Archives

Author Archive for savvas

Lens culinaris

Name/Όνομα:  Φακή η εδώδιμος.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Lens culinaris Medik.

Common name/Κοινό Όνομα:  Lentil, Φακή.

Family/Οικογένεια:    FABACEAE

 

 

 

Description

 

Plant:   Annual herb growing up to 30 cm high. 

Stem/s:   ± Erect, much branched, angular, at first green becoming purplish later and covered with spars and short whitish hairs with wavy edges.

Leaves:    Alternate, pinnately compound, odd pinnate (terminating in a pair); leaflets up to 16, oblong ovate or elliptic, sessile, sparingly hairy; rachis usually terminating into a simple tendril; stipules lanceolate and acuminate with entire margins, hairy.

Flowers:  Small, zygomorphic and hermaphrodite, in few-flowered, axillary racemes; peduncle ± shorter than the subtending leaf; rachis of the flowering axon terminates in a distinct awn; calyx campanulate, thinly hairy with 5 linear ± equal teeth; petals 5 white with bluish veins; standard petal suborbicular with emarginated apex, wings obovate with rounded apex, keel oblong; stamens 10, 1 free and 9 fused, anthers oblong; ovary compressed, style upcurved, stigma capitate.

Flowering time:   March-May.

Fruit: Flattened legume; seeds 1.      

Habitat:   Waste ground and cultivated fields, 0-300 m alt.

NativeSouthwest Asia.

 

 

Περιγραφή

Φυτό:  Μονοετής πόα με ύωος μέχρι 30 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιος ή ημιόρθιος, πολύκλαδος και γωνιώδης, στην αρχή πράσινος αργότερα πορφυρός και καλυμμένος με αραιές, κοντές και ασπριδερές τρίχες με κυματιστό περίγραμμα.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, πτεροειδή, σύνθετα και αρτιόληκτα.  Φυλλάρια μέχρι 16, προμήκη ωοειδή ή ελλειπτικά, άνισχακαι με αραιό τρίχωμα.  Ο άξονας του φύλλου καταλήγει σε απλό έλικα.  Παράφυλλα λογχοειδή και μυτερά με ακέραια χείλη, τριχωτά.

Άνθη:   Μικρά, ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε ολιγοανθείς ΄και μασχαλιαίους βότρεις. Ποδίσκος ταξιανθίας ίσος ή κοντύτερος του υποκείμενου φύλλου.  Ό άξονας της ταξαιανθίας καταλήγη σε εμφανή προέκταση(άγανο).  Κάλυκας καμπανοειδής, ελαφρά τριχωτός με 5 ελαφρά τριχωτά και σχεδόν ισομήκη δόντια.  Πέταλα 5 λευκά ή με μπλε γραμμώσεις, πέτασος σχεδόν κυκλικός και με εγκοπή στην κορυφή του, πτέρυγες προμήκεις με στρογγυλεμένη κορυφή, τρόπιδα προμήκης.  Στήμονες 10, 1 ελεύθερος και 9 συμφυείς, ανθήρες προμήκεις.  Ωοθήκη συμπιεσμένη, στύλος με ανασηκωμένη κορυφή, στίγμα κεφαλωτό.

Άνθιση:   Μάρτιος-Μάιος.

Καρπός:   Χέδρωψ συμπιεσμένος με 1 σπέρμα.

Ενδιαίτημα:   Καλλιεργημένα χωράφια και άφονα εδάφη από 0-300 μ υωόμετρο.

Πατρίδα:   Νοτιοδυτική Ασία.

 

Bellevalia nivalis

Name/Όνομα:  Μπελεβάλια η χιονιώδης.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Bellevalia nivalis Boiss. & Kotschy.

Family/Οικογένεια:    ASPARAGACEAE

 

 

Description

 

Plant:   Perennial herbaceous plant with ovoid bulb covered with thin brownish tunics.

Stem/s:   Scape simple, erect and slender, up to 15 cm high, shorter than the leaves, at first green and glabrous, after purplish-brown.

Leaves:  2-4, linear with parallel venation, glaucous green and glabrous with acute apex and slightly recurved margins.

Flowers: Tubular and hermaphrodite, in terminal, many-flowered spikes; flowers erecto-patend, pedicels very short barely visible; perianth campanulate off-white or sky-blue terminating into a short mouth often tinged brownish; buds generally mauve or pink; lobes of mouth 6, ovate, shortly acute at apex, weekly incurved; stamens 6, free and erect, filaments nearly equal, anthers introrse, violet, oblong-ovate; ovary sessile, style straight, stigma truncate.

