Archives

Category Archive for ‘Κόκκινα’

Orchis coriophora ssp fragrans

Name/Όνομα:  Όρχις ο κοριοανθής υποείδ. ο εύοσμος.*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα: O                rchis coriophora ssp fragrans  (Pollini) E. G. Camus  

Common name/Κοινό Όνομα:  Bug orchid   

Family/Οικογένεια: ORCHIDACEAE  

 

 

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

Plant: Perennial tuberous plant with subglobose tuber, growing up to 60 cm high.

Stem/s: Stem erect, robust, unbranched, hairless, whitish-green, with several erect and acute sheaths up to top of the stem.

Leaves: Basal leaves usually 4-6 (10), up to 15 cm long, simple, entire, linear-lanceolate or oblong-elliptic, dark green, glabrous, apex acute to acuminate, obtuse or mucronate, unspotted.  Upper leaves 1-5, spreading to erect or erect, narrowly-elliptic, sheathing.

Flowers:  Many, sweet-scented, pink to reddish, purple-brown or purple-green, in long, erect and dense cylindrical spikes; bracts linear-elliptic, 1-nerved, acuminate, longer than ovary; sepals and petals more or less, 1-nerved, ovate to ovate-elliptic, acute to acuminate, unspotted, connected forming a hood; dorsal sepal curved forwards at apex; stigma V-shaped; labellum resembles a flying crane, 3-lobed, ± conspicuously spotted dark purple-red, papillose*; median lobe longer, entire, tongue-shaped, covered centrally and on the margins, with white, purple or reddish papillae; lateral lobes 4-sided, sub-rhombic or sub-trapezoid, papillose, margins ± denticulate-crenate; spur conical, whitish, curved  at apex, shorter then ovary; pollinia** and viscidium*** dark purple to purple-brown; pollen mass occasionally visible (when it is out of the pollinium).       

Flowering time:  April-May.  

Fruit:  Capsule.       

Habitat:  Locally common and it is found at grasslands, garigue, roadsides, sundy places and open pine forests on calcareous ground, from 0-600 m alt.

Native:  Mediterranean region, Western Asia.

 

papillose*= bearing nipple-like projections.

pollinia**= a mass of pollen grains produced by anthers.

viscidium*** = a sticky pad at the base of pollinia.

 

Περιγραφή

Φυτό:  Πολυετής και βολβώδης πόα με σφαιροειδή βολβό και ύψος μέχρι 60 εκ.  

Βλαστός:  Όρθιος, απλός, εύρωστος, χωρίς διακλάδωση, άτριχος και λευκοπράσινος με αρκετά όρθια και μυτερά περίβλαστα φυλλώδη μέρη που φθάνουν μέχρι την κορυφή του βλαστού.     

Φύλλα:  Φύλλα βάσης 4-6 (10), μέχρι 15 εκ μήκος, απλά, ακέραια, γραμμοειδή-λογχοειδή ή προμήκη-ελλειπτικά, με σκούρο πράσινο χρώμα, άτριχα, με μυτερή, πλατειά ή ακιδωτή κορυφή, χωρίς στίγματα.  Aνώτερα φύλλα 1-5, απλωμένα προς ανερχόμενα ή όρθια, στενά-ελλειπτικά και περίβλαστα.    

Άνθη:  Πολλά, με γλυκειά οσμή, με ρόδινο προς κοκκινωπό ή πορφυροκαστανό ή πορφυροπράσινο χρώμα, σε μακρούς, όρθιους και πυκνούς σπάδικες^.  Βράκτια γραμμοειδή-ελλειπτικά, μονόνευρα, μυτερά, μακρύτερα της ωοθήκης.  Σέπαλα και πέταλα με 1 νεύρο, λίγο ή πολύ ωοειδή-ελλειπτικά, μυτερά και χωρίς στίγματα, ενωμένα ώστε να δημιουργούν μια ¨κουκούλα¨.  Ραχιαίο σέπαλα με κλίση προς τα εμπρός στην κορυφή του.  Στιγματική περιοχή σε σχήμα V.  Χείλος που μοιάζει σε γερανό εν πτήση, 3-λοβο, ± με εμφανή κοκκινωπά και ποικίλα στίγματα, αλλά και με πολύ μικρές προεξοχές που μοιάζουν με θηλές.  Μεσαίος λοβός μεγαλύτερος, ακέραιος και γλωσσοειδής, καλυμμένος κεντρικά και περιφερειακά με λευκές, πορφυρές ή κοκκινωπές θηλώδεις προεξοχές.  Πλάγιοι λοβοί 4-πλευροι, ρομβοειδείς ή τραπεζοειδείς, με θηλώδεις προεξοχές και χείλη ± οδοντωτά ή πριονωτά.  Πλήκτρο κωνικό και λευκό, με λυγισμένη κορυφή, κοντύτερο της ωοθήκης.  Pollinia* και viscidium# με σκούρο πορφυρό ή πορφυροκαστανό χρώμα. Μάζα γύρης ευκαιριακά ορατή όταν βρίσκεται εκτός pollinium.

Άνθιση:  Απρίλιος-Μάιος.  

Καρπός:  Κάψα.  

