Category Archive for ‘Κίτρινα’

Juniperus oxycedrus subsp oxycedrus

Name/Όνομα:  Άρκευθος η οξύκεδρος

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Juniperus oxycedrus subsp oxycedrus L

Common name/Κοινό Όνομα:   Prickly juniper, Αόρατος, Κέδρο.

Family/Οικογένεια:    CUPRESSACEAE





Plant:   Evergreen, dioecious shrub or small tree growing up to 7 m high.

Trunk/bark:  Trunk erect, straight or curved, and much branched; foliage round or conical; bark ash-brown or reddish, rough, often exfoliating in narrow flakes; twigs green becoming yellowish brown and 3-angled with age.

Leaves:  In whorls of 3, needle-shaped, mucronate-tipped, narrow, golden-green with a distinct green median stripe from base to apex (beneath) and 2 white bands of stomata above.

Flowers:  Unisex and axillary; small male cones  begin with scale-like bracts at the base and terminate with few whorls of scutate-shaped stamens, bearing 2-4 pollen sacs;  female cones consist of scale-like bracts  and a whorl of carpels at their base.

Flowering time:    April-May.        Fruiting time:  September-November.

Fruit:   Fleshy, berry-like strobilus, maturing in 2 years, enclosing hard and wingless seeds, becoming free after the decay of the cone.

Habitat:    Mountain slopes on igneous soil from 925-1525 m alt.

Native:   Mediterranean region.




Φυτό:   Αειθαλής και δίοικος θάμνος ή μικρό δένδρο με ύψος μέχρι 7 μ.

Κορμός/Φλοιός:   Κορμός όρθιος και ευθύς ή λυγισμένος και πολύκλαδος.  Φύλλωμα στρογγυλό ή κωνικό.  Φλοιός τεφροκαστανός ή κοκκινωπός, ανώμαλος, ενώ συχνά απολεπίζεται σε στενές λωρίδες.  Νεαροί κλάδοι πράσινοι, γινόμενοι κιτρινωποί-καστανοί και τριγωνικοί, με την πάροδο του χρόνου.

Φύλλα:     Σε σπονδύλους των 3, βελονοειδή με σκληρή και αιχμηρή κορυφή, στενά, χρυσοπράσινα με μια εμφανή πράσινη ζώνη σε όλο το μήκος του φύλλου, στην κάτω επιφάνεια, και 2 λευκές ζώνες από στόματα στην άνω επιφάνεια.

Άνθη:   Μονογενή σε μασχαλιαίους ίουλους.  Οι μικροί αρσενικοί κώνοι αρχίζουν με λεπιοειδή βράκτια στην βάση τους και τελειώνουν με λίγους σπονδύλους από ασπιδοειδείς στήμονες που φέρουν 2-4 γυρεόσακους.  Οι θηλυκοί κώνοι αποτελούνται από λεπιοειδή βράκτια και ένα σπόνδυλο από καρπόφυλλα στη βάση τους.

Άνθιση:   Απρίλιος-Μάιος.   Καρποφορία:  Σεπτέμβριος-Νοέμβριος.

Καρπός:   Σαρκώδης ραγοστρόβιλος που ωριμάζει σε 2 χρόνια και περικλείει σκληρά και χωρίς πτέρυγες σπέρματα, που ελευθερώνονται μετά τη σήψη του κώνου.

Ενδιαίτημα:  Βουνοπλαγιές σε πυριγενή εδάφη, από 925-1525 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.

Carex troodi

Name/Όνομα:  Κάρεξ του τροόδους

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Carex troodi Turril

Family/Οικογένεια:    CYPERACEAE





Plant:    Perennial, monoecious and rhizomatous herb growing up to 25 cm high.

Stem/s:  Culm usually erect, unbranched, solid not hollow and without nodes, triangular, green and glabrous.

Leaves:    At base, linear, simple and entire, dark green and glabrous, much shorter than culms.

Flowers:  Flowers unisex in many-flowered interrupted and distantly spaced spikes; usually male spikes on  top of spikelets and female below but on the same plant; sometimes male and female flowers may occur on the same spike at opposite ends, male flowers always above the female; bracts leaf-like shorter than leaves; an individual male flower consist of 3 stamens on a short pedicel and arise from the axil of a bract; glume dark purple; anthers conspicuous, yellow, longitudinally dehiscent with apical appendage; female flower consist of 1 ovary surrounded by periginium – a sac-like structure open at the top with 1 long style and 2-3 pinnate stigmas exposed;  female flower arises from the axil of a scaly bract.

