Category Archive for ‘Κίτρινα’

Oxalis corniculata

Name/Όνομα:   Οξαλίς η μικροκέρατη*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Oxalis corniculata L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Yellow sorrel

Family/Οικογένεια:   OXALIDACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Annual, low-growing herb. 

Stem/s:   Procumbent or creeping, rooting at the nodes, much branched, up to 20 cm long or more, reddish-brown, and sparsely covered with whitish appressed hairs.

Leaves:  Alternate, compound, and petiolate; leaflets 3, unequal, the median larger, dark green, broadly obcordate, sinus of blade narrow or broad, hairless above with ciliate margins, thinly hairy beneath; stipules ± hairy.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, solitary or 1-3 axillary; peduncles thinly hairy; sepals 5, oblong or obovate, pale green, thinly hairy, about 2/3 as long as petals; petals 5, oblong-obovate, yellow with rounded apex, glabrous; stamens 10 in 2 series, connate at base, anthers yellow, nearly orbicular, dehiscent longitudinally; ovary superior, style 5, stigmas capitate.

Flowering time:    April-December

Fruit:   Cylindrical capsule with small spur-like appendage, thinly hairy.    

Habitat:    Waste ground, roadsides, gardens, from 0-1350 m alt.

Native:   Southeastern Asia.

Foeniculum vulgare

Name/Όνομα:   Φοινίκουλον το κοινόν.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Foeniculum vulgare Mill.

Common name/Κοινό Όνομα:  Fennel, Finocchio, Florence fernel, Φινόκιο, Μάραθος.

Family/Οικογένεια:   APIACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Perennial or biennial herb, growing up to 2.5 m high. 

Stem/s:  Erect, branched, striate, glaucous-green and glabrous, thick, becoming hollow with age.

Leaves:  Alternate, broadly triangular in outline; basal leaves deeply divided into thread-like and acute segments; if there is a petiole, is short, ribbed, channeled above with auriculate apex and a conspicuous sheath at the base; upper leaves few, smaller and petiolate with long sheath.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, mostly fertile, in many-flowered, compound and leaf-opposed sciadia (umbels); bracts and bracteoles 0; rays ± equal, stout, spreading, up to 30; sepals obsolete; petals 5, yellow, distinctly incurved with emarginated or lobulated apex; stamens 5, spreading, alternate with petals, filaments yellow, anthers yellow, suborbicular; ovary inferior, styles 2, barely visible, arise from the yellow and convex stylopodium*, which becomes conical with age.

Flowering time:    April-October

Fruit:  Oblong or ovoid, moderately compressed laterally; mericarps with 5 ridges.     

Habitat:  Roadsides, waste or cultivated ground, streambeds, from 0-1700 m alt.

Native:  Southern Mediterranean region.


Stylopodium* = a nectariferous disk coming from an enlarged style´s base.




Φυτό:   Πολυετής ή διετής πόα με ύψος μέχρι 2.5 μ.

Βλαστός/οί:  Όρθιοι, πολύκλαδοι, ραβδωτοί, χοντροί, γινόμενοι κούφιοι εσωτερικά με την πάροδο του χρόνου, γλαυκοπράσινοι και άτριχοι.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, πλατειά τριγωνικά στο περίγραμμα.  Φύλλα βάσης έντονα διαιρεμένα σε νηματοειδή και μυτερά τμήματα.  Αν υπάρχει μίσχος είναι κοντός, ραβδωτός, αυλακωτός από πάνω, με ωτοειδή κορυφή  και με εμφανή περίβλαστο κολεό στη βάση.  Ανώτερα φύλλα λίγα, μικρά και έμμισχα με μακρύ κολεό.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, συνήθως γόνιμα, σε πολυανθή, σύνθετα και απέναντι των φύλλων σκιάδια. Δεν υπάρχουν βράκτια και βρακτίδια.  Ακτίνες λίγο ή πολύ ισομήκεις, μέχρι 30, απλωμένες και δυνατές.  Σέπαλα ελλείπουν.  Πέταλα 5, κίτρινα, εμφανώς εσώκυρτα, με μικρή εγκοπή ή με μικρούς λοβούς στην κορυφή τους.  Στήμονες 5, κατ εναλλαγή με τα πέταλα, νήμα κίτρινο, ανθήρες κίτρινοι, σχεδόν κυκλικοί.  Ωοθήκη υποφυής, με 2 δύσκολα διακριτούς στύλους που εκφύονται από το κίτρινο και κυρτό στυλοπόδιο, το οποίο με την πάροδο του χρόνου γίνεται κωνικό.

Άνθιση:   Απρίλιος-Οκτώβριος.