Ενδιαίτημα:  Τοπικά κοινό και απαντάται σε φρυγανώδη και χορταριασμένα εδάφη, κατά μήκος δρόμων, σε αμμώδεις περιοχές και σε ανοικτά πευκοδάση ασβεστολιθικών πετρωμάτων, από 0-600 μ υψόμετρο.  

Πατρίδα: Μεσογειακή ζώνη, Δυτική Ασία.  

 

Σπάδιξ ^= ταξιανθία χωρίς διακλάδωση που φέρει πολλά άνθη χωρίς ποδίσκο.

Pollinia*= μάζες από γύρη που παράγονται από τον ανθήρα.

Viscidium# = κολλώδες ¨μαξιλαράκι¨ στη βάση των pollinia, πάνω από την στιγματική περιοχή.

 

 

Brachychiton populneus

Name/Όνομα:  Βραχυχίτων ο λευκόφυλλος * ή ετερόφυλλος**    

Scientific name/Επιστημονικό όνομαBrachychiton# populneus## R. Br   

Common name/Κοινό Όνομα:  Kurrajong, Βραχυχίτων 

Family/Οικογένεια:  STERCULIACEAE  

 

 Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

The species name in Greek is writer´s suggestion.

 

* Λευκόφυλλος (Populneus): Λόγω της  ομοιότητας των φύλλων με τα φύλλα της Λεύκης (Populus)

 

** Ετερόφυλλος λόγω της ποικιλίας των φύλλων.

 

Synonym  “Brachychiton diversifoius” (G.Don) Terrac. 

 

Description

Plant:  Evergreen and ornamental tree, growing up to 20 m high, but usually much smaller.    

Trunk:  Single, erect, cylindrical; bark greenish-grey to greyish-brown, branches grey, twigs yellowish-brown, foliage compact, open, conical or pyramidal.     

Leaves:  Alternate, simple, petiolate, glossy and shining, variously shaped, (diversifolia = various shaped leaves), ovate to lanceolate, elliptic or deltoid, sometimes asymmetric, entire or 3-5 lobed, apex acute, base rounded.   

Flowers:  Hermaphrodite and aromatic, in many-flowered, axillary panicles; petals absent; calyx bell-shaped, hairy, white, creamy or yellowish externally, glabrous, streaked pink, red or purple-brown internally, 5-lobed; lobes triangular with deflexed apex; stamens numerous (10-30), filaments fused forming an erect, tubular, white column, allowing the styles passing through; ovary superior.

Flowering time:  May-July.

Fruit:  Hard, brown and glabrous, boat-shaped follicles; seeds many, black, covered with a mixed of soft and stiff yellow hairs. Fruiting time:  September-October.       

Habitat: Coastal and sub-coastal habitats, rocky hillsides, usually on limestones.  In Cyprus it is found at street sides, parks and gardens, from 0-800 m alt.

Native:  Eastern Australia.

 

# Brachychiton = brachys + hiton, Greek words, Βραχύς + χιτών, brachys = short, hiton = seed- coat.

## Populneus = Leaves resemble the leaves of Poplar.

 

Περιγραφή

Φυτό:  Αειθαλές και διακοσμητικό δένδρο με ύψος μέχρι 20 μ, αλλά συνήθως αρκετά χαμηλότερο.      

Κορμός:  Απλός, όρθιος και κυλινδρικός, φλοιός τεφροπράσινος ή γκριζοκαστανός, κλαδιά γκρίζα, νεαρά κλαδιά με κίτρινο προς καστανό χρώμα, φύλλωμα συμπαγές, ανοικτό, κωνικό ή πυραμιδοειδές.     

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, απλά, έμμισχα, λεία και γυαλιστερά, με ποικίλα σχήματα (diversifolia = φύλλα με ποικίλα σχήματα), ωοειδή-λογχοειδή, ελλειπτικά ή δελτοειδή, κάποτε ασύμμετρα, ακέραια ή με 3-5 λοβούς, με μακριά και μυτερή κορυφή και με στρογγυλεμένη βάση.        

Άνθη:  Αρωματικά, πολλά και ερμαφρόδιτα σε μασχαλιαία φόβη.  Πέταλα απουσιάζουν.  Κάλυκας κωδωνοειδής, 5-λοβος, λευκός και τριχωτός, με κιτρινωπό ή κρεμώδες χρώμα εξωτερικά, ενώ εσωτερικά είναι άτριχος και κατά τόπους έγχρωμος από κόκκινες, πορφυρές ή ρόδινες ραβδώσεις.  Λοβοί τριγωνικοί με κορυφές λυγισμένες προς τα πίσω.  Στήμονες πολυάριθμοι (10-30), με νήματα που συμφύονται και δημιουργούν όρθιο, λευκό και άτριχο σωλήνα, διαμέσου του οποίου περνούν οι στύλοι.  Ωοθήκη επιφυής.

Άνθιση:  Μάιος-Ιούλιος.  

Καρπός:  Θύλακες σε σχήμα βάρκας, άτριχοι, σκληροί και με σκούρο καφέ ή μαυριδερό χρώμα.  Σπέρματα πολλά, μαύρα, καλυμμένα με ένα μίγμα από μαλακές και σκληρές κίτρινες τρίχες.  Καρποφορία Σεπτέμβριος- Οκτώβριος.

