Archives

Category Archive for ‘Πράσινα’

Phytolacca pruinosa

Name/Όνομα:  Φυτόλακκα η παχνώδης.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Phytolacca pruinosa Fenzl.

Common name/Κοινό Όνομα:  Levantine pokeweed, Μελανιά, Παπούτσα του Αλουπού, Βρωμόχορτο.

Family/Οικογένεια:    PHYTOLACCACAE

 

 

Description

 

Plant:   Perennial and dioecious semi-shrubμ growing up to 150 cm high.

Stem/s:  Erect, robust, moderately branched, cylindrical, glabrous, slightly striate, greenish or reddish.

Leaves:  Alternate, simple and entire, ovate-elliptic, acute or obtuse, glabrous, glaucous-green, kshortly petiolate, venation distinct beneath, becoming reddish with age.

Flowers:   Actinomorphic and unisex, in many-flowered, terminal and leaf-opposed racemes; male and female flowers appear on separate plants(dioecious);  male inflorescences are conical or cylindrical and dense when young, becoming lax with age, generally more lax than female inflorescences; male flowers with longer pedicels; perianth-segments 5, ovate-elliptic, concave and spreading; stamens ± 20, filaments free, greenish and glabrous, anthers oblong, introrse, dehiscent-longitudinally, pale yellow; stamens radically arranged from the infertile ovary; female flowers in more dense inflorescences, they are suborbicular and smaller with shorter pedicel; perianth-segments ± suborbicular, ovary superior, nearly globose surrounded by linear staminodes.

Flowering time:    April-July.  Fruiting time:  August-September.

Fruit:   Subglobose fleshy berry, red, becoming black in maturity.    

Habitat:  Roadsides, rocky hillsides and forests´ openings, 900-1700 m alt.

Native:   Eastern Mediterranean region.(Turkey, Lebanon, Syria, Cyprus)

 

Περιγραφή

 

Φυτό:   Πολυετής και δίοικος ημίθαμνος με ύψος μέχρι 150 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιος, δυνατός, μέτρια διακλαδωμένος, κυλινδρικός, γυμνός, ελαφρά ραβδωτός, πρασινωπός ή κοκκινωπός.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά και ακέραια, ωοειδή-ελλειπτικά, οξυκόρυφα ή πλατυκόρυφα, γυμνά, γλαυκοπράσινα, κοντόμισχα, με εμφανή νεύρωση στην κάτω επιφάνεια, αρχικά πράσινα γινόμενα κοκκινωπά με την πάροδο του χρόνου.

Άνθη:   Ακτινόμορφα, μονογενή, σε πολυανθείς, επάκριους και απέναντι από τα φύλλα βότρεις.  Αρσενικά και θηλυκά άνθη σε διαφορετικά φυτά γιατί είναι δίοικο φυτό.  Οι αρσενικές ταξιανθίες είναι κωνικές ή κυλινδρικές και πυκνές στην αρχή, γινόμενες αραιές με την ηλικία, γενικά πιο αραιές από τις θηλυκές ταξιανθίες.  Αρσενικά άνθη με μακρύτερο ποδίσκο.  Τμήματα περιανθίου 5, ωοειδή-ελλειπτικά, κοίλα και απλωμένα.  Στήμονες ± 20, νήμα ελεύθερο, πρασινωπό και άτριχο, ανθήρες προμήκεις, με προσανατολισμό προς το κέντρο του άνθους, με χλωμό κίτρινο χρώμα και με κατά μήκος σχίσιμο.  Οι στήμονες εκφύονται ακτινωτά γύρω από την άγονη ωοθήκη.  Θηλυκά άνθη σε πιο πυκνές ταξιανθίες, είναι σχεδόν σφαιρικά και μικρότερα με κοντύτερο ποδίσκο.  Τμήματα περιανθίου σχεδόν κυκλικά, ωοθήκη επιφυής σχεδόν σφαιρική και περιτριγυρισμένη από άγονους στήμονες.

Άνθιση:   Απρίλιος-Ιούλιος.    Καρποφορία:  Αύγουστος–Σεπτέμβριος.

Καρπός:   Σχεδόν σφαιρική και σαρκώδης ράγα, κόκκινη στην αρχή, μαύρη τελικά.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, βραχώδεις πλαγιές και ανοίγματα δασών, από 900-1700 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ανατολική Μεσογειακή ζώνη. (Τουρκία, Συρία, Λίβανος, Κύπρος).

