Category Archive for ‘Κόκκινα’

Sarcopoterium spinosum

Name/Όνομα:  Σαρκοποτήριον το ακανθώδες

Scientific name/Επιστημονικό όνομαSarcopoterium spinosum (L.) Spach.       

Common name/Κοινό όνομα:  Thorny burnet, Pimprenelle épineuse, Dornige Bibernelle, Μαζί  

Family/ Οικογένεια:  ROSACEAE


Name/Όνομα:  Σαρκοποτήριον το ακανθώδες

Scientific name/Επιστημονικό όνομαSarcopoterium spinosum (L.) Spach.       

Common name/Κοινό όνομα:  Thorny burnet, Pimprenelle épineuse, Dornige Bibernelle, Μαζί  

Family/ Οικογένεια:  ROSACEAE



Sarcopoterium spinosum is a perennial, dense and spiny shrub growing up to 50cm high.  Stems several, much branched, branches glabrous when old, terminating into bifurcate spines; bark silvery-brown; foliage rounded.  Leaves alternate, compound, pinnatisect, petiolate, odd-pinnate; leaflets simple, opposite, stemless, leathery, ovate with few unequal pointed dents, hairy on both sides with whitish hairs pointing towards apex;   rachis angled and hairy; stipules present.  Flowers unisex in dense spikes; male flowers are located at the base of the spike while female flowers are at the top of the inflorescence;  bracts 3, hairy; petals absent; sepals 4, oval, green, tinged reddish, reflexed at anthesis; stamens numerous, 2-thecous, kidney-shaped; styles feathery, purple; the fruit is a globose and fleshy, consisted of 2-3 achenes.  Flowering time Feb-April.  Native to Mediterranean region.  Common plant in Cyprus and it is founded on open forests, dry rocky places, garigue and waste ground from 0-1200m alt



Πολυετής, πυκνός και ακανθώδης θάμνος που μπορεί να φθάσει τα 50εκ. ύψος.  Βλαστοί αρκετοί, πολύκλαδοι, κλάδοι τριχωτοί στην αρχή, ξυλώδεις και  γυμνοί αργότερα καταλήγουν σε διχαλωτή άκανθα.  Φλοιός αργυροκαστανός.  Φύλλωμα σφαιρικό.  Φύλλα κατ εναλλαγή, σύνθετα, πτεροσχιδή, έμμισχα και περιττόληκτα.  Φυλλάρια απλά, αντίθετα, άμισχα, δερματώδη, ωοειδή με λίγα άνισα και μυτερά δόντια, τριχωτά και στις 2 επιφάνειες με ασπριδερές τρίχες που βλέπουν προς την κορυφή του φύλλου.  Ράχη του σύνθετου φύλλου τριχωτή και γωνιώδης.  Παράφυλλα υπάρχουν.  Άνθη μονογενή σε πυκνούς στάχεις.  Τα αρσενικά άνθη βρίσκονται στη βάση του στάχυ ενώ τα θηλυκά άνθη στην κορυφή του.  Βράκτια 3, τριχωτά.  Τα πέταλα απουσιάζουν.  Σέπαλα 4, ωοειδή, πράσινα με κόκκινες αποχρώσεις και με κορυφή που γέρνουν προς τα πίσω κατά την άνθιση.  Στήμονες πολυάριθμοι, 2-θηκοι, με νεφροειδές σχήμα.  Στύλοι πτερωτοί και πορφυροί.  Ο καρπός είναι σφαιρικός και σαρκώδης αποτελούμενος από 2-3 αχαίνια.  Άνθιση Φεβρουάριος-Απρίλιος.  Πατρίδα του η Μεσογειακή ζώνη.  Κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε ανοικτά δάση, ξηρές και πετρώδεις περιοχές, άγονα εδάφη και θαμνώνες από 0-1200μ υψόμετρο.

Dimocarpus longan

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Dimocarpus longans  Lour.

Common name/Κοινό όνομα:  Longan, dragon’s eye, longanler,Longanbaum   

Family/Οικογένεια:  SAPINDACEAE



Dimocarpus longans is an evergreen tree growing up to 12m tall but usually smaller; trunk single, erect, branched, bark rough, brownish, crown rounded; twigs greenish and hairy, branches spreading or slightly pending.  Leaves alternate, pinnately compound, petiolate, often pending; leaflets 6-10 in opposite pairs with short petiolulate*, blade elliptic to oblong-lanceolate, margin slightly wavy, glabrous, dark green, leathery and shining above, pale green and minutely hairy beneath, veins prominent on both sides, apex blunt, base usually cuneate.  Flowers actinomorphic, male, female or hermaphrodite in terminal panicles; stalk short greenish-yellowish, hairy; petals 5-6, obovate, unequal, yellowish-white, densely hairy; sepals 5-6, ovate, unequal, yellowish-brown, densely hairy; stamens 8, filaments free, brown and hairy,  anthers 2-thecous, pale yellow; ovary superior, disk yellow, symmetrical, style 1, stigma 2-lobed, hairy.  Fruit edible, circular with rough yellowish-brown rind, flesh soft, greyish, seed 1, shining black with white spot at base.  Flowering time April-July (in Cyprus).  Native to Southern Asia.