Ενδιαίτημα:  Σε παραλιακές ή κοντά σε παραλία περιοχές, αλλά και σε βραχώδεις πλαγιές της ενδοχώρας, κυρίως σε ασβεστολιθικά εδάφη.  Στην Κύπρο απαντάται σε πάρκα και κήπους αλλά διακοσμούν και πεζοδρόμια δρόμων,  από 0-800 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Ανατολική Αυστραλία.

Cleome ornithopodioides

Name/Όνομα:  Κλεόμη η ορνιθοποδιοειδής**    

Scientific name/Επιστημονικό όνομαCleome ornithopodioides* L.  

Common name/Κοινό όνομα:  Βird spiderflower     

Family/Οικογένεια:  CLEOMACEAE  

 

Description

Plant:  Erect annual growing up to 80cm high.

Stems:  Much-branched, branches horizontal to erect, striate, glandular, green turning to purplish with age.

Leaves:  Alternate, basal leaves compound, trifoliate, petiolate; leaflets more or less equal, oblanceolate, glandular especially on the margins and on the main nerve beneath, subacute, green becoming purplish with age; petiole channeled above; at the middle of the stems leaves are larger, reduce abruptly their size towards apex.

Flowers:  Slightly zygomorphic, hermaphrodite, in lax axillary racemes; pedicels reddish, glandular; petals 4, free, obovate, clawed at base, at first whitish-yellow, later with a pinkish-red stripe at the middle or turning to reddish finally; apex obtuse, short-acuminate; sepals 4, alternate with petals, lanceolate, glandular, often out-curved; stamens 6, filaments free, yellowish or pinkish, arising from the center of the flower, anthers oblong, yellow; ovary superior, erect, sessile, yellowish, slightly glandular; stigma capitate.   

Flowering time:  June-September.

Fruit:  Pod-like dehiscent capsule, pendulous, elongate, constricted a little between seeds, valves glandular, beak short; seeds globose.

Habitat:  River banks, vineyards from 150-1200m alt.

Native:   Eastern Mediterranean region, Western Asia.

 

ornithopodioides*= Greek word meaning “birds-foot like” referring to the shape of the leaves.

 

Περιγραφή

Φυτό:  Όρθιο με ύψος μέχρι 80 εκ. 

Βλαστός:  Πολύκλαδος, κλάδοι οριζόντιοι με τάση να κλείνουν προς τα πάνω, ραβδωτοί, αδενώδεις, πράσινοι στην αρχή, πορφυροί με την πάροδο του χρόνου.   

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, φύλλα βάσης σύνθετα, τρίφυλλα, έμμισχα.  Φυλλάρια περίπου ισομήκη, αντιλογχοειδή, αδενώδη, ειδικά πάνω στα χείλη και στο κάτω κύριο νεύρο, σχεδόν οξύκορφα, πράσινα στην αρχή, πορφυρά αργότερα.  Μίσχος αυλακωτός από πάνω.  Φύλλα βλαστού μεγαλύτερα στο μέσο του, αλλά μετά προς την κορυφή, απότομα ελαττώνεται το μέγεθός τους.

Άνθη:  Ελαφρά ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα, σε χαλαρούς μασχαλιαίους βότρεις.  Ποδίσκοι κοκκινωποί και αδενώδεις.  Πέταλα 4, ελεύθερα, αντωειδή με νύχι στη βάση, στην αρχή λευκοκίτρινα, αργότερα με κεντρική ροδοκόκκινη ζώνη ή ολοκληρωτικά με κοκκινωπό χρώμα.  Κορυφή πλατειά με μικρή και πολύ κοντή μύτη.  Σέπαλα 4, κατ εαναλλαγή με τα πέταλα, αδενώδη, συχνά λυγισμένα προς τα πίσω.  Στήμονες 6, νήμα ελεύθερο, κιτρινωπό ή ρόδινο.  Οι στήμονες εκφύονται από τη βάση της ωοθήκης στο κέντρο του άνθους, ανθήρες κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, όρθια, άμισχη, κιτρινωπή, ελαφρά αδενώδης, στίγμα κεφαλωτό.        

Άνθιση:  Ιούνιος-Σεπτέμβριος. 

Καρπός:  Διαρρηκτή και αδενώδης κάψα που μοιάζει με χέδρωπα των Ψυχανθών, είναι κρεμάμενη, επιμήκης, ελαφρά συμπιεσμένη μεταξύ των σπερμάτων, ράμφος κοντό, σπέρματα υποσφαιρικά. 

Ενδιαίτημα:  Όχθες  ποταμών και ρυακιών, αμπελώνες, από 150-1200μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Ανατολική Μεσογειακή ζώνη, Δυτική Ασία. 

 

ορνιθοποδιοειδής** = εξ αιτίας του σχήματος των φύλλων που μοιάζουν με πόδι κότας.   

 

Centranthus ruber

Name/Όνομα :  Κέντρανθος ο ερυθρός   

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Centranthus ruber  (L.) DC

Common name/ Κοινό όνομα:  Red valerian, Jupiter’s beard   

Family/Οικογένεια:  VALERIANACEAE

 

Description

Plant:  Perennial herb reaching 80cm tall or more.

