Ενδιαίτημα:   Σκιασμένοι γκρεμοί και υγρές βραχώδεις περιοχές, από 100-750 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.


Campanula fastigiata

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Campanula fastigiata Schult.

Family/Οικογένεια:   CAMPANULACEAE





Plant:  Annual herb barely growing up to 3 cm high (Cyprus specimens).  

Stem/s:   Mostly one or two, erect, very thin, branched above, cylindrical, purplish and covered with dense shining papillae.

Leaves:   Alternate, simple, rather succulent, sessile, obovate, pale green, with 2-4 shallow lobes at apex and covered with shining papillae; the lower leaves wither before or during anthesis.

Flowers:  Minute, actinomorphic and hermaphrodite in many-flowered terminal or lateral cymes; bracts leaf-like, often with less lobes or entire, as long as calyx-tube or longer; hypanthium  conical or obovoid, looks–like an upside-down pentagonal pyramid, sepals 5,  oblong, more or less equal, subacute, fleshy, pale green, longer than calyx-tube with shining papillae; calyx-tube and its lobes become reddish-brown with age; corolla very small, up to 4 mm long, tubular with 5 blunt lobes which are shorter than corolla´s tube, white or pale blue, clearly exceeding the calyx lobes; stamens 5, free; ovary inferior, style 1, greenish, straight and thick, stigmas 3.

Flowering time:   April-May.

Fruit:  Capsule.     

Habitat:  Very rare in Cyprus and is found only on dry gypsum slopes from 70-275 m alt.  

Native:   Eastern Mediterranean region to Central Asia.




Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος που μετά βίας φθάνει τα 3 εκ.( Κυπριακά είδη)

Βλαστός/οί:   Κυρίως 1 ή 2, όρθιοι, πολύ λεπτοί, με διακλάδωση ψηλά, κυλινδρικοί, πορφυροί και καλυμμένοι με πυκνές γυαλιστερές θηλές.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά, κάπως σαρκώδη, άμισχα, αντωειδή, με χλωμό πράσινο χρώμα, 2-4 αβαθείς λοβούς στην κορυφή και καλυμμένος με γυαλιστερές θηλές.  Τα χαμηλότερα φύλλα μαραίνονται πριν ή κατά την διάρκεια της άνθισης.

Άνθη:   Πολύ μικρά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πολυανθείς, επάκριες ή πλάγιες κυματοειδείς ταξιανθίες.  Βράκτια παρόμοια των φύλλων, συχνά με λιγότερους λοβούς ή είναι ακέραια, ισομήκη με τον σωλήνα του κάλυκα ή και μεγαλύτερα.  Υπάνθιο κωνικό ή αντωειδές, μοιάζει με αναποδογυρισμένη πενταγωνική πυραμίδα.  Σέπαλα 5,  προμήκη, περίπου ισομήκη, σχεδόν μυτερά, σαρκώδη, με χλωμό πράσινο χρώμα, μακρύτερα του σωλήνα του κάλυκα και φέρουν γυαλιστερές θηλές.  Ο σωλήνας του κάλυκα και οι λοβοί του παίρνουν κοκκινωπό-καφέ χρώμα με την πάροδο του χρόνου.  Στεφάνη πολύ μικρή, μέχρι 4 χιλ., σωληνοειδής με 5 κάπως μυτερούς λοβούς που είναι κοντύτεροι του σωλήνα της στεφάνης, με λευκό ή χλωμό μπλε χρώμα, ξεπερνώντας καθαρά του λοβούς του κάλυκα.  Στήμονες 5, ελεύθεροι.  Ωοθήκη υποφυής, στύλος 1, πρασινωπός, ίσιος και χοντρός, στίγματα 3.

Άνθιση:   Απρίλιος-Μάιος.

Καρπός:   Κάψα.

Ενδιαίτημα:   Πολύ σπάνιο στην Κύπρο και περιορίζεται σε ξηρές πλαγιές από γύψο, 70-275 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ανατολική Μεσογειακή ζώνη μέχρι την Κεντρική Ασία.