Flowering time:  January-April   

Fruit:  Capsule.     

Habitat:  Rocky inland hillsides or seaside garigue, 0-1375 m alt.

Native:   Near endemic, also in Syria and Lebanon.

 

 

Περιγραφή

Φυτό:   Πολυετές ποώδες φυτό με ωωοειδές βολβό που καλύπτεται με καστανούς χιτώνες.

Βλαστός/οί:   Απλός, όρθιος και λεπτός, μέχρι 15 εκ., κοντύτερος των φύλλων, στην αρχή πράσινος και γυμνός, μετά με πορδυρό-καφέ χρώμα.

Φύλλα:     2-4, γραμμοειδή με παράλληλη νεύρωση, γλαυκοπράσινα και άτριχα με μυτερή κορυφή και ελαφρά αναδιπλωμένη ακραία κατάληξη.

Άνθη:   Σωληνοειδή και ερμαφρόδιτα, σε επάκριους και πολυανθείς στάχεις.  Άνθη με ανοδική ή οριζόντια διεύθυνση, ποδίσκοι πολύ κοντοί, μετά βίας ορατοί..  Περιάνθιο καμπανοειδές σχεδόν λευκό ή με ουρανί χρώμα, που καταλήγει σε κοντό στόμαπου συχνά φέρει καστανές αποχρώσεις.  Μπουμπούκια σε μωβ ή ρόδινο χρώμα.  Το « στόμα » αποτελείται από 6 ωοειδείς, κοντούς και μυτερούς λοβούς που αναδιπλωνονται ελαφρά στην κορυφή.  Στήμονες 6, όρθιοι και ελεύθεροι, νήματα σχεδόν ισοϋψή, ανθήρες προμήκεις ωοειδείς με κατεύθυνση προς το κέντρο του άνθους και με βιολετί χρώμα.  Ωοθήκη άμισχη, στύλος ευθύςκαι στίγμα επίπερο.

Άνθιση:  Ιανουάριος-Απρίλιος.

Καρπός:   Κάψα.

Ενδιαίτημα:   Παραλιακοί θαμνώνες και εσωτερικοί βραχώδεις πλαγιές από 0-1375 μ. υψόμετρο.

Πατρίδα:   Σχεδόν ενδημικό. επίσης σε Συρία και Λίβανο.

 

 

 

Centaurea benedicta

Name/Όνομα:  Κενταύρια η βενέδικτος.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Centaurea benedicta L.  

Common name/Κοινό Όνομα:  Blessed thistle, Holly thistle, Αγιάγκαθο, Καλάγκαθο.

Family/Οικογένεια:    ASTERACEAE

 

 

Description

 

Plant:    Annual herb with thick tap-root, growing up to 20 cm high.

Stem/s:  Sprawling or spreading, branched below, five-edged, reddish-purple and conspicuously arachnoid-villose. 

Leaves:  Alternate forming basal rosette, oblong in outline, narrow, sinuate-pinnatifid,     with triangular and hairy lobes, terminating in spines; margins denticulate; basal leaves petiolate clasping the stem; stem leaves snaller and sessile; upper leaves ovate-lanceolate.   

Flowers: Capitula conspicuous, solitary and terminal; florets small, tubular and yellow  surrounded by a tuft of upper leaves and 2 rows of spinulose phyllaries, the inner much longer; outer florets are sterile; fertile florets with 5 linear lobes.    

Flowering time:    February-May.

Fruit:   Achene brown topped by yellow pappus.    

Habitat:   Field limits, phrygana and rocky slides from 0-1200m alt.

Native:   Mediterranean region.

 

.

Περιγραφή

Φυτό:   Μονοετής πόα με ξυλώδη ρίζα και ύψος μέχρι 20 εκ.

Βλαστός/οί:  Έρποντες ή απλωμένοι, διακλαδωμένοι χαμηλά, πεντάεδροί, με κοκκινοπορφυρό χρώμα και εντυπωσιακά τριχωτοί με αραχνοειδείς και άλλες μαλακές τρίχες.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή δημιουργώντας ρόδακα στη βάση με φύλλα προμήκη στο περίγραμμα, στενά, με έντονα κυματοειδή χείλη, κατά μήκος των οποίων υπάρχουν αβαθείς και στρογγυλεμένες υποδιαιρέσεις με τριγωνικούς λοβούς που καταλήγουν σε άκανθες.  Χείλη φύλλου με μικρά δόντια ή αγκάθια΄Τα χαμηλότερα φύλλα είναι έμμισχα και περιβάλλουν εν μέρει τον βλαστό ενώ τα φύλλα βλαστού είναι άμισχα και μικρότερα.  Ανώτερα φύλλα ωοειδή-λογχοειδή..