Stems:  Erect, glaucous-green, branched, angled, and glabrous.

Leaves:  Opposite, simple, entire, sometimes dentate near the base, glaucous-green, rather fleshy, and glabrous; lower leaves ovate or lanceolate, petiolate, apex usually acute, base cuneate; upper leaves, ovate to ovate-elliptic, sessile, apex acuminate, base rounded or slightly cuneate.

Flowers:  Hermaphrodite and zygomorphic in dense, rounded, terminal compound cymes; petals 5, oblong, fused, spreading, bright red or pink, rarely white, unequal, apex obtuse, glabrous; Calyx tubular, tube long and narrow terminated into spur; stamen 1; ovary inferior, style 1, longer than the stamen, stigma lobed.

Flowering time:  June-July

Fruit:  1-seeded nutlet.

Habitat:  Common plant in Cyprus; roadsides, rocky places, walls and wasteland from  0-1200m alt.

Native:  Mediterranean region.

 

Περιγραφή

Φυτό:  Πολυετής πόα που φθάνει σε ύψος τα 80εκ. ή και περισσότερο.    

Βλαστοί:  Όρθιοι, γλαυκοπράσινοι, διακλαδισμένοι, γωνιώδεις και άτριχοι. 

Φύλλα:  Αντίθετα, απλά, ακέραια, κάποτε οδοντωτά κοντά στη βάση, γλαυκοπράσινα, λίγο σαρκώδη και άτριχα.  Κατώτερα φύλλα ωοειδή ή λογχοειδή, έμμισχα, συνήθως οξύκορφα, και με μυτερή βάση.  Ανώτερα φύλλα ωοειδή ή ωοειδή-ελλειπτικά, άμισχα, κορυφή μυτερή και βάση στρογγυλή.

Άνθη:  Ερμαφρόδιτα και ζυγόμορφα, σε πυκνή, στρογγυλή και επάκρια θυσανοειδή ταξιανθία.  Πέταλα 5, επιμήκη, ενωμένα, απλωμένα, με έντονο κόκκινο ή ρόδινο χρώμα, σπάνια λευκό, άνισα, πλατύκορφα και άτριχα.  Κάλυκας σωληνωειδής, σωλήνας μακρύς και στενός που καταλήγει σε πλήκτρο.  Στήμονες 1.  Ωοθήκη υποφυής, στύλος 1 μακρύτερος του στήμονα, στίγμα λοβωτό.   

Άνθιση:  Ιούνιος-Ιούλιος 

Καρπός:  Μονόσπερμο κάρυο.   

Ενδιαίτημα:  Κοινό φυτό της Κύπρου, κατά μήκος δρόμων, πετρώδη εδάφη και ακαλλιέργητες περιοχές από 0-1200μ υψόμετρο. 

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη. 

Rumex cyprius

Name/Όνομα:  Ρούμεξ ο κυπριακός-Λάπαθο το κυπριακό

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Rumex cyprius Murb.

Common name/Κοινό όνομα:  Knotweed’ sorrel, Pink sorrel, dock

Family Οικογένεια:  POLYGONACEAE

                                                   

Description

Plant:  Annual herb up to 30cm tall.

Stems:  Erect or ascending, much-branched below, fleshy with longitudinal reddish ridges, glabrous, swollen at nodes.

Leaves:  Alternate, simple, hastate to ovate-triangular, petiolate, glaucous green, papillose, fleshy, acute or obtuse, base V-shaped; petiole flat about as long as the lamina; margins slightly crenate; ochreae membranous-tubular; upper leaves simple, entire,  lanceolate, cuneate at base, acuminate at apex.

Flowers:  Hermaphodite or unisex on terminal racemes; wings 6 in 2 whorls of 3, flat, unequal, membranous; venation reticulate (like a net), veins reddish; the inner 3 are suborbicular and larger than the outer 3, they closely attached the fruit at maturity and their margins bear a thick red peripheral vein and conspicuous, small and rounded spines (lack of spines-Rumex vesicarius); stamens 6; ovary superior, styles 3.        

Flowering time:  March-May

Fruit:  A three-sided, whitish-brown achene with unequal wings.

Habitat:  Roadsides, stony slopes, limestone hills, 0-600m alt.  A rather uncommon plant in Cyprus.

Native:  Eastern Mediterranean region, Middle East.

 

 

Περιγραφή

Φυτό:  Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 30εκ. 

Βλαστοί:  όρθιοι ή ανερχόμενοι, πολύκλαδη χαμηλά, σαρκώδεις με επιμήκεις κοκκινωπές ραβδώσεις, γυμνοί και διογκωμένοι στα γόνατα. 

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, οβελοειδή-τριγωνικά, έμμισχα, γλαυκοπράσινα με μικρές θηλές, κάπως σαρκώδη, οξύκορφα ή πλατύκορφα, βάση σε σχήμα V.  Μίσχος επίπεδος περίπου ισομήκης με το έλασμα του φύλλου.  Χείλη με μικρά στρογγυλεμένα δόντια.  Στη βάση του μίσχου υπάρχει σωληνοειδής μεμβράνη.  Ανώτερα φύλλα απλά, ακέραια, λογχοειδή με ευθύγραμμη βάση και μυτερή κορυφή.