petiolulate*= petiole of a leaflet on  compound leaves


Φυλλοβόλο και διακοσμητικό δέντρο με στρογγυλή κόμη και ύψος που φθάνει τα 15m, αλλά συνήθως χαμηλότερο.  Κορμός απλός, όρθιος, με διακλάδωση, με γκρίζο προς ανοικτό καστανό χρώμα που με την πάροδο του χρόνου σχηματίζει κατά μήκος και προς τα κάτω σχισμές και ρήγματα που συχνά αποκαλύπτουν ένα κοκκινωπό χρώμα.  Νεαροί κλάδοι τριχωτοί, με ανοικτό καστανό χρώμα και οι οποίοι καλύπτονται με μικρά, στρογγυλά και άσπρα σημάδια.  Φύλλα σύνθετα, πτερωτά, περιττόληκτα ή αρτιόληκτα, με κιτρινωπό ή κοκκινωπό μίσχο που είναι διογκωμένος στη βάση.  Φυλλάρια 8-17, κατ εναλλαγή (εκτός από τα τελευταία ),απλά, ωοειδή προς λογχοειδή, γυμνά, με άνισα πριονωτό χείλος και κάπως ασύμμετρo προς τη βάση που είναι στρογγυλή, ενώ η κορυφή είναι μυτερή.  Άνθη ερμαφρόδιτα σε πυκνή, επάκρια και πυραμιδοειδή φόβη.  Ποδίσκοι κιτρινοπράσινοι και τριχωτοί.  Πέταλα 4-5, κίτρινα, προμήκη ωοειδή, γυμνά και με βάση που συχνά  παίρνει κόκκινο χρώμα κατά την ενηλικίωση.  Σέπαλα 4-5, πράσινα και ενωμένα στη βάση τους.  Στήμονες 7-8, με τριχωτό κιτρινωπό νήμα.  Ανθήρες δίχωροι και καστανοί.  Ωοθήκη επιφυής, τρίχωρη με 2 ωάρια σε κάθε χώρο.  Ο καρπός είναι μια οβάλ, τριχωτή, λεπτή και διογκωμένη κάψα με καφέ προς ανοικτό ρόδινο χρώμα και με μυτερή κορυφή που προεξέχει.  Σπέρματα 6, (2 σε κάθε διαμέρισμα) στρογγυλά που από πράσινα γίνονται μαύρα στην ωρίμανση.  Άνθιση τέλος Καλοκαιριού- αρχές Φθινοπώρου( στην Κύπρο).  Πατρίδα του το Ταϊβάν.



Aristolochia sempervirens

 Name/Όνομα:    Αριστολόχια η αείζωος

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Aristolochia sempervirens L.

Common name/ Κοινό όνομα:    Climbing birthwort, Dutchman’s pipe




Aristolochia sempervirens is a perennial and evergreen climbing vine growing to 5m in length.  Stems are woody, branched, angular, glabrous, twining anticlockwise, scrambling on shrubs, trees and fences.  Leaves alternate, simple, entire, sometimes slightly serrate, cordate, petiolate, leathery and glabrous, pale green, base strongly heart-shaped with 2 rounded auricles, apex acute or acuminate.  Flowers zygomorphic, hermaphrodite, solitary and axillary with unusual shape, resembling smoking pipe (common name Dutchman’s pipe); they are tubular, U or S shaped, swollen at base with a flared mouth at the top; the tube is brownish-purple with darker purple longitudinal strips externally, yellow internally with dark purple borders at the top and inside throat and base; straight white hairs between base and mouth internally; long whitish hairs on the mouth, shorter brown hairs below internally; stamens 6, anthers 2-thecous; ovary inferior, hexagonal, 6 locular.  Flowering time February-July (Cyprus).  The fruit is a hanging, ellipsoid capsule enclosing flattened seeds.  Native to eastern Mediterranean region.  Common plant in Cyprus and it is founded near streams and misty places from 0-1000m alt.