Καρπός:  Προμήκης ή ωοειδής,  μέτρια συμπιεσμένος πλευρικά, με μερικάρπια που φέρουν 5 ραβδώσεις.

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, σε άγονα και καλλιεργημένα εδάφη, κοντά σε ρυάκια, από 0-1700 μ υψόμετρο.  

Πατρίδα:   Νότια Μεσογειακή ζώνη.

 Stylopodium* = a nectariferous disk coming from an enlarged style´s base.


Helichrysum stoechas ssp barrelieri

Name/Όνομα:   Ελίχρυσο η στοιχάς υποείδ.  τo σφαιρικό.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Helichrysum stoechas ssp barrelieri (Ten.) Nyman

Common name/Κοινό Όνομα: Mediterranean strawflower, Golden cassidony, Ebeden ölmez, Κλάματα της Παναγίας, Ψυλλίνα, Αθάνατο.

Family/Οικογένεια:   ASTERACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:  Subshrub growing up to 80 cm high.    

Stem/s:   Erect or ascending, much-branched, glaucous-green, covered with dense, soft and white arachnoid hairs.

Leaves:    Alternate, simple and entire, ± glandular, glabrescent or with arachnoid hairs above, with dense white wooly hairs beneath (lanate), and revolute margins, the lower oblanceolate or ovate, sessile and subamplexicaul, the upper linear, sessile and smaller

Flowers:   Capitula bell-shaped, in many-flowered (up to 60), terminal corymbs; flowering stems erect or ascending, arachnoid-lanate;  involucre ovoid at first, becoming campanulate later; bracts in several series(up to 7), imbricate, shining and scarious, straw-colored, the outer ovate, subacute or obtuse, the median obovate, glandular, ± obtuse and longer than the outer ones, the inner are the narrowest, linear-oblong, glandular, ± acute and about as long as the median bracts; florets numerous, tubular, the outer female 3-5 dentate, the others hermaphrodite 5-dentate.

Flowering time:   March-May.

Fruit:  Achene with white pappus.       

Habitat:  Phrygana, stony shrubby vegetation, rocky slopes, sand-dunes, open forests, from  0-1000 m alt.

Native:    Central & E. Mediterranean region to southwestern Asia.



Φυτό:   Ημίθαμνος με ύψος μέχρι 80 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι ή ανερχόμενοι, πολύκλαδοι, γλαυκοπράσινοι, καλυμμένοι με πυκνές, μαλακές και λευκές αραχνοειδείς τρίχες.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά και ακέραια,  με ή χωρίς αδένες, σχεδόν γυμνά ή με αραχνοειδείς τρίχες στην άνω επιφάνεια, με πυκνές, άσπρες και σαν βαμβάκι τρίχες στην κάτω επιφάνεια και χείλη αναδιπλωμένα προς τα μέσα, τα χαμηλότερα φύλλα είναι αντιλογχοειδή ή ωοειδή, με σχεδόν μυτερή ή πλατειά κορυφή, άμισχα και ημιπερίβλαστα, τα ανώτερα γραμμοειδή, άμισχα και μικρότερα.

Άνθη:   Κεφάλια κωδωνοειδή, σε πολυανθείς επάκριους κορύμβους.  Ανθοφόροι κλάδοι όρθιοι ή ανερχόμενοι και με αραχνοειδείς μαλακές τρίχες.  Σύνολο βρακτίων αρχικά σε ωοειδές σχήμα, αργότερα σε καμπανοειδές ή κωδωνοειδές.  Βράκτια σε κάπως αρκετές σειρές, μέχρι 7, είναι γυαλιστερά και με σκληρή στην αφή επιφάνεια, αχυρόχρωμα, αλληλεπικαλυπτόμενα, τα εξωτερικά ωοειδή και σχεδόν μυτερά ή πλατυκόρυφα, τα μεσαία αντωειδή, αδενώδη,  ± πλατυκόρυφα και μακρύτερα των εξωτερικών, τα εσωτερικά είναι τα πιο στενά, γραμμοειδή, αδενώδη, ± οξυκόρυφα και περίπου ισομήκη με τα μεσαία.  Ανθίδια πολυάριθμα, σωληνοειδή, τα εξωτερικά θηλυκά και με 3-5 δόντια, τα εσωτερικά ερμαφρόδιτα και 5-δοντα.

Άνθιση:   Μάρτιος-Μάιος.

Καρπός:   Αχαίνιο με πάππο από λευκές σμήριγγες.

Ενδιαίτημα:   Φρύγανα, πετρώδεις θαμνώνες, βραχώδεις πλαγιές, αμμόλοφους, ανοικτά δάση, από 0-1000 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Κεντρική και ανατολική Μεσογειακή ζώνη μέχρι νοτιοδυτική Ασία.