Eremogone picta

Name/Όνομα:   Ερε(ι)μογόνη η έγχρωμη*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Eremogone picta* (Sm.) Dillenb. & Kadereit

Common name/Κοινό Όνομα:  Sandwort, English sandwort. Ergen tistis(Turk.), Tzelalit na´ah (Hebr.).  

Family/Οικογένεια:    CARYOPHYLLACEAE


Syn “Minuartia picta (Sm.) Bornm.


* Η απόδοση της ονομασίας στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:   Annual herb growing up to 12 cm high. 

Stem/s:   Erect, usually unbranched, thin, sticky, glandular, slightly swollen at nodes, often reddish.

Leaves:   Opposite, decussate*, simple, entire, linear, glandular or bristly hairy, mucronate at apex; very often leaves arise in fascicles at the lower 1/2 of the plant; stipules absent.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, in lax, few-flowered, repeated dichasia(cymes); peduncle long and   ± glandular; bracts very small, triangular; sepals 5, oblong and glabrous, with rounded apex and membranous margins, united at base; petals 5, spreading, imbricate, oblong, white internally, red or tinged reddish externally, with shallowly emarginated or truncate apex, longer than sepals; stamens 10 in 2 series, the inner opposite the sepals  and the outer opposite the petals; anthers oblong, blackish-green; ovary superior, 1-locular, styles 3, white.

Flowering time:   January-May.

Fruit:   Capsule    

Habitat:   Sandy ground, shrubby vegetation, hillsides, from 0-1200 m alt.

Native:   Mediterranean region to Pakistan


Eremogone picta*- “Eremogone” comes from the Greek word « Έριμος»= Erimos, means «desert».

«picta» means «painted».



Φυτό:  Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 12 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι, συνήθως χωρίς διακλάδωση, λεπτοί, αδενώδεις και κολλώδεις, ελαφρά διογκωμένοι στα γόνατα, συχνά κοκκινωποί

Φύλλα:   Αντίθετα και σταυρωτά,  απλά, ακέραια, γραμμοειδή, με αδενώδεις τρίχες ή μη αδενώδεις αδρότριχες και με μικρή μυτερή προεκβολή στην κορυφή τους.  Πολύ συχνά τα φύλλα φαίνονται να αναπτύσσονται κατά δέσμες στο κατώτερο μισό του φυτού.  Παράφυλλα απουσιάζουν.

  Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε χαλαρά, ολιγοανθή και επαναλαμβανόμενα διχάσια (κυματοειδείς ταξιανθίες).   Ποδίσκοι μακροί και ± αδενώδεις.  Βράκτια πολύ μικρά και τριγωνικά.  Σέπαλα 5, προμήκη και άτριχα, με στρογγυλή κορυφή και μεμβρανώδη χείλη, ενώ στη βάση ενώνονται.  Πέταλα 5, απλωμένα, αλληλεπικαλυπτόμενα, προμήκη, λευκά εσωτερικά, κόκκινα ή με κόκκινες ταινίες ή αποχρώσεις εξωτερικά, με αβαθή εγκοπή στην κορυφή τους ή με ευθυγραμμισμένη κορυφή, μακρύτερα των σεπάλων.  Στήμονες 10 σε 2 σειρές, οι εσωτερικοί απέναντι των σεπάλων και οι εξωτερικοί απέναντι των πετάλων.  Ανθήρες προμήκεις με μαυριδερό-πράσινο χρώμα.  Ωοθήκη επιφυής, μονόχωρη, στύλοι 3, λευκοί.

Άνθιση:   Ιανουάριος-Μάιος.

Καρπός:   Κάψα.

Ενδιαίτημα:   Αμμώδη εδάφη, θαμνότοποι, λοφοπλαγιές, από 0.1200 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη μέχρι το Πακιστάν.


Ερημογόνη* = Ελληνική λέξη από ΅έρημος΅και ¨γόνος¨.


Eremogone picta*- “Eremogone” comes from the Greek word « Έριμος»= Erimos, means «desert».

«picta» means «painted».