Πολυετές και αειθαλές αναρριχητικό φυτό που μπορεί να φθάσει tα 5m μήκος.  Βλαστοί ξυλώδεις, γωνιώδεις, με διακλάδωση, γυμνοί, περιελισσόμενοι αντίθετα από τους δείκτες του ρολογιού, αναρριχόμενοι πάνω σε δένδρα, θάμνους και φράκτες.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, καρδιόσχημα, ακέραια, κάποτε πολύ ελαφρά πριονωτά, έμμισχα, κάπως σκληρά και γυμνά, με ανοικτό πράσινο χρώμα, με βάση έντονα καρδιόσχημη με 2 στρογγυλεμένους λοβούς και κορυφή μυτερή.  Άνθη ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα και μασχαλιαία με ασύνηθες σχήμα.  Μοιάζουν με πίπα καπνού εξ ου και το κοινό όνομα (Dutchman’s pipe).  Τα άνθη είναι σωληνοειδή, σε σχήμα U, με εξογκωμένη βάση και με ανοικτό “στόμα” στην κορυφή του.  Ο σωλήνας είναι καστανοπορφυρός με πιο σκούρες επιμήκεις λωρίδες εξωτερικά, με κίτρινο χρώμα εσωτερικά και με σκούρο πορφυρό χρώμα στο εσωτερικό της βάσης, του φάρυγγα και του περιθωρίου του στόματος.  Μεταξύ βάσης και στόματος υπάρχουν πυκνές και ίσιες λευκές τρίχες, ψηλότερα υπάρχουν πιο αραιές και καφέ τρίχες ενώ στο περιθώριο του στόματος ασπριδερές και πιο μακριές τρίχες.  Στήμονες 6, 2-θηκοι.  Ωοθήκη υποφυής, εξαγωνική με 6 καρπόφυλλα.  Άνθιση Φεβρουάριος-Ιούλιος (Κύπρος).  Ο καρπός είναι μια κρεμάμενη ελλειψοειδής κάψα με επίπεδα σπέρματα.  Πατρίδα του η ανατολική Μεσογειακή ζώνη.  Κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται κοντά σε ρυάκια και γενικά σε υγρές και σκιασμένες περιοχές από 0-1000μ υψόμετρο.

Lathyrus aphaca

Name/Όνομα:   Λάθυρος η αφάκα*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Lathyrus aphaca L.

Common name/ Κοινό όνομα:    Yellow Vetchling, Yellow Pea

Family/Οικογένεια: FABACEAE


 * Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Lathyrus aphaca is an annual plant growing up to 30cm tall.  Stems are trailing with a climbing habit, much-branched, squared, leafless and glabrous.  The true leaves are reduced to unbranched tendrils, bearing 2 stipules at their base; stipules have the appearance of leaves, they are opposite, ovate to triangular, glabrous, simple and entire with acute apex and 2 triangular and acute lobes at their base, margins often tinged purplish.  Flowers are hermaphrodite, zygomorphic, papilionaceous, solitary or in pairs;  calyx campanulate, glabrous, pale green, 5-toothed; teeth narrow lanceolate, margins whitish, apex acuminate; corolla bright yellow, standard petal suborbicular,  emarginate,  with prominent blackish-purple strikes; wings obovate, keel boat-shaped, upcurved; stamens 10, 9 fused, 1 free; ovary superior, style 1, stigma 1.  Flowering time January-May.  The fruit is a narrow, oblong, brown, glabrous, straight or curved and rather flat pod (legume).  Native to southern Europe, North Africa and western Asia.  Common plant in Cyprus and it is found generally on calcareous ground, cultivated fields, waste places and roadsides from 0-975m alt.



