Archives

Author Archive for savvas

Picnomon acarna

Name/Όνομα:    Πίγκνομον η άκαρνα

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Picnomon acarna (L.) Cass

Common name/Κοινό Όνομα:   Yellow-spine thistle, Ασπράγκαθο.

Family/Οικογένεια:    ASTERACEAE

 

Description

 

Plant:   Annual herb growing up to 60 cm high or more.

Stem/s:   Erect, much branched and arachnoid-downy above, ± arachnoid below, pale or whitish green, conspicuously winged; edges of wings armored with unequal, straight and golden-yellow rigid spines.

Leaves:  Alternate and sessile, basal leaves oblong-obovate in outline, pinnatifid, arachnoid with spine-tipped lobes, cauline leaves covered with dense arachnoid downy, oblong-linear with very small lobes bearing distantly spaced clusters of golden-yellow rigid spines, with smaller spines along the margins between the clusters of bigger spines.

Flowers:   Capitula in few-flowered and terminal corymboid clusters, surrounded by the uppermost leaves; involucre ovoid with broad base; bracts oblong and narrow in several series,   the outer spreading, arachnoid-downy externally, with clusters of golden-yellow rigid spines pectinately arranged on the margins, spiny- tipped, inner bracts longer with spiny apex; florets purple, clearly exceeding involucre; corolla funnel-shaped with linear lobes; anthers linear; style branched.

Flowering time:   July-September.

Fruit:        Obovoid achenes with pappus.

Habitat:   Roadsides, waste ground and dry rocky slopes, 150-1500 m alt.

Native:   Mediterranean region.

 

 

Περιγραφή

Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 60 εκ ή και περισσότερο

Βλαστός/οί:   Όρθιοι, πολύκλαδοι, με αραχνοειδές χνούδι ψηλά, ± αραχνοειδές στρώμα χαμηλά, με ανοικτό ή ασπριδερό πράσινο χρώμα, και με εντυπωσιακές πτέρυγες.  Στις ακμές των πτερύγων υπάρχει ενίσχυση από άνισες, σκληρές και με χρυσοκίτρινο χρώμα άκανθες.

Φύλλα:   Κατ εναλλαγή και άμισχα, της βάσης είναι προμήκη-αντωειδή στο περίγραμμα, πτεροειδή, αραχνοειδή με λοβούς που καταλήγουν σε ακανθώδη κορυφή.  Φύλλα βλαστού καλυμμένα με πυκνό αραχνοειδές χνούδι, έλασμα προμήκες-γραμμοειδές με πολύ μικρούς λοβούς που φέρουν σε απόσταση μεταξύ τους δέσμες από χρυσοκίτρινες σκληρές άκανθες μαζί με μικρότερες άκανθες κατά μήκος των χειλιών και μεταξύ των δεσμών των μεγάλων ακανθών.

Άνθη:   Κεφάλια σε ολιγοανθείς και επάκριες κορυμβοειδείς δέσμες, περιβαλλόμενες από τα υποκείμενα φύλλα.  Σύνολο βρακτίων σε ωοειδή σχηματισμό με πλατύτερη βάση.  Βράκτια στενά και προμήκη σε αρκετές σειρές τα εξωτερικά είναι απλωμένα, αραχνοειδή εξωτερικά, με δέσμες από σκληρές χρυσοκίτρινες άκανθες που είναι σαν κτένια τοποθετημένες στα χείλη και φέρουν μυτερές ακανθώδεις κορυφές, ενώ τα εσωτερικά είναι μεγαλύτερα με επίσης ακανθώδεις κορυφές.  Ανθίδια πορφυρά, ευκρινώς προεξέχοντα των βρακτίων.  Στεφάνη χοανοειδής με γραμμοειδείς λοβούς.  Ανθήρες γραμμοειδείς.  Στύλος με διακλάδωση.

Άνθιση:   Ιούλιος-Σεπτέμβριος

Καρπός:   Αντωειδή αχαίνια με πάππο.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, άγονα εδάφη και ξηρές βραχώδεις πλαγιές, από 150-1500 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.

 

 

Carthamus dentatus ssp ruber

Name/Όνομα:  Κάρθαμος ο οδοντωτός υποείδ. ο κόκκινος.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Carthamus dentatus ssp ruber  (Link) Hanelt

Family/Οικογένεια:    ASTERACEAE

 

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

 

Plant:   Annual herb growing up to 100 cm high. 