Flowering time:   March-July.

Fruit:    Dry, one-seeded, indehiscent achene (nutlet).   

Habitat:    Near streams, water tanks and springs or swamps, 675-1925 m alt.

Native:   Endemic to Cyprus.




Φυτό:   Πολυετής, μόνοικη και ριζοματώδης πόα με ύψος μέχρι 25 εκ.

Βλαστός/οί:   Κάλαμος συνήθως όρθιος, χωρίς διακλάδωση, συμπαγής δηλ όχι εσωτερικά κοίλος και χωρίς γόνατα, τριγωνικός, πράσινος και γυμνός.

Φύλλα:     Στη βάση, γραμμοειδή, απλά και ακέραια, γυμνά και με σκούρο πράσινο χρώμα, πολύ κοντύτερα του καλάμου.

Άνθη:   Μονογενή, σε πολυανθείς και διακοπτόμενους στάχεις που φύονται κάπως μακριά  ο ένας από τον άλλο, δηλ οι αρσενικοί και θηλυκοί στάχεις βρίσκονται σε διαφορετικές θέσεις αλλά πάντα στο ίδιο φυτό (μόνοικο φυτό).  Συνήθως οι αρσενικοί στάχεις είναι στην κορυφή και οι θηλυκοί πιο κάτω, αλλά μπορεί και να συνυπάρχουν.  Βράκτια σαν φύλλα αλλά κοντύτερα.  Κάθε αρσενικό άνθος αποτελείται από 3 στήμονες επί κοντού άξονα και εκφύεται από την μασχάλη ενός βρακτίου.  Λέπυρα με σκούρο πορφυρό χρώμα.  Ανθήρες πολύ εμφανείς, κίτρινοι, με κατά μήκος σχίσιμο και με μυτερή προεξοχή στην κορυφή τους.  Κάθε θηλυκό άνθος αποτελείται από την ωοθήκη που περιβάλλεται από το περιγύνιον που μοιάζει με σάκο και ανοίγει στην κορυφή του για να εξέλθει ο μακρύς στύλος με τα 2-3 πτερωτά στίγματα.  Όπως και το αρσενικό έτσι και το θηλυκό άνθος εκφύεται από την μασχάλη ενός λεπιοειδούς βρακτίου.

Άνθιση:   Μάρτιος-Ιούλιος.

Καρπός:   Ξηρό, μονόσπερμο και αδιάρρηκτο αχαίνιο.

Ενδιαίτημα:  Κοντά σε ρυάκια και πηγές ή τέλματα, 675-1925 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ενδημικό της Κύπρου.

Linum strictum subsp spicatum

Name/Όνομα:  Λίνο το συμπαγές υποείδ. αιχμηρό.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Linum strictum subsp spicatum (Pers.) H. Lindb.

Common name/Κοινό Όνομα:   Rigid flux.

Family/Οικογένεια:  LINACEAE  





Plant:   Annual herb growing up to 40 cm high. 

Stem/s:   Erect, rigid, and often unbranched, green and glabrous, becoming brown with age.

Leaves:  Alternate, simple and entire, lanceolate, erect or ascending, sessile, and hard to touch, with a distinct median nerve, much longer than flowers. 

Flowers:  Small, actinomorphic and hermaphrodite, in narrow and crowded, subspicate inflorescences; bracts leaf-like; petals 5, yellow, oblanceolate, free, 3-nerved at base expanded to 5 above; apex rounded; sepals 5, unequal, linear-lanceolate, green, hard to touch, as long as petals or longer; stamens 5 surrounded by staminodes, anthers oblong and yellow, filaments connected at base; ovary globose and superior, stigmas 5, capitate.    

Flowering time:   March-May.

Fruit:    Capsule.   

Habitat:    Hillsides, rocky places, coastal habitats, 0-300 m alt.

Native:   Mediterranean region.




Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 40 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιος, άκαμπτος και συχνά χωρίς διακλάδωση, πράσινος και γυμνός, αλλά με την ηλικία παίρνει καφέ χρώμα.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, απλά και ακέραια, λογχοειδή, όρθια ή ανερχόμενα, άμισχα και με ανώμαλη και σκληρή επιφάνεια που κάνει δύσκολη την αφή, με εμφανές μεσαίο νεύρο, πολύ μακρύτερα των ανθέων.