Άνθη:   Κεφάλια μεγάλα και πολύ εμφανή, μεμονωμένα και επάκρια.  Ανθίδια μικρά, σωληνοειδή και κίτρινα, περιβαλλόμενα από τούφα ανώτερων φύλλων και 2 σειρές ακανθωτών φυλλαρίων με τα εσωτερικά πολύ μεγαλύτερα.  Εξωτερικά ανθίδια άγονα.  Τα γόνιμα ανθίδια φέρουν 5 όρθιους και γραμμοειδείς λοβούς.

Άνθιση:  Φεβρουάτιο-Μάιο.

Καρπός:   Αχαίνια καφέ με κίτρινο πάππο στην κορυφή.

Ενδιαίτημα:    Όρια χωραφιών, φρυγανότοποι και βραχώδεις πλαγιές από 0-1200 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη

 

Crithmum maritimum

Name/Όνομα:  Κρίθμον το παράλιον

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Crithmum maritimum L

Common name/Κοινό Όνομα:   Rock samphire, Sea fennel, Deniz Teresi, Κρίταμο, Κίρταμο*.

Family/Οικογένεια:    APIACEAE

 

Κίρταμο*= Παραφθορά της αρχαίας ονομασίας ‘ Κρίταμο»

 

Description

Plant:   Perennial herb with woody rootstock, growing up to 50 cm high. 

Stem/s:  Erect, decumbent or sprawling, dense and much branched, thick, slightly sulcate and hairless.

Leaves:   Alternate, triangular in outline, petiolate, bipinnate, segments oblanceolate, acute, glaucous green, thick and fleshy; fresh leaves and stems are edible raw (salted, in brine) or cooked.

Flowers:  Yellowish-green, mostly hermaphrodite, in terminal compound sciadia(umbels);  umbels consist of up to 40, subequal and spreading rays;; bracts and bracteoles ± 8, lance-shaped, oblong and fleshy; petals 5, suborbicular, yellowish-green,  distinctly incurved; stamens 5, alternate with petals, anthers 2-thecous, oblong and yellow; stylopodium conical; styles 2 arising from stylopodium*; ovary inferior.

Flowering time:    July-November.

Fruit:    Ovoid-oblong, compressed, 2-parted schizocarp.   

Habitat:    Rocks and cliffs by the sea.

Native:   West Europe, Mediterranean region, West Caucasus, Macaronesia.

 

Stylopodium* = a nectariferous disk coming from an enlarged style´s base.

 

Περιγραφή

Φυτό:   Πολυετής πόα με ξυλώδη ρίζα και ύψος μέχρι 50 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι, κατακλιμένοι ή απλωμένοι, πυκνοί, χοντροί και πολύκλαδοι, ελαφρά αυλακωτοί και άτριχοι.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, τριγωνικά στο περίγραμμα, έμμισχα, δις-πτεροσχιδή, τμήματα αντιλογχοειδή, γλαυκοπράσινα, μυτερά, χοντρά και σαρκώδη.  Φρέσκα φύλλα και βλαστοί είναι εδώδιμοι είτε σε άλμη ή σε ξύδι, μπορεί  επίσης να μαγειρευτούν.

Άνθη:   Κιτρινοπράσινα, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα ως επί το πλείστον, σε επάκρια και σύνθετα σκιάδια.  Κάθε σκιάδιο αποτελείται από μέχρι 40 σχεδόν ισοϋψείς και απλωμένες ακτίνες.  Βράκτια και βρακτίδια ± 8, σαρκώδη, λογχοειδή ή προμήκη.  Πέταλα 5 σχεδόν κυκλικά, κιτρινοπράσινα, με έντονα λυγισμλενες προς τα πίσω κορυφές.  Στήμονες 5 κατ εναλλαγή με τα πέταλα, ανθήρες 2-θηκοι, προμήκεις και κίτρινοι.  Στυλοπόδιο κωνικό.  Στύλοι 2 δύσκολα ορατοί στην αρχή, αναδυόμενοι από το στυλοπόδιο*.  Ωοθήκη υποφυής..   