Μονοετές φυτό που μπορεί να φθάσει τα 30εκ ύψος.  Οι βλαστοί αναπτύσσονται επιφανειακά και έχουν τάση να αναρριχώνται, είναι πολύκλαδοι, τετράγωνοι και γυμνοί και στην πραγματικότητα άφυλλοι.  Τα πραγματικά φύλλα έχουν μειώσει σημαντικά την επιφάνειά τους και έχουν μετατραπεί σε έλικες (χωρίς διακλάδωση).  Τα 2 παράφυλλα μοιάζουν με φύλλα, είναι αντίθετα, ωοειδή-τριγωνικά, άτριχα, απλά, ακέραια, οξύκορφα και στη βάση φέρουν 2 τριγωνικούς και μυτερούς λοβούς, ενώ τα χείλη συχνά παίρνουν πορφυρή χροιά. Άνθη κίτρινα, ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα, σε σχήμα πεταλούδας( γι αυτό λέγονται και ψυχανθή, ψυχή =πεταλούδα), συνήθως μεμονωμένα.  Στεφάνη με 5 πέταλα, 2-χειλη, το άνω χείλος είναι ένα μεγάλο πέταλο, ο πέτασος που είναι σχεδόν κυκλικός, φέρει μικρή εγκοπή στο άνω μέρος του και φέρει επίσης μαυροπορφυρές γραμμώσεις, ενώ το κάτω χείλος αποτελείται από 4 πέταλα, 2 αντωειδείς πτέρυγες στο πλάι και μεταξύ αυτών την τρόπιδα που προέρχεται από τη σύμφυση 2 πετάλων, έχει σχήμα βάρκας και με μύτη λυγισμένη προς τα πάνω.  Ποδίσκος πράσινος και άτριχος.  Κάλυκας καμπανοειδής, πρασινωπός, γυμνός και με 5 στενά-λογχοειδή και οξύκορφα δόντια.  Στήμονες 10, 9 συμφυείς και 1 ελεύθερος.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγμα 1.  Άνθιση Ιανουάριος-Μάιος.  Ο καρπός είναι ένας μακρός, ίσιος ή καμπύλος, και σχεδόν επίπεδος και με καφέ χρώμα λοβός ( όσπριο ή χέδρωψ).  Πατρίδα του η νότια Ευρώπη, Βόρεια Αφρική και περιοχές της Ασίας.  Κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται γενικά σε ασβεστολιθικά εδάφη, καλλιεργημένα χωράφια, άγονες περιοχές και κατά μήκος δρόμων από 0- 975μ υψόμετρο.



Equisetum telmateia 

Name/Όνομα: Eκουϊζέτουμ (Αλογοουρά) των τελμάτων  

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Equisetum telmateia Ehrh.

Common name/Κοινό όνομα:  Great horstail, Grande prele, Canutillos

Family/Οικογένεια:  EQUISETACEAE

*Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.


Equisetum telmateia is a perennial herbaceous and deciduous plant with separate sterile and fertile stems, growing up to 100cm tall.  Sterile stems (fotosynthetic) appear in late spring and dying in late autumn, they are erect, glabrous, nearly cylindrical (there are inconspicuous ridges), hollow and branched in whorls; branches are many, 14-20 or more, unbranched, erect when young, becoming spreading, horizontal or arcing  later, they are linear, green and glabrous, mucronate, tips brown; branches are longer at the upper whorls becoming gradually shorter towards the base of the stem; main stem is whitish with ridges between nodes (Internodes); internodes are longer at base and shorter towards apex; nodes are covered with a whorl of reduced leaves, fused below to form the petiole (sheath) enclosing so the stem; sheaths on branches smaller; sheaths bears a number of  grooves below which are erect, acuminate and they have brown teeth at apex, about the same number with the branches.  Fertile stems (not photosynthetic) appear in early spring before the sterile stems; they produce spores in specialize conical structures called strobili; strobilus is conical, brownish and appear at the top of the fertile stems.  Fertile stems dying after the releasing of the spores.  Reproduction is carried out by spores and by the extended rhizomes.  Flowering time April.  Native to Europe, western Mediterranean, northern Africa and western Asia.  Common plant in Cyprus and it is founded on slow and shallow stream, streambanks and generally on shady, wet and misty places where it forms large colonies, from 175- to 1375m altitude.