Stem/s:   Erect, rigid, ± sulcate, whitish, unbranched below, corymbosely branched above, glandular-hairy.

Leaves:    Alternate, simple, pinnatifid, the basal narrowly-lyrate; cauline leaves sessile, amplexicaule, lanceolate, glandular-hairy, margins sparsely covered with up to 6 pairs of spinules.

Flowers:   Capitula solitary or in few-lowered terminal corymbs; involucre oblong-ovoid; bracts in many series, the outer longer than the inner, lanceolate, boat-shaped, spreading, patent or reflexed,  ending in a long, acute and yellowish apex, margins spiny; middle bracts ovate-lanceolate, glandular-hairy, margins spineless, apex terminating in an ovate and pectinate appentage; inner bracts; inner bracts similar to median with spiny apex; florets purple; corolla  almost cylindrical, 5-lobed, lobes linear with narrow black lines on the edges.

Flowering time:    June-September.

Fruit:   Achenes with scaly and brownish pappus.    

Habitat:   Rocky slopes, waste ground, limits of cultivated fields, 300-1400 m alt

Native:   Eastern Mediterranean region and Balkans to western Iran.

 

 

Περιγραφή

Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 100 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιος, εύρωστος, με ή χωρίς ραβδώσεις, ασπριδερός, χωρίς διακλάδωση χαμηλά, με κορυμβοειδή διακλάδωση ψηλά και με αδενώδεις τρίχες. .

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά και πτερωτά.  Φύλλα βάσης στενά λυροειδή.  Φύλλα βλαστού άμισχα, εν μέρει περίβλαστα, λογχοειδή, με αδενώδεις τρίχες, χείλη καλυμμένα με μέχρι 6 ζεύγη από μικρά αγκάθια.

Άνθη:   Κεφάλια μεμονωμένα ή σε ολιγοανθείς και επάκριους κορύμβους.  Σύνολο βρακτίων σε προμήκη-ωοειδή σχηματισμό.  Βράκτια σε πολλές σειρές, τα εξωτερικά μακρύτερα των εσωτερικών, είναι λογχοειδή, βαθουλωτά (σαν την καρίνα βάρκας), απλωμένα, οριζόντια ή λυγισμένα προς τα κάτω, καταλήγοντας σε μια επιμήκη, μυτερή και κιτρινωπή κορυφή, ενώ τα χείλη φέρουν αραιές άκανθες.  Μεσαία βράκτια ωοειδή-λογχοειδή, με αδενώδεις τρίχες και χείλη χωρίς αγκάθια, αλλά με κορυφή που καταλήγει σε κτενοειδή και μυτερή προεξοχή.  Εσωτερικά βράκτια παρόμοια με τα μεσαία και με ακανθώδη κορυφή.  Ανθίδια πορφυρά λίγο πιο χαμηλά από τις κορυφές των βρακτίων.  Στεφάνη σχεδόν κυλινδρική, 5-λοβη, λοβοί γραμμοειδείς και φέρουν στενή μαύρη ζώνη μεταξύ τους.

Άνθιση:   Ιούνιος-Σεπτέμβριος.

Καρπός:   Αχαίνια με καστανό πάππο.

Ενδιαίτημα:   Βραχώδεις πλαγιές, άγονα εδάφη και όρια καλλιεργημένων χωραφιών, από 300-1400 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ανατολική Μεσογειακή ζώνη και Βαλκάνια μέχρι το δυτικό Ιράν.

Cynara cornigera

Name/Όνομα:    Κυνάρα η κερασφόρος.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Cynara cornigera Lindl.

Common name/Κοινό Όνομα:   White Artichoke, Χωστή.

Family/Οικογένεια:    ASTERACEAE

 

Description

 

Plant:   Perennial herb growing up to 30 cm high. 

Stem/s:   Erect, thick, ribbed, usually unbranched, arachnoid-lanate.

Leaves:   Alternate, mostly basal, oblong-triangular in outline, petiolate, pinnatisect with oblong or triangular spinose-dentate segments gradually reduced towards apex, bearing smaller spiny subdivisions, glabrous above, whitish-tomentose beneath; cauline leaves few, smaller and sessile with triangular and spiny-tipped segments.

Flowers:  Capitula solitary or in few-flowered lax corymbs; involucre sub globose; phyllaries ± glabrous, in many series, closely imbricate, the outer smaller, broadly oblong with spiny apex, inner phyllaries with larger base terminating into an erecto-patent spine; florets whitish slightly exceeding involucre; corolla tubular with linear lobes, style exerted, anthers linear, not exerted.

