Archives

Author Archive for savvas

Pittosporum angustifolium

Name/Όνομα:  Πιττόσπορο το στενόφυλλο 

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Pittosporum angustifolium  Lodd.

Common name/Κοινό Όνομα:   Weeping PittosporumButterbush, Native apricotGumby Gumby

*Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

** formerly  known as “Pittosporum phillyraeoides” auct. non (DC.) Benth.

 

Description

Pittosporum angustifolium is a perennial, evergreen and ornamental tall shrub or tree, growing up to 10m high but generally the average height is about 3-6m.  Trunk  much branched, bark light gray; branches pendulous, similar color with the trunk, hairless, younger branches start out as greenish, turning to brownish with age and finally they become gray.  Leaves alternate, simple, oblong-lanceolate or linear-elliptic, entire, flat, gray-green, glabrous, petiolate, base cuneate, apex acute, petiole whitish to greenish, glabrous.  Flowers are fragrant, hermaphrodite, actinomorphic, axillary, solitary or in clusters; sepals 5, free, ovate, greenish, pubescent; petals 5, rarely 6, ovate, concave, glabrous, apex rounded, incurved, partially fused forming a bell-shaped creamy-white corolla; stamens 5, rarely 6, erect, filaments free, glabrous, whitish, anther yellow; ovary superior, erect, ovoid, greenish or yellowish, glabrous, style simple, stigma rounded, yellowish.  Flowering time January-May.  The fruit is a globose and dehiscent orange capsule that split into 2, containing sticky dark red seeds; fruits remain on the tree for long time (several months).  Native to Australia.

 Περιγραφή

 Πολυετής, αειθαλής και διακοσμητικός ψηλός θάμνος ή δένδρο  που μπορεί να φθάσει το 10m ύψος αλλά γενικά το μέσο ύψος του είναι 3-6m.  Κορμός πολύκλαδος, φλοιός με ανοικτό γκρίζο χρώμα, κλάδοι κρεμάμενοι ιδίου χρώματος με τον κορμό, άτριχοι, ενώ οι νεαροί κλάδοι είναι στην αρχή πρασινωποί, μετά καστανοί και τελικά γκρίζοι.    Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, γραμμοειδή-ελλειπτικά ή επιμήκη στενά  λογχοειδή, ακέραια, γυμνά, επίπεδα, γλαυκοπράσινα, έμμισχα, με βάση μυτερή, οξύκορφα.  Μίσχος ασπροπράσινος και γυμνός.   Άνθη εύοσμα, ακτινόμορφα, ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα ή σε δέσμες, μασχαλιαία, στις άκρες των κλάδων.  Σέπαλα 5, ωοειδή, ελεύθερα, πρασινωπά και ελαφρά τριχωτά.  Πέταλα 5 (σπάνια 6), προμήκη, κάπως κοίλα, γυμνά, κορυφή στρογγυλεμένη, χείλη που στρέφονται προς τα  μέσα, μερικώς ενωμένα προς τη βάση τους σχηματίζοντας μια καμπανοειδή και με χλωμό κιτρινο χρώμα στεφάνη.  Στήμονες 5, σπάνια 6,  νήμα ελεύθερο, γυμνό και ασπριδερό, με κίτρινους ανθήρες.  Ωοθήκη επιφυής, όρθια, γυμνή, με αυγοειδές σχήμα, στύλος απλός, στίγμα στρογγυλό και κιτρινωπό.  Άνθιση Ιανουάριος-Μάιος (Kύπρος).  Ο καρπός είναι μια σχεδόν σφαιρική, πορτοκαλιά και διαρρηκτή κάψα (σχίζεται σε 2) που περικλείει ιξώδη και σκούρου κόκκινου χρώματος σπέρματα.  Πατρίδα του η Αυστραλία.  Στην Κύπρο υπάρχει μόνο σε κήπους (Λευκωσία) ως διακοσμητικό.

Polygonum equisetiforme

Name/Όνομα:  Πολύγονο το αλογουορόμορφο*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:     Polygonum equisetiforme** Sm.

Family/Οικογένεια:  POLYGONACEAE    

Common name/Κοινό Όνομα:  Horsetail Knotweed

  • Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

Polygonum equisetiforme  is an evergreen perennial or subshurb, growing up to 1m tall.  Stems are usually prostrate or sprawling, sometimes erect, nearly cylindrical, ribbed, green and glabrous.  Leaves alternate, simple, oblong-lanceolate or narrow-elliptical, entire, glabrous, pale green, short-petiolate, base cuneate, apex usually acute, sometimes apex tinged purplish, margins recurved, sheath membranous, veined and brownish.  Flowers hermaphrodite, actinomorphic, axillary and solitary, in lax terminal spikes, often 2-3 flowers together (usually 2); pedicels reddish, glabrous; perianth with 5 segments which are generally white or pinkish, oblong and glabrous with rounded apex; each segment bears an ovate to elliptic, greenish to brownish or reddish blotch at base, externally; stamens 8, filaments greenish and glabrous, little swollen at base, anthers 2-thecous, yellow; ovary superior with 1 carpel, 3-sided, styles 3, stigmas 3, capitate.  Flowering time Apr-Jan (Cyprus).  The fruit is a 3-sided, dark brown or blackish achene.   Common plant in Cyprus, on stony hills, roadsides, stream banks and sandy ground, from 0-925m alt.