Πολυετές και αειθαλές ποώδες φυτό, ύψους μέχρι 100εκ (Κύπρος), με 2 ξεχωριστούς βλαστούς:  α) Άγονοι βλαστοί που μπορούν να φωτοσυνθέτουν, εμφανίζονται προς το τέλος της άνοιξης και πεθαίνουν το φθινόπωρο, είναι όρθιοι, άτριχοι, σχεδόν κυλινδρικοί (υπάρχουν όμως ανεπαίσθητες ραβδώσεις), είναι κούφιοι και διακλαδώνονται σε σπονδύλους.  Κλάδοι αρκετοί, 14-20 ή περισσότεροι, χωρίς διακλάδωση, όρθιοι οι νεαροί, απλωμένοι ή λυγισμένοι προς τα κάτω οι παλαιότεροι, είναι γραμμοειδείς, πράσινοι και γυμνοί, με μικρή και με καφέ χρώμα προεκβολή στην κορυφή τους.  Οι κλάδοι είναι μακρύτεροι στους άνω σπονδύλους και μικρότεροι στους κάτω.  Ο κύριος βλαστός είναι ασπριδερός, δεν φωτοσυνθέτει και φέρει ραβδώσεις μεταξύ των γονάτων (μεσογονάτιο διάστημα).  Τα μεσογονάτια διαστήματα είναι μεγαλύτερα στη βάση και μικρότερα πιο ψηλά.  Κάθε γόνατο επικαλύπτεται από σπόνδυλο φύλλων με μειωμένη επιφάνεια, τα οποία συμφύονται στη βάση τους και σχηματίζουν ένα “κυκλικό μίσχο” που περιβάλλει το βλαστό και που φέρει στη βάση του ραβδώσεις και στην κορυφή του καστανά και μυτερά αλλά μαλακά δόντια, περίπου ισάριθμα με τα κλαδιά του σπονδύλου.  β)  Γόνιμοι βλαστοί δεν φωτοσυνθέτουν, εμφανίζονται στην αρχή της άνοιξης και πριν από τους άγονους βλαστούς και πεθαίνουν μετά από την ελευθέρωση των σπορίων.  Αυτοί παράγουν τα σπόρια πάνω σε εξειδικευμένους κωνικούς και καστανούς σχηματισμούς, συνήθως στα άκρα των βλαστών, που λέγονται στρόβιλοι.  Η αναπαραγωγή επιτυγχάνεται είτε με τα σπόρια είτε μέσω του εκτεταμένου ριζώματος του φυτού.  Άνθιση τον Απρίλιο.  Πατρίδα του η Ευρώπη, η ανατολική Μεσογειακή ζώνη, βόρεια Αφρική και δυτική Ασία.  Τοπικά κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε αργά και αβαθή ρυάκια, όχθες ρυακιών και γενικά σε σκιασμένα και υγρά εδάφη όπυ μπορούν να σχηματίζουν μεγάλες αποικίες από 175μ-1375μ υψόμετρο.

 Glaucium corniculatum

Name/ΌνομαΓλαύκιον το κερασφόρον              

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Glaucium corniculatum (L.) Rudolph

Common name/Όνομα: Red horned-poppy, blackspot hornpoppy 

Family/Οικογένεια:  PAPAVERACEAE 


syn  Glaucium corniculatum (L.) Rudolph var. corniculatum



Glaucium corniculatum  is annual herb, growing up to 40cm high.  Stem spreading or erect, branched high, glaucous,  densely pilose.  Basal leaves in a radical rosette, they are simple, obovate, moderately pilose, petiolate, pinnatisect, forming irregular dentate and pilose lobes; cauline leaves alternate, similar to basal leaves but densely pilose on both sides, sessile, basal lobes of the leaves partly surrounding the stem at the base.  Flowers hermaphrodite, actinomorphic, solitary, axillary or terminal; sepals 2, ovate, falling early; petals 4, obovate, orange or red, blotched at base; blotch oblong, blackish, margin whitish-yellow; stamens numerous, anthers dark, filaments yellow; ovary superior, stigma prominently 2-lobed, lobes nearly rounded and yellow; flowering time March-May.  The fruit is an elongated, sublinear, straight or slightly curved and shortly pilose capsule, topped by stigma’s lobes.  Native to Asia.  Common plant in Cyprus, on cultivated fields, waste ground and on stony dry cliffs, from 0-1725m alt.


Μονοετής πόα ύψους μέχρι 40εκ.  Βλαστός απλωμένος ή όρθιος, πολύκλαδος, γλαυκοπράσινος και πυκνά τριχωτός.  Φύλλα βάσης σε κυκλική ροζέτα, είναι απλά, αντωειδή, μέτρια τριχωτά, έμμισχα, βαθειά σχισμένα σχηματίζοντας άνισους και οδοντωτούς λοβούς.  Φύλλα βλαστού κατ εναλλαγή, παρόμοια με της βάσης αλλά πιο τριχωτά και στις 2 πλευρές και με τους λοβούς της βάσης να περικυκλώνουν εν μέρει τον βλαστό και να προεκτείνονται και πέρα από αυτόν ( περίβλαστα).  Άνθη μονήρη, ερμαφρόδιτα, ακτινόμορφα, μασχαλιαία ή επάκρια.  Σέπαλα 2, ωοειδή, με πρώιμη πτώση.  Πέταλα 4, αντωειδή, με πορτοκαλί ή κόκκινο χρώμα και με σκούρα κηλίδα στη βάση τους που φέρει λευκοκίτρινο περιθώριο.  Στήμονες πολυάριθμοι, ανθήρες σκουρόχρωμοι, νήμα κίτρινο.  Ωοθήκη επιφυής, στίγμα έντονα 2-λοβο, λοβοί σχεδόν κυκλικοί και κίτρινοι.  Ανθίζει Μάρτιο-Μάιο.  Ο καρπός είναι μια γραμμοειδής, μακρόστενη, ευθύγραμμη ή ελαφρά λυγισμένη και με κοντό τρίχωμα κάψα που συχνά φέρει το ξηραμένο πλέον στίγμα στην κορυφή του.  Πατρίδα του η Ασία.  Κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε καλλιεργημένους αγρούς, ακαλλιέργητα εδάφη και σε ξηρούς και πετρώδεις λόφους, από 0-1725μ υψόμετρο.