Bellardia trixago

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Bellardia trixago (L.) All.

Common name/Κοινό Όνομα:   Bellardia. Bartsia, Mediterranean lineseed.

Family/Οικογένεια:    OROBANCHACEAE




Plant:   Semi-parasitic and glandular-hairy annual, growing up to 30 cm high or more. 

Stem/s:   Erect, usually simple, slightly angled to terete, greenish or purplish, thinly hairy below, more hairy above.

Leaves:   Lower leaves opposite, oblong-linear, sessile, glandular, margins serrate with oblong, rounded tipped lobes, obscurely veined; upper leaves somewhat alternate, cordate, entire, sessile and glandular hairy.

Flowers:  Showy, ± sessile, zygomorphic and hermaphrodite, in dense, terminal spikes; bracts similar to leaves but smaller; calyx ovate, 2-lipped, each lip 2-lobed, glandular; corolla 2-lipped, lips white or pink (usually the upper is pink and the lower white), sometimes both lips are yellow; upper lip entire or 2-lobed, hood-like, densely glandular externally; lower lip 3-lobed, lobes are rounded with the median lobe smaller; each lateral lobe forms a linear protuberance; stamens 4 (2 long and 2 short), filaments white and glabrous, anthers ovate-oblong, 2-thecous, introrse, dorsifixed, dehiscent longitudinally, hairy; ovary superior, ovoid and hairy,  style 1, stigma 1.

Flowering time:   March-May.

Fruit:   Capsule.    

Habitat:   Roadsides, waste ground, meadows, grassy places, hillsides, 0-1100 m alt.

Native:   Mediterranean region.




Φυτό:  Ημιπαρασιτικό, αδενώδες και μονοετές φυτό, με ύψος μέχρι 30 εκ ή και περισσότερο.

Βλαστός/οί:   Όρθιος και συνήθως απλός, ελαφρά γωνιώδεις ή σχεδόν κυλινδρικός, πρασινωπός ή πορφυρός, ελαφρά τριχωτός χαμηλά, περισσότερο τριχωτός ψηλότερα.

Φύλλα:     Χαμηλά φύλλα αντίθετα, προμήκη-γραμμοειδή, άμισχα, αδενώδη, με αφανή νεύρωση και με χείλη πριονωτά που φέρουν λοβούς με στρογγυλές κορυφές.  Ανώτερα φύλλα κάπως κατ εναλλαγή, καρδιοειδή, ακέραια, άμισχα και με αδενώδεις τρίχες.

Άνθη:   Εντυπωσιακά, με ή χωρίς ποδίσκο, ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πυκνούς επάκριους στάχεις.  Βράκτια παρόμοια των φύλλων αλλά μικρότερα.  Κάλυκας ωοειδής, 2-λοβος και αδενώδης.  Στεφάνη 2-χειλη, με λευκό ή ρόδινο χρώμα(συνήθως το κάτω είναι λευκό και το άνω ρόδινο), κάποτε και τα 2 είναι κίτρινα.  Άνω χείλος ακέραιο ή 2-λοβο, σαν κουκούλα και με πυκνές αδενώδεις τρίχες εξωτερικά.  Κάτω χείλος 3-λοβο, με λοβούς στρογγυλεμένους και με μικρότερο τον μεσαίο.  Κάθε πλάγιος λοβός σχηματίζει μια γραμμοειδή προβολή σε ύψος.  Στήμονες 4, 2 ψηλοί και 2 κοντοί, νήμα λευκό και άτριχο, ανθήρες ωοειδείς, 2-θηκοι, με προσανατολισμό προς το κέντρο, τριχωτοί, με κατά μήκος σχίσιμο, και με το άκρο του νήματος συνδεδεμένο με το κέντρο του ανθήρα.  Ωοθήκη επιφυής, ωοειδής και τριχωτή, στύλος 1, στίγμα 1.

Άνθιση:   Μάρτιος-Μάιος.

Καρπός:   Κάψα.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, άγονα εδάφη, λιβάδια, χορταριασμένες περιοχές και πλαγιές λόφων, από 0-1100 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.