Phagnalon rupestre subsp. rupestre

Name/Όνομα:   Φάγναλον το βραχοδίετον υποείδ. βραχοδίετον.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Phagnalon rupestre (L.) DC. subsp. rupestre

Common name/Κοινό Όνομα:   Rock phagnalon, Ασπροθύμαρο.

Family/Οικογένεια:   ASTERACEAE




Plant:   Subshrub growing up to 50 cm high.    

Stem/s:   Erect, sprawling or ascending, much branched, cylindrical, initially green and densely covered with soft and white wooly hairs (lanate), becoming dark brown and hairless later.

Leaves:   Alternate, simple, sessile, oblanceolate to obovate or linear-lanceolate to oblong-linear, semi-amplexicaule at the base, acute at apex, densely covered with white soft wooly hairs beneath, dark green and glabrous above, margins entire or sinuate-undulate, often deflexed.

Flowers:   Capitula terminal and solitary; peduncles very long covered with soft and arachnoid hairs; involucre campanulate;  phyllaries in several series, in colors of brown with paler margins, the uppermost acute and linear, the others ovate to ovate triangular, subacute, obtuse or rounded, dark brown or blackish;  outer florets female, filiform, with 5 very short, yellowish, obtuse and glabrous lobes, disk florets hermaphrodite, tubular, corolla 5-lobed; style branched, exserted from corolla; receptacle slightly convex.

Flowering time:    March-May.   Fruiting time:  April-June

Fruit:    Achenes, oblong and cylindrical with dark brown color, bearing at apex about 5 or more long and white or brownish hairs (pappus).      

Habitat: Dry rocky slopes, sunny areas, cultivated fields, garigue, waste ground, and roadsides from 0-800 m alt.

Native:  Eastern Mediterranean region.



Φυτό:   Ημίθαμνος με ύψος μέχρι 50 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι, κατακλιμένοι ή ανερχόμενοι, πολύκλαδοι, κυλινδρικοί, αρχικά πράσινοι και πυκνά καλυμμένοι με μαλακές λευκές τρίχες, αργότερα άτριχοι με καφέ χρώμα.

Φύλλα:    Κατ εναλλαγή, απλά, άμισχα, αντιλογχοειδή  προς αντωειδή ή γραμμοειδή-λογχοειδή προς προμήκη-γραμμοειδή, μερικώς περίβλαστα στη βάση, οξυκόρυφα, καλυμμένα με πυκνές, λευκές και μαλακές τρίχες από κάτω, ενώ από πάνω είναι γυμνά και με σκούρο πράσινο χρώμα, τα χείλη είναι απλά ή έντονα κυματοειδή, συχνά λυγισμένα προς τα μέσα.

Άνθη:   Κεφάλια επάκρια και μεμονωμένα.  Ποδίσκοι πολύ μακροί και καλυμμένοι με λευκές, μαλακές και αραχνοειδείς τρίχες.  Σύνολο βρακτίων σε καμπανοειδές σχήμα.  Βράκτια σε  αρκετές σειρές, σε αποχρώσεις του καφέ και με πιο ανοικτόχρωμα χείλη, τα ανώτερα γραμμοειδή και οξυκόρυφα, τα χαμηλότερα ωοειδή προς ωοειδή-τριγωνικά, σχεδόν οξυκόρυφα, πλατυκόρυφα ή με στρογγυλεμένη κορυφή, με σκούρο καφέ ή μαυριδερό χρώμα.    Εξωτερικά ανθίδια θηλυκά, νηματοειδή, με 5 μικροσκοπικούς, κιτρινωπούς, γυμνούς και πλατυκόρυφους λοβούς, επιδίσκια ανθίδια ερμαφρόδιτα, σωληνοειδή, με 5-λοβη στεφάνη.  Στύλος διακλαδωμένος και εξερχόμενος της στεφάνης.  Ανθοδόχη ελαφρά κυρτή.

Άνθιση: Μάρτιος-Μάιος.   Fruiting time:  April-June.

Καρπός:  Αχαίνια, προμήκη, κυλινδρικά και με καφέ χρώμα, φέροντας στο άνω τους άκρο περίπου 5 ή περισσότερες, μακρές και λευκές ή καστανές τρίχες (πάππος). 

Ενδιαίτημα:   Ηλιόλουστες περιοχές, καλλιεργημένα χωράφια, γκαρίκες, άγονα εδάφη, κατά μήκος δρόμων και σε βραχώδεις λόφους, από 0-800 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ανατολική Μεσογειακή ζώνη.


Ranunculus paludosus

Name/Όνομα:   Ρανούνγκουλος ο βαλτώδης.*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Ranunculus paludosus Poir.