** Polygonum= Poly+gonum (Poly in Greek πολυ =much, many, gonum comes from the Greek word gony (γόνυ)= knee-joint. Polygonum = many joints

Equisediforme= equus, horse + seta, bristle + form.  Resemble a horstail.

  Περιγραφή

 Πολυετές και αειθαλές φυτό ή ημίθαμνος,  που μπορεί να φθάσει το 1m ύψος.  Βλαστοί συνήθως κατακλιμένοι ή έρποντες, κάποτε όρθιοι, σχεδόν κυλινδρικοί, ραβδωτοί, πράσινοι και γυμνοί.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, στενά ελλειπτικά ή επιμήκη λογχοειδή, ακέραια, γυμνά, ανοικτοπράσινα, κοντόμισχα, συνήθως οξύκορφα, με κορυφές που μπορεί να έχουν πορφυρή απόχρωση, με μυτερή βάση, χείλη που λυγίζουν προς τα μέσα.  Ο κοντός μίσχος στη βάση του περιβάλλει τον βλαστό με μεμβρανώδες, καστανό και δικτυωτό περίβλημα.   Άνθη ακτινόμορφα, ερμαφρόδιτα, μασχαλιαία και μεμονωμένα, σε χαλαρούς επάκριους σπάδικες, συχνά με 2-3 άνθη, συνήθως 2.  Ποδίσκοι κοκκινωποί και γυμνοί.  Περιάνθιο με 5 τμήματα, που είναι λευκά ή ρόδινα, επιμήκη και γυμνά, με στρογγυλεμένες κορυφές.  Κάθε τμήμα φέρει στη βάση του και εξωτερικά, μια ωοειδή, πρασινωπή, καστανή ή κοκκινωπή περιοχή, σαν μια μεγάλη αυγοειδή κηλίδα.  Στήμονες 8, νήμα λευκό ή πρασινωπό και γυμνό με ελαφρά διογκωμένη τη βάση τους, ανθήρες κίτρινοι, 2-θηκοι.  Ωοθήκη επιφυής, μονόχωρη, 3-πλευρη, στύλοι 3, στίγματα 3, κεφαλωτά.   Άνθιση Απρίλιος- Ιανουάριος (Kύπρος).  Ο καρπός είναι ένα 3-πλευρο, με σκούρο καφέ ή μαυριδερό χρώμα αχαίνιο.  Πατρίδα του η Μεσογειακή ζώνη.  Κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται,  σε πετρώδεις λόφους, κατά μήκος δρόμων, κοντά σε όχθες ρυακιών και σε αμμώδη εδάφη από 0-925m υψόμετρο.

**Polygonum = πολύ+γόνυ, λόγω των πολλών γονάτων του βλαστού.  equisedoforme = equus σημαίνει ίππος στα Λατινικά, seta σημαίνει βούρτσα, δηλ μοιάζει με ουρά αλόγου.

 

Carica papaya

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Carica papaya  L.

Common name/ Κοινό όνομα:  Melon tree, papaya, Papayer, Papyero, Papaja, পেঁপে , ፓፓያ , ਪਪੀਤਾ, Kapaya, Παπάγια, Papaw, Πεπονόδενδρο   

Family/Οικογένεια: CARICACEAE

 

Description

Carica papaya is a perennial, evergreen, giant, tree like herbaceous plant, growing up 8m tall.  Trunk erect, usually unbranched, cylindrical, hollow, gray-brown, with prominent leaves’ scars.  All leaves arise from trunk’s apex; they are alternate, simple, large, flat, with 5-11 lobes, usually 7, petiolate, glabrous with prominent venation; lobes dentate, flat, glabrous, apex acute; petiolate very long, hollow, green and glabrous.  All parts of the plant contain white latex.  The plant is generally dioecious (male and female flowers are on deferent plants), rarely monoecious ( both male and female flowers are on the same plant) and the fragrant and tubular flowers are unisex (male or female)or hermaphrodite ( stamens and ovary on the same flower); male flowers on drooping axillary panicles; calyx 5-toothed, green and glabrous, petals 5, fused at base, white to creamy-yellow, often recurved, glabrous; stamens 10 ( 5 long + 5 short), filaments hairy; female flowers solitary or in clusters at the top of the trunk; petals 5, nearly free, white or pale yellow, glabrous, no stamens, ovary erect, ovoid, greenish-yellowish, glabrous, stigmas 5, fan-shaped.  Hermaphrodite flowers have 10 stamens and an ovary but sometimes the ovary is not functional and the flowers are sterile.  Blooming is continuously all year round. The fruit is a large, green to orange, oblong cylindrical, ovoid or spherical berry, containing numerous rounded, flat and blackish seeds.  Fruits from female flowers are spherical or pear shaped and if no pollination happens they don’t have seeds, while fruits from hermaphrodite flowers are oblong obovoid with seeds.  Native to Central USA and South America