Άνθη:   Μικρά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε στενές και πυκνές σαν στάχυα ταξιανθίες.  Βράκτια παρόμοια με τα φύλλα.  Πέταλα 5, κίτρινα, αντιλογχοειδή, ελεύθερα, 3-νευρα στη βάση τους αλλά ψηλότερα διαμορφώνονται σε 5.  Κορυφή στρογγυλή.  Σέπαλα 5, άνισα, γραμμοειδή-λογχοειδή, πράσινα και σκληρά στην αφή, ισομήκη με τα πέταλα ή μακρύτερα.  Στήμονες 5 περικυκλωμένοι από άγονους στήμονες, ανθήρες κίτρινοι και προμήκεις, και νήματα ενωμένα στη βάση τους.  Ωοθήκη ωοειδής και επιφυής, στίγματα 5, κεφαλωτά.

Άνθιση:   Μάρτιος-Μάιος.

Καρπός:   Κάψα.

Ενδιαίτημα:   Λοφοπλαγιές, βραχώδη εδάφη ή κοντά σε παραλίες, από 0-300 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.

Helianthemum obtusifolium

Name/Όνομα:  Ελιάνθεμον το αμβλύφυλλον.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Helianthemum obtusifolium Dunal.

Family/Οικογένεια:    CISTACEAE




Plant:   Perennial subshrub growing up to 25 cm high.

Stem/s:   Spreading or suberect, branched, cylindrical, greenish and white-tomentose when young, becoming woody with age.

Leaves:  Alternate, simple, entire and petiolate; blade oblanceolate, elliptic or lanceolate, glabrous or thinly hairy above, with dense long and forked hairs beneath, obscurely veined except the median nerve; petiole short and hairy, often purplish; margins recurved, apex usually obtuse, base nearly cuneate or almost rounded; stipules simple and entire, linear-lanceolate.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite, in few-flowered, bracteate and one-sided cymes; bracts linear-lanceolate and hairy; sepals 5, the 2 outer smaller than the inner, narrow – lanceolate and hairy, the 3 inner broadly ovate, 4-nerved, distinctly concave and covered with white hairs; nerves purple-black; petals 5, spreading, broadly obovate, creamy yellow with nearly cuneate apex, distinctly larger than sepals; stamens numerous, all fertile, filaments radically arranged from the base of ovary, anthers oblong and yellow; ovary superior globose and densely hairy, style greenish wider at apex, stigma capitate.

Flowering time:    February-May.

Fruit:    Ovoid-trigonous capsule with angular seeds

Habitat:  Dry slopes and hillsides, 0-925 m alt.

Native:   Endemic to Cyprus.



Φυτό:   Πολυετής ημίθαμνος με ύψος μέχρι 25 εκ.

Βλαστός/οί:   Απλωμένοι ή σχεδόν όρθιοι, διακλαδωμένοι, πρασινωποί και με ασπριδερές τρίχες οι νεαροί, γινόμενοι ξυλώδεις με την πάροδο του χρόνου.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια και έμμισχα.  Έλασμα αντιλογχοειδές, ελλειπτικό ή λογχοειδές, γυμνά ή ελαφρά τριχωτά στην άνω επιφάνεια, με πυκνές, μακρές και  διχαλωτές τρίχες στην κάτω, με αφανή νεύρωση εκτός του κεντρικού νεύρου.  Μίσχος κοντός και τριχωτός συχνά πορφυρός, ενώ τα χείλη λυγίζουν προς τα πίσω.  Κορυή συνήθως πλατειά ενώ η βάση είναι σχεδόν μυτερή ή σχεδόν κυκλική.  Παράφυλλα απλά και ακέραια, γραμμοειδή-λογχοειδή.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε ολιγοανθείς, ποδισκωτές και προς την μια κατεύθυνση θυσανοειδείς ταξιανθίες.  Βράκτια γραμμοειδή-λογχοειδή και τριχωτά.  Σέπαλα 5, τα 2 εξωτερικά μικρότερα των εσωτερικών, στενά-λογχοειδή και τριχωτά, τα 3 εσωτερικά πλατειά-ωοειδή, 4-νευρα, εμφανώς κοίλα, και καλυμμένα με άσπρες τρίχες.  Νεύρα με πορφυρό-μαύρο χρώμα.  Πέταλα 5, απλωμένα, πλατειά-αντωειδή, με κίτρινο-κρεμώδες χρώμα και με σχεδόν μυτερή κορυφή, εμφανώς μεγαλύτερα από τα σέπαλα.  Στήμονες πολυάριθμοι και όλοι γόνιμοι, νήματα ακτινωτά διαταγμένα γύρω από τη βάση της ωοθήκης, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, σχεδόν σφαιρική και πυκνά τριχωτή, στύλος πρασινωπός και πλατύτερος στην κορυφή, στίγμα κεφαλωτό.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Μάιος.