Urtica pilulifera

Name/Όνομα:    Ούρτικα η σφαιρανθής.*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Urtica pilulifera L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Roman nettle, κνίδη, τσουκνίδα, τσουκνίθα.

Family/Οικογένεια:    URTICACEAE

 

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

 

Plant:   Annual monoecious herb growing up to 130 cm high, but usually 30-60 cm. 

Stem/s:  Erect, ± branched, ribbed, angled, subglabrous or sparsely covered with stinging hairs.

Leaves:  Opposite, simple, broadly ovate, petiolate, dark green, petiole and margins armed on both surfaces with sparse stinging hairs, base subcordate, apex acute; stipules 4..

Flowers:   Inconspicuous and odorless, unisexual, male and female flowers are present on the same plant but on different locations; male inflorescences in lax and pedunculated panicles; each male flower consists of 4-lobed perianth and 4 stamens (staminodes) with oblong and 2-thecous anthers; female flowers in dense and pedunculated globose heads, with an inflated and very unequal 4-lobes perianth; ovary superior with 1 carpel including 1 ovule.

Flowering time:  February-April.  

Fruit:  Achenes.     

Habitat:    Roadsides, waste ground, limits of cultivated fields, 0-600 m alt.

Native:   Mediterranean region to western Asia.

 

 

Περιγραφή

Φυτό:  Μονοετής και μόνοικη πόα με ύψος μέχρι 130 εκ αλλά συνήθως μεταξύ 30-60 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι με ή χωρίς διακλάδωση, γωνιώδεις και ραβδωτοί, σχεδόν άτριχοι ή με διάσπαρτες καυστικές τρίχες που προκαλούν έντονη φαγούρα.

Φύλλα:  Αντίθετα, απλά και μαλακά, πλατειά-ωοειδή, έμμισχα, με σκούρο πράσινο χρώμα.  Ο μίσχος και οι 2 επιφάνειες είναι οπλισμένες με αραιές καυστικές τρίχες, τα χείλη είναι πριονωτά-οδοντωτά , η βάση σχεδόν καρδιόσχημη και η κορυφή μυτερή.  

Άνθη:  Αφανή και άοσμα, μονογενή.  Αρσενικά και θηλυκά άνθη βρίσκονται πάνω στο ίδιο φυτό αλλά σε διαφορετικές θέσεις.  Αρσενικά άνθη σε χαλαρές και με ποδίσκο θυσανοειδείς ταξιανθίες.  Περιάνθιο 4-λοβο, στήμονες 4 που μετατρέπονται σε άγονους τελικά, ανθήρες προμήκεις και 2-θηκοι.  Θηλυκά άνθη σε πυκνές και με ποδίσκο σφαιροειδείς ταξιανθίες.  Περιάνθιο διογκωμένο με πολύ άνισους λοβούς περιανθίου.  Ωοθήκη επιφυής, με 1 καρπόφυλλο που περικλείει ένα σπέρμα.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Απρίλιος.

Καρπός:   Αχαίνια.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, άγονα εδάφη κοντά σε κατοικημένες περιοχές, όρια χωραφιών, από 0.600 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη μέχρι δυτική Ασία.

 

Sarcocornia perennis (Mill.) A. J. Scott subsp. perennis

Name/Όνομα:   Σαρκοκόρνια η πολυετής υποείδ. πολυετής

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Sarcocornia perennis (Mill.) A. J. Scott subsp. perennis

Common name/Κοινό Όνομα:   Perennial glasswort.

Family/Οικογένεια:   CHENOPODIACEAE

 

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

Plant:   Perennial herb or subshrub, growing up to 20 cm high.

Stem/s: Many, main stems prostrate, branched, apparently leafless, secontary  branches decumbent to erect, succulent, articulated, usually rooting at nodes forming tufts or patches on the ground, sometimes more than 1 m diameter, greenish or reddish, hairless, becoming woody with age; segments cylindrical or club-shaped.

Leaves:  Highly reduced, green, surround the internodes giving the fleshy covering of the stem, fused laterally, forming the articulated appearance, while the uppermost parts exceed and overlap the base of the above segment;

Flowers:  Minute, inconspicuous, fleshy, in linear arrangement, in spike-like inflorescences; each segment consists of 2 opposite, 3-flowered cymes, embedded in the fleshy internode, basally fused with each other and with the bracts; the 3 flowers of each cyme, are not connected but they are separated with almost vertical ridges; the middle flower is larger than the others 2, almost reaches the top of the segment; stamen 1; stigmas usually 3.