Common name/Κοινό Όνομα:   Fan-leaved Buttercup.

Family/Οικογένεια:   RANUNCULACEAE

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:  Perennial herb with swollen tubers growing up to 25 cm high.  

Stem/s:   Erect, usually unbranched or branched above, cylindrical, greenish and densely covered with rather dense and soft whitish hairs.

Leaves:   Alternate and petiolate, petiole channeled above and densely covered with erecto-patent hairs, longer than blade; lower basal leaves simple, broadly ovate with irregularly toothed apex, upper basal leaves deeply 3-lobed, each lobe divided again into ovate-lanceolate or entire and acute segments; median segment supported by a stem-like structure, densely covered with erecto-patent hairs;, lateral segments almost sessile; stem leaves1-2, subsessile, divided into linear or narrow-lanceolate and hairy lobes.

Flowers:   Solitary and terminal, at the top of sparsely branched and ± leafless scape; sepals 5, spreading, ovate, acute, somewhat concave, densely covered with straight and soft whitish hairs; petals 5, yellow, broadly ovate or obovate, imbricate, rounded at apex, cuneate at the base; stamens numerous, anthers oblong and yellow; receptacle conical.

Flowering time:  February-April.

Fruit:        Compressed achenes.

Habitat:  Side-paths, grassland and stony hillsides, from 0-1500 m alt.

Native:   Mediterranean region.




Φυτό:   Πολυετής πόα με νηματώδεις ρίζες και διογκωμένους κονδύλους, με ύψος μέχρι 25 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιος, συνήθως χωρίς διακλάδωση, κυλινδρικός, πρασινωπός και καλυμμένος με μάλλον πυκνές, μαλακές και ασπριδερές τρίχες.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή και έμμισχα.  Μίσχος με αυλάκωση από πάνω και πυκνά τριχωτός, μακρύτερος από το έλασμα.  Χαμηλά φύλλα βάσης απλά, πλατειά ωοειδή με ακανόνιστα οδοντωτή κορυφή, ανώτερα φύλλα βάσης 3-λοβα, κάθε λοβός διαιρείται ξανά σε ωοειδή-λογχοειδή ή γραμμοειδή και μυτερά τμήματα, με το μεσαίο τμήμα να φέρει έντονα τριχωτό μίσχο, τα πλάγια τμήματα σχεδόν άμισχα.  Φύλλα βλαστού 1-2, σχεδόν άμισχα, διαιρεμένα σε γραμμοειδείς ή στενά-λογχοειδείς και τριχωτούς λοβούς.

Άνθη:  Φεβρουάριος-Απρίλιος.

Άνθιση:   Μεμονωμένα και επάκρια, στην κορυφή αραιά διακλαδωμένου και ± άφυλλου ποδίσκου.  Σέπαλα 5, απλωμένα, ωοειδή, οξυκόρυφα και κάπως κοίλα, πυκνά τριχωτά.  Πέταλα 5, κίτρινα, πλατειά-ωοειδή ή αντωειδή, αλληλεπικαλυπτόμενα, με στρογγυλεμένη κορυφή και οξεία βάση.  Στήμονες πολυάριθμοι, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι.  Ανθοδόχη κωνική.

Άνθιση:  Φεβρουάριος-Απρίλιος.

Καρπός:   Συμπιεσμένα αχαίνια.

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος μονοπατιών, σε χορταριασμένα εδάφη και πετρώδεις πλαγιές, από 0-1500 μ υψόμετρο.  

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.

Medicago polymorpha

Name/Όνομα:   Μηδική η πολύμορφη.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Medicago polymorpha L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Bur clover, California burclover, Burr medick

Family/Οικογένεια:   FABACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Annual herb growing up to 50 cm high.   

Stem/s:   Prostrate or ascending, branched below, subquadrangular, purplish-red and glabrous or sparsely hairy; Stipules ovate, auriculate at the base, margins irregularly laciniate or deeply dissected into acuminate or filiform lobes.

Leaves:  Alternate, compound, 3-foliolate and petiolate; petiole channeled above; leaflets obovate, glabrous above, thinly hairy beneath, margins denticulate above, entire below, apex emarginated and shortly apiculate, base broadly-cuneate; terminal leaflet with petiolule.

Flowers:   Zygomorphic and hermaphrodite, in few-flowered (usually 2-6), axillary racemes; bracts membranous, minute; calyx campanulate, 5-toothed, ± glabrous,; teeth triangular, acute, glabrous, with narrow membranous margins; corolla yellow; standard petal obovate emarginate, wings and keel oblong; stamens 10, 9 fused, 1 free; ovary superior, style 1, stigma 1.

Flowering time:   Feb-Aug.

