Archives

Category Archive for ‘Κόκκινα’

Cleome ornithopodioides

Name/Όνομα:  Κλεόμη η ορνιθοποδιοειδής**    

Scientific name/Επιστημονικό όνομαCleome ornithopodioides* L.  

Common name/Κοινό όνομα:  Βird spiderflower     

Family/Οικογένεια:  CLEOMACEAE  

 

Description

Plant:  Erect annual growing up to 80cm high.

Stems:  Much-branched, branches horizontal to erect, striate, glandular, green turning to purplish with age.

Leaves:  Alternate, basal leaves compound, trifoliate, petiolate; leaflets more or less equal, oblanceolate, glandular especially on the margins and on the main nerve beneath, subacute, green becoming purplish with age; petiole channeled above; at the middle of the stems leaves are larger, reduce abruptly their size towards apex.

Flowers:  Slightly zygomorphic, hermaphrodite, in lax axillary racemes; pedicels reddish, glandular; petals 4, free, obovate, clawed at base, at first whitish-yellow, later with a pinkish-red stripe at the middle or turning to reddish finally; apex obtuse, short-acuminate; sepals 4, alternate with petals, lanceolate, glandular, often out-curved; stamens 6, filaments free, yellowish or pinkish, arising from the center of the flower, anthers oblong, yellow; ovary superior, erect, sessile, yellowish, slightly glandular; stigma capitate.   

Flowering time:  June-September.

Fruit:  Pod-like dehiscent capsule, pendulous, elongate, constricted a little between seeds, valves glandular, beak short; seeds globose.

Habitat:  River banks, vineyards from 150-1200m alt.

Native:   Eastern Mediterranean region, Western Asia.

 

ornithopodioides*= Greek word meaning “birds-foot like” referring to the shape of the leaves.

 

Περιγραφή

Φυτό:  Όρθιο με ύψος μέχρι 80 εκ. 

Βλαστός:  Πολύκλαδος, κλάδοι οριζόντιοι με τάση να κλείνουν προς τα πάνω, ραβδωτοί, αδενώδεις, πράσινοι στην αρχή, πορφυροί με την πάροδο του χρόνου.   

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, φύλλα βάσης σύνθετα, τρίφυλλα, έμμισχα.  Φυλλάρια περίπου ισομήκη, αντιλογχοειδή, αδενώδη, ειδικά πάνω στα χείλη και στο κάτω κύριο νεύρο, σχεδόν οξύκορφα, πράσινα στην αρχή, πορφυρά αργότερα.  Μίσχος αυλακωτός από πάνω.  Φύλλα βλαστού μεγαλύτερα στο μέσο του, αλλά μετά προς την κορυφή, απότομα ελαττώνεται το μέγεθός τους.

Άνθη:  Ελαφρά ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα, σε χαλαρούς μασχαλιαίους βότρεις.  Ποδίσκοι κοκκινωποί και αδενώδεις.  Πέταλα 4, ελεύθερα, αντωειδή με νύχι στη βάση, στην αρχή λευκοκίτρινα, αργότερα με κεντρική ροδοκόκκινη ζώνη ή ολοκληρωτικά με κοκκινωπό χρώμα.  Κορυφή πλατειά με μικρή και πολύ κοντή μύτη.  Σέπαλα 4, κατ εαναλλαγή με τα πέταλα, αδενώδη, συχνά λυγισμένα προς τα πίσω.  Στήμονες 6, νήμα ελεύθερο, κιτρινωπό ή ρόδινο.  Οι στήμονες εκφύονται από τη βάση της ωοθήκης στο κέντρο του άνθους, ανθήρες κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, όρθια, άμισχη, κιτρινωπή, ελαφρά αδενώδης, στίγμα κεφαλωτό.        

Άνθιση:  Ιούνιος-Σεπτέμβριος. 

Καρπός:  Διαρρηκτή και αδενώδης κάψα που μοιάζει με χέδρωπα των Ψυχανθών, είναι κρεμάμενη, επιμήκης, ελαφρά συμπιεσμένη μεταξύ των σπερμάτων, ράμφος κοντό, σπέρματα υποσφαιρικά. 

Ενδιαίτημα:  Όχθες  ποταμών και ρυακιών, αμπελώνες, από 150-1200μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Ανατολική Μεσογειακή ζώνη, Δυτική Ασία. 

 

ορνιθοποδιοειδής** = εξ αιτίας του σχήματος των φύλλων που μοιάζουν με πόδι κότας.   

 

Centranthus ruber

Name/Όνομα :  Κέντρανθος ο ερυθρός   

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Centranthus ruber  (L.) DC

Common name/ Κοινό όνομα:  Red valerian, Jupiter’s beard   

Family/Οικογένεια:  VALERIANACEAE

 

Description

Plant:  Perennial herb reaching 80cm tall or more.

Stems:  Erect, glaucous-green, branched, angled, and glabrous.