Flowering time:  August-October.

Fruit: Seeds with hook hairs.

Habitat:   Wetlands habitats, maritime marshes.

Native:   South Britain, Ireland

 

Περιγραφή

Φυτό:   Πολυετής πόα ή μικρός θάμνος με ύψος μέχρι 20 εκ.

Βλαστός/οί:   Πολλοί, κύριοι βλαστοί κατακλιμένοι, με διακλάδωση, φαινομενικά άφυλλοι, δευτερογενείς βλαστοί με ανερχόμενη τάση ή όρθιοι, σαρκώδεις, αρθρωτοί, συνήθως ριζοβολούν με τους οφθαλμούς που ακουμπούν στο χώμα, δημιουργώντας τούφες ή πάτσιες στο έδαφος που μπορεί να ξεπερνούν το 1 μ διάμετρο, με πρασινωπό, πορτοκαλί ή κοκκινωπό χρώμα, άτριχοι, γινόμενοι ξυλώδεις με την πάροδο του χρόνου.  Αρθρωτά τμήματα κυλινδρικά ή κυλινδρικά με μεγέθυνση προς την κορυφή.

Φύλλα:   Έντονα μειωμένα σε μέγεθος, πράσινα, τοποθετημένα γύρω από τα μεσογονάτια διαστήματα του βλαστού, δίνοντας σε αυτά τη σαρκώδη επιφάνεια, συμφύονται στη βάση τους, δημιουργώντας την αρθρωτή εμφάνιση του βλαστού, ενώ τα ανώτερά τους τμήματα επικαλύπτουν και ξεπερνούν τη βάση του υπερκειμένου τμήματος.

Άνθη:   Πολύ μικρά, αφανή και σαρκώδη, σε οριζόντια διάταξη, σε σταχυοειδείς ταξιανθίες.  Κάθε τμήμα του βλαστού αποτελείται από 2 αντίθετους θυσάνους των 3 ανθέων, που είναι βυθισμένα στο σαρκώδες μεσογονάτιο διάστημα, ενώ στη βάση συμφύονται μεταξύ τους αλλά και με τα βράκτια.  Τα 3 άνθη δεν είναι ενωμένα αλλά διαχωρίζονται με σχεδόν εγκάρσιες αυλακώσεις, ενώ το μεσαίο άνθος είναι ελαφρά μεγαλύτερο και φθάνει σχεδόν μέχρι την κορυφή του αρθρωτού τμήματος.  Στήμονες 1, στίγματα συνήθως 3.  

Άνθιση:   Αύγουστος-Οκτώβριος.

Καρπός:  Σπέρματα με αγκιστροειδείς τρίχες.

Ενδιαίτημα:  Σε υγρές αλμυρές περιοχές και τέλματα, κοντά στη θάλασσα.

Πατρίδα:   Νότια Αγγλία, Ιρλανδία.

Acacia  pendula

Name/Όνομα: Ακακία η κρεμοκλαδής

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Acacia  pendula A.Cunn. & G.Don

Common name/ Κοινό όνομα:    Weeping myall, silver-leaf boree, boree, balaar

Family/Οικογένεια: FABACEAE

 

Description

Acacia pendula is an evergreen, much-branched and slow- growing tree growing up to 12m high but usually much smaller.  Trunk erect, bark  grey and fissured; branches many, grey and glabrous; young branches pendulous, greenish-gray, often yellowish, angled or flattened, finely hairy becoming glabrescent with age; phyllodes*alternate, petiolate, simple, entire, narrowly oblong-elliptic or linear, straight or falcate**, flat, silvery-glaucous, hairy becoming hairless, apex subacute mucronate often curved; veins obscure***.  Flowers are hermaphrodite, small and yellow in globular heads, in hanging, axillary and many-flowered racemes; stamens many, filaments whitish, free and glabrous, anthers yellow; style whitish, exserted.  Flowering time October-November.  The fruit is a depressed, oblong, straight or curved and dehiscent brown pod with irregular width, slightly constricted between seeds.  Native to Australia.