Άνθιση:   Ιούλιος-Νοέμβριος.

Καρπός:  Διμερές σχιζοκάρπιο, ωοειδές κάπως συμπιεσμένο.

Ενδιαίτημα:  Σε βράχια κοντά στη θάλασσα.

Πατρίδα:   Δυτική Ευρώπη, Μεσογειακή ζώνη, Δυτικός Καύκασος, Μακαρονησία.

 

Στυλοπόδιο* = Νεκταριοφόρος δίσκος που προέρχεται από τη διαπλατυσμένη βάση των στύλων ( Apiaceae )

Ranunculus isthmicus

Name/Όνομα:  Ρανούνκουλος ο ισθμιακός*.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Ranunculus isthmicus Boiss.

Common name/Κοινό Όνομα:   Isthmian buttercup

Family/Οικογένεια:    RANUNCULACEAE

 

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

 

Plant:   Perennial herb with tuberous roodstock growing up to 4 cm high. 

Stem/s:   Developing along the ground, adpressed pubescent, becoming brown with age.

Leaves:  Alternate and petiolate, deltoid in outline, adpressed pubescent, 3 times deeply dissected into ovate and irregularly lobes segments; young leaves toothed-spathulate.

Flowers:  Actinomorphic, hermaphrodite, terminal, on top of a very short, adpressed pubescent and leafless stalk; sepals 5, ovate, acute, distinctly reflexed; petals 5, broadly-ovate and yellow; stamens numerous, anthers oblong and yellow.

Flowering time:  January-March.  

Fruit:  Compressed achenes.     

Habitat:  Phrygana, rocky or sandy ground, 0-150 m alt.  

Native:   Central and Eastern Mediterranean region.

 

 

Περιγραφή

Φυτό:  Πολυετής πόα με βολβώδη ρίζα και ύψος μέχρι 4 εκ.

Βλαστός/οί:   Αναπτύσσονται κατά μήκος του εδάφους, φέρει τρίχες παράλληλες με τον βλαστό ο οποίος με την πάροδο του χρόνου παίρνει καφέ χρώμα.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή και έμμισχα, δελτοειδή στο περίγραμμα, με τρίχες όπως του βλαστού, ενώ 3 φορές με βαθιές τομές διαιρείται σε τμήματα με ωοειδείς και άνισους λοβούς.  Νεαρά φύλλα είναι σπατουλοειδή και οδοντωτά.

Άνθη:   Ακτινόμορφα, ερμαφρόδιτα και επάκρια, στην κορυφή πολύ κοντών και τριχωτών και άφυλλων μίσχων.  Σέπαλα 5, ωοειδή και μυτερά, έντονα λυγισμένα προς τα πίσω.  Πέταλα 5, πλατειά-ωοειδή και κίτρινα.  Στήμονες πολυάριθμοι, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι.

Άνθιση: Ιανουάριος-Μάρτιος. 

Καρπός:   Πιεσμένα αχαίνεια.

Ενδιαίτημα:  Φρυγανότοποι, βραχώδη ή αμμώδη εδάφη, 0-150 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Κεντρική και ανατολική Μεσογειακή ζώνη.

Adonis dentata

Name/Όνομα:  Άδωνις ο οδοντωτός

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Adonis dentata Delile.

Common name/Κοινό όνομα: Toothed pleasant’ s-eye

Family/Οικογένεια:    RANUNCULACEAE

 

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

 

Plant:   Annual herb growing up to 15 cm high. 

Stem/s:   ± Erect or developing along the ground, much-branched, greenish and glabrous.

Leaves:   Alternate, deeply dissected 2 or 3 times into oblong-linear, glabrous, rather acute and sessile segments.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite, terminal and solitary; sepals about half as long as petals, more narrow than petals, obovate and glabrous, usually stained violet at apex; petals 5-7, yellow, broadly obovate, more or less irregularly cuneate or rounded at apex; Stamens numerous; fruiting head ovoid-cylindrical consisting of up to 50 imbricate and beaked achenes.

Flowering time:  February-May  

Fruit:  Achenes.     

Habitat:   Limits of rocky or cultivated fields, 0-375 m alt

Native:   Libya to Pakistan.

 

 

Περιγραφή

Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 15 εκ.