Άνθη:  Ερμαφρόδιτα ή μονογενή σε επάκριους βότρεις.  Πτέρυγες 6 σε 2 σειρές, άνισες, επίπεδες και μεμβρανώδεις.  Νεύρωση δικτυωτή με κοκκινωπά νεύρα.  Οι 3 εσωτερικές πτέρυγες είναι σχεδόν ημικυκλικές και μεγαλύτερες από τις 3 , είναι στενά συνδεδεμένες με τον ώριμο καρπό, φέρει στην περιφέρεια των χειλέων τους χοντρό και κόκκινο νεύρο, ενώ η περιφέρεια ενισχύεται με μικρά και στρογγυλά δόντια που είναι χαρακτηριστικά για το είδος( στο R.vesicarius ελλείπουν). Στήμονες 6.  Ωοθήκη επιφυής, στύλοι 3.

Άνθιση:  Μάρτιος-Μάιος 

Καρπός:  Τρίεδρο, λευκο-καστανό αχαίνιο με άνισες πτέρυγες.   

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, πετρώδεις πλαγιές, ασβεστολιθικοί λόφοι, από 0-600μ υψόμετρο. 

Πατρίδα:  Ανατολική Μεσογειακή ζώνη, Μέση Ανατολή. 

Moricandia arvensis

Name/Όνομα:  Μορικάντια η αρουραία*

Scientific name/Επιστημονικό όνομαMoricandia arvensis (L.) DC.  

 Common name/Κοινό όνομα:  Purple Mistress    

Family/Οικογένεια:  BRASSICACEAE  

 

 * Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

Plant:  Perennial herb growing up to 60cm high.

Stem/s:  Erect, much branched, more or less cylindrical, glaucous green and hairless.

Leaves:  Basal leaves obovate, simple, entire or slightly wavy, tapering to the base, glabrous; stem leaves alternate, hard-shaped, glaucous green, somewhat fleshy, glaucous green, apex acute or subacute, sessile, auriculate at the base, glabrous.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite in lax racemes; petals 4, opposite, obovate with narrow base, bluish-violet or purple, with prominent venation, emarginate at apex, glabrous; pedicels purplish-brown, hairless, shorter than calyx tube; calyx tubular, sepals 4, erect, strongly purple, apex obtuse, hairless; stamens 6, anthers oblong, obtuse, greenish-yellow, pointing outwards; ovary superior, cylindrical, style short, erect, thick, glabrous, purple, stigma greenish-yellow, truncate.  

Flowering time:  March-April.

Fruit:  Linear cylindrical pod*.

Habitat:  Rare plant in Cyprus and it is found at roadsides, calcareous slopes, phrygana, 500m alt.

Native:  Mediterranean region.

 

pod*= An elongated, narrow, cylindrical and dehiscent fruit.

 

Περιγραφή

Φυτό:  Πολυετής πόα με ύψος μέχρι 60εκ. 

Βλαστοί:  Όρθιοι, πολύκλαδοι. λίγο ή πολύ κυλινδρικοί, γλαυκοπράσινοι και άτριχοι. 

Φύλλα:  Φύλλα βάσης αντωειδή με στενή βάση, απλά, ακέραια ή με ελαφρά κυματοειδές χείλος, άτριχα.  Φύλλα βλαστού κατ εναλλαγή, καρδιόσχημα, γλαυκοπράσινα, κάπως σαρκώδη, άμισχα, με σχεδόν μυτερή κορυφή, περίβλαστα και άτριχα.

Άνθη:  Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα σε χαλαρούς βότρεις.  Πέταλα 4, αντίθετα, αντωειδή με στενή βάση, με ουρανί προς ιώδες,, βιολετί ή πορφυρό χρώμα, με πολύ εμφανή νεύρωση, άτριχα και με μικρή εγκοπή στην κορυφή τους.  Ποδίσκος άνθους με καστανό χρώμα, άτριχος, μικρότερος του σωλήνα του κάλυκα.  Κάλυκας σωληνοειδής, σέπαλα 4, όρθια, έντονα πορφυρά, πλατύκορφα και άτριχα.  Στήμονες 6, ανθήρες επιμήκεις, πλατύκορφοι, με χλωμό κίτρινο ή μουσταρδί χρώμα και με προσανατολισμό προς τα έξω.  Ωοθήκη υποφυής, και κυλινδρική, στύλος όρθιος , κοντός μάλλον χοντρός,, γυμνός και πορφυρός, στίγμα με ίδιο χρώμα με τους ανθήρες και με σχεδόν επίπεδη κορυφή.       

Άνθιση:  Μάρτης-Απρίλης. 

Καρπός:  Γραμμοειδές και κυλινδρικό κέρας*.

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, σε ασβεστολιθικούς λόφους και φρυγανότοπους, στα 500μ υψόμετρο.   

Πατρίδα:  Σπάνιο φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε φρυγανότοπους, κατά μήμος δρόμων και σε ασβεστολιθικούς λόφους στα 500μ υψόμετρο.

κέρας* = μακρόστενος καρπός ο οποίος σχίζεται κοιλιακά και ραχιαία από κάτω προς τα πάνω, όπως ο καρπός των Σταυρανθών πχ. Λαψάνα, νεροκάρδαμο, σινάπι κλπ.