Fruit:   Legume, at first green becoming reddish-brown at maturity, discoid, with 2-6 anti-clockwise and loose coils; margins conspicuously spiny; seeds several.

Habitat:   Roadsides, waste ground and cultivated fields, from 0-1350 m alt.

Native:   Mediterranean region.




Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 50 εκ.

Βλαστός/οί:   Κατακλιμένοι, απλωμένοι ή ανερχόμενοι, με διακλάδωση χαμηλά, σχεδόν τετράγωνοι, με πορφυρό ή κοκκινωπό χρώμα, άτριχοι ή με πολύ αραιό τρίχωμα.  Παράφυλλα ωοειδή, πλατειά, με περίβλαστη βάση και χείλη ακανόνιστα διαιρεμένα ή βαθειά σχισμένα σε μυτερούς ή νηματοειδείς λοβούς.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, σύνθετα, 3-φυλλα και έμμισχα.  Μίσχος με αυλάκωση από πάνω.  Φυλλάρια αντωειδή, γυμνά από πάνω, με αραιό τρίχωμα από κάτω, χείλη οδοντωτά στο ανώτερο μισό και ακέραια στο κατώτερο, στην κορυφή υπάρχει μικρή εγκοπή και μικρή μυτερή προεκβολή, ενώ η βάση είναι πλατειά και οξεία.  Τελευταίο φυλλάριο με μίσχο.

Άνθη:   Ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε ολιγοανθείς (συνήθως με 2-6 άνθη), μασχαλιαίους βότρεις.  Βράκτια μικροσκοπικά και μεμβρανώδη.  Κάλυκας καμπανοειδής, 5-δοντος και ± άτριχος, δόντια τριγωνικά, μυτερά και άτριχα, με στενά μεμβρανώδη χείλη.  Στεφάνη κίτρινη.  Πέτασος αντωειδής και με μικρή εγκοπή στην κορυφή του, πτέρυγες και τρόπιδα προμήκεις.  Στήμονες 10, 9 ενωμένοι και 1 ελεύθερος.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγμα 1.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Αύγουστος.

Καρπός:   Χέδρωψ, στην αρχή πράσινος, τελικά με κόκκινο-καφέ χρώμα, δισκοειδής, με 2-6 σπείρες με αντίθετη διεύθυνση με τους δείκτες ρολογιού, ενώ τα χείλη του είναι έντονα ακανθώδη.  Σπέρματα αρκετά.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, άγονα εδάφη και καλλιεργημένα χωράφια, από 0-1350 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.



Gagea peduncularis

Name/Όνομα:   Γαγέα η έμμισχη.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Gagea peduncularis (J. Presl & C. Presl) Pascher

Common name/Κοινό Όνομα:   Yellow star of Bethlehem

Family/Οικογένεια:   LILIACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Perennial herb with 2 broadly ovoid bulbs, surrounded by a dense net of fibrous roots. 

Stem/s:   Erect, short and slender, unbranched, minutely hairy, growing up to 10 cm high.

Leaves:   Basal leaves 2, thread-like, grooved and glabrous, longer than plant´s height; cauline leaves 1-3, alternate, lanceolate, the lower born about the middle of the stem, the other 2 smaller, all covered with soft downy hairs internally and on the margins, ± glabrous externally.  Cauline leaves distinctly different from basal leaves.

Flowers:   Small, actinomorphic and hermaphrodite, solitary or 1-3, at the top of elongated pedicels, purplish and densely covered with soft and downy whitish hairs; bracts similar to upper stem leaves; perianth-segments 6, free and spreading, oblong, subacute or obtuse, golden yellow internally, greenish and sparsely downy near the base, externally; stamens 6, filaments glabrous, anthers yellow; ovary superior, 3-sided, style 1, stigma 1.

Flowering time:   Jan-March.

Fruit:  Capsule.     

Habitat: Grassland, rocky hillsides, dry stony places, from 0-800 m alt. 

Native:   Southern Europe, Eastern Mediterranean region.




Φυτό:   Πολυετής πόα με 2 πλατειά ωοειδείς βολβούς, περιβαλλόμενους από ένα πυκνό δίκτυο νηματοειδών ριζών.

Βλαστός/οί:   Όρθιος, κοντός και λεπτός, χωρίς διακλάδωση, με πολύ μικρές τρίχες, και ύψος μέχρι 10 εκ.