Phyllode* = a modified petiole, not true leaf     falcate** = hooked or curled

obscure*** = not clear, difficult to see

 

Περιγραφή

Αειθαλές, πολύκλαδο και αργά αναπτυσσόμενο δένδρο ύψους μέχρι 12m, αλλά συνήθως πολύ χαμηλότερος.  Κορμός όρθιος, φλοιός γκρίζος και ζαρωμένος.  Κλάδοι πολλοί, γκρίζοι και άτριχοι.  Νεαροί κλάδοι γκριζοπράσινοι αλλά συχνά κιτρινωποί, κρεμάμενοι, επίπεδοι ή γωνιώδεις, τριχωτοί αλλά το τρίχωμα ελαττώνεται με την ηλικία.  Φυλλώδια κατ εναλλαγή, έμμισχα, απλά, ακέραια, γραμμοειδή ή προμήκη –ελλειψοειδή, ίσια ή δρεπανοειδή, επίπεδα, γλαυκοπράσινα-αργυροπράσινα, τριχωτά αλλά άτριχα τελικά, σχεδόν οξύκορφα και με μικρή προεκβολή συχνά λυγισμένη ενώ η νεύρωση είναι δυσδιάκριτη.  Άνθη ερμαφρόδιτα, μικρά και κίτρινα σε σφαιρικά κεφάλια, σε μασχαλιαίους, κρεμάμενους και πολύανθεις βότρεις.  Στήμονες πολλοί, νήμα λευκό, ελεύθερο και άτριχο, ανθήρες κίτρινοι.  Στύλοι λευκοί και άτριχοι εξερχόμενοι..  Ανθίζει Οκτώβριο-Νοέμβριο.  Καρπός είναι ένας γραμμοειδής, πράσινος στην αρχή αλλά με καφέ χρώμα στην ωρίμανση, διαρρηκτός χέδρωπας με ανομοιόμορφο πλάτος και ελαφρά συμπιεσμένος μεταξύ των σπερμάτων.  Πατρίδα του η Αυστραλία.

 

Φυλλώδια = μετασχηματισμένος μίσχος, όχι πραγματικό φύλλο, που εξυπηρετεί όμως τις ανάγκες του φυτού όπως το πραγματικό φύλλο ( πχ. φωτοσυνθέτει ). Παρατηρείται πολύ συχνά στις ακακίες.

 

Euonymous japonicus

Name/Όνομα:  Ευώνυμος ο ιαπωνικός   

Scientific name/Επιστημονικό όνομα  Euonymous japonicus Thunb.

Common name/ Κοινό όνομα:   Diào jing cao, Japanese spindle tree, Bonnet de prêtre, Box-leaf Euonymus

Family/Οικογένεια:  CELASTRACEAE

 

 Description

Euonymous japonicus is an evergreen shrub or small tree growing up to 7m tall, but in Cyprus it can reach only 2m.  Trunk erect, much-branched, twigs dark green, squared, glabrous, often wrinkled with age.  Leaves are opposite, simple, oblong-obovate, thick, hard, glossy, margin finely serrated towards apex, margin entire at the base, glabrous, petiolate, apex obtuse to round, notched, base rather cuneate at base.  Flowers inconspicuous, hermaphrodite, actinomorphic and axillary, in terminal cymes; petals 4, flattened, oblong-obovate, greenish-white, glabrous, with whitish membranous margin; sepals 4 in 2 unequal pairs, the inner larger, they are green or yellowish and glabrous; stamens 4, alternate between the petals, filaments white, glabrous, anthers yellowish; ovary superior, style 1, erect, straight, similar color with petals, stigma 4-lobed. Flowering time March-June (Cyprus).  The fruit is a flattened, dark pink or red capsule.  Native to Japan and Korea.

 