Flowering time:    April-May.

Fruit:   Brown oblong achenes with white pappus.    

Habitat:   Rocky and sunny slopes on calcareous or igneous soil, from 0-300 m alt.

Native:   Eastern Mediterranean.

 

Περιγραφή

Φυτό:  Πολυετής πόα με ύψος μέχρι 30 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιος, χοντρός, συνήθως χωρίς διακλάδωση, αυλακωτός και καλυμμένος με μαλακές αραχνοειδείς τρίχες.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, τα περισσότερα στη βάση, είναι προμήκη-τριγωνικά στο περίγραμμα, έμμισχα, πτεροσχιδή με προμήκη ή τριγωνικά τμήματα που φέρουν οδοντωτά και ακανθώδη χείλη, σταδιακά όμως τα τμήματα του φύλλου γίνονται μικρότερα προχωρώντας προς την κορυφή και φέρουν και δευτερογενή μικρότερα  τμήματα με ακανθώδη χείλη, είναι γυμνά στην άνω επιφάνεια και με μαλακές ασπριδερές τρίχες στην κάτω.  Φύλλα βλαστού λίγα και άμισχα με τριγωνικά,  μυτερά και ακανθώδη τμήματα πάνω στα χείλη.

Άνθη:  Κεφάλια μεμονωμένα ή σε ολιγοανθείς και χαλαρούς κορύμβους.  Σύνολο βρακτίων σε κάπως σφαιρικό σχήμα.  Βράκτια σε πολλές σειρές, αλληλεπικαλυπτόμενα, τα εξωτερικά είναι μικρότερα και με προμήκες-πλατύ σχήμα και ακανθώδη κορυφή, ενώ τα εσωτερικά έχουν πλατειά βάση και τερματίζουν σε μια όρθια προς οριζόντια  άκανθα.  Ανθίδια ασπριδερά, ελαφρά εξερχόμενα των βρακτίων.  Στεφάνη σωληνοειδής με γραμμοειδείς λοβούς, ανθήρες γραμμοειδείς εμπεριέχονται στην στεφάνη, στύλος εξερχόμενος.

Άνθιση:   Απρίλιος-Μάιος.

Καρπός:   Προμήκες αχαίνιο με καφέ χρώμα.

Ενδιαίτημα:   Βραχώδεις και ηλιόλουστες πλαγιές σε ασβεστολιθικά ή πυριγενή εδάφη, από 0-300 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ανατολική Μεσόγειος.

 

Centaurea iberica

Name/Όνομα:    Κενταύρεια η ιβηρική*.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Centaurea iberica Spreng.

Common name/Κοινό Όνομα:  Iberian starthistle. Iberian centaury.

Family/Οικογένεια:    ASTERACEAE

 

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

 

Plant:   Annual or biennial with stout taproot, growing up to 1 m high. 

Stem/s:  Erect, much branched, ribbed, not winged, subglabrous.

Leaves:   Alternate, covered with sparse soft hairs or nearly glabrous; most of the leaves are basal forming a lax rosette, they are oblong in outline, very long, deeply pinnatisect with  oblong-dentate divisions and purplish petiole; above them leaves are smaller and sessile; towards the top they are oblanceolate, irregularly lobed, simple, entire, sessile and glabrescent.   

Flowers:   Capitula solitary and terminal; involucre vase-shaped, greenish and glabrous; phyllaries imbricate, the outer spreading, broadly-ovate with spine-like appendage, accompanied at the base with few small spines;  inner phyllaries are oblong with long and acute appendage; florets usually purple or mauve, sometimes pink or almost white, easily visible above the involucre; marginal florets are sterile while inner florets are hermaphrodite; anthers linear; ovary inferior, style included.

Flowering time:  May-July.

Fruit:   Achenes.    

Habitat:  Roadsides, waste ground, limits of cultivated fields, from 400-1100 m alt.  

Native:   Asia, India, Southeastern Europe.

 

 

Περιγραφή

Φυτό:   Μονοετές ή διετές φυτό με δυνατή ρίζα και ύψος μέχρι 1 μ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι, πολύκλαδοι, ραβδωτοί χωρίς πτέρυγες με πολύ μικρό τρίχωμα ή σχεδόν άτριχο.