Leaves:  Opposite, simple, entire, sometimes dentate near the base, glaucous-green, rather fleshy, and glabrous; lower leaves ovate or lanceolate, petiolate, apex usually acute, base cuneate; upper leaves, ovate to ovate-elliptic, sessile, apex acuminate, base rounded or slightly cuneate.

Flowers:  Hermaphrodite and zygomorphic in dense, rounded, terminal compound cymes; petals 5, oblong, fused, spreading, bright red or pink, rarely white, unequal, apex obtuse, glabrous; Calyx tubular, tube long and narrow terminated into spur; stamen 1; ovary inferior, style 1, longer than the stamen, stigma lobed.

Flowering time:  June-July

Fruit:  1-seeded nutlet.

Habitat:  Common plant in Cyprus; roadsides, rocky places, walls and wasteland from  0-1200m alt.

Native:  Mediterranean region.

 

Περιγραφή

Φυτό:  Πολυετής πόα που φθάνει σε ύψος τα 80εκ. ή και περισσότερο.    

Βλαστοί:  Όρθιοι, γλαυκοπράσινοι, διακλαδισμένοι, γωνιώδεις και άτριχοι. 

Φύλλα:  Αντίθετα, απλά, ακέραια, κάποτε οδοντωτά κοντά στη βάση, γλαυκοπράσινα, λίγο σαρκώδη και άτριχα.  Κατώτερα φύλλα ωοειδή ή λογχοειδή, έμμισχα, συνήθως οξύκορφα, και με μυτερή βάση.  Ανώτερα φύλλα ωοειδή ή ωοειδή-ελλειπτικά, άμισχα, κορυφή μυτερή και βάση στρογγυλή.

Άνθη:  Ερμαφρόδιτα και ζυγόμορφα, σε πυκνή, στρογγυλή και επάκρια θυσανοειδή ταξιανθία.  Πέταλα 5, επιμήκη, ενωμένα, απλωμένα, με έντονο κόκκινο ή ρόδινο χρώμα, σπάνια λευκό, άνισα, πλατύκορφα και άτριχα.  Κάλυκας σωληνωειδής, σωλήνας μακρύς και στενός που καταλήγει σε πλήκτρο.  Στήμονες 1.  Ωοθήκη υποφυής, στύλος 1 μακρύτερος του στήμονα, στίγμα λοβωτό.   

Άνθιση:  Ιούνιος-Ιούλιος 

Καρπός:  Μονόσπερμο κάρυο.   

Ενδιαίτημα:  Κοινό φυτό της Κύπρου, κατά μήκος δρόμων, πετρώδη εδάφη και ακαλλιέργητες περιοχές από 0-1200μ υψόμετρο. 

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη. 

Rumex cyprius

Name/Όνομα:  Ρούμεξ ο κυπριακός-Λάπαθο το κυπριακό

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Rumex cyprius Murb.

Common name/Κοινό όνομα:  Knotweed’ sorrel, Pink sorrel, dock

Family Οικογένεια:  POLYGONACEAE

                                                   

Description

Plant:  Annual herb up to 30cm tall.

Stems:  Erect or ascending, much-branched below, fleshy with longitudinal reddish ridges, glabrous, swollen at nodes.

Leaves:  Alternate, simple, hastate to ovate-triangular, petiolate, glaucous green, papillose, fleshy, acute or obtuse, base V-shaped; petiole flat about as long as the lamina; margins slightly crenate; ochreae membranous-tubular; upper leaves simple, entire,  lanceolate, cuneate at base, acuminate at apex.

Flowers:  Hermaphodite or unisex on terminal racemes; wings 6 in 2 whorls of 3, flat, unequal, membranous; venation reticulate (like a net), veins reddish; the inner 3 are suborbicular and larger than the outer 3, they closely attached the fruit at maturity and their margins bear a thick red peripheral vein and conspicuous, small and rounded spines (lack of spines-Rumex vesicarius); stamens 6; ovary superior, styles 3.        

Flowering time:  March-May

Fruit:  A three-sided, whitish-brown achene with unequal wings.

Habitat:  Roadsides, stony slopes, limestone hills, 0-600m alt.  A rather uncommon plant in Cyprus.

Native:  Eastern Mediterranean region, Middle East.

 

 

Περιγραφή

Φυτό:  Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 30εκ. 

Βλαστοί:  όρθιοι ή ανερχόμενοι, πολύκλαδη χαμηλά, σαρκώδεις με επιμήκεις κοκκινωπές ραβδώσεις, γυμνοί και διογκωμένοι στα γόνατα. 

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, οβελοειδή-τριγωνικά, έμμισχα, γλαυκοπράσινα με μικρές θηλές, κάπως σαρκώδη, οξύκορφα ή πλατύκορφα, βάση σε σχήμα V.  Μίσχος επίπεδος περίπου ισομήκης με το έλασμα του φύλλου.  Χείλη με μικρά στρογγυλεμένα δόντια.  Στη βάση του μίσχου υπάρχει σωληνοειδής μεμβράνη.  Ανώτερα φύλλα απλά, ακέραια, λογχοειδή με ευθύγραμμη βάση και μυτερή κορυφή.