Περιγραφή

Αειθαλής θάμνος ή μικρό δένδρο που μπορεί να φθάσει τα 7μ. ύψος, αλλά στην Κύπρο συνήθως φθάνει τα 2μ ύψος.  Κορμός όρθιος και πολύκλαδος, κλαδιά πράσινα, τετράγωνα και άτριχα, ενώ με την πάροδο του χρόνου ζαρώνουν.  Φύλλα αντίθετα, απλά, μάλλον αντωειδή, χοντρά, σκληρά, γυαλιστερά, άτριχα, χείλος πριονωτό προς την κορυφή, ακέραιο στη βάση, έμμισχα, αμβλύκορφα ή με στρογγυλεμένη κορυφή, βάση φύλλου τριγωνική.  Άνθη μικρά, ερμαφρόδιτα, ακτινόμορφα και μασχαλιαία σε επάκριες κυματοειδείς ταξιανθίες.   Πέταλα 4, επίπεδα, προμήκη αντωειδή, λευκοπράσινα, γυμνά και με περιθώριο μεμβρανώδες και ασπριδερό.  Σέπαλα 4 σε 2 άνισα ζεύγη, τα εσωτερικά μεγαλύτερα, όλα είναι άτριχα και πρασινοκίτρινα.  Στήμονες 4, κατ εναλλαγή με τα πέταλα, νήμα λευκό και γυμνό, ανθήρες κιτρινωποί.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, όρθιος και ευθείς με χρώμα ίδιο με τα πέταλα, στίγμα 4-λοβο.  Ανθίζει  Μάρτιο-Ιούνιο.  Καρπός είναι μια επίπεδη, με βαθύ ρόδινο ή κόκκινο χρώμα κάψα.  Πατρίδα του η Ιαπωνία και η Κορέα.

 

Castanea sativa

Name/Όνομα:  Καστανιά η εδώδιμη

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Castanea sativa Mill.

Common name/ Κοινό όνομα:   European chestnut, Sweet chestnut, Spanish chestnut, Καστανιά     

Family/Οικογένεια:  FAGACEAE

 

Description

Μονοecious*and deciduous tree up to 30m high.  Bark greyish-brown and smooth, becoming grooved and fissured with age; trunk stout and wide, old trees may have a trunk diameter 2m or more; young branches are purple-brown and tomentose, bearing oval or roundish, red-brown buds.  Leaves are alternate, simple, oblong-lanceolate, dark green above, light green below, glabrous on both sides, margin conspicuously serrate, venation prominent, base slightly cuneate, apex acuminate, petiole yellowish.  Flowers yellow, unisex (male or female) on terminal spikes** (catkins); female flowers are located at the base of the catkins, while male flowers developed at the remaining part of the catkins; after pollination, female flowers develop into reddish-brown nuts, wrapped in a green (first) or yellowish (after) prickly case, called cupule; Flowering time June-July.  Nuts are shed in October (Cyprus).  Native of a zone extended from Balkan Peninsula to western Asia and northern Africa.  Μονοecious* = male and female flowers are on the same plant.  spike** = inflorescence bearing one scaly bract and  unisex apetalous flowers

 

Περιγραφή

Φυλλοβόλο και μόνοικο* δέντρο ύψους μέχρι 30m.  Κορμός εύρωστος και χοντρός που μπορεί να φθάσει ή να ξεπεράσει τα 2m διάμετρο.  Φλοιός τεφροκαστανός, λείος στην αρχή αλλά με την πάροδο του χρόνου γίνεται ζαρωμένος και εμφανίζει σκισίματα και αυλάκια.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, επιμήκη λογχοειδή, με σκούρο πράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια, με ανοικτό πράσινο στην κάτω, άτριχα και στις 2 επιφάνειες, χείλος έντονα πριονωτό, με πολύ εμφανή νεύρωση, με βάση ελαφρά επίπεδη, κορυφή σχεδόν οξύληκτη και με κιτρινωπό μίσχο.  Άνθη κιτρινωπά, μονογενή (αρσενικά ή θηλυκά) σε επάκριους και όρθιους ίουλους.  Τα αρσενικά άνθη καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του ίουλου, ενώ τα θηλυκά βρίσκονται στη βάση του.  Μετά την επικονίαση τα θηλυκά άνθη αναπτύσσονται σε κοκκινοκαστανά κάρυα που περιβάλλονται από ένα πράσινο στην αρχή και κιτρινωπό αργότερα, ακανθώδη σάκο, ώστε να φαίνονται από μακριά σαν μεγάλοι πράσινοι αχινοί.  Ανθίζει Μάιο-Ιούλιο.  Τον Οκτώβριο τα κάστανα ωριμάζουν και πέφτουν.  Πατρίδα του θεωρείται μια ζώνη που ξεκινά από τη Βαλκανική χερσόνησο και εκτείνεται μέχρι τη Δυτική Ασία και τη Βόρεια Αφρική. Μόνοικο*  = αρσενικά και θηλυκά άνθη βρίσκονται πάνω στο ίδιο  φυτό.  Ίουλος** = ταξιανθία συνήθως κρεμάμενη που φέρει  μονογενή (αρσενικά ή θηλυκά) και απέταλα άνθη