Φύλλα:   Κατ εναλλαγή, καλυμμένα  με αραιές και μαλακές τρίχες ή σχεδόν άτριχα.  Τα περισσότερα είναι στη βάση και σχηματίζουν αραιή ροζέτα, είναι πολύ μεγάλα, προμήκη στο περίγραμμα, βαθειά διαιρεμένα σε προμήκεις και οδοντωτές υποδιαιρέσεις και έχουν πορφυρό μίσχο.  Πάνω από αυτά τα φύλλα είναι μικρότερα και άμισχα, ενώ κοντά στην κορυφή είναι αντιλογχοειδή, απλά και ακέραια, άμισχα, με άνισα μικρά δόντια και σχεδόν άτριχα.

Άνθη:  Κεφάλια μεμονωμένα και επάκρια.  Σύνολο βρακτίων σε σχήμα ανθοδοχείου, πρασινωπό και άτριχο.  Βράκτια πολύ κοντά και αλληλεπικαλυπτόμενα, τα εξωτερικά απλωμένα, πλατειά-ωοειδή και με προεξοχή στην κορυφή που μοιάζει με άκανθα.  Εσωτερικά βράκτια προμήκη και μακρύτερα, μα μακρά και μυτερή προεξοχή στην κορυφή τους.  Ανθίδια με πορφυρό ή μωβ χρώμα, κάποτε με ρόδινο ή σχεδόν λευκό, φαίνονται αβίαστα πάνω από τα βράκτια.  Περιφερειακά ανθίδια είναι στείρα ενώ τα εσωτερικά είναι ερμαφρόδιτα  και επομένως γόνιμα.  Ανθήρες γραμμοειδείς.  Ωοθήκη υποφυής, στύλος μέσα.

Άνθιση:   Μάιος-Ιούλιος.

Καρπός:   Αχαίνιο.

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, άγονα εδάφη και όρια χωραφιών, από 400-1100 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Ασία, Ινδία, Νοτιοανατολική Ευρώπη.

 

 

Jasminum grandiflorum

Name/Όνομα:    Γιασεμί (  Ίασμος) το μεγανθές

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Jasminum grandiflorum L.

Common name/Κοινό Όνομα:  Spanish jasmine, Άσπρο γιασεμί, Χιώτικο γιασεμί.

Family/Οικογένεια:    OLEACEAE

 

Description

 

Plant:    Ornamental, evergreen or deciduous (it depends on the climate) vine or shrub, growing up to 4 m high.

Stem/s:  Much-branched, scrambling, woody, angular, green and pubescent.

Leaves:   Opposite, compound, petiolate, pinnately divided into 5-11, ovate or elliptic, sessile, obscurely veined and glabrous leaflets, with the terminal one oblong-lanceolate, much longer than the others; rachis channeled above.

Flowers:   Fragrant, actinomorphic and hermaphrodite, in lax cymes; calyx campanulate, 5-lobed, lobes green and glabrous, linear almost to the base with acute tips; corolla fragrant, tube straight and ribbed externally, 5-lobed, lobes oblong-obovate, purple when in buds, white later; stamens 2, anthers yellow, erect and elliptic; ovary superior, style 1, erect, straight and glabrous, unbranched, longer than stamens, stigma 1.

Flowering time:   June-November. Fruiting time: September-January.

Fruit:   Black berry.    

Habitat:  Cultivated in gardens and parks.  

NativeSoutheastern Asia.

 

 

Περιγραφή

Φυτό:   Φυλλοβόλος ή αειθαλής ( ανάλογα με το κλίμα )κληματώδης θάμνος με ύψος μέχρι 4 μ.

Βλαστός/οί: Πολύκλαδοι, αναρριχόμενοι, ξυλώδεις, πράσινοι και χνουδωτοί.    

Φύλλα:     Αντίθετα, σύνθετα και έμμισχα, πτεροσχιδή, διαιρεμένα σε 5-11, ωοειδή ή ελλειπτικά, άμισχα, γυμνά και με αφανή νεύρωση φυλλάρια, με το τελευταίο φυλλάριο να είναι μεγαλύτερο, με έλασμα προμήκες-λογχοειδές.  Άξονας του φύλλου αυλακωτός από πάνω.