Άνθη:  Ερμαφρόδιτα ή μονογενή σε επάκριους βότρεις.  Πτέρυγες 6 σε 2 σειρές, άνισες, επίπεδες και μεμβρανώδεις.  Νεύρωση δικτυωτή με κοκκινωπά νεύρα.  Οι 3 εσωτερικές πτέρυγες είναι σχεδόν ημικυκλικές και μεγαλύτερες από τις 3 , είναι στενά συνδεδεμένες με τον ώριμο καρπό, φέρει στην περιφέρεια των χειλέων τους χοντρό και κόκκινο νεύρο, ενώ η περιφέρεια ενισχύεται με μικρά και στρογγυλά δόντια που είναι χαρακτηριστικά για το είδος( στο R.vesicarius ελλείπουν). Στήμονες 6.  Ωοθήκη επιφυής, στύλοι 3.

Άνθιση:  Μάρτιος-Μάιος 

Καρπός:  Τρίεδρο, λευκο-καστανό αχαίνιο με άνισες πτέρυγες.   

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, πετρώδεις πλαγιές, ασβεστολιθικοί λόφοι, από 0-600μ υψόμετρο. 

Πατρίδα:  Ανατολική Μεσογειακή ζώνη, Μέση Ανατολή. 

Moricandia arvensis

Name/Όνομα:  Μορικάντια η αρουραία*

Scientific name/Επιστημονικό όνομαMoricandia arvensis (L.) DC.  

 Common name/Κοινό όνομα:  Purple Mistress    

Family/Οικογένεια:  BRASSICACEAE  

 

 * Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

Plant:  Perennial herb growing up to 60cm high.

Stem/s:  Erect, much branched, more or less cylindrical, glaucous green and hairless.

Leaves:  Basal leaves obovate, simple, entire or slightly wavy, tapering to the base, glabrous; stem leaves alternate, hard-shaped, glaucous green, somewhat fleshy, glaucous green, apex acute or subacute, sessile, auriculate at the base, glabrous.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite in lax racemes; petals 4, opposite, obovate with narrow base, bluish-violet or purple, with prominent venation, emarginate at apex, glabrous; pedicels purplish-brown, hairless, shorter than calyx tube; calyx tubular, sepals 4, erect, strongly purple, apex obtuse, hairless; stamens 6, anthers oblong, obtuse, greenish-yellow, pointing outwards; ovary superior, cylindrical, style short, erect, thick, glabrous, purple, stigma greenish-yellow, truncate.  

Flowering time:  March-April.

Fruit:  Linear cylindrical pod*.

Habitat:  Rare plant in Cyprus and it is found at roadsides, calcareous slopes, phrygana, 500m alt.

Native:  Mediterranean region.

 

pod*= An elongated, narrow, cylindrical and dehiscent fruit.

 

Περιγραφή

Φυτό:  Πολυετής πόα με ύψος μέχρι 60εκ. 

Βλαστοί:  Όρθιοι, πολύκλαδοι. λίγο ή πολύ κυλινδρικοί, γλαυκοπράσινοι και άτριχοι. 

Φύλλα:  Φύλλα βάσης αντωειδή με στενή βάση, απλά, ακέραια ή με ελαφρά κυματοειδές χείλος, άτριχα.  Φύλλα βλαστού κατ εναλλαγή, καρδιόσχημα, γλαυκοπράσινα, κάπως σαρκώδη, άμισχα, με σχεδόν μυτερή κορυφή, περίβλαστα και άτριχα.

Άνθη:  Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα σε χαλαρούς βότρεις.  Πέταλα 4, αντίθετα, αντωειδή με στενή βάση, με ουρανί προς ιώδες,, βιολετί ή πορφυρό χρώμα, με πολύ εμφανή νεύρωση, άτριχα και με μικρή εγκοπή στην κορυφή τους.  Ποδίσκος άνθους με καστανό χρώμα, άτριχος, μικρότερος του σωλήνα του κάλυκα.  Κάλυκας σωληνοειδής, σέπαλα 4, όρθια, έντονα πορφυρά, πλατύκορφα και άτριχα.  Στήμονες 6, ανθήρες επιμήκεις, πλατύκορφοι, με χλωμό κίτρινο ή μουσταρδί χρώμα και με προσανατολισμό προς τα έξω.  Ωοθήκη υποφυής, και κυλινδρική, στύλος όρθιος , κοντός μάλλον χοντρός,, γυμνός και πορφυρός, στίγμα με ίδιο χρώμα με τους ανθήρες και με σχεδόν επίπεδη κορυφή.       

Άνθιση:  Μάρτης-Απρίλης. 

Καρπός:  Γραμμοειδές και κυλινδρικό κέρας*.

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, σε ασβεστολιθικούς λόφους και φρυγανότοπους, στα 500μ υψόμετρο.   