Βλαστός/οί:    Όρθιοι ή αναπτυσσόμενοι κατά μήκος του εδάφους, πολύκλαδοι, πρασινωποί και άτριχοι.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, βαθειά διαιρεμένα 2 ή 3 φορές σε προμήκη-γραμμοειδή, γυμνά, μάλλον μυτερά και άμισχα τμήματα.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, επάκρια και μεμονωμένα.  Σέπαλα περίπου το μισό των πετάλων, πιο στενά από τα πέταλα, αντωειδή και γυμνά, συνήθως με βιολετί απόχρωση στην κορυφή.  Πέταλα 5-7, κίτρινα, πλατειά-αντωειδή, με λίγο ή πολύ άνισες, μυτερές ή στρογγυλές απολήξεις στην κορυφή.  Στήμονες πολυάριθμοι.  Καρποφόρα κεφαλή ωοειδής-κυλινδρική, αποτελούμενη από μέχρι 50 αλληλεπικαλυπτόμενα και ραμφοειδή αχαίνια.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Μάιος.

Καρπός:   Αχαίνιο.

Ενδιαίτημα:   Όρια βραχωδών ή καλλιεργημένων αγρών, από 0-375 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Από Λιβύη μέχρι Πακιστάν.

Family/Οικογένεια:    RANUNCULACEAE

 

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

 

Plant:   Annual herb growing up to 15 cm high. 

Stem/s:   ± Erect or developing along the ground, much-branched, greenish and glabrous.

Leaves:   Alternate, deeply dissected 2 or 3 times into oblong-linear, glabrous, rather acute and sessile segments.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite, terminal and solitary; sepals about half as long as petals, more narrow than petals, obovate and glabrous, usually stained violet at apex; petals 5-7, yellow, broadly obovate, more or less irregularly cuneate or rounded at apex; Stamens numerous; fruiting head ovoid-cylindrical consisting of up to 50 imbricate and beaked achenes.

Flowering time:  February-May  

Fruit:  Achenes.     

Habitat:   Limits of rocky or cultivated fields, 0-375 m alt

Native:   Libya to Pakistan.

 

 

Περιγραφή

Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 15 εκ.

Βλαστός/οί:    Όρθιοι ή αναπτυσσόμενοι κατά μήκος του εδάφους, πολύκλαδοι, πρασινωποί και άτριχοι.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, βαθειά διαιρεμένα 2 ή 3 φορές σε προμήκη-γραμμοειδή, γυμνά, μάλλον μυτερά και άμισχα τμήματα.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, επάκρια και μεμονωμένα.  Σέπαλα περίπου το μισό των πετάλων, πιο στενά από τα πέταλα, αντωειδή και γυμνά, συνήθως με βιολετί απόχρωση στην κορυφή.  Πέταλα 5-7, κίτρινα, πλατειά-αντωειδή, με λίγο ή πολύ άνισες, μυτερές ή στρογγυλές απολήξεις στην κορυφή.  Στήμονες πολυάριθμοι.  Καρποφόρα κεφαλή ωοειδής-κυλινδρική, αποτελούμενη από μέχρι 50 αλληλεπικαλυπτόμενα και ραμφοειδή αχαίνια.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Μάιος.

Καρπός:   Αχαίνιο.

Ενδιαίτημα:   Όρια βραχωδών ή καλλιεργημένων αγρών, από 0-375 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Από Λιβύη μέχρι Πακιστάν.

Astragalus echinus subsp. chionistrae

Name/Όνομα:  Αστράγαλος ο εχεινοειδής υποείδ. χιονίστρας

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Astragalus echinus subsp. chionistrae H. Lindb. 

Common name/Κοινό Όνομα:   Ποντικάγκαθος,

Family/Οικογένεια:    FABACEAE

 

Description

 

Plant:    Perennial subshrub growing up to 10 cm high.

Stem/s:   Woody, much-branched, procumbent or developing near the ground, forming large spiny ± rounded cushions.

Leaves:  Alternate, even-pinnate, ± petiolate; leaflets opposite, usually 2-4 pairs, oblong-elliptic or obovate-elliptic, petiolulate and densely hairy with a rather hard pointed apex; rachis straight, rather flattened, yellowish and hairy, terminates into a hard and sharp spine; stipules ovate-acute

Flowers:  Zygomorphic and hermaphrodite, in few-flowered axillary clusters; bracts linear, densely hairy; calyx nearly campanulate with erect and sharp teeth; petals 5, standard petal ± erect, oblong ovate, milky-white and penciled pink; pink lines short and radically arranged from the center below; wings oblong with rounded apex, keel ± slightly upcurved; stamens 10, anthers oblong and yellow; ovary superior, style 1, stigma 1.