Περιγραφή

Πολυετές, αειθαλές, γιγάντιο ποώδες φυτό σαν μικρό δένδρο που μπορεί να φθάσει τα 8m ύψος.  Κορμός όρθιος, συνήθως χωρίς διακλάδωση, κυλινδρικός, κούφιος, με ανοικτό καφέ χρώμα και με εμφανείς ουλές από τα φύλλα που έχουν πέσει.  Όλα τα φύλλα βγαίνουν στην κορυφή του κορμού, είναι κατ εναλλαγή, απλά, μεγάλα, επίπεδα, με 5-11 λοβούς, συνήθως όμως 7, έμμισχα και γυμνά με εμφανή νεύρωση, ενώ οι λοβοί είναι οδοντωτοί και γυμνοί με μυτερή κορυφή.   Μίσχος πολύ μακρύς, κούφιος, πράσινος και γυμνός.  Όλα τα μέρη του φυτού περιέχουν γαλακτώδη χυμό.  Γενικά είναι φυτό δίοικο (αρσενικά και θηλυκά άνθη σε ξεχωριστά φυτά), σπανιότερα μόνοικο (αρσενικά και θηλυκά άνθη στο ίδιο φυτό) και τα αρωματικά και σωληνοειδή άνθη μπορεί να είναι αρσενικά ή θηλυκά ή ερμαφρόδιτα (στήμονες και ωοθήκη στο ίδιο άνθος).  Αρσενικά άνθη σε κρεμάμενες μασχαλιαίες βοτρυοειδείς ταξιανθίες, έχουν κάλυκα με 5 πράσινα και γυμνά δόντια, πέταλα 5, συμφυή στη βάση τους, λευκά ή ανοικτοκίτρινα που συχνά γέρνουν προς τα πίσω και είναι γυμνά, στήμονες 10 (5 ψηλοί + 5κοντοί) με νήμα τριχωτό.  Θηλυκά άνθη μεμονωμένα ή σε δέσμες στην κορυφή του κορμού, έχουν 5 σχεδόν ελεύθερα λευκά ή ανοικτοκίτρινα πέταλα, καθόλου στήμονες, ωοθήκη όρθια, πρασινωπή προς κιτρινωπή και γυμνή, με 5 στίγματα σαν έλικες.  Ανθοφορία καθ όλη τη διάρκεια του χρόνου ανάλογα με το κλίμα.  Ο καρπός είναι μια μεγάλη, πράσινη αρχικά, πορτοκαλοκίτρινη τελικά, ωοειδής, κυλινδρική ή στρογγυλή ράγα που περιέχει πολυάριθμα, στρογγυλά και μαυριδερά σπέρματα.  Αν ο καρπός προέλθει από θηλυκό άνθος τότε ό καρπός είναι σφαιρικός ή σε σχήμα αχλαδιού και αν δεν έχει γονιμοποιηθεί δεν θα περιέχει σπέρματα, ενώ αν προέλθει από ερμαφρόδιτο άνθος τότε ο καρπός θα είναι μακρουλός ωοειδής και θα έχει πάντοτε σπέρματα.  Πατρίδα του η Νότια Αμερική και οι Κεντρικές ΗΠΑ.

Aristolochia littoralis

Name/Όνομα:    Αριστολόχια η παράλιος

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Aristolochia littoralis* L.

Common name/ Κοινό όνομα:   Calico, Dutchman’s pipe

Family/Οικογένεια: ARISTOLOCHIACEAE

 

*previously known as “Aristolochia elegans”

 

Description

Aristolochia littoralis is an ornamental, perennial and evergreen climbing vine, growing to 5m in length.  Stems are woody, cylindrical, glabrous, twining clockwise and they are green when young, becoming yellowish to pale brown with age.  Leaves alternate, simple, heart-shaped, petiolate, glabrous, pale green above, glaucous below, base cordate, apex obtuse; small, kidney shaped, pseudo-stipules at base of each petiole.  Flowers zygomorphic, hermaphrodite, solitary and axillary with unusual shape, resembling smoking pipe (common name Dutchman’s pipe); they are tubular with flared mouth; generally greenish yellow below, reddish purple at the top; at base the tube is greenish-yellow and hairy  internally, while externally is glabrous; at apex the opening is cordate, covered with purplish brown markings; stamens many, anthers 2-thecous; ovary inferior, generally 6 locular.  Flowering time September-December (Cyprus).  The fruit is a dehiscent, cylindrical, pendulous, 6-ribbed, straight and green capsule, bearing a long projection at its end and turning to dark brown in maturity, enclosing numerous obovate or tear-shaped brown seeds with pale brown wings, becoming blackish with age. The plant is toxic.  Native to South America.