Πατρίδα:  Σπάνιο φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε φρυγανότοπους, κατά μήμος δρόμων και σε ασβεστολιθικούς λόφους στα 500μ υψόμετρο.

κέρας* = μακρόστενος καρπός ο οποίος σχίζεται κοιλιακά και ραχιαία από κάτω προς τα πάνω, όπως ο καρπός των Σταυρανθών πχ. Λαψάνα, νεροκάρδαμο, σινάπι κλπ.

 

Gladiolus italicus

Name/Όνομα:  Italian gladiolus, Γλαδίολος ο Ιταλικός   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαGladiolus italicus Mill.    

 Common name/Κοινό όνομα:  Gladiolus, Λάζαρος   

Family/Οικογένεια:  IRIDACEAE  

 

 

Description

 

Plant:  Perennial herb growing up to 130cm high.

Stem/s:  Erect, green, usually unbranched, rounded and rather flat, glabrous, develop (like the leaves) directly from the corm*;

Leaves:  Sword-shaped, lower leaves few around the base, erect with parallel venation, simple, entire, acute, sessile and glabrous; lower stem leaves alternate and longer; upper stem leaves much shorter.

Flowers:  Zygomorphic, hermaphrodite, in lax, unbranched, interrupted spike, at the end of the elongated scape; bracts 2, erect, sessile, leaf-like; tepals or perianth segments 6, different, more or less oblong-obovate or oblanceolate, unequal, pinkish-red or purple, glabrous; upper 3 segments longer; the lower 3 with white or creamy median streaks; stamens 3, straight, anthers conspicuous, linear, yellowish-brown, longer than the pink and glabrous filaments; ovary inferior, style whitish-pink, glabrous, a little shorter than stamens, stigma 3-parted, feathery.         

Flowering time:  March-April

Fruit:  Capsule, many seeds.

Habitat:  Cultivated fields, phrygana, dry and rocky slopes on calcareous ground, from 0-1300m alt.

Native:  Eurasia, North Africa

 

*Corm = a food-storing organ, a modified underground stem( different from bulbous, tuberous or rhizome).

 

Περιγραφή

Φυτό:  Πολυετής πόα με ύψος που μπορεί να φθάσει τα 130εκ.

Βλαστός:  Όρθιος, πράσινος, συνήθως χωρίς διακλάδωση, λίγο στρογγυλός και πιεσμένος πλευρικά, άτριχος και αναπτυσσόμενος όπως και τα φύλλα απ ευθείας από τον κορμό*.     

Φύλλα:  Μερικά φύλλα γύρω από τη βάση, όρθια, γραμμοειδή και παραλληλόνευρα, απλά, ακέραια, οξύκορφα, άμισχα και άτριχα.  Χαμηλά φύλλα βλαστού κατ εναλλαγή και μεγαλύτερα, ενώ ψηλότερα τα φύλλα είναι πολύ μικρότερα.

Άνθη:  Ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα σε χαλαρούς, διακοπτόμενους και χωρίς διακλάδωση στάχεις στο τέλος ενός μακρού ανθικού άξονα.  Βράκτια 2, όρθια, άμισχα και φυλλόμορφα.  Τέπαλα ή τμήματα περιανθίου 6, διαφορετικά, λίγο ή πολύ επιμήκη-λογχοειδή ή επιμήκη-αντωειδή, άνισα, με ροζ-κόκκινο ή πορφυρό χρώμα, άτριχα.  Τα ανώτερα 3 τμήματα είναι μεγαλύτερα, ενώ τα 3 κατώτερα φέρουν στο μέσο τους πολύ εμφανή λευκή ή κρεμ ζώνη.  Στήμονες 3, ανθήρες που τραβούν την προσοχή, είναι ευθείς, γραμμοειδείς, με κιτρινοκαφέ χρώμα, μακρύτεροι από τα ρόδινα και γυμνά νήματα.  Ωοθήκη υποφυής(κάτω από τα άλλα όργανα), στύλος λευκορόδινος και γυμνός, στίγμα 3-μερές και πτερωτό.

Άνθιση:  Μάρτης-Απρίλης 

Καρπός:  Κάψα με πολλά σπέρματα. 

Ενδιαίτημα:  Καλλιεργημένα εδάφη, φρυγανότοποι, πετρώδεις πλαγιές σε ασβεστολιθικά εδάφη από 0-1300μ υψόμετρο. 

Πατρίδα:  Ευρασία και Βόρεια Αφρική. 

 

Sarcopoterium spinosum

Name/Όνομα:  Σαρκοποτήριον το ακανθώδες

Scientific name/Επιστημονικό όνομαSarcopoterium spinosum (L.) Spach.       

Common name/Κοινό όνομα:  Thorny burnet, Pimprenelle épineuse, Dornige Bibernelle, Μαζί  

Family/ Οικογένεια:  ROSACEAE

 

Name/Όνομα:  Σαρκοποτήριον το ακανθώδες

Scientific name/Επιστημονικό όνομαSarcopoterium spinosum (L.) Spach.       