Flowering time:   July-September.

Fruit:   1-seeded, compressed and hairy externally legume.

Habitat:   Rocky Mountain trails on igneous ground, 1400-1950 m alt.

Native:   Near endemic also in Turkey..

 

 

Περιγραφή

Φυτό:   Πολυετής ημίθαμνος με ύψος μέχρι 10 εκ.

Βλαστός/οί:   Ξυλώδεις πολύκλαδοι, κατακλιμένοι ή αναπτυσσόμενοι κοντά στο έδαφος σχηματίζοντας μεγάλες, ακανθώδεις και στρογγυλεμένες αποικίες.

Φύλλα:   Κατ εναλλαγή, αρτιόληκτα, ± έμμισχα.  Φυλλάρια αντίθετα, συνήθως 2-4 ζεύγη, προμήκη-ελλειπτικά ή αντωειδή-ελλειπτικά, έμμισχα και πυκνά τριχωτά μαζί με μια μάλλον μυτερή κορυφή.  Άξονας φύλλου ευθύς, λίγο επίπεδος, κιτρινωπός και τριχωτός, καταλήγει σε μια σκληρή και μυτερή άκανθα.  Παράφυλλα ωοειδή και μυτερά. 

Άνθη:   Ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε ολιγοανθείς μασχαλιαίες δέσμες.  Βράκτια γραμμοειδή πυκνά τριχωτά.  Κάλυκας σχεδόν καμπανοειδής με όρθια και μυτερά δόντια.  Πέταλα 5, πέτασος ± όρθιος, προμήκης-ωοειδής, με γαλακτώδες χρώμα, ενώ χαμηλά στο κέντρο αναπτύσσονται ακτινωτά κοντές και ρόδινες γραμμώσεις.  Πτέρυγες προμήκεις με στρογγυλεμένη κορυφή, τρόπιδα ± ελαφρά ανυψωμένη.  Στήμονες 10, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγμα 1.

Άνθιση:   Ιούλιος-Σεπτέμβριος.

Καρπός:  Μονόσπερμος, συμπιεσμένος και τριχωτός χέδρωπας.

Ενδιαίτημα:   Βραχώδη μονοπάτια σε πυριγενή πετρώματα, 1400-1950 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Σχεδόν ενδημικό της Κύπρου, υπάρχει και στην Τουρκία.

Hyoseris scabra

Name/Όνομα:  Υοσερίς η τραχεία*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Hyoseris scabra L.

Family/Οικογένεια:    ASTERACEAE

 

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

 

Plant:   Annual growing up to 12 cm high. 

Stem/s:   Stemless, whole plant erect, ascending or procumbent, thinly or densely covered with short scabrid hairs.

Leaves:   At the base forming a rosette, ± glabrous, narrowly oblanceolate in outline, deeply dissected into opposite, sessile and dentate lobes, acute or obtuse; terminal lobe 3-dentate; petiole winged.

Flowers:  Capitula cylindrical and solitary at the top of erect or prostrate scapes, conspicuously swollen at apex; bracts ±5, oblong or lanceolate; florets ±12, ligules yellow with 5 teeth at apex; anthers with apical appendage; style branched, hairy above.

Flowering time:   February-May.

Fruit:    Brown achenes of 3 kinds; outer little compressed with a pappus  of short scabrid hairs, median compressed and winged with a scaly pappus mixed with rough lanceolate bristles, inner cylindrical with linear lanceolate scales.

Habitat:  Rocky ground near the sea, roadsides, along physical trails and shrubby vegetation, 0-175 m alt.

Native:   Mediterranean region.

 

 

Περιγραφή

Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 12 εκ.

Βλαστός/οί:   Χωρίς βλαστό, ολόκληρο το φυτό είναι όρθιο, ανερχόμενο ή κατακεκλιμένο, ελαφρά ή πυκνά καλυμμένο με κάπως σκληρές τρίχες που δυσκολεύουν την αφή.

Φύλλα:     Στη βάση δημιουργώντας ένα είδος ροζέττας, ± άτριχα, στενά αντιλογχοειδή στο περίγραμμα, βαθειά διαιρεμένα σε άμισχους, αντίθετους και οδοντωτούς λοβούς, οξυκόρυφους ή πλατυκόρυφους. Τελευταίος λοβός 3-δοντος.  Μίσχος πτερυγωτός.