Dodonaea viscosa

Name/ Όνομα:   Δωδοναία η ιξώδης

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Dodonaea viscosa (L.) Jacq

Common name/Κοινό όνομα:   Sticky hop bush, hopbush, hopseed bush,  δωδόνεια

Family/Οικογένεια:  SAPINDACEAE

 Description

Perennial, evergreen and polygamo-dioecious shrub, growing to 3m tall.  Leaves alternate, simple, entire, lanceolate, hairless, glandular and sticky on both sides, base cuneate, apex acute,  petiole short, somewhat swollen at base; lower leaves obovate, sessile.  Flowers many and tiny, on dense axillary or terminal panicles; flowers greenish-white becoming  yellowish-red in madurity, usually unisex (male or female flowers), but occasionally both sexes are present on the same flower; petals absent; sepals 4 or 5, ovate, pubescent, green;  stamens 8, filaments yellowish, anthers reddish, 2-thecous; ovary superior.  Flowering time January-April.  The fruit is a nearly rounded capsule, initially green, becoming reddish-yellow, with 2-3 membranous wings and 1-3 black seeds

Περιγραφή

Πολυετής, αειθαλής και πολυγαμοδίοικος θάμνος ύψους που φθάνει τα 3m Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, λογχοειδή, γυμνά, αδενώδη και με κολλώδη υφή και στις 2 επιφάνειες, με βάση και κορυφή μυτερή και με μίσχο που είναι λίγο διογκωμένος στη βάση.  Χαμηλότερα φύλλα αντωειδή και άμισχα.  Άνθη πολλά και μικρά σε πυκνούς μασχαλιαίους ή επάκριους βότρεις, είναι λευκοπράσινα στην αρχή, αλλά τελικά παίρνουν κιτρινο-κοκκινωπό χρώμα, είναι συνήθως μονογενή (μόνο θηλυκά ή μόνο αρσενικά άνθη) αλλά σποραδικά μπορεί να βρεθούν και τα 2 γένη στο ίδιο άνθος.  Πέταλα απουσιάζουν.  Σέπαλα 4-5, πράσινα και χνουδωτά..  Στήμονες 8, με κιτρινωπό νήμα και κοκκινωπούς ανθήρες δίχωρους.  Ωοθήκη επιφυής,  Άνθιση Ιανουάριος-Απρίλιος.  Ο καρπός είναι μια σχεδόν σφαιρική κάψα που είναι στην αρχή πράσινη αλλά τελικά παίρνει κιτρινο-κόκκινο χρώμα με 2-3 μεμβρανώδη πτερύγια και 1-3 μαύρα σπέρματα.

 

Maclura pomifera

Όνομα:   Μακλούρα η καρποφόρος

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Maclura pomifera  (Raf.) C.K  Schneid

Common name/Κοινό όνομα:  Osage orange, bow wood, mock orange, μακλούρα

Family/Οικογένεια: MORACEAE 

 

Description

Deciduous and dioecious tree growing to 15m tall, but generally much shorter (5-8m).  Trunk erect, short, thick and woody; bark is grey to orange-brown and forrowed; twigs are green, becoming progressively orange-brown to yellowish-orange, armed with  straight and sharp thorns in axils. Leaves alternate, ovate, simple, entire, petiolate, base variable from rounded to subcordate, apex acuminate, upper surface dark green glabrous and shining,  pale green and hairy beneath.    Male and female flowers are found on different trees (dioecious); male flowers arranged  in axillary racemes, they are green, small, globular and hairy with 4 stamens, 4 sepals but no petals, while female flowers are borne in subspherical heads;  the fruit’s size resembles  an orange but is green( yellow in maturity) and  consisted of many small drupes forming a syncarp ( like a fig).   Fruits and branches secrete milky and sticky latex when cut or damaged.  Flowering time May-June. Native to USA.