  Περιγραφή

Η Aristolochia littoralis είναι ένα διακοσμητικό, πολυετές και αειθαλές αναρριχητικό φυτό που μπορεί να φθάσει tα 5m μήκος.  Βλαστοί ξυλώδεις, κυλινδρικοί, γυμνοί, περιελισσόμενοι όπως οι δείκτες του ρολογιού, πράσινοι αλλά με την πάροδο του χρόνου γίνονται κιτρινωποί προς ανοιχτοκαστανοί.   Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, καρδιόσχημα, έμμισχα, γυμνά, με ανοικτό πράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια, ενώ η κάτω είναι γλαυκοπράσινη, με βάση καρδιόσχημη και κορυφή αμβλεία.  Στη βάση κάθε μίσχου υπάρχουν μικρά, κιτρινωπά και νεφροειδή ψευδή παράφυλλα.  Άνθη ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα και μασχαλιαία με ασύνηθες σχήμα.  Μοιάζουν με πίπα καπνού εξ ου και το κοινό όνομα (Dutchman’s pipe).  Τα άνθη είναι γενικά σε σχήμα S στη βάση, σωληνοειδή, με ένα καρδιοειδές άνοιγμα στο πάνω μέρος.     Εξωτερικά η βάση του άνθους είναι κιτρινοπράσινη, ενώ εσωτερικά φέρει λεπτές τρίχες, ενώ το άνω μέρος καλύπτεται εσωτερικά και εξωτερικά με κοκκινοπορφυρά σημάδια Στήμονες πολυάριθμοι, ανθήρες 2-θηκοι.   Ωοθήκη υποφυής, γενικά 6-χωρη.  Άνθιση Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος (Κύπρος).  Ο καρπός στην αρχή είναι μια επιμήκης, κυλινδρική, κρεμάμενη, 6-πλευρη και πράσινη κάψα με μακρά προεξοχή στο άκρο της, ενώ στην ωριμότητα παίρνει σκούρο καφέ χρώμα περικλείοντας πολλά μικρά καστανά και αντωειδή σπέρματα με κιτρινωπές πτέρυγες, ενώ αργότερα τα σπέρματα παίρνουν μαυριδερό χρώμα.  Το φυτό είναι τοξικό.  Πατρίδα του η Νότια Αμερική.

  • Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.
Lablab purpureus

Name/Όνομα:   Λοβός ο πορφυρός *

Scientific name/Επιστημονικό όνομα  Lablab purpureus (L.)

Common name/ Κοινό όνομα:  Hyacinth bean, Field bean, Egyptian bean, Doli lablab, Faselbohne, Dolico lablab, Bonavista

 Family/Οικογένεια: FABACEAE

  Description

Lablab purpureus is a perennial (rarely annual) herbaceous plant growing to 90cm tall or stretching several meters from the plant.  Stems are semi erect, prostate, climbing or trailing, twining clockwise, purplish and sparsely hairy.  Leaves soft, alternate, compound, trifoliate, petiolate, dark green; petiole long purplish and sparsely hairy; leaflets 3, oblong-ovate or deltoid, entire, almost equal size, smooth above, short-haired below, especially on the prominent purplish veins; petiolules angled and short-haired, the petiolule of the terminal leaflet longer than the others two, apex acuminateFlowers many, zygomorphic, papilionaceous, hermaphrodite, in axillary  lax racemes; corolla with 5 petals, 2-lipped, upper lip orbicular(1 petal is the standard petal), lower lip(4 petals), consisted of 2 lateral ovate wings and a keel( 2 fused petals) which is sharply upcurved; petals white, pale blue, pink or purple, glabrous; flowering peduncle purplish, short-haired; calyx united at base, 2-lipped, irregularly 5-lobed, lobes green to purplish , triangular and hairy, apex acuminate or obtuse; bracts oblong, similar color, bracteoles elliptic; stamens 10,  9 fused, 1 free with longer filament; filaments white and glabrous, anthers yellow; ovary superior, style straight, thick, greenish and hairy; flowering time September-November (Cyprus).  The dehiscent pods are long, curved, rather flat, green and fleshy with curved beak formed by the persistent style and usually contain up to 6 seeds; seeds compressed, cream, white, dark brown or black depending on variety.  Native to Africa.  The plant is strongly ornamental and important food for the people living in tropical and subtropical zone.