Common name/Κοινό όνομα:  Thorny burnet, Pimprenelle épineuse, Dornige Bibernelle, Μαζί  

Family/ Οικογένεια:  ROSACEAE

 

Description

Sarcopoterium spinosum is a perennial, dense and spiny shrub growing up to 50 cm high.  Stems several, much-branched, branches glabrous when old, terminating into bifurcate spines; bark silvery-brown; foliage rounded.  Leaves alternate, compound, pinnatisect, petiolate, odd-pinnate; leaflets simple, opposite, stemless, leathery, ovate with few unequal pointed dents, hairy on both sides with whitish hairs pointing towards apex;   rachis angled and hairy; stipules present.  Flowers unisex in dense spikes; male flowers are located at the base of the spike while female flowers are at the top of the inflorescence;  bracts 3, hairy; petals absent; sepals 4, oval, green, tinged reddish, reflexed at anthesis; stamens numerous, 2-thecous, kidney-shaped; styles feathery, purple; the fruit is a globose and fleshy, consisted of 2-3 achenes.  Flowering time Feb-April.  Native to Mediterranean region.  A common plant in Cyprus and it is found in open forests, dry rocky places, garigue and waste ground from 0-1200m alt

 

Περιγραφή

Πολυετής, πυκνός και ακανθώδης θάμνος που μπορεί να φθάσει τα 50εκ. ύψος.  Βλαστοί αρκετοί, πολύκλαδοι, κλάδοι τριχωτοί στην αρχή, ξυλώδεις και  γυμνοί αργότερα καταλήγουν σε διχαλωτή άκανθα.  Φλοιός αργυροκαστανός.  Φύλλωμα σφαιρικό.  Φύλλα κατ εναλλαγή, σύνθετα, πτεροσχιδή, έμμισχα και περιττόληκτα.  Φυλλάρια απλά, αντίθετα, άμισχα, δερματώδη, ωοειδή με λίγα άνισα και μυτερά δόντια, τριχωτά και στις 2 επιφάνειες με ασπριδερές τρίχες που βλέπουν προς την κορυφή του φύλλου.  Ράχη του σύνθετου φύλλου τριχωτή και γωνιώδης.  Παράφυλλα υπάρχουν.  Άνθη μονογενή σε πυκνούς στάχεις.  Τα αρσενικά άνθη βρίσκονται στη βάση του στάχυ ενώ τα θηλυκά άνθη στην κορυφή του.  Βράκτια 3, τριχωτά.  Τα πέταλα απουσιάζουν.  Σέπαλα 4, ωοειδή, πράσινα με κόκκινες αποχρώσεις και με κορυφή που γέρνουν προς τα πίσω κατά την άνθιση.  Στήμονες πολυάριθμοι, 2-θηκοι, με νεφροειδές σχήμα.  Στύλοι πτερωτοί και πορφυροί.  Ο καρπός είναι σφαιρικός και σαρκώδης αποτελούμενος από 2-3 αχαίνια.  Άνθιση Φεβρουάριος-Απρίλιος.  Πατρίδα του η Μεσογειακή ζώνη.  Κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε ανοικτά δάση, ξηρές και πετρώδεις περιοχές, άγονα εδάφη και θαμνώνες από 0-1200μ υψόμετρο.

Dimocarpus longan

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Dimocarpus longans  Lour.

Common name/Κοινό όνομα:  Longan, dragon’s eye, longanler,Longanbaum   

Family/Οικογένεια:  SAPINDACEAE

 

Description

Dimocarpus longans is an evergreen tree growing up to 12m tall but usually smaller; trunk single, erect, branched, bark rough, brownish, crown rounded; twigs greenish and hairy, branches spreading or slightly pending.  Leaves alternate, pinnately compound, petiolate, often pending; leaflets 6-10 in opposite pairs with short petiolulate*, blade elliptic to oblong-lanceolate, margin slightly wavy, glabrous, dark green, leathery and shining above, pale green and minutely hairy beneath, veins prominent on both sides, apex blunt, base usually cuneate.  Flowers actinomorphic, male, female or hermaphrodite in terminal panicles; stalk short greenish-yellowish, hairy; petals 5-6, obovate, unequal, yellowish-white, densely hairy; sepals 5-6, ovate, unequal, yellowish-brown, densely hairy; stamens 8, filaments free, brown and hairy,  anthers 2-thecous, pale yellow; ovary superior, disk yellow, symmetrical, style 1, stigma 2-lobed, hairy.  Fruit edible, circular with rough yellowish-brown rind, flesh soft, greyish, seed 1, shining black with white spot at base.  Flowering time April-July (in Cyprus).  Native to Southern Asia.