Ενδιαίτημα:   Ωοειδής-τριφωνική κάψα με τριγωνικά σπέρματα.

Πατρίδα:   Ενδημικό της Κύπρου.



Viola kitaibeliana

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Viola kitaibeliana Shultz.

Family/Οικογένεια:   VIOLACEAE





Plant:   Annual herb growing up to 12 cm high. 

Stem/s:   Erect or decumbent, ± branched, greenish or purplish, more or less pubescent, angular.

Leaves:  Alternate; lower leaves broadly-ovate to suborbicular, obtuse, with crenate margins; petiole purplish, pubescent and longer than blade; stipules persistent, leaf-like, with conspicuous and large ovate-lanceolate mid-lobe and few to many linear lateral lobes; upper leaves narrower and longer, spathulate, with crenate-serrate margins; uppermost leaves nearly linear and obscurely serrated.

Flowers:  Small, zygomorphic and hermaphrodite, solitary and axillary; peduncles curved downward at apex with 2 bracteoles near the base of curve; sepals 5, ovate to oblong-lanceolate, ± glabrous, equaling or slightly exceeding petals; petals 5, obovate, spreading, unequal, concave, the lower with a spur and a yellow base near throat, the lateral ones  with upward direction, creamy-yellow bearded at the base and the upper ones often with blue-violet tinge; stamens 5; ovary superior, style 1, stigma 1, globose

Flowering time:   March-May.

Fruit:  Capsule.         

Habitat:   Hillsides, vineyards, 600-1200 m alt.

NativeCanary Islands to Europe and Iran-Turkmenistan.




Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 12 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι ή κατακλιμένοι, με ή χωρίς διακλάδωση, γωνιώδεις, πρασινωποί έως πορφυροί, λίγο ή πολύ χνουδωτοί.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, τα χαμηλότερα είναι πλατειά-ωοειδή προς σχεδόν  κυκλικά, πλατυκόρυφα με οδοντωτά χείλη.  Μίσχος πορφυρός, τριχωτός και μακρύτερος του ελάσματος του φύλλου.  Παράφυλλα με πολλούς πλάγιους γραμμοειδείς λοβούς και με εμφανή ένα ωοειδή-λογχοειδή μεσαίο λοβό, μεγαλύτερο των άλλων.  Ανώτερα φύλλα στενότερα και μικρότερα, σπατουλοειδή, με οδοντωτά-πριονωτά χείλη.  Ψηλότερα φύλλα σχεδόν γραμμοειδή και με δυσδιάκριτα πριονωτά χείλη.

Άνθη:   Μικρά, ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα και μασχαλιαία.  Ποδίσκος ανθέων με λυγισμένη την κορυφή του προς τα κάτω και φέρει 2 μικρά βράκτια κοντά στην  περιοχή λυγίσματος.  Σέπαλα 5, ωοειδή ή προμήκη-λογχοειδή, με ή χωρίς τρίχωμα, ισομήκη ή ελαφρά μακρύτερα των πετάλων.  Πέταλα 5, αντωειδή, απλωμένα, άνισα και κοίλα, το χαμηλότερο με πλήκτρον και μια κίτρινη περιοχή κοντά στον φάρυγγα, τα πιο πάνω πλάγια έχουν κατεύθυνση προς τα κάτω, χρώμα λευκό-κρεμώδες προς κίτρινο  και φέρουν δέσμη τριχών στη βάση τουςμ ενώ τα ανώτερα συχνα έχουν μπλε-βιολετί χροιά.  Στήμονες 5.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγμα σφαιρικό.

Άνθιση:   Μάρτιος-Μάιος

Καρπός:   Κάψα.

Ενδιαίτημα:   Πλαγιές και πεδιάδες, από 600-1200  υψόμετρο.

Abutilon theophrasti

Name/Όνομα:    Αβούτιλον θεοφράστου*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Abutilon theophrasti Medik.

Common name/Κοινό Όνομα:   Tientsig jute, Velvetleaf, Βελουδόφυλλο, Αγριοβαμβακιά.