Περιγραφή

Πολυετές, σπανιότερα μονοετές και ποώδες φυτό που μπορεί να φθάσει τα 90cm ύψος ή να αναπτυχθεί απλωμένο οριζόντια αρκετά μέτρα μακριά από το φυτό.  Βλαστοί ημιανερχόμενοι, κατακλιμένοι, έρποντες ή αναρριχόμενοι, περιστρεφόμενοι όπως οι δείκτες του ρολογιού, πορφυροί και αραιά τριχωτοί.  Φύλλα μαλακά, κατ εναλλαγή, σύνθετα, έμμισχα και σκοτεινοπράσινα.  Μίσχος μακρύς, πορφυρός και αραιά τριχωτός.  Φυλλάρια 3, ωοειδή ή δελτοειδή, ακέραια, σχεδόν ισομήκη, με κοντές τρίχες στην κάτω επιφάνεια ιδίως επί των πολύ εμφανών νεύρων της.  Μίσχοι φυλλαρίων γωνιώδεις, με κοντές τρίχες.  Μίσχος του τελικού φυλλαρίου αρκετά μεγαλύτερος των άλλων 2, ενώ η κορυφή τους είναι κατά κανόνα αιχμηρή.  Άνθη πολλά, ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα, σε σχήμα πεταλούδας σε μασχαλιαίους αραιούς βότρεις.  Στεφάνη με 5 πέταλα, 2-χειλη, άνω χείλος στρογγυλό και μεγαλύτερο, ο πέτασος (1 πέταλο), ενώ το κάτω χείλος αποτελείται από 4 πέταλα, 2 πτέρυγες στο πλάι και μεταξύ αυτών την τρόπιδα που προέρχεται από τη σύμφυση 2 πετάλων και είναι έντονα λυγισμένος προς τα πάνω.  Πέταλα λευκά, απαλού μπλε, ρόδινα ή πορφυρά και γυμνά.  Ανθοφόρος ποδίσκος πορφυρός και αραιά κοντότριχος.  Κάλυκας με 5 ενωμένα στη βάση σέπαλα, δίχειλος, με άνισους λοβούς.  Λοβοί πράσινοι προς πορφυροί, τριγωνικοί και τριχωτοί και με κορυφή σχεδόν αιχμηρή ή αμβλεία.  Βράκτια επιμήκη ιδίου χρώματος, βρακτίδια ελλειψοειδή.  Στήμονες 10, 9 συμφυείς και 1 ελεύθερος με μακρύτερο νήμα.  Νήμα στημόνων λευκό και γυμνό, ανθήρες κίτρινοι .  Ωοθήκη επιφυής, στύλος ευθείς, χοντρός, πρασινωπός και τριχωτός.  Άνθιση Σεπτέμβριος-Νοέμβριος( Κύπρος).  Ο καρπός είναι ένας μακρός, καμπύλος, μάλλον επίπεδος, πράσινος και σαρκώδης, με λυγισμένο ράμφος που σχηματίζεται από τον παραμένοντα στύλο.  Περικλείει συνήθως μέχρι 6 σπέρματα που είναι συμπιεσμένα, με λεμονί  λευκό, καφέ ή μαύρο χρώμα ανάλογα με την ποικιλία.  Πατρίδα του η Αφρική.  Το φυτό είναι πολύ διακοσμητικό αλλά αποτελεί και τροφή για τους κατοίκους τροπικών και υποτροπικών περιοχών.

 

Taraxacum hellenicum

Name/Όνομα: Greek dandelion/Ταράξακον το Ελληνικό  

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Taraxacum hellenicum Dahlst  

Common name/ Κοινό όνομα:   Dandelion, Δαντέλιο, Ταράξακο, Αγριοραδίκι

Family/Οικογένεια:  ΑSTERACEAE

 

Description

Taraxacum hellenicum is a perennial herb growing to 10cm tall.  Leaves forming a basal rosette; they are simple, oblong-lanceolate in outline and the blade is divided up to the midrib (the difference between T.cyprium-T.hellenicum) into irregular lobes; lobes wide, lanceolate or triangular, sessile, glabrous, apex acute slightly pointing backwards; terminal lobe bigger, deltoid; usually smaller lobes appear among the main lobes; midrib greenish to purplish; petiole purplish hardly visible.  The plant produces 1 or more flowering stems (scapes); they are soft, purplish, sparsely covered by white soft hairs; involucre campanulate; phyllaries in 2-3 rows; inner phyllaries longer, erect, oblong lanceolate or linear, green, glabrous with a yellowish membranous margin; outer phyllaries ovate, purplish-green, often reflexed with a whitish membranous margin and a blackish midrib; (ray) florets many; ligules oblong and narrow, yellow, 5-tothed at apex, teeth unequal; externally each ligule bear a 3-vein purplish stripe.  Flowering time October-April.  Fruit are pale brown achenes.  Pappus spherical with white hairs.  Common plant in Cyprus, on igneous or calcareous ground, stony slopes and roadsides from 600-1375m alt.

 