 

Gladiolus italicus

Name/Όνομα:  Italian gladiolus, Γλαδίολος ο Ιταλικός   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαGladiolus italicus Mill.    

 Common name/Κοινό όνομα:  Gladiolus, Λάζαρος   

Family/Οικογένεια:  IRIDACEAE  

 

 

Description

 

Plant:  Perennial herb growing up to 130cm high.

Stem/s:  Erect, green, usually unbranched, rounded and rather flat, glabrous, develop (like the leaves) directly from the corm*;

Leaves:  Sword-shaped, lower leaves few around the base, erect with parallel venation, simple, entire, acute, sessile and glabrous; lower stem leaves alternate and longer; upper stem leaves much shorter.

Flowers:  Zygomorphic, hermaphrodite, in lax, unbranched, interrupted spike, at the end of the elongated scape; bracts 2, erect, sessile, leaf-like; tepals or perianth segments 6, different, more or less oblong-obovate or oblanceolate, unequal, pinkish-red or purple, glabrous; upper 3 segments longer; the lower 3 with white or creamy median streaks; stamens 3, straight, anthers conspicuous, linear, yellowish-brown, longer than the pink and glabrous filaments; ovary inferior, style whitish-pink, glabrous, a little shorter than stamens, stigma 3-parted, feathery.         

Flowering time:  March-April

Fruit:  Capsule, many seeds.

Habitat:  Cultivated fields, phrygana, dry and rocky slopes on calcareous ground, from 0-1300m alt.

Native:  Eurasia, North Africa

 

*Corm = a food-storing organ, a modified underground stem( different from bulbous, tuberous or rhizome).

 

Περιγραφή

Φυτό:  Πολυετής πόα με ύψος που μπορεί να φθάσει τα 130εκ.

Βλαστός:  Όρθιος, πράσινος, συνήθως χωρίς διακλάδωση, λίγο στρογγυλός και πιεσμένος πλευρικά, άτριχος και αναπτυσσόμενος όπως και τα φύλλα απ ευθείας από τον κορμό*.     

Φύλλα:  Μερικά φύλλα γύρω από τη βάση, όρθια, γραμμοειδή και παραλληλόνευρα, απλά, ακέραια, οξύκορφα, άμισχα και άτριχα.  Χαμηλά φύλλα βλαστού κατ εναλλαγή και μεγαλύτερα, ενώ ψηλότερα τα φύλλα είναι πολύ μικρότερα.

Άνθη:  Ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα σε χαλαρούς, διακοπτόμενους και χωρίς διακλάδωση στάχεις στο τέλος ενός μακρού ανθικού άξονα.  Βράκτια 2, όρθια, άμισχα και φυλλόμορφα.  Τέπαλα ή τμήματα περιανθίου 6, διαφορετικά, λίγο ή πολύ επιμήκη-λογχοειδή ή επιμήκη-αντωειδή, άνισα, με ροζ-κόκκινο ή πορφυρό χρώμα, άτριχα.  Τα ανώτερα 3 τμήματα είναι μεγαλύτερα, ενώ τα 3 κατώτερα φέρουν στο μέσο τους πολύ εμφανή λευκή ή κρεμ ζώνη.  Στήμονες 3, ανθήρες που τραβούν την προσοχή, είναι ευθείς, γραμμοειδείς, με κιτρινοκαφέ χρώμα, μακρύτεροι από τα ρόδινα και γυμνά νήματα.  Ωοθήκη υποφυής(κάτω από τα άλλα όργανα), στύλος λευκορόδινος και γυμνός, στίγμα 3-μερές και πτερωτό.

Άνθιση:  Μάρτης-Απρίλης 

Καρπός:  Κάψα με πολλά σπέρματα. 

Ενδιαίτημα:  Καλλιεργημένα εδάφη, φρυγανότοποι, πετρώδεις πλαγιές σε ασβεστολιθικά εδάφη από 0-1300μ υψόμετρο. 

Πατρίδα:  Ευρασία και Βόρεια Αφρική. 

 

Sarcopoterium spinosum

Name/Όνομα:  Σαρκοποτήριον το ακανθώδες

Scientific name/Επιστημονικό όνομαSarcopoterium spinosum (L.) Spach.       

Common name/Κοινό όνομα:  Thorny burnet, Pimprenelle épineuse, Dornige Bibernelle, Μαζί  

Family/ Οικογένεια:  ROSACEAE

 

Name/Όνομα:  Σαρκοποτήριον το ακανθώδες

Scientific name/Επιστημονικό όνομαSarcopoterium spinosum (L.) Spach.       