Sedum caespitosum

Name/Όνομα:  Σέδον το φουντωτόν*        

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Sedum caespitosum (Cav.) DC.

Common name/Όνομα:    Tiny Stonecrop, Broad-leaved Stonecrop

Family/Οικογένεια:   CRASSULACEAE  


 *Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα



Sedum caespitosum  is an annual herb growing up to 5cm high.  Stem erect, single or branched above, green or reddish, glabrous.  Leaves alternate, simple, entire, broadly ovate, green to reddish, semi-cylindrical, succulent, sessile, glabrous, apex obtuse.  Flowers minute, hermaphrodite, actinomorphic and sessile, in 1-3 lax and short terminal cymes; calyx 4-5-lobed, minute, ovate to triangular, green-reddish and glabrous, apex subacute; petals 4-5, semi-erect or spreading, narrowly lanceolate, mucronate ( ending in sharp point) white, often tinged with pink or red, more or less equal, glabrous; stamens 4-5, filaments glabrous, anthers yellow; ovary superior, stigma minute, capitate.  Fruit follicles.  Flowering time February-April.  Native to Mediterranean zone and Middle East.  Common plant in Cyprus, on dry, rocky and stony places on calcareous or igneous ground, from 0- 1225m alt.


Μονοετές μικρό φυτό αναπτυσσόμενο μέχρι 5cm ύψος.  Βλαστός όρθιος, απλός ή διακλαδισμένος ψηλά, πράσινος ή κοκκινωπός και άτριχος.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, προμήκη ωοειδή, ημικυλινδρικά, σαρκώδη, πράσινα προς κοκκινωπά, άμισχα, άτριχα και με στρογγυλεμένη κορυφή.  Άνθη πολύ μικρά, ερμαφρόδιτα, ακτινόμορφα και χωρίς ποδίσκο, διαταγμένα σε 1-3 επάκριες κυματοειδείς ταξιανθίες.  Κάλυκας με 4-5 λοβούς, συνήθως 5, είναι μικροσκοπικοί, ωοειδείς ή τριγωνικοί, πράσινοι ή κοκκινωποί και άτριχοι ενώ η κορυφή είναι σχεδόν μυτερή.  Πέταλα 4-5, συνήθως 5, ημιόρθια ή αναπτυσσόμενα πλάγια, στενά λογχοειδή, με μυτερή προεκβολή στο άκρον τους, λευκά αλλά συχνά παίρνουν ρόδινη ή κόκκινη χροιά, άτριχα.  Στήμονες 4-5, συνήθως 5, νήμα άτριχο, ανθήρες κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, στίγμα μικροσκοπικό και κεφαλωτό.  Καρπός κάρυο.  Άνθιση Φεβρουάριος–Απρίλιος.  Πατρίδα του η  Μεσογειακή ζώνη και η Μέση Ανατολή.  Κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε ξηρές και  πετρώδεις ή βραχώδεις περιοχές σε πυριγενή ή ασβεστολιθικά εδάφη από 0- 1225μ υψόμετρο.


Scrophularia peyronii

Scientific name/Επιστημονικό όνομα: Scrophularia peyronii Post.

Common name/Κοινό όνομα: Figwort  

Family/Οικογένεια:  SCROPHULARIACEAE



Scrophularia peyronii is a perennial plant up to 1,5m high.  Stem stout, erect, angled, green, somewhat zig-zag, minutely pubescent at the upper part, glabrous below, much-branched with spreading branches giving to the plant a subglobose appearance.  Leaves are generally alternate (occasionally opposite near apex), simple, 2 or 3-pinnatissect, glaucous-green, petiolate.  Flowers are numerous, very small, zygomorphic, hermaphrodite, axillary, in branched cymes; pedicels glandular; bracteoles simple, entire, sessile; corrolla 2-lipped with 5 united at base lobes, forming a short tube; upper lobes are 2 adaxial, free, dark red and suborbicular lobes,  lower lobes are 2 abaxial, ovate and whitish-red petals and 1, oblong ovate and white medium lobe; calyx 5-lobed, lobes ovate to orbicular with membranous whitish margin; stamens 4, didynamus, filaments white, glandular, anthers dark red; style cylindrical, white, glabrous, stigma simple, small.  Flowering time April-July.  Fruit is a capsule.  Native to souththeastern Mediterranean region (Cyprus, Turkey, Lebanon, Syria).  Locally common plant in Cyprus, on dry fields, roadsides and coasts, from 0-1350m alt.