Περιγραφή

Πολυετής πόα που φθάνει τα 10cm ύψος.  Τα φύλλα δημιουργούν ρόδακα στη βάση, είναι απλά και επιμήκη λογχοειδή σε ένα γενικό περίγραμμα.  Το πλάτυσμα του φύλλου διαιρείται με βαθιές τομές μέχρι το μέσο νεύρο (διαφορά από το T. Cyprium στο οποίο οι τομές δεν είναι τόσο βαθιές), σε άνισους λοβούς που είναι λογχοειδείς ή τριγωνικοί, άμισχοι, άτριχοι, με μυτερή κορυφή και που στρέφεται ελαφρά προς τα πίσω ενώ ο τελικός λοβός είναι μεγαλύτερος και δελτοειδής.  Συνήθως μικρότεροι λοβοί εμφανίζονται μεταξύ των κύριων λοβών.  Κεντρικό νεύρο πρασινωπό ή πορφυρό ενώ ο μίσχος δύσκολα διακρίνεται.  Το φυτό δημιουργεί 1 ή περισσότερους ανθοφόρους βλαστούς, οι οποίοι είναι τρυφεροί, πορφυροί και αραιά καλυμμένοι με άσπρες μαλακές τρίχες.  Ανθοδόχη καμπανοειδής, βράκτια σε 2-3 σειρές, τα εσωτερικά μεγαλύτερα, όρθια, επιμήκη λογχοειδή ή γραμμοειδή, πράσινα, άτριχα και με κιτρινωπό και μεμβρανώδες χείλος.  Τα εξωτερικά είναι ωοειδή, πράσινα προς πορφυρά, με μαυριδερό κεντρικό νεύρο, ασπριδερό και μεμβρανώδες χείλος, ενώ τα χείλη συχνά στρέφονται προς τα πίσω.  Πολλά περιφερειακά ανθίδια (δεν υπάρχουν επιδίσκια) τα οποία είναι γλωσσοειδή και στενά και με 5 άνισα δόντια στην κορυφή.  Εξωτερικά κάθε ανθίδιο φέρει 3-νευρη πορφυρή λωρίδα.  Άνθιση Οκτώβριος-Απρίλιος. Καρποί είναι καστανά αχαίνια με σφαιρικό πάππο από άσπρες τρίχες.  Κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε πυριγενή ή ασβεστολιθικά πετρώματα, κατά μήκος δρόμων και σε πετρώδεις πλαγιές από 600-1375m υψόμετρο..

Cyclamen cyprium

Name/Όνομα:  Κυκλάμινο το Κυπριακό   

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Cyclamen cyprium kotschy

Common name/ Κοινό όνομα:  Cyprus cyclamen, Κυκλάμινο, Τσιαουσιάγκουλα

Family/Οικογένεια:  PRIMULACEAE

 

Description

Cyclamen cyprium is a perennial, tuberous and stemless herb, growing to 15cm tall; tuber is a grey-brown compressed sphere.  Leaves arise from the tuber in late autumn or in early winter, with or after anthesis (blooming) and they are simple, heart-shape, entire, soft, glabrous and fleshy, ground dark green surrounding by paler green marks and blotches on the upper surface, reddish-purple beneath, base chordate, apex acute; margin scalloped or irregularly dentate; petiole long, purplish; in Cyprus, usually the leaves appear in autumn a little after anthesis.  Flowers very fragrant, hermaphrodite, actinomorphic, nodding and solitary; pedicels long, erect (coiling after anthesis), purplish; corolla 5-lobed, lobes oblong, usually white, sometimes pink, reflexed, twisted, apex rounded, auriculate at base with a conspicuous M-shaped crimson blotch, which is the characteristic key for identifying the Cyprus cyclamen; calyx 5-lobbed, lobes deltoid, acuminate, purplish-brown with short hairs; stamens 5, filaments short, anthers yellow with warty surface, not exserted corolla; ovary superior, subglobose, style white, erect, glabrous, stigma small, exserted.  Fruit is a capsule.  Flowering time September-January.  Endemic to Cyprus, locally common, on igneous or calcareous ground, usually under shaded hillsides, between or under trees and shrubs from 0-1075 alt.

 

Περιγραφή

Το Κυπριακό κυκλάμινο είναι πολυετές και βολβώδες φυτό χωρίς βλαστό που μπορεί να φθάσει τα 15cm ύψος.  Ο βολβός είναι μια γκριζοκαστανή και πιεσμένη στους πόλους σφαίρα.  Τα φύλλα βγαίνουν από το βολβό αργά το φθινόπωρο ή νωρίς το χειμώνα, μαζί με τα άνθη ή μετά από αυτά, είναι απλά, ακέραια και καρδιόσχημα, μαλακά, γυμνά και λίγο σαρκώδη, με σκουροπράσινη άνω επιφάνεια που περιβάλλεται από πιο ανοικτόχρωμα σχήματα, ενώ η κάτω επιφάνεια είναι κοκκινοπορφυρή.  Η βάση του φύλλου είναι σε σχήμα καρδίας, η κορυφή του είναι μυτερή, το δε χείλος άνισα οδοντωτό.  Στην Κύπρο συνήθως τα φύλλα εμφανίζονται το φθινόπωρο λίγο αργότερα από την άνθιση.  Άνθη πολύ αρωματικά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα και γυρτά προς το έδαφος.  Ποδίσκοι μακροί και όρθιοι στην αρχή, στρέφονται προς τα κάτω αργότερα.  Στεφάνη 5-λοβη, λοβοί λευκοί, κάποτε ρόδινοι, γυρισμένοι προς τα πίσω αλλά και στρεφόμενοι περί τον επιμήκη άξονά  τους, με στρογγυλεμένη κορυφή και με ένα πολύ εμφανές πορφυροκόκκινο Μ εξωτερικά στη βάση κάθε λοβού, που είναι και το χαρακτηριστικό γνώρισμα για την ταυτοποίηση του Κυπριακού κυκλάμινου.  Κάλυκας 5-λοβος, λοβοί δελτοειδείς, μάλλον μυτεροί, με πορφυροκαφέ χρώμα και με κοντές τρίχες.  Στήμονες 5, νήμα κοντό, ανθήρες κίτρινοι με ανώμαλη επιφάνεια, μη εξερχόμενοι της στεφάνης.  Ωοθήκη επιφυής, υποσφαιρική, στύλος λευκός, όρθιος και γυμνός, στίγμα μικρό και εξερχόμενο της στεφάνης.  Καρπός κάψα.  Ανθίζει Σεπτέμβριο-Ιανουάριο.  Ενδημικό φυτό της Κύπρου, τοπικά κοινό και απαντάται σε ασβεστολιθικά και πυριγενή εδάφη, συνήθως κάτω από σκιασμένες πλαγιές, μεταξύ δένδρων και θάμνων από 0-1075m υψόμετρο.