Family/Οικογένεια:    MALVACEAE




Plant:   Annual growing up to 240 cm high, usually less than 100 cm. 

Stem/s:   Erect, branched, cylindrical, brownish and covered with soft velvety whitish hairs.

Leaves:    Alternate, simple, entire, heart-shaped and petiolate, covered with short and soft whitish hairs;

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, solitary or in few-flowered, axillary cymes; peduncle cylindrical, brownish, covered with soft hairs; petals 5, obovate and yellow, united at the base; sepals 5, broadly-ovate or elliptic, brownish and hairy, united at the base; epicalyx absent; stamens numerous, filaments fused forming a hollow tube, allowing the style passing through, while the anthers appear at the top of the style; pollen-grains spiny; ovary superior.

Flowering time:   June-September.

Fruit:   Capsule, dehiscent mericarp, ring-shaped, consists of 12-15, woody, black and hirsute segments, containing many tuberculate seeds.   

Habitat:    Roadsides, field limits, vineyards, 50-300 m alt.

Native:   Southern Asia.



Φυτό:   Μονοετές φυτό με ύψος μέχρι 240 εκ, αλλά συνήθως λιγότερο του 1 μ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι, διακλαδωμένοι, κυλινδρικοί, καστανοί και καλυμμένοι με μαλακές, κοντές και ασπριδερές τρίχες.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά και ακέραια, καρδιοειδή και έμμισχα, καλυμμένα με κοντές, μαλακές και ασπριδερές τρίχες.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα ή σε μασχαλιαίες θυσανοειδείς ταξιανθίες.  Ποδίσκος καστανός και τριχωτός.  Πέταλα 5, κίτρινα, αντωειδή, και ενωμένα στη βάση τους.  Σέπαλα 5, πλατειά-ωοειδή ή ελλειπτικά, καστανά και τριχωτά, ενωμένα στη βάση τους.  Επικαλύκιον απουσιάζει.  Στήμονες πολυάριθμοι με νήματα που συμφύονται και σχηματίζουν κοίλο σωλήνα μέσα από τον οποίο περνά ο στύλος, ενώ οι κίτρινοι ανθήρες εμφανίζονται στην κορυφή του στύλου.  Κόκκοι γύρης αγκαθωτοί.  Ωοθήκη επιφυής.

Άνθιση:  Ιούνιος-Σεπτέμβριος.

Καρπός:   Κάψα, μεριστόκαρπος διαρρηκτός σε σχήμα που μοιάζει με μεγάλο δακτύλιο, αποτελούμενο από 12-15, ξύλινα, μαύρα και αδρότριχα τμήματα, που περιέχουν πολλά σχεδόν ωοειδή και με ανώμαλη επιφάνεια σπέρματα.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, όρια χωραφιών, πεδιάδες, από 50-300 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Νότια Ασία.

Solanum lycopersicum


Name/ Όνομα  :    Σολανόν το λυκοπερσικόν.

Scientific name / Επιστημονικό όνομα:   Solanum lycopersicum L.

Common name/ Κοινό όνομα:   Tomato, Pomodoro, Pomme d´ amour, Ντομάτα.

Family/Οικογένεια:    SOLANACEAE





Plant:   Annual herb growing up to 189 cm high if supported.

Stem/s:  Much branched, angular, distinctly ribbed, and finely covered with short hairs mixed with glandular trichomes.

Leaves:   Alternate, compound, odd pinnate, and petiolate; leaflets 3-9, oblong-ovate with irregularly serrate margins, petiolate, hairy on both surfaces; rachis ribbed and hairy.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, in few-flowered, terminal cymes; calyx patent, green, hairy, 5-toothed, remaining in fruit; teeth fussed at the base, narrowly-oblong, obtuse at apex; corolla yellow, petals 5, fused at the base, oblong-ovate to triangular, distinctly recurved; stamens 5, erect, filaments connivent forming a central cone, anthers yellow, longitudinally dehiscent; ovary superior with 2 carpels, style 1, stigma 1.

Flowering time:   May-November.

Fruit:   Many-seeded, globose or ovoid, and fleshy berry, greenish becoming red in maturity, edible.      

Habitat:  Cultivated.  

Native:   Peru.




Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 180 εκ, αν υποστηριχθεί κατάλληλα.

Βλαστός/οί:   Πολύκλαδοι, γωνιώδεις , έντονα ραβδωτοί και καλυμμένοι με κοντές τρίχες μαζί με αραιές αδενώδεις τρίχες.