Άνθη: Εύοσμα, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε χαλαρές θυσανοειδείς ταξιανθίες.  Κάλυκας καμπανοειδής, διαιρεμένος σχεδόν μέχρι τη βάση σε 5 πράσινους, γυμνούς και μυτερούς λοβούς.  Στεφάνη αρωματική,  με 5 προμήκεις-αντωειδείς λοβούς, που είναι πορφυροί στο μπουμπούκι και λευκοί αργότερα. Στήμονες 2, ανθήρες κίτρινοι, όρθιοι και ελλειπτικοί.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, όρθιος, γυμνός και χωρίς διακλάδωση, στίγμα 1. 

Άνθιση:   Ιούνιος-Νοέμβριος      Καρποφορία:  Σεπτέμβριος-Ιανουάριος.

Καρπός:   Μαύρη ράγα.

Ενδιαίτημα:   Καλλιεργημένο, σε κήπους και πάρκα.

Πατρίδα:   Νοτιοανατολική Ασία.

Tabaernemontana divaricata

Name/Όνομα: Ταβαερνεμοντάνα η διχαλωτή.*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Tabaernemontana divaricata R.Br. ex Roem. & Schult.

Common name/Κοινό Όνομα:   Crape jasmine, Pinwheel jasmine, Λεμονογαρδένια.

Family/Οικογένεια:    APOCYNACEAE

 

*   Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

 

Plant:   Evergreen perennial and ornamental small shrub growing up to 3 m high. 

Stem/s:    Dichotomously branched starting just above the ground; bark is grey sparsely covered with brownish scars; foliage round; branches are brown containing milky sap;

Leaves:   Opposite, simple and entire, oblong-elliptic or lanceolate with pinnate venation, acuminate at apex, cuneate at the base, petiolate, dark green, glossy and shining.

Flowers:  Simple or double, actinomorphic and hermaphrodite, solitary or in few-flowered, terminal or axillary cymes; calyx short, campanulate, green and glabrous, with 5 ovate lobes; corolla trumpet-shaped, tube slightly swollen at the apex, sometimes at the base too; lobes 5, snow white, ovate, ruffle-edged, strongly fragrant at night; stamens 5, included, anthers linear; ovary superior, style 1.

Flowering time:   July-September.

Fruit:   Follicles.    

Habitat:    Cultivated, in gardens and parks.

Native:   India, Bangladesh, Myanmar, Southern China.

 

 

Περιγραφή

Φυτό:  Αειθαλής και πολυετής διακοσμητικός μικρός θάμνος με ύψος μέχρι 3 μ.  

Βλαστός/οί  Με διχοτομική διακλάδωση που ξεκινά  λίγο πιο πάνω από το έδαφος.  Φλοιός γκρίζος και ρυτιδωμένος με αραιά καστανά σημάδια και ουλές.  Φύλλωμα στρογγυλό.  Κλάδοι με καστανό χρώμα περιέχουν γαλακτώδη οπό.   

Φύλλα:     Αντίθετα, απλά και ακέραια, προμήκη-ελλειψοειδή ή λογχοειδή με πτεροειδή νεύρωση, με μαλακή μυτερή κορυφή και με ίσια βάση, έμμισχα, με σκούρο πράσινο χρώμα και άτριχα.

Άνθη:   Απλά ή διπλά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα ή σε ολιγοανθείς και επάκριες ή μασχαλιαίες θυσανοειδείς ταξιανθίες.  Κάλυκας κοντός, καμπανοειδής, πράσινος και άτριχος, με 5 ωοειδείς λοβούς.  Στεφάνη σε σχήμα σάλπιγγας, σωλήνας λίγο διογκωμένος στην κορυφή κάποτε και στην βάση του.  Λοβοί 5, με λευκό σαν χιόνι χρώμα και με πτυχωμένα χείλη, έντονα αρωματικά ιδίως το βράδυ.  Στήμονες 5 μέσα στο σωλήνα.  Ανθήρες γραμμοειδείς.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1.

Άνθιση:   Ιούλιος – Σεπτέμβριος.

Καρπός:   Κάρυα.

Ενδιαίτημα:   Καλλιεργημένο είδος σε κήπους και πάρκα.

Πατρίδα:   Ινδία, Μπαγκλαντές, Μιανμάρ και Νότια Κίνα.

Mandevilla boloviensis

Name/Όνομα:    Μαντεβίλλα η βολιβιανή

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Mandevilla boloviensis

Common name/Κοινό Όνομα:   White mandevilla, white dipladenia.

Family/Οικογένεια:    APOCYNACEAE

 

 

Description

 

Plant:   Evergreen perennial vine or sprawling shrub growing up to 3 m high id supported. 