Common name/Κοινό όνομα:  Thorny burnet, Pimprenelle épineuse, Dornige Bibernelle, Μαζί  

Family/ Οικογένεια:  ROSACEAE

 

Description

Sarcopoterium spinosum is a perennial, dense and spiny shrub growing up to 50 cm high.  Stems several, much-branched, branches glabrous when old, terminating into bifurcate spines; bark silvery-brown; foliage rounded.  Leaves alternate, compound, pinnatisect, petiolate, odd-pinnate; leaflets simple, opposite, stemless, leathery, ovate with few unequal pointed dents, hairy on both sides with whitish hairs pointing towards apex;   rachis angled and hairy; stipules present.  Flowers unisex in dense spikes; male flowers are located at the base of the spike while female flowers are at the top of the inflorescence;  bracts 3, hairy; petals absent; sepals 4, oval, green, tinged reddish, reflexed at anthesis; stamens numerous, 2-thecous, kidney-shaped; styles feathery, purple; the fruit is a globose and fleshy, consisted of 2-3 achenes.  Flowering time Feb-April.  Native to Mediterranean region.  A common plant in Cyprus and it is found in open forests, dry rocky places, garigue and waste ground from 0-1200m alt

 

Περιγραφή

Πολυετής, πυκνός και ακανθώδης θάμνος που μπορεί να φθάσει τα 50εκ. ύψος.  Βλαστοί αρκετοί, πολύκλαδοι, κλάδοι τριχωτοί στην αρχή, ξυλώδεις και  γυμνοί αργότερα καταλήγουν σε διχαλωτή άκανθα.  Φλοιός αργυροκαστανός.  Φύλλωμα σφαιρικό.  Φύλλα κατ εναλλαγή, σύνθετα, πτεροσχιδή, έμμισχα και περιττόληκτα.  Φυλλάρια απλά, αντίθετα, άμισχα, δερματώδη, ωοειδή με λίγα άνισα και μυτερά δόντια, τριχωτά και στις 2 επιφάνειες με ασπριδερές τρίχες που βλέπουν προς την κορυφή του φύλλου.  Ράχη του σύνθετου φύλλου τριχωτή και γωνιώδης.  Παράφυλλα υπάρχουν.  Άνθη μονογενή σε πυκνούς στάχεις.  Τα αρσενικά άνθη βρίσκονται στη βάση του στάχυ ενώ τα θηλυκά άνθη στην κορυφή του.  Βράκτια 3, τριχωτά.  Τα πέταλα απουσιάζουν.  Σέπαλα 4, ωοειδή, πράσινα με κόκκινες αποχρώσεις και με κορυφή που γέρνουν προς τα πίσω κατά την άνθιση.  Στήμονες πολυάριθμοι, 2-θηκοι, με νεφροειδές σχήμα.  Στύλοι πτερωτοί και πορφυροί.  Ο καρπός είναι σφαιρικός και σαρκώδης αποτελούμενος από 2-3 αχαίνια.  Άνθιση Φεβρουάριος-Απρίλιος.  Πατρίδα του η Μεσογειακή ζώνη.  Κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε ανοικτά δάση, ξηρές και πετρώδεις περιοχές, άγονα εδάφη και θαμνώνες από 0-1200μ υψόμετρο.

Dimocarpus longan

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Dimocarpus longans  Lour.

Common name/Κοινό όνομα:  Longan, dragon’s eye, longanler,Longanbaum   

Family/Οικογένεια:  SAPINDACEAE

 

Description

Dimocarpus longans is an evergreen tree growing up to 12m tall but usually smaller; trunk single, erect, branched, bark rough, brownish, crown rounded; twigs greenish and hairy, branches spreading or slightly pending.  Leaves alternate, pinnately compound, petiolate, often pending; leaflets 6-10 in opposite pairs with short petiolulate*, blade elliptic to oblong-lanceolate, margin slightly wavy, glabrous, dark green, leathery and shining above, pale green and minutely hairy beneath, veins prominent on both sides, apex blunt, base usually cuneate.  Flowers actinomorphic, male, female or hermaphrodite in terminal panicles; stalk short greenish-yellowish, hairy; petals 5-6, obovate, unequal, yellowish-white, densely hairy; sepals 5-6, ovate, unequal, yellowish-brown, densely hairy; stamens 8, filaments free, brown and hairy,  anthers 2-thecous, pale yellow; ovary superior, disk yellow, symmetrical, style 1, stigma 2-lobed, hairy.  Fruit edible, circular with rough yellowish-brown rind, flesh soft, greyish, seed 1, shining black with white spot at base.  Flowering time April-July (in Cyprus).  Native to Southern Asia.