ΦύλλαΚατ εναλλαγή, σύνθετα, περιττόληκτα και έμμισχα.  Φυλλάρια 3-9, προμήκη-ωοειδή με άνισα οδοντωτά χείλη, έμμισχα, τριχωτά και στις δύο επιφάνειες.  Άξονας του σύνθετου φύλλου τριχωτός και ραβδωτός    

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαπρόδιτα, σε ολιγοανθείς επάκριες θυσανοειδείς ταξιανθίες.  Κάλυκας καμπανοειδής, πράσινος και τριχωτός, παραμένει στον καρπό, έχει 5 στενά και προμήκη δόντια, με πλατειά κορυφή, ενωμένα στη βάση τους και τοποθετημένα σχεδόν οριζόντια.  Στεφάνη κίτρινη, πέταλα 5, ενωμένα στη βάση τους, προμήκη-ωοειδή προς τριγωνικά, έντονα λυγισμένα προς τα πίσω και κάτω.  Στήμονες 5, όρθιοι, νήματα ενωμένα σχηματίζοντας κεντρικό κώνο, ανθήρες κίτρινοι και διαιρεμένοι κατά μήκος.  Ωοθήκη επιφυής με 2 καρπόφυλλα, στύλος 1, στίγμα 1.

Άνθιση:   Μάιος-Νοέμβριος.

Καρπός:   Πολύσπερμη, ωοειδής ή σφαιρική και σαρκώδης ράγα, πράσινα αρχικά, κόκκινη τελικά.

Ενδιαίτημα:  Καλλιεργούμενο είδος..

Πατρίδα:   Περού.

Ridolfia segetum

Name/Όνομα:   Ριτόλφια η αγροστώδης*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Ridolfia segetum (Guss.) Moris

Common name/Κοινό Όνομα false fennel, corn parsley, false caraway.

Family/Οικογένεια:    APIACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:    Biennial herb growing up to 100 cm high.

Stem/s:   Glaucous green, erect, slightly sulcate, unbranched below, hairless.

Leaves:   Alternate, compound, and petiolate, ovate-triangular in outline, much divided into very thin cylindrical, acute and glabrous segments; petiole very long, ribbed, channeled above, inflated at the base forming an auriculate sheath.  

Flowers:  Actinomorphic, the most of them hermaphrodite, in compound, pedunculated and terminal sciadia (umbels); bracts and bracteoles absent; subequal rays of each umbel up to 60;  each ray terminates in a 30-flowered umbellule; sepals obsolete; petals 5, oblong and yellow, strongly incurved; stamens 5 alternate with petals; ovary inferior, 2-locular, styles 2 arising from stylopodium**, stigmas capitate. 

Flowering time:    April-June.

Fruit:   2-parted schizocarp.    

Habitat:   Cultivated fields, 0-750 m alt.

NativeMediterranean region.


Stylopodium** = a nectariferous disk coming from an enlarged style´s base.



Φυτό:   Διετής πόα με ύψος μέχρι 100 εκ.

Βλαστός/οί:   Γλαυκοπράσινοι, όρθιοι, ραβδωτοί ελαφρά, χωρίς διακλάδωση χαμηλά και άτριχοι.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, σύνθετα και έμμισχα, ωοειδή-τριγωνικά στο περίγραμμα, έλασμα έντονα διαιρεμένο σε λεπτά, κυλινδρικά, μυτερά και άτριχα τμήματα.  Μίσχος πολύ μακρύς, ραβδωτός, αυλακωτός από πάνω και διογκωμένος στη βάση δημιουργώντας ένα 2-λοβο στη βάση κολεό.

Άνθη:   Ακτινόμορφα, τα περισσότερα ερμαφρόδιτα, σε σύνθετα, επάκρια και με ποδίσκο σκιάδια.  Βράκτια και βρακτίδια απουσιάζουν.  Σε κάθε σκιάδιο υπάρχουν μέχρι 60 σχεδόν ισομήκεις ακτίνες, ενώ κάθε ακτίνα καταλήγει σε μικρότερο σκιάδιο των 30 περίπου ανθέων.  Πέταλα 5, προμήκη και κίτρινα, με έντονα λυγισμένες προς τα πίσω τις κορυφές τους.  Στήμονες 5 κατ εναλλαγή με τα πέταλα.  Ωοθήκη υποφυής με 2 καρπόφυλλα, στύλοι 2 που υψώνονται από το στυλοπόδιο*, στίγματα κεφαλωτά.