Stem/s:   Climbing, twinning, woody, hairless.

Leaves:   Opposite, simple and entire, oblong-elliptic with shortly acuminate apex, petiolate, dark green, shining and, glabrous.

Flowers:   Showy, actinomorphic and hermaphrodite, in few-flowered axillary clusters;  calyx lobed almost to the base, lobes 5, erect and linear; corolla funnel-shaped with orange-yellow throat, divided into 5 broadly-ovate white lobes; stamens 5, very short, almost invisible at the base of corolla-tube; ovary superior.

Flowering time:   Spring-Autumn.

Fruit:   Follicles.    

Habitat:   Cultivated in gardens and parks (Cyprus).

Native:   Central and South America.

 

 

Περιγραφή

Φυτό:   Πολυετές και αειθαλές αναρριχητικό φυτό ή κατακλιμένος θάμνος με ύψος μέχρι 3 μ αν στηριχθεί κατάλληλα.

Βλαστός/οί:   Αναρριχόμενοι, περιστρεφόμενοι και ξυλώδεις, άτριχοι.

Φύλλα:   Αντίθετα, απλά και ακέραια, προμήκη-ελλειπτικά με μικρή κάπως μυτερή προεξοχή, έμμισχα, με σκούρο πράσινο χρώμα, γυαλιστερά και άτριχα.

Άνθη:   Εντυπωσιακά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε ολιγοανθείς μασχαλιαίες δέσμες.  Κάλυκας λοβωτός σχεδόν μέχρι τη βάση, με 5 όρθιους και γραμμοειδείς λοβούς.  Στεφάνη χοανοειδής με πορτοκαλί-κίτρινο φάρυγγα, διαιρεμένη στην κορυφή σε 5 πλατειά-ωοειδείς και λευκούς λοβούς.  Στήμονες 5, πολύ κοντοί, σχεδόν απαρατήρητοι στο βάθος του σωλήνα της στεφάνης.  Ωοθήκη επιφυής

Άνθιση:   Άνοιξη-Φθινόπωρο.

Καρπός:   Κάρυα.

Ενδιαίτημα:   Καλλιεργείται σε κήπους και πάρκα.

Πατρίδα:   Κεντρική και Νότια Αμερική.

 

Jasminum sambac

Name/Όνομα:    Ίασμος ο αραβικός.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Jasminum sambac (L.) Aiton.

Common name/Κοινό Όνομα:  Arabian jasmine, Indian jasmine, jasmin d’Arabie, Φούλι.  

Family/Οικογένεια:    OLEACEAE

 

Description

 

Plant:   Evergreen perennial small shrub or vine growing up to 3 m high.

Stem/s:   Much-branched, twinning and climbing, subcylindrical, green and sparsely pubescent when young, becoming brown and glabrous with age.

Leaves:    Opposite or in whorls of 3, broadly-ovate or elliptic, simple and entire, shortly petiolate, dark green, glabrous above, with few hairs on the main nerves beneath.

Flowers:  Aromatic and hermaphrodite, in few-flowered terminal cymes; bracts many, subulate; calyx ± glabrous with 8-9 linear lobes; corolla tubular, white, with numerous, imbricate, bending outwards and strongly fragrant lobes.

Flowering time:   June-August.

Fruit:   Purple-black berry.    

Habitat:  Cultivated in gardens and parks.

Native:   Southern and southeastern Asia.

 

 

Περιγραφή

Φυτό:   Πολυετής και αειθαλής μικρός θάμνος ή αναρριχητικό φυτό με ύψος μέχρι 3 μ.

Βλαστός/οί:   Πολύκλαδοι, περιστρεφόμενοι και αναρρηχόμενοι, σχεδόν κυλινδρικοί, πράσινοι και με αραιό χνούδι στην αρχή, με καστανό χρώμα και άτριχοι αργότερα.

Φύλλα:     Αντίθετα ή σε σπονδύλους των 3, πλατειά-ωοειδή ή ελλιπτικά, απλά και ακέραια, με κοντό μίσχο, με σκούρο πράσινο χρώμα, άτριχα στην άνω επιφάνεια, με λίφες τρίχες στα κύρια νεύρα στην κάτω.