Άνθη:   Κεφάλια κυλινδρικά και μεμονωμένα στην κορυφή όρθιων ανθοφόρων βλαστών, έντονα διογκωμένα στην κορυφή τους.  Βράκτια ±5, προμήκη ή λογχοειδή.  Ανθίδια ±12, γλωσσίδια κίτρινα με 5 δόντια στην κορυφή τους.  Ανθήρες με προεξοχή στην κορυφή τους.  Στύλος με διακλάδωση, τριχωτός ψηλά.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Μάιος.

Καρπός:   Καφέ αχαίνια 3 ειδών.  Εξωτερικά λίγο συμπιεσμένα με πάππα από κοντές και σκληρές τρίχες, μεσαία συμπιεσμένα και πτερυγωτά με λεπιοειδή πάππο μαζί με σκληρές λογχοειδείς τρίχες, εσωτερικά κυλινδρικά με γραμμοειδή και λογχοειδή λέπια.

Ενδιαίτημα:   Βραχώδη εδάφη κοντά σε θάλασσα, κατά μήκος δρόμων και μονοπατιών και σε θαμνώνες, από 0-175 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.

Asparagus horridus

Name/Όνομα:  Ασπάρακος ο αγκαθωτός*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Asparagus horridus

Common name/Κοινό Όνομα:   Wild asparagus, Σπαράγγι, ‘Ασπρο αγρέλλι.

Family/Οικογένεια:    ASPARAGACEAE

 

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

 

Plant:    Perennial shrub growing up to 200 cm high.

Stem/s:   Erect or climbing, much-branched, angled, striate, glaucous green when young becoming woody with age, hairless and strongly spiny, solitary or in fascicles of 3; young shoots are edible.

Leaves:  Alternate, scaly, membranous, acuminate with a spur at the base when young but after  they are being replaced by cladodes*which are angled, green and flattened stems, spiny-tipped or mucronate, functioning as leaves helping plant in photosynthesis.

Flowers: Actinomorphic and unisexual, solitary or in clusters of 2-6, at the base of cladodes; pedicels articulated; male flowers with 6 perianth segments, spreading, greenish or yellowish, ovate-concave, stamens 6, introrse and 2-thecous, ovary not fertile; female flowers similar but smaller; ovary superior, sublobose, style very short, stigmas 3, arcing. 

Flowering time:   February-June.

Fruit:  Subglobose berry, green becoming blue black at maturity.

Habitat:  Rocky slopes, dry areas, phrygana, sandy places near seaside, pine forests , from 0-600 m alt.

Native:   Mediterranean region to Canary Islands.

 

cladodes* = flattened robust and rigid stems functioning as leaves..

 

Περιγραφή

Φυτό:    Πολυετής θάμνος με ύψος μέχρι 200 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι ή αναρριχόμενοι, πολύκλαδοι, γωνιώδεις και ραβδωτοί, γλαυκοπράσινοι οι νεαροί που αργότερα γίνονται ξυλώδεις, άτριχοι και έντονα ακανθώδεις, μεμονωμένα ή σε δέσμες των 3.  Νεαροί βλαστοί είναι εδώδιμοι, τα γνωστά αγρέλια.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, λεπιοειδή και μεμβρανώδη, μυτερά στην κορυφή και με πλήκτρο στη βάση όταν είναι νεαρά, αργότερα όμως αντικαθίστανται από τα κλαδώδια*, που είναι μεταμορφωμένοι πράσινοι και γωνιώδεις βλαστοί, με κάπως επίπεδες πλευρές και με μυτερή ή ακανθώδη κορυφή και τα οποία λειτουργούν ως φύλλα βοηθώντας το φυτό στην φωτοσύνθεση.,  

Άνθη:   Ακτινόμορφα και μονογενή, μεμονωμένα ή σε δέσμες των 2-6 ανθέων, στη βάση των κλαδωδίων.  Ποδίσκος άνθους αρθρωτός.  Αρσενικά άνθη με 6 ωοειδή και κοίλα τμήματα περιανθίου, απλωμένα, πρασινωπά ή κιτρινωπά.  Στήμονες 6, 2-θηκοι και με προσανατολισμό προς το κέντρο του άνθους.  Ωοθήκη άγονη.  Θηλυκά άνθη παρόμοια αλλά μικρότερα.  Ωοθήκη επιφυής, κάπως σφαιρική, στύλος πολύ κοντός, στίγματα 3 θολωτά.