petiolulate*= petiole of a leaflet on  compound leaves

Περιγραφή

Φυλλοβόλο και διακοσμητικό δέντρο με στρογγυλή κόμη και ύψος που φθάνει τα 15m, αλλά συνήθως χαμηλότερο.  Κορμός απλός, όρθιος, με διακλάδωση, με γκρίζο προς ανοικτό καστανό χρώμα που με την πάροδο του χρόνου σχηματίζει κατά μήκος και προς τα κάτω σχισμές και ρήγματα που συχνά αποκαλύπτουν ένα κοκκινωπό χρώμα.  Νεαροί κλάδοι τριχωτοί, με ανοικτό καστανό χρώμα και οι οποίοι καλύπτονται με μικρά, στρογγυλά και άσπρα σημάδια.  Φύλλα σύνθετα, πτερωτά, περιττόληκτα ή αρτιόληκτα, με κιτρινωπό ή κοκκινωπό μίσχο που είναι διογκωμένος στη βάση.  Φυλλάρια 8-17, κατ εναλλαγή (εκτός από τα τελευταία ),απλά, ωοειδή προς λογχοειδή, γυμνά, με άνισα πριονωτό χείλος και κάπως ασύμμετρo προς τη βάση που είναι στρογγυλή, ενώ η κορυφή είναι μυτερή.  Άνθη ερμαφρόδιτα σε πυκνή, επάκρια και πυραμιδοειδή φόβη.  Ποδίσκοι κιτρινοπράσινοι και τριχωτοί.  Πέταλα 4-5, κίτρινα, προμήκη ωοειδή, γυμνά και με βάση που συχνά  παίρνει κόκκινο χρώμα κατά την ενηλικίωση.  Σέπαλα 4-5, πράσινα και ενωμένα στη βάση τους.  Στήμονες 7-8, με τριχωτό κιτρινωπό νήμα.  Ανθήρες δίχωροι και καστανοί.  Ωοθήκη επιφυής, τρίχωρη με 2 ωάρια σε κάθε χώρο.  Ο καρπός είναι μια οβάλ, τριχωτή, λεπτή και διογκωμένη κάψα με καφέ προς ανοικτό ρόδινο χρώμα και με μυτερή κορυφή που προεξέχει.  Σπέρματα 6, (2 σε κάθε διαμέρισμα) στρογγυλά που από πράσινα γίνονται μαύρα στην ωρίμανση.  Άνθιση τέλος Καλοκαιριού- αρχές Φθινοπώρου( στην Κύπρο).  Πατρίδα του το Ταϊβάν.

 

 

Aristolochia sempervirens

 Name/Όνομα:    Αριστολόχια η αείζωος

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Aristolochia sempervirens L.

Common name/ Κοινό όνομα:    Climbing birthwort, Dutchman’s pipe

Family/Οικογένεια: ARISTOLOCHIACEAE

  

Description

Aristolochia sempervirens is a perennial and evergreen climbing vine growing to 5m in length.  Stems are woody, branched, angular, glabrous, twining anticlockwise, scrambling on shrubs, trees, and fences.  Leaves alternate, simple, entire, sometimes slightly serrate, cordate, petiolate, leathery and glabrous, pale green, base strongly heart-shaped with 2 rounded auricles, apex acute or acuminate.  Flowers zygomorphic, hermaphrodite, solitary and axillary with unusual shape, resembling smoking pipe (common name Dutchman’s pipe); they are tubular, U or S shaped, swollen at base with a flared mouth at the top; the tube is brownish-purple with darker purple longitudinal strips externally, yellow internally with dark purple borders at the top and inside throat and base; straight white hairs between base and mouth internally; long whitish hairs on the mouth, shorter brown hairs below internally; stamens 6, anthers 2-thecous; ovary inferior, hexagonal, 6 locular.  Flowering time February-July (Cyprus).  The fruit is a hanging, ellipsoid capsule enclosing flattened seeds.  Native to the eastern Mediterranean region.  A common plant in Cyprus and it is found near streams and misty places from 0-1000m alt.

 

Περιγραφή

Πολυετές και αειθαλές αναρριχητικό φυτό που μπορεί να φθάσει tα 5m μήκος.  Βλαστοί ξυλώδεις, γωνιώδεις, με διακλάδωση, γυμνοί, περιελισσόμενοι αντίθετα από τους δείκτες του ρολογιού, αναρριχόμενοι πάνω σε δένδρα, θάμνους και φράκτες.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, καρδιόσχημα, ακέραια, κάποτε πολύ ελαφρά πριονωτά, έμμισχα, κάπως σκληρά και γυμνά, με ανοικτό πράσινο χρώμα, με βάση έντονα καρδιόσχημη με 2 στρογγυλεμένους λοβούς και κορυφή μυτερή.  Άνθη ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα και μασχαλιαία με ασύνηθες σχήμα.  Μοιάζουν με πίπα καπνού εξ ου και το κοινό όνομα (Dutchman’s pipe).  Τα άνθη είναι σωληνοειδή, σε σχήμα U, με εξογκωμένη βάση και με ανοικτό “στόμα” στην κορυφή του.  Ο σωλήνας είναι καστανοπορφυρός με πιο σκούρες επιμήκεις λωρίδες εξωτερικά, με κίτρινο χρώμα εσωτερικά και με σκούρο πορφυρό χρώμα στο εσωτερικό της βάσης, του φάρυγγα και του περιθωρίου του στόματος.  Μεταξύ βάσης και στόματος υπάρχουν πυκνές και ίσιες λευκές τρίχες, ψηλότερα υπάρχουν πιο αραιές και καφέ τρίχες ενώ στο περιθώριο του στόματος ασπριδερές και πιο μακριές τρίχες.  Στήμονες 6, 2-θηκοι.  Ωοθήκη υποφυής, εξαγωνική με 6 καρπόφυλλα.  Άνθιση Φεβρουάριος-Ιούλιος (Κύπρος).  Ο καρπός είναι μια κρεμάμενη ελλειψοειδής κάψα με επίπεδα σπέρματα.  Πατρίδα του η ανατολική Μεσογειακή ζώνη.  Κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται κοντά σε ρυάκια και γενικά σε υγρές και σκιασμένες περιοχές από 0-1000μ υψόμετρο.