 

Περιγραφή

Αειθαλές και δίοικο δένδρο ύψους 15m, αλλά συνήθως αρκετά χαμηλότερο( 5-8m).  Κορμός όρθιος, σχετικά κοντός, χοντρός και ξυλώδης, ενώ ο φλοιός είναι γκρίζος με  πορτοκαλί – καφέ περιοχές και είναι έντονα ρυτιδωμένος.  Νεαροί κλάδοι είναι αρχικά πράσινοι αλλά σταδιακά γίνονται πορτοκαλοκίτρινοι ή με ανοικτό πορτοκαλί-καφέ χρώμα, ενώ στις μασχάλες των φύλλων φέρει σκληρά και ίσια αγκάθια που είναι αρχικά πράσινα αλλά τελικά παίρνουν γριζοκαστανό χρώμα.  Φύλλα κατ εναλλαγή, ωοειδή, απλά, έμμισχα, ακέραια με βάση που ποικίλει από στρογγυλή μέχρι καρδιόσχημη, κορυφή μάλλον μυτερή, άνω επιφάνεια με σκούρο πράσινο χρώμα, γυμνή και γυαλιστερή, ενώ η κάτω έχει ανοικτό πράσινο χρώμα και είναι τριχωτή.  Αρσενικά και θηλυκά άνθη βρίσκονται σε διαφορετικά φυτά διότι το δέντρο είναι δίοικο.  Τα αρσενικά άνθη είναι μικρότερα, πράσινα, σφαιρικά και τριχωτά και αναπτύσσονται σε μασχαλιαίους βότρεις, με 4 στήμονες και 4 σέπαλα αλλά χωρίς πέταλα, ενώ τα θηλυκά αναπτύσσονται σε μασχαλιαία υποσφαιρικά κεφάλια.  Ο καρπός μοιάζει με πορτοκάλι στο μέγεθος αλλά είναι αρχικά πράσινος, μετά κίτρινος και αποτελείται από πολλές μικρές δρύπες που ενωμένες σχηματίζουν συγκάρπιο ( σύνθετος καρπός) όπως και το σύκο.  Καρποί και κλάδοι εκκρίνουν γαλακτώδη και κολλώδη ουσία αν τραυματισθούν.  Οι καρποί δεν τρώγονται.  Ανθίζει Μάιο-Ιούνιο. Πατρίδα του οι ΗΠΑ.

 

Cestrum nocturnum

Name/ Όνομα:  Κέστρον το νυκτερινό*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Cestrum nocturnum L

Common name/ Κοινό όνομα:

Common name/Κοινό όνομα:  Night blooming jasmine, Queen of the night, Night jessamine, Πακιστανός, Νυχτολούλουδο

 Family/Οικογένεια:   SOLANACEAE

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

 

Description

Plant:  Evergreen and woody shrub reaching 4m high; stems few or single, erect or semi erect, the younger greenish and slightly hairy, the older gray-brownish and glabrous; older branches arching or tend to droop.

Leaves:  Alternate, simple, entire, lanceolate, glabrous, glossy, petiolate, base obtuse, apex acuminate.

Flowers:  Hermaphrodite, actinomorphic, on terminal or axillary spikes; the flowers open at night and closed in the morning; during the night the flowers emit a strong sweet fragrance; corolla tubular, greenish, star-shaped above and glabrous externally if the flowers are closed; when open, the lobes are internally green in the middle and white and hairy on margin; calyx bell-shaped, 5-dentate at apex, green and glabrous; stamens 5, equal size, radial, filaments green and free only in the upper part, the other part is connected internally with the tube; anthers whitish-brown; style erect, greenish-yellow, stigma globular, green, glabrous.

Flowering time:  Sumer-Autumn.

Fruit:   Globular white berry, turning black at maturity.

Native:  West Indies, tropical America.

Περιγραφή

Φυτό:  Αειθαλής και ξυλώδης θάμνος ύψους μέχρι 4m.  Βλαστοί λίγοι ή ένας, ανερχόμενοι ή ημιανερχόμενοι, με αραιή διακλάδωση, οι νεαρότεροι πρασινωποί και ελαφρά χνουδωτοί, οι παλαιότεροι τεφροκαστανοί, γυμνοί και με τάση να γέρνουν προς τα κάτω.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, απλά, λογχοειδή, γυμνά, γυαλλιστερά και δερματώδη, έμμισχα, με βάση στρογγύλη και κορυφή σχεδόν μυτερή.