Άνθη:  Αρωματικά και ερμαφρόδιτα, σε ολιγοανθείς και επάκριες θυσανοειδείς ταξιανθίες.  Βράκτια πολλά, μικρά και στενά-λογχοειδή.  Κάλυκας ± άτριχος με 8-9 γραμμοειδείς και πράσινους λοβούς.  Στεφάνη σωληνοειδής, λευκή, με πολυάριθμους, αλληλεπικαλυπτόμενους, λυγισμένους προς τα έξω και έντονα αρωματικούς λοβούς.

Άνθιση:   Ιούνιος-Αύγουστος.

Καρπός:   Με πορφυρό-μαύρο χρώμα αχαίνια.

Ενδιαίτημα:   Καλλιεργημένο σε κήπους και πάρκα.

Πατρίδα:   Νότια και νοτιοανατολική Ασία.

 

Cynara cardunculus

Name/Όνομα:    Κυνάρα η καρδούγκουλος.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Cynara cardunculus L.

Common name/Κοινό Όνομα:  Cardoon, Artichoke thistle,  Αγριοτζινάρα, Αρκοτζινάρα.

Family/Οικογένεια:    ASTERACEAE

 

Description

Plant:   Perennial herb growing up to 100 cm high.

Stem/s:   Erect, robust, conspicuously sulcate, ± branched, pale green, thinly tomentose.

Leaves:  Alternate, large and numerous, oblong-lanceolate in outline, mostly basal, deeply pinnatisect, coriaceous, ± glabrous above, tomentose below; divisions are oblong, margins triangular-lobed with spines at apex; sparse bunches of spines arise from rachis and the base of leaves.

Flowers:  Capitula showy and solitary and terminal or in lax corymbs; involucre large, ovoid-conical with wide base; phyllaries in several series, imbricate and glaucous-green, the phyllaries of the lower series are broadly-ovate with flattened and triangular base, while the upper phyllaries of the lower series are longer and spiny-tipped; phyllaries of the upper series are broadly-ovate, brown, with short spines; florets hermaphrodite, 5-lobed, purple-violet, narrowly tubular; anthers linear; style branched

Flowering time:   May-July.

Fruit:   Achene with pappus.

Habitat:  Roadsides, limits of fields, rocky crevices and dry hillsides, from 0-300 m alt.  

Native:   Mediterranean region.

 

 

Περιγραφή

Φυτό:   Πολυετής πόα με ύψος μέχρι 100 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι, εύρωστοι, έντονα ραβδωτοί, με ή χωρίς διακλάδωση, με χλωμό πράσινο χρώμα και ελαφρύ μαλακό τρίχωμα.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, μεγάλα και πολυάριθμα, προμήκη-λογχοειδή στο περίγραμμα,   είναι κυρίως συγκεντρωμένα στη βάση, πολυσχιδή, δερματώδη, με ή χωρίς τρίχωμα στην πάνω επιφάνεια, με μαλακό κοντό τρίχωμα στην κάτω.  Τμήματα φύλλων προμήκη με χείλη που φέρουν τριγωνικούς λοβούς με ακανθώδη κορυφή.  Κατά  μήκος του άξονα του φύλλου, όπως επίσης και στη βάση των φύλλων υπάρχουν δέσμες από σκληρές άκανθες.

Άνθη:   Κεφάλια εντυπωσιακά, μονήρη και επάκρια ή σε χαλαρούς κορύμβους.  Σύνολο βρακτίων σε ωοειδή-κωνικό σχηματισμό με πλατειά βάση.  Βράκτια σε πολλές σειρές, αλληλεπικαλυπτόμενα και γλαυκοπράσινα.  Τα βράκτια των εξωτερικά σειρών που βρίσκονται χαμηλότερα, είναι πλατειά-ωοειδή, με επίπεδη και τριγωνική βάση, ενώ τα βράκτια των πιο πάνω σειρών είναι μακρύτερα και με ακανθώδη κορυφή.  Τέλος τα ανώτερα βράκτια είναι πλατειά-ωοειδή, με καστανό χρώμα και με κοντή άκανθα στην κορυφή τους.  Ανθίδια ερμαφρόδιτα, 5-λοβα, με πορφυρό-βιολετί χρώμα. στενά σωληνοειδή.  Ανθήρες γραμμοειδείς.  Στύλος με διακλάδωση.

Άνθιση:   Μάιος-Ιούλιος.

Καρπός:   Αχαίνιο με πάππο.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, όρια χωραφιών, βραχώδεις γκρεμνοί, ξηρές πλαγιές λόφων, από 0-300 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.