Lathyrus aphaca

Name/Όνομα:   Λάθυρος η αφάκα*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Lathyrus aphaca L.

Common name/ Κοινό όνομα:    Yellow Vetchling, Yellow Pea

Family/Οικογένεια: FABACEAE

 

 * Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

 Description

Lathyrus aphaca is an annual plant growing up to 30cm tall.  Stems are trailing with a climbing habit, much-branched, squared, leafless and glabrous.  The true leaves are reduced to unbranched tendrils, bearing 2 stipules at their base; stipules have the appearance of leaves, they are opposite, ovate to triangular, glabrous, simple and entire with acute apex and 2 triangular and acute lobes at their base, margins often tinged purplish.  Flowers are hermaphrodite, zygomorphic, papilionaceous, solitary or in pairs;  calyx campanulate, glabrous, pale green, 5-toothed; teeth narrow lanceolate, margins whitish, apex acuminate; corolla bright yellow, standard petal suborbicular,  emarginate,  with prominent blackish-purple strikes; wings obovate, keel boat-shaped, upcurved; stamens 10, 9 fused, 1 free; ovary superior, style 1, stigma 1.  Flowering time January-May.  The fruit is a narrow, oblong, brown, glabrous, straight or curved and rather flat pod (legume).  Native to southern Europe, North Africa, and western Asia.  A common plant in Cyprus and it is found generally on the calcareous ground, cultivated fields, waste places and roadsides from 0-975m alt.

 

Περιγραφή

Μονοετές φυτό που μπορεί να φθάσει τα 30εκ ύψος.  Οι βλαστοί αναπτύσσονται επιφανειακά και έχουν τάση να αναρριχώνται, είναι πολύκλαδοι, τετράγωνοι και γυμνοί και στην πραγματικότητα άφυλλοι.  Τα πραγματικά φύλλα έχουν μειώσει σημαντικά την επιφάνειά τους και έχουν μετατραπεί σε έλικες (χωρίς διακλάδωση).  Τα 2 παράφυλλα μοιάζουν με φύλλα, είναι αντίθετα, ωοειδή-τριγωνικά, άτριχα, απλά, ακέραια, οξύκορφα και στη βάση φέρουν 2 τριγωνικούς και μυτερούς λοβούς, ενώ τα χείλη συχνά παίρνουν πορφυρή χροιά. Άνθη κίτρινα, ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα, σε σχήμα πεταλούδας( γι αυτό λέγονται και ψυχανθή, ψυχή =πεταλούδα), συνήθως μεμονωμένα.  Στεφάνη με 5 πέταλα, 2-χειλη, το άνω χείλος είναι ένα μεγάλο πέταλο, ο πέτασος που είναι σχεδόν κυκλικός, φέρει μικρή εγκοπή στο άνω μέρος του και φέρει επίσης μαυροπορφυρές γραμμώσεις, ενώ το κάτω χείλος αποτελείται από 4 πέταλα, 2 αντωειδείς πτέρυγες στο πλάι και μεταξύ αυτών την τρόπιδα που προέρχεται από τη σύμφυση 2 πετάλων, έχει σχήμα βάρκας και με μύτη λυγισμένη προς τα πάνω.  Ποδίσκος πράσινος και άτριχος.  Κάλυκας καμπανοειδής, πρασινωπός, γυμνός και με 5 στενά-λογχοειδή και οξύκορφα δόντια.  Στήμονες 10, 9 συμφυείς και 1 ελεύθερος.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγμα 1.  Άνθιση Ιανουάριος-Μάιος.  Ο καρπός είναι ένας μακρός, ίσιος ή καμπύλος, και σχεδόν επίπεδος και με καφέ χρώμα λοβός ( όσπριο ή χέδρωψ).  Πατρίδα του η νότια Ευρώπη, Βόρεια Αφρική και περιοχές της Ασίας.  Κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται γενικά σε ασβεστολιθικά εδάφη, καλλιεργημένα χωράφια, άγονες περιοχές και κατά μήκος δρόμων από 0- 975μ υψόμετρο.