Cakile maritima subsp. maritima

Name/Όνομα:  Κακίλη η παράλιος υποείδος η παράλιος     

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Cakile maritima Scop. subsp. maritima

Common name/ Κοινό όνομα:   Sea rocket, European sea Rocket

Family/Οικογένεια:  BRASSICACEAE  

 

Description

Cakile maritima subsp. maritima is annual or biennial plant growing to 40cm tall.  Stem ascending to erect or spreading, occasionally prostrate, much branched, nearly cylindrical, glabrous, green when young, pinkish later.  Leaves alternate, simple, petiolate, irregularly lobed, lobes 3-9, linear, simple, entire, sparsely toothed, fleshy and glabrous.  Flowers hermaphrodite, actinomorphic, terminal, in corymbs on the main stem or on the lateral ones; petals 4, whitish mauve or white, obovate, apex rounded, rarely emarginate reduced to a purplish claw at base, glabrous; sepals 4, erect, greenish to purplish, apex acute, subacute or obtuse, glabrous; stamens 6, 4 long and 2 short, filaments free, greenish, glabrous, anthers yellow; ovary superior; style erect, greenish, stigma, capitate, small.  Flowering time February – October.  Fruit is an articulate, 2-parted, 2-seeded, indehiscent and fleshy siligue; upper part much longer, bullet-like, ovoid, apex narrow; fruit and stalk are green becoming gradually pinkish with age.  Common plant in Cyprus, on sandy places near coasts.

Sarcocornia fruticosa

Name/Όνομα:   Σαρκοκορνία η θαμνώδης  

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Sarcocornia fruticosa (L.) A.J.Scott     

Family/Οικογένεια:  CHENOPODIACEAE

 

Description

Sarcocornia fruticosa is a perennial subshrub growing to 1m tall.  Stems are erect, much-branched, articulate, almost cylindrical, succulent, fleshy, glabrous and green when young while older stems are woody and pale brown.  Leaves are inconspicuous, not easily visible, as they reduce their size and surround the stem between joints like a thin green ring.  Flowers tiny, hermaphrodite, opposite (decussate), in group of 3, forming terminal cymes on the axis of the main stems or on the axis of the lateral ones and they are embedded in the fleshy tissue of the stems; bracts unequal, scale-like, median bract larger than the lateral 2; they are green, becoming pink in autumn; median flower is slightly larger than the other 2; each cyme is located horizontally (vertical to the stem); perianth segments 3 or 4,  thick, whitish and spongy; they are fused, forming an opening, letting anthers and stigmas going through, during flowering time; stamen 1, anther yellow; ovary superior, style 1, stigma 2-lobed.  Flowering time September-November.  Common plant in Cyprus, on coast and salty environment from 0m alt.

Περιγραφή

Πολυετής ημίθαμνος που μπορεί να φθάσει το 1m ύψος.  Βλαστοί όρθιοι, πολύκλαδοι, αρθρωτοί, σχεδόν κυλινδρικοί, σαρκώδεις, χοντροί, γυμνοί, πράσινοι οι νεαροί ενώ οι παλαιότεροι γίνονται ξυλώδεις και παίρνουν ανοικτό καφέ χρώμα.  Φύλλα αφανή, μη αντιληπτά με μια πρώτη ματιά, γιατί το μέγεθός τους ελαττώνεται πολύ και αγκαλιάζει τον βλαστό στις ενώσεις σαν ένας πράσινος και λεπτός δακτύλιος.  Άνθη μικρά, άσημα, απλά, ερμαφρόδιτα, αντίθετα και σταυρωτά, ανά 2 σε ομάδες των 3, σχηματίζοντας επάκριους σπάδικες πάνω στον άξονα των κύριων βλαστών αλλά και στους άξονες των πλαγίων βλαστών και είναι βυθισμένα στο μαλακό ιστό του βλαστού.  Βράκτια άνισα που μοιάζουν με λέπια και με μεγαλύτερο το μεσαίο, είναι πράσινα αλλά το φθινόπωρο παίρνουν πορφυρό χρώμα.  Το μεσαίο άνθος είναι μεγαλύτερο από τα 2 πλάγια.  Η δέσμη των 3 ανθέων είναι τοποθετημένοι οριζόντια δηλ κάθετα πάνω στο βλαστό.  Περιάνθιο με 3 ή 4 τμήματα, χοντρά, λευκά και πορώδη και τα οποία  συμφύονται σχηματίζοντας ένα στενό άνοιγμα και επιτρέποντας στους ανθήρες και τα στίγματα να περάσουν από μέσα και έτσι να προεξέχουν κατά την περίοδο της άνθισης.  Στήμονες 1, ανθήρας κίτρινος.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγμα 2-λοβο.  Ανθίζει Σεπτέμβριο-Νοέμβριο.  Καρπός κάρυον.  Κοινό φυτό στην Κύπρο που απαντάται σε αλατούχα εδάφη (αλόφυτα) στο επίπεδο της θάλασσας.