Φύλλα:   Φύλλα βάσης 2, στενά και μακριά σαν κλωστές, αυλακωμένα και άτριχα, μακρύτερα από το ύψος του φυτού.  Φύλλα βλαστού 1-3, κατ εναλλαγή, λογχοειδή, το νοτιότερο εκφύεται από το μέσο περίπου του βλαστού, τα άλλα 2 είναι μικρότερα, όλα όμως καλύπτονται εσωτερικά και στα χείλη, από μαλακές σαν χνούδι τρίχες, ± άτριχα εξωτερικά.  Τα φύλλα του βλαστού είναι πολύ διαφορετικά από τα φύλλα της βάσης

Άνθη:  Μικρά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα ή 1-3, στην κορυφή επιμηκυνθέντος ποδίσκου, που είναι πορφυρός  και πυκνά καλυμμένος από μαλακές ασπριδερές τρίχες.  Βράκτια παρόμοια των ανώτερων φύλλων του βλαστού.  Τμήματα περιανθίου 6, ελεύθερα και απλωμένα, προμήκη, σχεδόν μυτερά ή πλατύκορφα, με χρυσοκίτρινο χρώμα εσωτερικά, με πρασινωπό χρώμα εξωτερικά και με αραιές μαλακές τρίχες κοντά στη βάση.  Στήμονες 6, νήμα άτριχο, ανθήρες κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής και τρίπλευρη, στύλος 1, στίγμα 1.

Άνθιση:   Ιανουάριος-Μάρτιος.

Καρπός:   Κάψα.

Ενδιαίτημα:   Χορταριασμένα εδάφη, βραχώδεις πλαγιές και σε ξηρά και πετρώδη μέρη, από 0-800 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Νότια Ευρώπη, Μεσογειακή ζώνη.



Ranunculus marginatus

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Ranunculus marginatus d’Urville..

Common name/Κοινό όνομα:  Margined buttercup

Family/Οικογένεια:   RANUNCULACEAE





Plant:   Annual herb growing up to 45 cm high. 

Stem/s:  Erect or spreading, branched, obscurely angled, purplish, glabrous or with spars, soft whitish hairs.   

Leaves:    Alternate, petiolate, glabrous; basal leaves semicircular in outline, divided into 3-5 toothed or crenate lobes with truncate or shallowly chordate base, glabrous; petiole long, purplish and sparsely hairy, winged at the base; middle leaves 3-lobed and upper leaves   entire or 3-lobed, lobes narrowly-lanceolate with the median lobe larger.

Flowers:  Actinomorphic, hermaphrodite, solitary, leaf-opposed; receptacle hairy; peduncle sulcate, purplish, sparsely hairy, about 4 to 6 times, as long as flower and longer than the nearby leaf; sepals 5, ovate, strongly reflexed, yellowish, ± glabrous; petals 5, obovate, spreading, yellow; stamens numerous, anthers oblong and yellow.

Flowering time:   (Late March) April-June

Fruit:    Achenes discoid, globose and thick, with narrow green and smooth border, surfaces covered with small tubercles; beak small, conical, yellowish, ± acute; achenes are spirally arranged, forming a spherical head with irregular surface.  

Habitat:   Roadsides, wet meadows, limestones, from 0-1400 m alt.

Native:   Mediterranean region, Eastern Europe.




Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 45 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι ή απλωμένοι και διακλαδωμένοι, αφανώς γωνιώδεις, γυμνοί ή με αραιές μαλακές και ασπριδερές τρίχες.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, έμμισχα και γυμνά.  Φύλλα βάσης γυμνά, ημικυκλικά στο περίγραμμα, διαιρεμένα σε 3-5 οδοντωτούς ή πριονωτούς λοβούς, με ίσια ή με αβαθή καρδιόσχημη βάση.  Μίσχος μακρύς, πορφυρός και αραιά τριχωτός με πτερυγωτή βάση.  Μεσαία φύλλα 3-λοβα.  Ανώτερα φύλλα ακέραια ή 3-λοβα, με λοβούς στενά-λογχοειδείς και με το μεσαίο λοβό μεγαλύτερο.

Άνθη:   Ακτινόμορφα, ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα και αναδυόμενα απέναντι των φύλλων.  Ανθοδόχη τριχωτή.  Ποδίσκος ραβδωτός, πορφυρός, αραιά τριχωτός, περίπου 4 ή 6 φορές μακρύτερος από το άνθος, και μακρύτερος από το κοντινότερο φύλλο.  Σέπαλα 5, ωοειδή, έντονα λυγισμένα προς τα πίσω, κιτρινωπά και ± άτριχα.  Πέταλα 5, αντωειδή, απλωμένα και κίτρινα.  Στήμονες πολυάριθμοι, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι.

Άνθιση:   Τέλος Μαρτίου, Απρίλιος-Ιούνιος.