Hedypnois rhagadioloides

Name/Όνομα:   Υδυπνόη η ραγαδιολοειδής*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Hedypnois rhagadioloides (L.) F. W. Schmidt

Common name/Κοινό Όνομα:  Hedypnois, Cretical hawkbit, Variable hawkweed.

Family/Οικογένεια:    ASTERACEAE

 

* Η απόδοση του ονόματος στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

Plant:   Annual herb growing up to 40 cm high.

Stem/s:   Decumbent or erect, branched, cylindrical to slightly angled, sparsely covered with rough hairs, green when young, becoming reddish with age.

Leaves:   Basal leaves oblong-obovate, pale green, obscurely veined except midvein which becomes purplish with age; blade covered both surfaces with stiff, short and whitish hairs with very few branched hairs on the lower surface and the margins as well; apex in various shape, acute, obtuse or 3-dentate; margins wavy or shortly dentate; petiole winged or absent; cauline leaves similar to base or simple and entire, oblong-lanceolate and sessile.

Flowers:  Capitula few, solitary, terminal or axillary; peduncles striate and densely hispid;  involucre ± cylindrical; phyllaries in 2 series, the outer ovate and shorter, the inner oblong and narrow, glabrous, with sparsely hispid margins and spreading tips, strongly incurved in fruit and partially enclosing the outer achenes; phyllaries become thick in fruit resembling a bunch of bananas; ray florets only; ligules golden-yellow, apex truncate, with 4 or 5 short teeth; anthers linear, style branched.

Flowering time:   February-June

Fruit:   Achene with pappus.    

Habitat:    Fallow and waste ground, roadsides, limits of cultivated fields, sand-dunes, from 0-1200 m alt.

NativeMediterranean region to Iran.

 

Περιγραφή

Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 40 εκ.

Βλαστός/οί:   Κατακλιμένοι ή όρθιοι, διακλαδωμένοι, κυλινδρικοί  ή ελαφρά γωνιώδεις, καλυμμένοι με αραιές αδρότριχες, είναι πρασινωποί στην αρχή και κοκκινωποί αργότερα.

Φύλλα:     Φύλλα βάσης προμήκη-αντωειδή, με ανοικτό πράσινο χρώμα, με αφανή νεύρωση εκτός του κεντρικού νεύρου που με την ηλικία παίρνει πορφυρό χρώμα.  Το έλασμα καλύπτεται και από τις 2 πλευρές με κοντές και ασπριδερές αδρότριχες μαζί με μερικές που φέρουν διακλάδωση στην κάτω επιφάνεια και στα χείλη.   Η κορυφή των φύλλων ποικίλει,  μυτερή, πλατειά ή 3-δοντη.  Χείλη κυματοειδή ή με αβαθή μικρά δόντια.  Μίσχος πτερυγωτός ή απουσιάζει.  Φύλλα βλαστού παρόμοια με της βάσης ή είναι απλά και ακέραια, προμήκη-λογχοειδή και άμισχα.

Άνθη:  Κεφάλια σχετικά λίγα, μεμονωμένα, επάκρια ή μασχαλιαία.  Ποδίσκος ραβδωτός και με πυκνές αδρότριχες.  Σύνολο φυλλαρίων σε σχηματισμό σχεδόν  κυλίνδρου.  Φυλλάρια σε 2 σειρές, τα εξωτερικά ωοειδή και μικρότερα, τα εσωτερικά στενά και προμήκη, άτριχα αλλά με αραιές αδρότριχες στα χείλη και σε απλωμένη θέση, έντονα λυγισμένα στην καρποφορία και με μερική κάλυψη των εξωτερικών αχαινίων. Τα φυλλάρια κατά την καρποφορία παχύνονται και μοιάζουν σαν κλάδος με μπανάνες. Υπάρχουν μόνο περιφερειακά ανθίδια.  Γλωσσίδια χρυσοκίτρινα, με ευθύγραμμη κορυφή που φέρει 4-5 κοντά δόντια.  Ανθήρες γραμμοειδείς, στύλος με διακλάδωση.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Ιούνιος.

Καρπός:   Αχαίνιο με πάππο.

Ενδιαίτημα: Λιβάδια και άγονα εδάφη, κατά μήκος δρόμων, όρια καλλιεργημένων χωραφιών, από 0-1200 μ υψόμετρο. 

Πατρίδα:   Μεσογειακή περιοχή μέχρι Ιράν.