petiolulate*= petiole of a leaflet on  compound leaves

Περιγραφή

Φυλλοβόλο και διακοσμητικό δέντρο με στρογγυλή κόμη και ύψος που φθάνει τα 15m, αλλά συνήθως χαμηλότερο.  Κορμός απλός, όρθιος, με διακλάδωση, με γκρίζο προς ανοικτό καστανό χρώμα που με την πάροδο του χρόνου σχηματίζει κατά μήκος και προς τα κάτω σχισμές και ρήγματα που συχνά αποκαλύπτουν ένα κοκκινωπό χρώμα.  Νεαροί κλάδοι τριχωτοί, με ανοικτό καστανό χρώμα και οι οποίοι καλύπτονται με μικρά, στρογγυλά και άσπρα σημάδια.  Φύλλα σύνθετα, πτερωτά, περιττόληκτα ή αρτιόληκτα, με κιτρινωπό ή κοκκινωπό μίσχο που είναι διογκωμένος στη βάση.  Φυλλάρια 8-17, κατ εναλλαγή (εκτός από τα τελευταία ),απλά, ωοειδή προς λογχοειδή, γυμνά, με άνισα πριονωτό χείλος και κάπως ασύμμετρo προς τη βάση που είναι στρογγυλή, ενώ η κορυφή είναι μυτερή.  Άνθη ερμαφρόδιτα σε πυκνή, επάκρια και πυραμιδοειδή φόβη.  Ποδίσκοι κιτρινοπράσινοι και τριχωτοί.  Πέταλα 4-5, κίτρινα, προμήκη ωοειδή, γυμνά και με βάση που συχνά  παίρνει κόκκινο χρώμα κατά την ενηλικίωση.  Σέπαλα 4-5, πράσινα και ενωμένα στη βάση τους.  Στήμονες 7-8, με τριχωτό κιτρινωπό νήμα.  Ανθήρες δίχωροι και καστανοί.  Ωοθήκη επιφυής, τρίχωρη με 2 ωάρια σε κάθε χώρο.  Ο καρπός είναι μια οβάλ, τριχωτή, λεπτή και διογκωμένη κάψα με καφέ προς ανοικτό ρόδινο χρώμα και με μυτερή κορυφή που προεξέχει.  Σπέρματα 6, (2 σε κάθε διαμέρισμα) στρογγυλά που από πράσινα γίνονται μαύρα στην ωρίμανση.  Άνθιση τέλος Καλοκαιριού- αρχές Φθινοπώρου( στην Κύπρο).  Πατρίδα του το Ταϊβάν.

 

 

Aristolochia sempervirens

 Name/Όνομα:    Αριστολόχια η αείζωος

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Aristolochia sempervirens L.

Common name/ Κοινό όνομα:    Climbing birthwort, Dutchman’s pipe

Family/Οικογένεια: ARISTOLOCHIACEAE

  

Description

Aristolochia sempervirens is a perennial and evergreen climbing vine growing to 5m in length.  Stems are woody, branched, angular, glabrous, twining anticlockwise, scrambling on shrubs, trees, and fences.  Leaves alternate, simple, entire, sometimes slightly serrate, cordate, petiolate, leathery and glabrous, pale green, base strongly heart-shaped with 2 rounded auricles, apex acute or acuminate.  Flowers zygomorphic, hermaphrodite, solitary and axillary with unusual shape, resembling smoking pipe (common name Dutchman’s pipe); they are tubular, U or S shaped, swollen at base with a flared mouth at the top; the tube is brownish-purple with darker purple longitudinal strips externally, yellow internally with dark purple borders at the top and inside throat and base; straight white hairs between base and mouth internally; long whitish hairs on the mouth, shorter brown hairs below internally; stamens 6, anthers 2-thecous; ovary inferior, hexagonal, 6 locular.  Flowering time February-July (Cyprus).  The fruit is a hanging, ellipsoid capsule enclosing flattened seeds.  Native to the eastern Mediterranean region.  A common plant in Cyprus and it is found near streams and misty places from 0-1000m alt.

 

Περιγραφή

Πολυετές και αειθαλές αναρριχητικό φυτό που μπορεί να φθάσει tα 5m μήκος.  Βλαστοί ξυλώδεις, γωνιώδεις, με διακλάδωση, γυμνοί, περιελισσόμενοι αντίθετα από τους δείκτες του ρολογιού, αναρριχόμενοι πάνω σε δένδρα, θάμνους και φράκτες.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, καρδιόσχημα, ακέραια, κάποτε πολύ ελαφρά πριονωτά, έμμισχα, κάπως σκληρά και γυμνά, με ανοικτό πράσινο χρώμα, με βάση έντονα καρδιόσχημη με 2 στρογγυλεμένους λοβούς και κορυφή μυτερή.  Άνθη ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα και μασχαλιαία με ασύνηθες σχήμα.  Μοιάζουν με πίπα καπνού εξ ου και το κοινό όνομα (Dutchman’s pipe).  Τα άνθη είναι σωληνοειδή, σε σχήμα U, με εξογκωμένη βάση και με ανοικτό “στόμα” στην κορυφή του.  Ο σωλήνας είναι καστανοπορφυρός με πιο σκούρες επιμήκεις λωρίδες εξωτερικά, με κίτρινο χρώμα εσωτερικά και με σκούρο πορφυρό χρώμα στο εσωτερικό της βάσης, του φάρυγγα και του περιθωρίου του στόματος.  Μεταξύ βάσης και στόματος υπάρχουν πυκνές και ίσιες λευκές τρίχες, ψηλότερα υπάρχουν πιο αραιές και καφέ τρίχες ενώ στο περιθώριο του στόματος ασπριδερές και πιο μακριές τρίχες.  Στήμονες 6, 2-θηκοι.  Ωοθήκη υποφυής, εξαγωνική με 6 καρπόφυλλα.  Άνθιση Φεβρουάριος-Ιούλιος (Κύπρος).  Ο καρπός είναι μια κρεμάμενη ελλειψοειδής κάψα με επίπεδα σπέρματα.  Πατρίδα του η ανατολική Μεσογειακή ζώνη.  Κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται κοντά σε ρυάκια και γενικά σε υγρές και σκιασμένες περιοχές από 0-1000μ υψόμετρο.