Πολυετές φυτό ύψους μέχρι 1,5m.  Βλαστός όρθιος, δυνατός, γωνιώδης, πράσινος, λίγο ζιγκ-ζαγκ, ελάχιστα χνουδωτός στο άνω μέρος του, πολύκλαδος με απλωμένους κλάδους που δίνουν στο φυτό μια κάπως σφαιρική εμφάνιση.  Φύλλα γενικά κατ εναλλαγή (υπάρχουν και αντίθετα φύλλα προς την κορυφή), απλά, δις ή τρις-πτεροσχιδή, γλαυκοπράσινα και έμμισχα.  Άνθη πολλά και πολύ μικρά, ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα σε διακλαδισμένη κυματοειδή ταξιανθία.  Ποδίσκοι ανθέων αδενώδεις.  Βράκτια απλά, ακέραια και άμισχα.  Στεφάνη 2-χειλη με 5 λοβούς που είναι ενωμένοι στη βάση τους σχηματίζοντας ένα κοντό σωλήνα.  Το άνω χείλος αποτελείται από 2 ραχιαίους λοβούς που έχουν υποκυκλικό σχήμα, είναι ελεύθεροι και έχουν σκούρο κόκκινο χρώμα, το κάτω χείλος αποτελείται από 2 κοιλιακούς, ωοειδείς και λευκοκόκκινους λοβούς και υπάρχει και ένας μεσαίος, ωοειδής και λευκός λοβός.  Κάλυκας με 5 λοβούς που έχουν ωοειδές προς κυκλικό σχήμα, είναι μεμβρανώδεις και έχουν ασπριδερό περίγραμμα.  Στήμονες 4, διδύναμοι, με νήμα άσπρο και αδενώδες, ενώ οι ανθήρες έχουν σκούρο κόκκινο χρώμα.  Στύλος κυλινδρικός, γυμνός και με λευκό χρώμα, ενώ το στίγμα είναι μικρό και απλό.  Άνθιση Απρίλιος-Ιούλιος.  Καρπός κάψα.  Πατρίδα του η νοτιοανατολική Μεσογειακή ζώνη (Κύπρος, Τουρκία, Λίβανος και Συρία).  Τοπικά κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε ξηρά χωράφια, κατά μήκος δρόμων και κοντά σε παραλίες από 0-1350m υψόμετρο.

Paeonia mascula subsp. mascula

Name/Όνομα:   Παιωνία η άρρην

Scientific name/Επιστημονικό όνομαPaeonia mascula (L.) Mill. subsp. mascula

Common name/Κοινό όνομα:   Mascula, paeony, πιγουνιά, αλουπόχορτο, ψατζιή

Family/Οικογένεια:  PAEONIACEAE



Paeonia mascula  is a perennial herb with woody rhizome, growing up to 60cm high.  Stem erect, branched, channeled, pinkish or reddish-pink, glabrous or pilose.  Leaves 3-7, alternate, compound, petiolate; each leaf is irregularly 3-lobed and each lobe divided into 3 leaflets ( about 9-21 leaflets on each plant); leaflets are entire, elliptic or obovate, more or less flat, green and glabrous above, glaucous, glabrous or pilose beneath, apex acute, base variable, cuneate (lower leaflets) or attenuate ( terminal leaflets).  Flowers showy, large, hermaphrodite, solitary; corolla cup-shaped, magenta or pinkish-red; sepals 5, unequal, ovate, concave or flat, green, glabrous, margins occasionally tinged purple or pink, apex acute or obtuse; petals 5-6, obovate to rounded, glabrous, veins reddish; stamens numerous, filaments purple, anthers canary-yellow; carpels usually 2-3(-5), stigmas purple-red, twisted; flowering time April-June.  Follicles hairy and brownish with red seeds, turning black at maturity.  Native to southern Europe, from Spain to Lebanon, Israel, Turkey and Iraq.  It is locally common plant in Cyprus, on pinewoods, from 1350m-1750m alt.