Άνθιση: Φεβρουάριος-Ιούνιος. 

Καρπός:   Σχεδόν σφαιρική ράγα, πράσινη αρχικά που παίρνει μπλε-μαύρο χρώμα στην ωρίμανση.

Ενδιαίτημα:  Βραχώδεις πλαγιές, ξηρές και θαμνώδεις περιοχές, αμμώδη εδάφη κοντά στη θάλασσα και πευκοδάση, από 0-600 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη μέχρι  Κανάρια Νησιά.

 

Κλαδώδια* = Μεταμορφωμένοι δυνατοί και σκληροί βλαστοί που λειτουργούν ως φύλλα.

Conium maculatum

Name/Όνομα:  Κώνειο το στικτό.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Conium maculatum L.

Common name/Κοινό Όνομα:  Poison hemlock, hemlock, Κώνειο, Καμπουδκιά, Αμάραγγος (Μάνη),

Family/Οικογένεια:    APIACEAE

 

 

Description

 

Plant:  Biennial herb growing up to 250 cm high.  

Stem/s:   Erect and robust, much-branched, sulcate, hairless with purple or reddish spots and streaks on older branches and with a distinctive odor when crushed; older stems are hollow.

Leaves:  Lower leaves triangular in outline, dark green, finely dissected 2 to 4 times into obovate or cuneate and opposite segments with serrate margins and acute apex, sheathing at base; rachis sulcate; stem leaves similar but smaller, ± sessile.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, in many-flowered terminal and compound sciadia (umbels); rays unequal up to 20; bracts ovate-lanceolate with scarious margins; calyx obsolete; petals 5, white, obovate, spreading, emarginated at apex and narrower at base; stamens 5 alternating with petals, filaments whitish, anthers oblong and yellow; ovary inferior, styles 2 arisen from the convex stylopodium*, stigmas ± capitate.

Flowering time:  April-June  

Fruit:     Mericarps with conspicuous ridges.  

Habitat:  Roadsides, waste ground, open pinewoods, 300-1375 m alt.  

Native:   Europe, North Africa.

stylopodium*= A nectariferous disk coming from an enlarged style´s base.

 

Περιγραφή

Φυτό:   Διετής πόα με ύψος μέχρι 250 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι και δυνατοί, πολύκλαδοι, ραβδωτοί, άτριχοι με πορφυρά ή κοκκινωπά στίγματα ή λωρίδες πάνω σε παλαιότερους κλάδους και με μια χαρακτηριστική μυρωδιά όταν συνθλιβούν.  Συνήθως οι παλαιοί κλάδοι είναι κοίλοι εσωτερικά.

Φύλλα:     Χαμηλότερα φύλλα τριγωνικά στο περίγραμμα, με σκούρο πράσινο χρώμα, με 2 έως 4 βαθειά σκισίματα διαιρείται σε αντωειδή και αντίθετα τμήματα που φέρουν μικρότερα τμήματα με πριονωτά χείλη και μυτερή κορυφή, ενώ χαμηλά ο κολεός περιβάλλει τον βλαστό.  Άξονας των φύλλων ραβδωτός.  Φύλλα βλαστού παρόμοια αλλά μικρότερα ± άμισχα.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα σε πολυανθή και επάκρια σύνθετα σκιάδια.  Ακτίνες μέχρι 20, άνισες.  Βράκτια ωοειδή-λογχοειδή με μεμβρανώδη χείλη.  Κάλυκας απουσιάζει.  Πέταλα 5, λευκά, αντωειδή και απλωμένα, με εγκόλπωση στην κορυφή και με στενή βάση.  Στήμονες 5 κατ εναλλαγή με τα πέταλα, νήμα ασπριδερό, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι.  Ωοθήκη υποφυής, στύλοι 2 που εκφύονται από το κυρτό στυλοπόδιο, στίγματα ± κεφαλωτά.

Άνθιση:   Απρίλιος-Ιούνιος.

Καρπός:   Σχιζοκάρπιο με έντονες ραβδώσεις.

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, άγονα εδάφη, ανοικτά πευκοδάση, από 300-1375 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Ευρώπη και Βόρεια Αφρική.

 

Στυλοπόδιο = Νεκταριοφόρος δίσκος που προέρχεται από τη διαπλατυσμένη βάση των στύλων ( Apiaceae )