 

 

Equisetum telmateia 

Name/Όνομα: Eκουϊζέτουμ (Αλογοουρά) των τελμάτων  

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Equisetum telmateia Ehrh.

Common name/Κοινό όνομα:  Great horstail, Grande prele, Canutillos

Family/Οικογένεια:  EQUISETACEAE


*Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

Description

Equisetum telmateia is a perennial herbaceous and deciduous plant with separate sterile and fertile stems, growing up to 100cm tall.  Sterile stems (fotosynthetic) appear in late spring and dying in late autumn, they are erect, glabrous, nearly cylindrical (there are inconspicuous ridges), hollow and branched in whorls; branches are many, 14-20 or more, unbranched, erect when young, becoming spreading, horizontal or arcing  later, they are linear, green and glabrous, mucronate, tips brown; branches are longer at the upper whorls becoming gradually shorter towards the base of the stem; main stem is whitish with ridges between nodes (Internodes); internodes are longer at base and shorter towards apex; nodes are covered with a whorl of reduced leaves, fused below to form the petiole (sheath) enclosing so the stem; sheaths on branches smaller; sheaths bears a number of  grooves below which are erect, acuminate and they have brown teeth at apex, about the same number with the branches.  Fertile stems (not photosynthetic) appear in early spring before the sterile stems; they produce spores in specialize conical structures called strobili; strobilus is conical, brownish and appear at the top of the fertile stems.  Fertile stems dying after the releasing of the spores.  Reproduction is carried out by spores and by the extended rhizomes.  Flowering time April.  Native to Europe, western Mediterranean, northern Africa and western Asia.  Common plant in Cyprus and it is founded on slow and shallow stream, streambanks and generally on shady, wet and misty places where it forms large colonies, from 175- to 1375m altitude.

 

Περιγραφή

Πολυετές και αειθαλές ποώδες φυτό, ύψους μέχρι 100εκ (Κύπρος), με 2 ξεχωριστούς βλαστούς:  α) Άγονοι βλαστοί που μπορούν να φωτοσυνθέτουν, εμφανίζονται προς το τέλος της άνοιξης και πεθαίνουν το φθινόπωρο, είναι όρθιοι, άτριχοι, σχεδόν κυλινδρικοί (υπάρχουν όμως ανεπαίσθητες ραβδώσεις), είναι κούφιοι και διακλαδώνονται σε σπονδύλους.  Κλάδοι αρκετοί, 14-20 ή περισσότεροι, χωρίς διακλάδωση, όρθιοι οι νεαροί, απλωμένοι ή λυγισμένοι προς τα κάτω οι παλαιότεροι, είναι γραμμοειδείς, πράσινοι και γυμνοί, με μικρή και με καφέ χρώμα προεκβολή στην κορυφή τους.  Οι κλάδοι είναι μακρύτεροι στους άνω σπονδύλους και μικρότεροι στους κάτω.  Ο κύριος βλαστός είναι ασπριδερός, δεν φωτοσυνθέτει και φέρει ραβδώσεις μεταξύ των γονάτων (μεσογονάτιο διάστημα).  Τα μεσογονάτια διαστήματα είναι μεγαλύτερα στη βάση και μικρότερα πιο ψηλά.  Κάθε γόνατο επικαλύπτεται από σπόνδυλο φύλλων με μειωμένη επιφάνεια, τα οποία συμφύονται στη βάση τους και σχηματίζουν ένα “κυκλικό μίσχο” που περιβάλλει το βλαστό και που φέρει στη βάση του ραβδώσεις και στην κορυφή του καστανά και μυτερά αλλά μαλακά δόντια, περίπου ισάριθμα με τα κλαδιά του σπονδύλου.  β)  Γόνιμοι βλαστοί δεν φωτοσυνθέτουν, εμφανίζονται στην αρχή της άνοιξης και πριν από τους άγονους βλαστούς και πεθαίνουν μετά από την ελευθέρωση των σπορίων.  Αυτοί παράγουν τα σπόρια πάνω σε εξειδικευμένους κωνικούς και καστανούς σχηματισμούς, συνήθως στα άκρα των βλαστών, που λέγονται στρόβιλοι.  Η αναπαραγωγή επιτυγχάνεται είτε με τα σπόρια είτε μέσω του εκτεταμένου ριζώματος του φυτού.  Άνθιση τον Απρίλιο.  Πατρίδα του η Ευρώπη, η ανατολική Μεσογειακή ζώνη, βόρεια Αφρική και δυτική Ασία.  Τοπικά κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε αργά και αβαθή ρυάκια, όχθες ρυακιών και γενικά σε σκιασμένα και υγρά εδάφη όπυ μπορούν να σχηματίζουν μεγάλες αποικίες από 175μ-1375μ υψόμετρο.