Άνθιση:   Απρίλιος-Ιούνιος.

Καρπός:   Διμερές σχιζοκάρπιο.

Ενδιαίτημα:   Καλλιεργημένοι αγροί από 0-750 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.


Στυλοπόδιο* = Νεκταριοφόρος δίσκος που προέρχεται από τη διαπλατυσμένη βάση των στύλων ( Apiaceae ).



Rapistrum rugosum

Name/Όνομα:   Ράπιστρον το συρρικωμένον*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Rapistrum rugosum (L.) All.  

Common name/Κοινό Όνομα: Bastard cabbage, turnip weed, rapistre, ausdauernder  windsbook, bakbukon mekkurnat, rapistro rugoso, miyagarashi, jaramago, kediturpu.

Family/Οικογένεια:    BRASSICACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:   Annual herb growing up to 100 cm high. 

Stem/s:   Erect or spreading, much branched, angled, hairless above, with stiff bristly hairs below, and often purple.

Leaves:   Alternate, thinly hairy or glabrous, and petiolate; lower leaves obovate in outline, -blade lyrate-pinnatisect, or divided into 3 or more irregular lobes, upper leaves lanceolate, simple and entire, lobed or toothed.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, in much branched, many-flowered and dense corymbs; sepals 4 in 2 whorls, erect or patent, ± thinly hairy, the outer oblong-linear, slightly boat-shaped, often tinged purplish, the inner oblong; petals 4, obovate, yellow; stamens 6 in 2 whorls, an outer pair with short filaments and 2 inner pairs with long filaments, anthers oblong, dehiscing longitudinally; ovary superior, cylindrical, ± glabrous, style 1, stigma 1.

Flowering time:    March-July

Fruit:   Silicle 2-jointed, the lower cylindrical, 1-3 seeded, the upper ovoid-globose, rugose, topped by a short beak, 1-seeded;       

Habitat:   Waste ground, roadsides, fields, 0-1725 m alt.

Native:   Eurasia.




Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 100 εκ.

Βλαστός/οί:   Όρθιοι ή απλωμένοι, πολύκλαδοι, γωνιώδεις, γυμνοί ψηλά, με αδρότριχες χαμηλά.

Φύλλα:   Κατ εναλλαγή, ελαφρά τριχωτά ή άτριχα και έμμισχα.  Χαμηλά φύλλα αντωειδή στο περίγραμμα, έλασμα λυροειδές-πτεροσχιδές ή διαιρεμένο σε 3 ή περισσότερους άνισους λοβούς, ανώτερα φύλλα λογχοειδή, απλά και ακέραια, λοβωτά ή οδοντωτά.

Άνθη:   Ακτινόμορφα  και ερμαφρόδιτα, σε πολύκλαδους, πολυανθείς και πυκνούς κορύμβους.  Σέπαλα 4 σε 2 σπονδύλους, όρθιοι ή σχεδόν οριζόντιοι, με ή χωρίς τρίχες, τα εξωτερικά προμήκη-γραμμοειδή, σε σχήμα  αβαθούς βάρκας, συχνά παίρνουν πορφυρό χρώμα, ενώ τα εσωτερικά είναι προμήκη.  Πέταλα 4, κίτρινα, σταυροειδώς τοποθετημένα, αντωειδή, με νύχι στη βάση τους.  Στήμονες 6 σε 2 σπονδύλους, 1 εξωτερικό ζεύγος με κοντό νήμα και 2 εξωτερικά ζεύγη με μακρύ νήμα, ανθήρες κίτρινοι και προμήκεις, σχισμένοι κατά μήκος.  Ωοθήκη επιφυής και κυλινδρική, με ή χωρίς τρίχες, στύλος 1, στίγμα 1.

Άνθιση:   Μάρτιος-Ιούλιος.

Καρπός:   Κεράτιον με 2 αρθρωτά μέλη, το κάτω κυλινδρικό με 1-3 σπέρματα, το άνω ωοειδές-σφαιροειδές, ρυτιδωμένο και φέρει κοντό ράμφος στην κορυφή του, μονόσπερμο.

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, άγονα εδάφη, αγροί, από 0-1725 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ευρασία.

