Hypericum repens

June 19, 2020 by savvas

Hypericum repens

Name/Όνομα:  Ηπερικό το έρπον

Scientific name/Επιστημονικό όνομαHypericum repens L.   

Family/Οικογένεια:  HYPERICACEAE


Plant:  Perennial herb growing up to 10 cm high.    

Stem/s:  Prostrate or ascending, at first 2-lined, nearly cylindrical later, glabrous, whitish green, becoming reddish with age.      

Leaves:  Opposite, about 8 mm l x 3 mm w, simple, entire or with papillose margins, glaucous-green, sessile or subsessile, apex rounded or with very small projection, with marginal or scattered black dots and several pellucid dots; lower leaves obovate, upper leaves oblong or oblanceolate;      

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite, in rather few-flowered and terminal corymbs* or solitary; sepals 5, 5 mm l x 1.5 mm w, entire, spathulate-elliptic, acute or apiculate, with conspicuous marginal black dots; petals 5, about 8 mm l x 5 mm w, obovate, spreading, golden-yellow, with distinct red veins, black marginal dots and numerous pellucid pores; stamens numerous, erect, filaments 4-8 mm l, yellow and glabrous, fused at the base into 3-5 bundles, anthers yellow with black gland; ovary 2-3 mm l x 1.5 mm w, superior, erect, yellowish and glabrous, styles usually 5, sometimes 3.

Flowering time:  May-July.

Fruit:  Capsule.       

Habitat:  Stony plains, pastures and hillsides, on sedimentary or igneous ground, from 0-1450 m alt.

NativeEndemic to Cyprus.    

corymb*= inflorescence in which the individual flowers bearing unequal pedicels, are at the same level. 



Φυτό:  Πολυετής πόα με ύψος μέχρι 10 εκ.

Βλαστός:   Κατακλιμένος ή ανερχόμενος, δίπλευρος στην αρχή, σχεδόν κυλινδρικός αργότερα, άτριχος, λευκοπράσινος στην αρχή, κοκκινωπός τελικά.

Φύλλα:     Αντίθετα, περίπου 8 χιλ. μ. χ 3 χιλ. πλ., απλά, ακέραια ή με παπιλλοειδή χείλη, γλαυκοπράσινα, άμισχα ή σχεδόν άμισχα, με στρογγυλεμένη κορυφή ή με πολύ μικρή προεκβολή, με περιφερειακά ή διάσπαρτα μαύρα στίγματα και αρκετούς διαφανείς πόρους.  Χαμηλά φύλλα αντωειδή, ανώτερα φύλλα προμήκη ή αντιλογχοειδή.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε κάπως ολιγοανθείς και επάκριους κορύμβους* ή μεμονωμένα.  Σέπαλα 5, 5 χιλ. μ. χ 1.5 χιλ. πλ., ακέραια, σπατουλοειδή-ελλειψοειδή, μυτερά ή με μικρή προεκβολή, με αξιοσημείωτα περιφερειακά μαύρα στίγματα.  Πέταλα 5, 8 χιλ. μ. χ 5 χιλ. πλ., αντωειδή, απλωμένα, χρυσοκίτρινα, με εμφανή κόκκινα νεύρα, περιφερειακά μαύρα στίγματα και πολυάριθμους διαφανείς πόρους.  Στήμονες πολυάριθμοι, όρθιοι, νήμα 4-8 χιλ. μ., κίτρινα και άτριχα, ενωμένα στη βάση σε 3-5 δέσμες, ανθήρες κίτρινοι με μαύρο αδένα.  Ωοθήκη 2-3 χιλ. μ. χ 1.5 χιλ. πλ., επιφυής, όρθια, κιτρινωπή και άτριχη, στύλοι συνήθως 5, κάποτε 3.

Άνθιση:  Μάιος-Ιούλιος.  

Καρπός:   Κάψα.

Ενδιαίτημα:   Χαλικώδεις πεδιάδες, βοσκοτόπια και πλαγιές λόφων σε ιζηματογενή ή πυριγενή πετρώματα, από 0-1450 μ. υψόμετρο.

Πατρίδα:  Ενδημικό της Κύπρου.

κόρυμβος* = βοτρυοειδής ταξιανθία όπου οι ποδίσκοι των κατωτέρων ανθέων είναι μεγαλύτεροι των υπερκειμένων , ώστε να φθάνουν όλοι στο ίδιο επίπεδο.   



Comments are closed.