Καρπός:   Αχαίνια δισκοειδή, στρογγυλεμένα και χοντρά, με στενά και πράσινα χείλη, ενώ οι επιφάνειες είναι καλυμμένες με μικρές ανώμαλες προεξοχές.  Ράμφος μικρό, κωνικό και κιτρινωπό,± μυτερό.  Τα αχαίνια τοποθετούνται σπειροειδώς δημιουργώντας μια σφαιρική κεφαλή με ανώμαλη επιφάνεια.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, υγρά λιβάδια και σε ασβεστολιθικά εδάφη, από 0-1400 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη, Ανατολική Ευρώπη.

Tussilago  farfara

Name/Όνομα:   Τουσιλάγκο φαρφάρα, Βήχιον το σιτόφυγο.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Tussilago*  farfara  L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Coltsfoot, χαμόλευκα, βήχιον**, βηχάνι**, τουσιλάγο, γλυκομάνα.

Family/Οικογένεια:   ASTERACEAE



Plant:  Rhizomatus perennial herb, growing up to 30 cm high.  

Leaves:   All basal, simple, entire, suborbicular with irregularly and shallowly lobed margins or with distantly spaced angular teeth, cordate base, arising from a long creeping rhizome and appearing after anthesis; petiole long, reddish and grooved, as long as blade or longer, sparsely ciliate; blade green and glabrous above, whitish and covered with dense, minute, wooly and matted hairs beneath.

Flowers:  Capitula solitary and terminal, at the top of several erect scapes, bearing alternate, simple, entire, lanceolate, erect, and reddish scale-like leaves with ciliate margins, more or less covered with wooly hairs; capitula nodding after anthesis; involucre campanulate; bracts in 2 series, outer bracts, linear, acute, reddish and ciliate with very sparse and dark glandular hairs, inner bracts, oblong-lanceolate, subacute, twice as long as the inner one´s, with wooly tufts below, sparsely covered with black-tipped glandular hairs at the lower half; florets yellow, ray-florets narrowly-lingulate, female, narrow oblanceolate,  with slender, bifid style; disk-florets fewer than ray-florets, tubular, functionally male, 5-lobed, lobes oblong-lanceolate, acute; anthers linear with lanceolate appendage; style erect, thick, papillose at apex.

Flowering time:   March-April.

Fruit:  Linear achenes.     

Habitat:  Mist places, stream banks, often on clayey soil, from 600-1650 m alt.   

Native:   Europe, North Africa, central + western Asia.


Tussilago *= Latin words, Tussis + ago, Tussis = caugh, ago = to act on, as the plant was used against cough.                                 farfara** =  colt



Φυτό:   Πολυετής και ριζωματώδης πόα με ύψος μέχρι 30 εκ.

Φύλλα:    Όλα στη βάση, απλά, ακέραια, σχεδόν κυκλικά, με άνισους αβαθείς λοβούς ή με κάπως απομακρυσμένα γωνιώδη δόντια στα χείλη, με καρδιόσχημα βάση, αναδυόμενα από το έρπων ρίζωμα και εμφανιζόμενα μετά την άνθιση.  Μίσχος μακρύς, κοκκινωπός και αυλακωτός, ισομήκες με το έλασμα του φύλλου ή και μεγαλύτερο, με αραιό βλεφαριδωτό τρίχωμα.  Έλασμα πράσινο και γυμνό στην πάνω επιφάνεια, ασπριδερό και καλυμμένο με πυκνό χνουδωτό τρίχωμα στην κάτω.

Άνθη:   Κεφάλια μεμονωμένα και επάκρια, στην κορυφή αρκετών, όρθιων ανθοφόρων βλαστών, που φέρουν κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, κοκκινωπά, λογχοειδή και λεπιοειδή φύλλα, με χνουδωτά χείλη και με μαλακές και λευκές σαν βαμβάκι τρίχες.  Τα κεφάλια γέρνουν προς τα κάτω μετά την άνθιση.  Σύνολο βρακτίων σε καμπανοειδές σχήμα.  Βράκτια σε 2 σειρές, τα εξωτερικά είναι γραμμοειδή , οξυκόρυφα, κοκκινωπά και χνουδωτά μαζί με λίγες σκοτεινές αδενώδεις τρίχες· εσωτερικά βράκτια προμήκη-λογχοειδή, σχεδόν μυτερά, περίπου διπλάσια σε μήκος από τα εξωτερικά, με άσπρο χνούδι χαμηλά και καλυμμένα με αραιές και με μαύρη κορυφή αδενώδεις τρίχες, στο κατώτερο μισό.  Ανθίδια κίτρινα, τα περιφερειακά στενά-γλωσσοειδή, αντιλογχοειδή και θηλυκά, τα επιδίσκια λιγότερα, σωληνοειδή και με ρόλο αρσενικού, 5-λοβα, με προμήκεις-λογχοειδείς και κάπως μυτερούς λοβούς· ανθήρες γραμμοειδείς με λογχοειδή προεκβολή· στύλος ατελής, όρθιος, χοντρός και με μικρές θηλοειδείς προεξοχές στην κορυφή του.