 

Luffa cylindrica

Name/Όνομα:    Λούφα η κυλινδρική 

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Luffa cylindrica (L.) M.Roem

Common name/ Κοινό όνομα:      Loofah, Sponge gourd, vegetable sponge, éponge végétale, luffa,  Esponja vegetal, madodoki, Ghosavala

 Family/Οικογένεια:   CURCUBITACEAE

 

Synonym Luffa aegyptiaca Mill.

 

Luffa cylindrica is an annual fast growing climbing or trailing herb.  Stem green, conspicuously 5-angular, hairy; climbing is carried out by 2-6 tendrils which are axillary, branched, finely hairy, greenish or yellowish, twining anticlockwise.  Leaves alternate, simple, palmately lobed, scabrid on both surfaces, petiolate; lobes unequal, usually 3-7, sometimes more, ovate or triangular, margin wavy or slightly dentate, apex acute or subacute, base cordate; petiole long, angular, hairy, slightly twining clockwise.  Plant monoecious, flowers unisex, actinomorphic; male flowers in  racemes; pentacle long yellowish, hairy; petals 5, obovate, yellow, hairy on both sides, 5-6 prominent yellowish nerves below; calyx campanulate, sepals 5, united at base, triangular, green, hairy; stamens 5, anthers yellow, irregularly curved; female flowers with 5 lanceolate green sepals, their tips often curved downwards; ovary inferior, stigmas 3, 2-lobed. Fruit is long, cylindrical and many seeded fleshy capsule, becoming dry and yellowish at maturity; the fruit is used mainly for cleaning the human body as a sponge.   Native to North Africa or South Asia.

 

Περιγραφή

Μονοετές έρπον ή αναρριχόμενο φυτό με γρήγορη ανάπτυξη. Βλαστός πράσινος και τριχωτός  με 5 εμφανείς γωνιές.  Η αναρρίχηση επιτυγχάνεται με 2-6 έλικες που βγαίνουν από τη βάση των φύλλων, είναι τριχωτοί, πράσινοι ή κίτρινοι, διακλαδισμένοι και έχουν αριστερόστροφη πορεία.  Τα φύλλα είναι κατ εναλλαγή,     απλά, παλαμοειδή, παλαμόνευρα, με τραχείες και τις 2 επιφάνειες και έμμισχα.  Οι λοβοί είναι άνισοι, συνήθως 3-7, κάποτε περισσότεροι, ωοειδείς ή τριγωνικοί, με χείλη κυματοειδή ή ελαφρά οδοντωτά, λίγο ή πολύ οξύληκτα και βάση καρδιόσχημη.  Μίσχος μακρός, γωνιώδης, τριχωτός και με ελάχιστη στρέψη προς τα δεξιά.  Το φυτό είναι μόνοικο και τα άνθη μονογενή, κίτρινα και ακτινόμορφα.  Τα αρσενικά σχηματίζουν βότρεις, ενώ τα θηλυκά είναι μονήρη.  Τα αρσενικά έχουν 5 πέταλα, αντωειδή, τριχωτά και στις 2 πλευρές, με 5-6 εμφανή κιτρινωπά νεύρα στην κάτω επιφάνεια.  Κάλυκας καμπανοειδής, σέπαλα 5, ενωμένα στη βάση, τριγωνικά, πράσινα και τριχωτά.  Στήμονες 5, ανθήρες κίτρινοι με ανώμαλες κυρτώσεις.  Θηλυκά με 5 λογχοειδή σέπαλα των οποίων οι άκρες συχνά λυγίζουν προς τα κάτω.  Ωοθήκη υποφυής, με 3 στίγματα, 2-λοβα.  Καρπός είναι μια μακρά, κυλινδρική, σαρκώδης και με πολλά σπέρματα κάψα που όταν ωριμάσει ξηραίνεται και παίρνει κιτρινωπό χρώμα. Ο καρπός χρησιμοποιείται κυρίως ως σφουγγάρι για καθαρισμό του σώματος. Άνθιση Φθινόπωρο.  Πατρίδα του η Βόρεια Αφρική και η Νότια Ασία.