Άνθη:  Ερμαφρόδιτα, ακτινόμορφα, σε επάκριους ή μασχαλιαίους στάχεις.  Στεφάνη επιμήκης και σωληνοειδής, το άνω μέρος της μοιάζει με αστέρι, με 5 ασπροπράσινους και γυμνούς λοβούς όταν τα άνθη είναι κλειστά.  Τα άνθη ανοίγουν τη νύκτα και εσωτερικά και κεντρικά είναι πράσινα, λευκά και τριχωτά στο χείλος ενώ αναδίδουν μια έντονη και γλυκιά μυρωδιά.  Κάλυκας κωδωνοειδής, με 5 δόντια στην κορυφή, πράσινος και γυμνός.  Στήμονες 5, ίσοι σε μέγεθος, ακτινωτά τοποθετημένοι, με ανθήρες λευκοκαστανούς, νήμα πράσινο και ελεύθερο μόνο στο τελευταίο μέρος, ενώ το υπόλοιπο είναι ενωμένο εσωτερικά με το σωλήνα.  Στύλος όρθιος και κιτρινοπράσινος, στίγμα όρθιο, σφαιρικό και πράσινο

Καρπός σφαιρική, γυαλιστερή και άσπρη ρόγα η οποία παίρνει τελικά χρώμα μαύρο.

Άνθιση:  Καλοκαίρι-Φθινόπωρο.

Πατρίδα:  Τροπική Αμερική και οι Δυτικές Ινδίες.

 

 

 

 

Description

Evergreen and woody shrub reaching 4m high; stems few or single, erect or semi erect, the younger greenish and slightly hairy, the older gray-brownish and glabrous; older branches arching or tend to droop.  Leaves alternate, simple, entire, lanceolate, glabrous, glossy, petiolate, base obtuse, apex acuminate.  Flowers hermaphrodite, actinomorphic, on terminal or axillary spikes; the flowers open at night and closed in the morning; during the night the flowers emit a strong sweet fragrance; corolla tubular, greenish, star-shaped above and glabrous externally if the flowers are closed; when open, the lobes are internally green in the middle and white and hairy on margin; calyx bell-shaped, 5-dentate at apex, green and glabrous; stamens 5, equal size, radial, filaments green and free only in the upper part, the other part is connected internally with the tube; anthers whitish-brown; style erect, greenish-yellow, stigma globular, green, glabrous.  The fruit is a globular white berry, turning black at maturity.  Flowering time Sumer-Autumn.  Native to West Indies and to tropical America.

Περιγραφή

Αειθαλής και ξυλώδης θάμνος ύψους μέχρι 4m.  Βλαστοί λίγοι ή ένας, ανερχόμενοι ή ημιανερχόμενοι, με αραιή διακλάδωση, οι νεαρότεροι πρασινωποί και ελαφρά χνουδωτοί, οι παλαιότεροι τεφροκαστανοί, γυμνοί και με τάση να γέρνουν προς τα κάτω.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, λογχοειδή, γυμνά, γυαλλιστερά και δερματώδη, έμμισχα, με βάση στρογγύλη και κορυφή σχεδόν μυτερή.  Άνθη ερμαφρόδιτα, ακτινόμορφα, σε επάκριους ή μασχαλιαίους στάχεις.  Στεφάνη επιμήκης και σωληνοειδής, το άνω μέρος της μοιάζει με αστέρι, με 5 ασπροπράσινους και γυμνούς λοβούς όταν τα άνθη είναι κλειστά.  Τα άνθη ανοίγουν τη νύκτα και εσωτερικά και κεντρικά είναι πράσινα, λευκά και τριχωτά στο χείλος ενώ αναδίδουν μια έντονη και γλυκιά μυρωδιά.  Κάλυκας κωδωνοειδής, με 5 δόντια στην κορυφή, πράσινος και γυμνός.  Στήμονες 5, ίσοι σε μέγεθος, ακτινωτά τοποθετημένοι, με ανθήρες λευκοκαστανούς, νήμα πράσινο και ελεύθερο μόνο στο τελευταίο μέρος, ενώ το υπόλοιπο είναι ενωμένο εσωτερικά με το σωλήνα.  Στύλος όρθιος και κιτρινοπράσινος, στίγμα όρθιο, σφαιρικό και πράσινο  Καρπός σφαιρική, γυαλιστερή και άσπρη ρόγα η οποία παίρνει τελικά χρώμα μαύρο.  Άνθιση Καλοκαίρι-Φθινόπωρο.  Πατρίδα του η τροπική Αμερική και οι Δυτικές Ινδίες.