Πολυετής και βολβώδης πόα με ξυλώδες ρίζωμα και ύψος μέχρι 60cm.  Βλαστός όρθιος, με διακλάδωση, αυλακωτός, ρόδινος ή πορφυρός, γυμνός ή ελαφρά χνουδωτός.  Φύλλα 3-7, κατ εναλλαγή, σύνθετα και έμμισχα.  Κάθε φύλλο διαιρείται σε 3 άνισους λοβούς, οι οποίοι με τη σειρά τους διαιρούνται σε 3 φυλλάρια, ώστε τελικά σε κάθε φυτό να υπάρχουν περίπου 9-21 φυλλάρια.  Τα φυλλάρια είναι ακέραια, αντωειδή ή ελλεπτικά, λίγο ή πολύ επίπεδα, πράσινα και άτριχα στην πάνω επιφάνεια, γλαυκοπράσινα και τριχωτά στην κάτω, με μυτερή κορυφή και με βάση που ποικίλει ανάλογα με τη θέση των φύλλων, δηλ στα χαμηλότερα φύλλα η βάση είναι ομαλή ενώ στα ψηλότερα (επάκρια) φύλλα η βάση ελαττώνεται όσο πλησιάζει τον βλαστό.  Άνθη μεγάλα και εντυπωσιακά, ερμαφρόδιτα και μεμονωμένα.  Στεφάνη κυπελλοειδής με κοκκινωπό ή πορφυρό χρώμα.  Σέπαλα 5, άνισα, ωοειδή, κοίλα ή κάποτε επίπεδα, πράσινα, άτριχα και με χείλος που κάποτε έχει πορφυρή όψη ενώ η κορυφή μπορεί να είναι μυτερή (οξεία) ή πλατειά (αμβλεία).  Πέταλα 5-6, αντωειδή προς στρογγυλά, γυμνά και με κοκκινωπά αγγεία.  Ανθίζει  Απρίλιο-Ιούνιο.  Καρπός  είναι μερικά καστανά και τριχωτά θυλάκια που περιέχουν κόκκινα στην αρχή σπέρματα που τελικά παίρνουν μαύρο χρώμα.  Πατρίδα του η νότια Ευρώπη, από την Ισπανία μέχρι το Ισραήλ, τη Συρία, Τουρκία, Λίβανο και Ιράκ.  Τοπικά κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε πευκοδάση από 1350-1750m υψόμετρο.


Rumex vesicarius

Name/Όνομα:  Ρούμεξ ο κυστοειδής  

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Rumex vesicarius L.

Common name/Κοινό όνομα:  Rosy Dock, Dock Sorrel, Bladder Dock

Family Οικογένεια:  POLYGONACEAE



Annual herb up to 50cm tall.  Stem erect, semi-erect or spreading, branched from the base, greenish, thick, rather fleshy, ribbed, glabrous.  Leaves alternate, simple, entire, glabrous, triangular or deltoid, glaucous, base cordate or sagittate, apex acute, subacute or obtuse, petiole channeled, longer than the blade; margin often inflexed at base, slightly crenate.  Flowers are hermaphrodite or unisex on terminal racemes or panicles; valves nearly rounded, whitish-pink or dark pink, reticulate (venation like a net); pedicels slender, reddish usually nodding; stamens 6, hardly exserted, filaments white, rather flat, glabrous;  Flowering time February-April.  The fruit is a triangular to ovate achene.  Rare herb in Cyprus, on roadsides, abandoned and cultivated land, from 0-300m alt.


Μονοετής πόα ύψους μέχρι 5οcm.   Βλαστός όρθιος, ημιόρθιος ή απλωμένος, με διακλάδωση από τη βάση, πρασινωπός, χοντρός, μάλλον σαρκώδης, ραβδωτός και άτριχος.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, τριγωνικά ή δελτοειδή, με βάση καρδιοειδή ή βελοειδή, κορυφή μυτερή ή λίγο στρογγυλεμένη, μίσχος αυλακωτός και μακρύτερος από το έλασμα του φύλλου ενώ το χείλος του συχνά γυρίζει προς τα μέσα (στη βάση του φύλλου) και είναι ελάχιστα και άνισα κυματοειδές.  Άνθη ερμαφρόδιτα ή μονογενή, σε επάκριο βότρυ ή φόβη.  Βαλβίδες σχεδόν κυκλικές, λευκορόδινες  ή με πιο σκούρο ρόδινο χρώμα, με δικτυωτή πορφυρή νεύρωση.  Ποδίσκοι άνθους λεπτοί, κοκκινωποί ελαφρά κρεμάμενοι προς τα κάτω.  Στήμονες 6, νήμα, λευκό, γυμνό και σχεδόν επίπεδο, ενώ οι κίτρινοι ανθήρες κάποιες φορές μόλις και διακρίνονται.    Ανθίζει  Φεβρουάριο – Απρίλιο.  Ο καρπός είναι ωοειδές προς τριγωνικό αχαίνιο.  Σχετικά σπάνιο φυτό της Κύπρου και απαντάται σε πρανή δρόμων σε  εγκαταλελειμμένα εδάφη και σε ακαλλιέργητη ή καλλιεργημένη γη, από 0-300m υψόμετρο.