Άνθιση:   Μάρτιος-Απρίλιος.

Καρπός:   Γραμμοειδή αχαίνια.

Ενδιαίτημα:   Υγρά μέρη, όχθες ρυακιών, συχνά σε αργιλλώδη εδάφη, από 600-1650 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ευρώπη, Βόρεια Αφρική, κεντρική και δυτική Ασία.


Tussilago* = Λατινικές λέξεις, Tussis + ago, Tussis = βήχας, ago = ενεργώ.

βήχιον**, βηχάνι** = Λόγω της ιδιότητάς του να σταματά τον βήχα.

farfara =  μικρό άλογο, πόνι.

Coronilla scorpioides

Name/Όνομα:   Κορονίλλα η σκορπιοειδής.

 Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Coronilla scorpioides L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Yellow crown vetch, annual scorpion vetch.

Family/Οικογένεια:   FABACEAE





Plant:    Annual herb growing up to 20 cm high.

Stem/s:   Erect, ascending or prostrate, much branched, nearly cylindrical, pale green to glaucous-green and glabrous.

Leaves:    Alternate, subsessile, glaucous or pale green and glabrous;; lower leaves simple, entire, obovate, upper leaves 3-foliolate; terminal leaflet ovate-oblong, with rounded apex and cuneate base, much larger than the suborbicular or kidney-shaped, lateral leaflets. 

Flowers:   Small, yellow, zygomorphic and hermaphrodite, in few-flowered umbels, arising from the axils of the upper leaves; peduncle of older flowers longer than the subtending leaf; pedicel very short, moderately pending at anthesis; calyx cup-shaped and glabrous, with 5, minute, deltoid teeth; standard petal ovate or suborbicular, sometimes with brown veins, wings concave, keel oblong and thick at the middle, slightly upcurved at apex; stamens 10, 9 with connected filaments, 1 free; anthers yellow, bassifixed; ovary superior, style 1, stigma 1, capitate

Flowering time:  February (Late)-April.

Fruit:    Much curved legume with many articulations, enclosing sausage-shaped seeds.   

Habitat:   Rare in Cyprus and it is found at waste ground, field margins, shrubby vegetation and wet places, from 0-1100 m alt.

Native:   Mediterranean region to Iran.




Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 20 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι, ανερχόμενοι ή κατακλιμένοι, πολύκλαδοι, σχεδόν κυλινδρικοί, με χλωμό πράσινο ή γλαυκό χρώμα και άτριχοι.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, σχεδόν άμισχα, γλαυκοπράσινα ή χλωμοπράσινα και άτριχα.  Χαμηλά φύλλα απλά, ακέραια και αντωειδή.  Ανώτερα φύλλα 3-φυλλα.  Τελευταίο φυλλάριο ωοειδές και προμήκες, με στρογγυλεμένη κορυφή και μυτερή βάση, πολύ μεγαλύτερο από τα σχεδόν κυκλικά ή νεφροειδή πλάγια φυλλάρια.

Άνθη:   Μικρά, κίτρινα, ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε ολιγοανθείς δέσμες, που αναπτύσσονται από τις μασχάλες των ανώτερων φύλλων.  Ποδίσκοι παλαιοτέρων δεσμών από άνθη μακρύτεροι από το υποκείμενο φύλλο.  Ποδίσκοι ανθέων πολύ κοντοί, με μέτρια κλίση προς τα κάτω κατά την άνθιση.  Κάλυκας κυπελλοειδής και άτριχος, με 5 πολύ μικρά δελτοειδή δόντια.  Πέτασος ωοειδής ή σχεδόν κυκλικός, κάποτε με καφέ νεύρα, πτέρυγες κοίλες,  τρόπιδα προμήκης και παχύτερη στο κέντρο και με ελαφρά ανύψωση στο άκρο.  Στήμονες 10, 9 με συμφυή νήματα και 1 ελεύθερος, ανθήρες κίτρινοι και προσκολλημένοι με το άκρο τους στην κορυφή του νήματος.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγμα 1, κεφαλωτό.

Άνθιση:    Φεβρουάριος (τέλος)-Απρίλιος.

Καρπός:   Χέδρωψ, πολύ λυγισμένος και με πολλές αρθρώσεις, περικλείοντας σπέρματα σε σχήμα λουκάνικου.

Ενδιαίτημα:   Σπάνιο στην Κύπρο και απαντάται σε άγονα εδάφη, όρια χωραφιών, υγρά μέρη και θαμνώνες, από 0-1100 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη μέχρι Ιράν.