Euphorbia veneris

October 8, 2021 by savvas

Euphorbia veneris

Name/Όνομα:   Ευφορβία της αφροδίτης

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Euphorbia veneris M.S. Khan.

Common name/Κοινό Όνομα:   Aphrodite’s Spurge, Γαλόχορτον, Sütleğen (Tu).

Family/Οικογένεια:   EUPHORBIACEAE

 

Description

Plant:   Monoecious perennial plant with milky latex and woody rootstock, growing up 40 cm high.

Stem/s:   Several single stems, ascending or decumbent, cylindrical, glaucous or tinged with purple, and glabrous.

Leaves:   Cauline leaves are alternate, simple, entire, elliptic-lanceolate, sessile, glabrous, glaucous, acute or mucronate at apex; ray leaves whorled, oblong-obovate, forming an almost rounded structure; raylet or cyathial leaves opposite, broadly-ovate, yellowish-green, minutely mucronate at apex, rounded at the basis; primary rays 3-7, secondary rays 0-2.

Flowers:  In green gyathia, on terminal, compound, umbel-like (pseudosciadium) inflorescences; involucre cup-shaped; each cyathium consists of a single female flower and few male flowers, accompanied by 4 nectary glands; male flower consists of a single stamen on the top of a pedicel and the female flower consists of a single ovary on its own pedicel, crowned by 3 styles and a 2- lobed stigma; there are 4 nectary glands of various shapes, oblong, drop-shaped or kidney-shaped, which are green, becoming red with age;  each of the 4 glands bear usually 2 short, cylindrical horns (generally one at each end), which are yellowish-green, becoming chestnut to purplish later; ovary superior, 3-sided, carpels 3, 3-parted ovary, I ovule in each part.

Flowering time:   February-June.

Fruit:     3-sided, dehiscent capsule (regma).

Habitat:     Roadsides, rocky slopes, open pine forests, sunny areas, from 700-1700 m alt.

Native:   Endemic to Cyprus, locally common at mountains of Troodos.

 

Περιγραφή

Φυτό:   Μόνοικο πολυετές φυτό ύψους μέχρι 40 εκ,, με γαλακτώδη χυμό και ξυλώδη ρίζα..

Βλαστός/οί:  Αρκετοί απλοί βλαστοί, ανερχόμενοι ή κατακλιμένοι, κυλινδρικοί, με γλαυκό χρώμα αλλά και με πορφυρή χροιά, άτριχοι.  

Φύλλα:     Φύλλα βλαστού κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, ελλειψοειδή’λογχοειδή, άμισχα, με γλαυκό χώμα, μυτερά στην κορυφή ή με μικρή μυτερή προεκβολή.  Ανώτερα φύλλα σε σπόνδυλο, είναι προμήκη-αντωειδή και έχουν ακτινοειδή διάταξη δημιουργώντας μια σχεδόν κυκλική κατασκευή.   Φύλλα κυαθίου αντίθετα, πλατειά-ωοειδή, κιτρινοπράσινα, με μικρή μυτερή προεξοχή στην κορυφή τους, ενώ η βάση είναι στρογγυλεμένη.  Πρωτογενείς ακτίνες 3-7, δευτερογενείς ακτίνες 0-2.

Άνθη:   Σε πράσινα κυάθια, πάνω σε  επάκριες ταξιανθίες που μοιάζουν με σύνθετα σκιάδια

( ψευδοσκιάδια ).  Σύνολο βρακτίων σε κυπελλοειδή σχηματισμό.  Κάθε κυάθιο αποτελείται από ένα απλό θηλυκό άνθος περιτριγυρισμένο από 4 νεκταριοφόρους αδένες.  Το αρσενικό άνθος αποτελείται από ένα απλό στήμονα στην κορυφή ενός ποδίσκου και το θηλυκό άνθος αποτελείται από μια απλή ωοθήκη πάνω στο δικό της ποδίσκο και φέρει στην κορυφή της 3 στύλους που καταλήγουν σε 2-λοβο στίγμα.  Υπάρχουν επίσης 4 νεκταριοφόροι αδένες με διάφορα σχήματα, μπορεί να είναι προμήκεις, να μοιάζουν με σταγόνα ή με ημισέλινο ή ακόμα να έχουν νεφροειδές σχήμα, είναι πρασινωποί αρχικά αλλά τελικά κόκκινοι και κάθε ένας από αυτούς φέρει συνήθως 2 κοντά και κυλινδρικά κεράτια δηλ 1 σε κάθε άκρο, είναι αρχικά πρασινοκίτρινα, αλλά με την πάροδο του χρόνου παίρνουν καστανό προς πορφυρό χρώμα.  Ωοθήκη επιφυής, τρίπλευρη, με 3 καρπόφυλλα και 3 διαμερίσματα, 1 ωάριο σε κάθε διαμέρισμα.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Ιούνιος.

Καρπός:   Τρίπλευρη και διαρρηκτή κάψα.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, σε βραχώδεις πλαγιές, σε ανοικτά πευκοδάση, σε ηλιόλουστες περιοχές, από 700-1700 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ενδημικό της Κύπρου, τοπικά κοινό στα βουνά του Τροόδους.

Comments are closed.