Equisetum telmateia 

May 21, 2018 by savvas

Equisetum telmateia 

Name/Όνομα: Eκουϊζέτουμ (Αλογοουρά) των τελμάτων  

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Equisetum telmateia Ehrh.

Common name/Κοινό όνομα:  Great horstail, Grande prele, Canutillos

Family/Οικογένεια:  EQUISETACEAE

*Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.


Equisetum telmateia is a perennial herbaceous and deciduous plant with separate sterile and fertile stems, growing up to 100cm tall.  Sterile stems (fotosynthetic) appear in late spring and dying in late autumn, they are erect, glabrous, nearly cylindrical (there are inconspicuous ridges), hollow and branched in whorls; branches are many, 14-20 or more, unbranched, erect when young, becoming spreading, horizontal or arcing  later, they are linear, green and glabrous, mucronate, tips brown; branches are longer at the upper whorls becoming gradually shorter towards the base of the stem; main stem is whitish with ridges between nodes (Internodes); internodes are longer at base and shorter towards apex; nodes are covered with a whorl of reduced leaves, fused below to form the petiole (sheath) enclosing so the stem; sheaths on branches smaller; sheaths bears a number of  grooves below which are erect, acuminate and they have brown teeth at apex, about the same number with the branches.  Fertile stems (not photosynthetic) appear in early spring before the sterile stems; they produce spores in specialize conical structures called strobili; strobilus is conical, brownish and appear at the top of the fertile stems.  Fertile stems dying after the releasing of the spores.  Reproduction is carried out by spores and by the extended rhizomes.  Flowering time April.  Native to Europe, western Mediterranean, northern Africa and western Asia.  Common plant in Cyprus and it is founded on slow and shallow stream, streambanks and generally on shady, wet and misty places where it forms large colonies, from 175- to 1375m altitude.



Πολυετές και αειθαλές ποώδες φυτό, ύψους μέχρι 100εκ (Κύπρος), με 2 ξεχωριστούς βλαστούς:  α) Άγονοι βλαστοί που μπορούν να φωτοσυνθέτουν, εμφανίζονται προς το τέλος της άνοιξης και πεθαίνουν το φθινόπωρο, είναι όρθιοι, άτριχοι, σχεδόν κυλινδρικοί (υπάρχουν όμως ανεπαίσθητες ραβδώσεις), είναι κούφιοι και διακλαδώνονται σε σπονδύλους.  Κλάδοι αρκετοί, 14-20 ή περισσότεροι, χωρίς διακλάδωση, όρθιοι οι νεαροί, απλωμένοι ή λυγισμένοι προς τα κάτω οι παλαιότεροι, είναι γραμμοειδείς, πράσινοι και γυμνοί, με μικρή και με καφέ χρώμα προεκβολή στην κορυφή τους.  Οι κλάδοι είναι μακρύτεροι στους άνω σπονδύλους και μικρότεροι στους κάτω.  Ο κύριος βλαστός είναι ασπριδερός, δεν φωτοσυνθέτει και φέρει ραβδώσεις μεταξύ των γονάτων (μεσογονάτιο διάστημα).  Τα μεσογονάτια διαστήματα είναι μεγαλύτερα στη βάση και μικρότερα πιο ψηλά.  Κάθε γόνατο επικαλύπτεται από σπόνδυλο φύλλων με μειωμένη επιφάνεια, τα οποία συμφύονται στη βάση τους και σχηματίζουν ένα “κυκλικό μίσχο” που περιβάλλει το βλαστό και που φέρει στη βάση του ραβδώσεις και στην κορυφή του καστανά και μυτερά αλλά μαλακά δόντια, περίπου ισάριθμα με τα κλαδιά του σπονδύλου.  β)  Γόνιμοι βλαστοί δεν φωτοσυνθέτουν, εμφανίζονται στην αρχή της άνοιξης και πριν από τους άγονους βλαστούς και πεθαίνουν μετά από την ελευθέρωση των σπορίων.  Αυτοί παράγουν τα σπόρια πάνω σε εξειδικευμένους κωνικούς και καστανούς σχηματισμούς, συνήθως στα άκρα των βλαστών, που λέγονται στρόβιλοι.  Η αναπαραγωγή επιτυγχάνεται είτε με τα σπόρια είτε μέσω του εκτεταμένου ριζώματος του φυτού.  Άνθιση τον Απρίλιο.  Πατρίδα του η Ευρώπη, η ανατολική Μεσογειακή ζώνη, βόρεια Αφρική και δυτική Ασία.  Τοπικά κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε αργά και αβαθή ρυάκια, όχθες ρυακιών και γενικά σε σκιασμένα και υγρά εδάφη όπυ μπορούν να σχηματίζουν μεγάλες αποικίες από 175μ-1375μ υψόμετρο.

Comments are closed.