Quercus infectoria subsp veneris

Name/Όνομα:    Δρυς η βαφική υποείδ. αφροδίτης

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Quercus infectoria subsp veneris (A.Kern) Meikle

Common name/Κοινό Όνομα:  Oak, βελανιδιά, δρυς. βαλανιδκιά

Family/Οικογένεια:    FAGACEAE




Plant:   Semi-deciduous tree, growing up to 15 m high or more.

Stem/s:   Twigs hairy becoming hairless with age; bark dark-grey; trunk bulky, old branches robust, and vertically fissured; very old trunk may have big holes; buds ovoid with brownish scales.

Leaves:   Foliage spreading; leaves alternate, oblong, simple, and petiolate, pinnate, shiny above, thinly hairy beneath; margins vary, wavy or serrate, sometimes ± entire, apex rounded or acute, base cuneate or shallowly cordate.   

Flowers:  Small, monoecious and actinimorphic; male flowers are separated from female flowers; male flowers develop on drooping and crowded catkins at the top of twigs, while female inflorescences are erect and elongated few-flowered spikes and arise from the axils of the leaves; perianth segments 4-6, stamens 4-6, erect and free, anthers yellow, 2-thecous, rather large, and longitudinally dehiscent; ovary inferior, 3-locular, styles 3.

Flowering time:   March-April.   Fruiting time:  October-November.

Fruit:  Ovoid,, obovoid or subcylindrical, 1-seeded nut (acorn), brown at maturity, seated on a scaly cupulus (a cup-shaped outgrowth construction); buds ovoid, closely covered  with imbricate, brownish and broad scales.

Habitat: On igneous or calcareous soil, usually outside forests, on mountain valleys, from 0-1375 m alt.

Native:   Eastern Mediterranean region to western Iran.




Φυτό:   Ημιφυλλοβόλο δέντρο με ύψος μέχρι 15 μ ή και περισσότερο.

Βλαστός/οί:   Νεαροί κλάδοι τριχωτοί αλλά με την πάροδο του χρόνου γίνονται άτριχοι.  Φλοιός με σκοτεινό γκρίζο χρώμα.  Κορμός ογκώδης και εύρωστος.  Παλαιοί κλάδοι δυνατοί και φέρουν κατακόρυφα σκισίματα.  Δέντρα μεγάλης ηλικίας μπορεί να παρουσιάζουν κουφάλες.  Οφθαλμοί ωοειδείς με καστανά λέπια.

Φύλλα:   Φύλλωμα απλωμένο.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά και προμήκη, πτερόνευρα, με γυαλιστερή άνω επιφάνεια και ελαφρά τριχωτή την κάτω, χείλη κυματοειδή ή πριονωτά, έλασμα κάποτε ακέραιο, κορυφή στρογγυλή  ή μυτερή και βάση ίσια ή ελαφρά καρδιοειδή.

Άνθη:   Μικρά και ακτινόμορφα, δίκλινα δηλ. τα αρσενικά και τα θηλυκά βρίσκονται στο ίδιο φυτό( μόνοικο φυτό ), αλλά σε διαφορετική θέση.  Αρσενικά άνθη αναπτύσσονται σε κρεμάμενους, πολυανθείς και συνωστισμένους  ίουλους, στην κορυφή νεαρών κλάδων, ενώ οι θηλυκές ταξιανθίες είναι όρθιοι και ολιγοανθείς στάχεις και αναπτύσσονται στις μασχάλες των φύλλων.  Περιάνθιο με 4-6 τμήματα, στήμονες 4-6, όρθιοι με ελεύθερο νήμα και ανθήρες κίτρινους, 2-θηκους, με σχετικά μεγάλο μέγεθος και με κατά μήκος σχίσιμο.  Ωοθήκη υποφυής με 3 καρπόφυλλα και 3 στύλους.

Άνθιση:   Μάρτιος-Απρίλιος.   Καρποφορία:  Οκτώβριος-Νοέμβριος.

Καρπός:   Μονόσπερμο, ωοειδές προς σχεδόν κυλινδρικό κάρυο(βαλανίδι) καστανό στην ωρίμανση, καθήμενο επί ξυλώδους και σκαλωτού κυπέλλου.   Οφθαλμοί ωοειδείς, καλυμμένοι με αλληλεπικαλυπτόμενα, πιεσμένα , πλατιά και καστανά  λέπια.

Ενδιαίτημα:  Συνήθως εκτός δασών, σε πυριγενείς ή ασβεστολιθικές πεδιάδες μέχρι 1375 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ανατολική Μεσογειακή ζώνη μέχρι δυτικό Ιράν.