Category Archive for ‘ΞΕΝΑ ΦΥΤΑ’

Hoya carnosa

Name/Όνομα:    Χόγια η σαρκώδης

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Hoya carnosa (L.f) R.Br.

Common name/Κοινό όνομαWax plant, porcelainflower, honey plant, Wachsblumen,   (中文): , Fleurs de cire, Hoja różowa, Flor de cera, Хойя мясистая

Family/Οικογένεια:   APOCYNACEAE



Hoya carnosa is a perennial climber growing up to 4m high.  Stems are cylindrical, branched, brown, pubescent, twining clockwise.  Leaves opposite, elliptical, simple, entire, glossy and fleshy, hairless, petiolate, dark green with pinnate venation above, pale green with obscure venation beneath, base rounded, apex mostly acute; petiole short, brown-pinkish and pubescent.  Flowers star-shaped with red center, fragrant, actinomorphic and hermaphrodite, in axillary and many-flowered convex sciadiums* (umbells); petals 5, triangular with obtuse apex, united, white or pink, covered with downy white hairs; sepals 5, separated, triangular, pinkish; corona star-shaped with red center; stamens 5 with fused filaments; ovary superior; flowering time Summer.  The fruit is a follicle enclosing numerous seeds.  Native to Western Asia and Australia.  In Cyprus it is found only in gardens and houses.

 Sciadium* = Greek word referring to umbel-like inflorescence.


Πολυετές αναρριχητικό φυτό που μπορεί να φθάσει τα 5μ ύψος αν βρει κατάλληλο υπόστρωμα για αναρρίχηση.  Βλαστοί κυλινδρικοί, καστανοί και χνουδωτοί, περιστρεφόμενοι δεξιόστροφα όπως οι δείκτες του ρολογιού.  Φύλλα αντίθετα, απλά, ακέραια, ελλειψοειδή, γυαλιστερά και σαρκώδη, άτριχα, έμμισχα, με σκούρο πράσινο χρώμα και πτερωτή νεύρωση στην άνω επιφάνεια, με ανοικτό πράσινο χρώμα και αφανή νεύρωση στην κάτω επιφάνεια, βάση στρογγυλή, κυρίως οξύκορφα.  Άνθη αστεροειδή και αρωματικά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα σε μασχαλιαία πολυανθή και κοίλα σκιάδια*.  Πέταλα 5,  τριγωνικά με πλατειά κορυφή, λευκά ή ρόδινα, ενωμένα στη βάση τους και καλυμμένα με μαλακές και κοντές τρίχες.  Σέπαλα 5, ελεύθερα, τριγωνικά και ρόδινα.  Κορώνα αστεροειδής με κόκκινο κέντρο.  Στήμονες 5 με συμφυή νήματα.  Ωοθήκη επιφυής.  Άνθιση Καλοκαίρι.  Καρπός θύλαξ με πολλά σπέρματα.  Πατρίδα του η Δυτική Ασία και η Αυστραλία.  Στην Κύπρο υπάρχει μόνο σε αυλές σπιτιών και κήπους.

Σκιάδιο* = Ταξιανθία όπου οι ποδίσκοι των ανθέων ξεκινούν από το ίδιο σημείο και φθάνουν στο ίδιο ύψος όπως οι ακτίνες της ομπρέλας.

Passiflora edulis

Name/Όνομα:  Παθανθές το εδώδιμο    

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Passiflora edulis Sims

Common name/ Κοινό όνομα:   Passion fruit, passion flower, grenadelle, granadilla, maracuja-do-campo, lilikoi, φρούτο του πάθους, ρολόϊ 

Family/Οικογένεια:  PASSIFLORACEAE



Passiflora edulis is herbaceous, perennial and evergreen climbing vine growing to 15m in length.  Stems are much-branched, green, striate, angular, usually glabrous, bearing axillary and coiled tendrils.  Leaves alternate, simple, 3-lobed, petioles canaliculated with 2 green glands at the top of each stalk; there are short and soft hairs above, glabrous beneath; lobes oblong or oblanceolate with one prominent nerve on each lobe, median lobe bigger, the other 2 unequal, margins serrate, apex acuminate or rounded, base cuneate or rounded; stipules 2, linear, green. Flowers large, actinimorphic, hermaphrodite, solitary and axillary; bracts 2, ovate or suborbicular, green, and glabrous, margins finely-serrate; calyx bowel-shaped, sepals 5, oblong, greenish externally, white internally, glabrous with prominent main nerve beneath conspicuously pointed; petals 5, oblong, white and glabrous, as long as the sepals, apex rounded; stamens 5, anthers at the top of the styles, oblong and wide, yellowish, almost vertical with the 5 branches of the style (forming an angle of ≤90°); the base of corolla bears many thin filaments in 2-5 rows; filaments white, purple at base; ovary, club-shaped, swollen at the top, style branched, green with rounded brown-purple spots, stigmas 3 capitate; flowering time  April- October.  The fruit is a green and ovoid to spherical berry*, orange-yellow at maturity, enclosing numerous seeds, edible.  Native to Brazil, Paraguay and northern Argentina.

Berry* = is a fleshy fruit produced from a single ovary enclosing many seeds (grapes , tomatoes)


Πολυετές, ποώδες και αειθαλές αναρριχητικό φυτό που μπορεί να φθάσει tα 15m μήκος.  Βλαστοί πολύκλαδοι, πράσινοι, ραβδωτοί και συνήθως άτριχοι και φέρουν σπειροειδείς μασχαλιαίους έλικες.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, 3-λοβα, με αυλακωτούς μίσχους που φέρουν στην κορυφή τους 2 πράσινους αδένες, υπάρχουν κοντές και μαλακές τρίχες στην άνω επιφάνεια ενώ η κάτω είναι γυμνή.  Λοβοί προμήκεις ή προμήκεις-λογχοειδείς με ένα εμφανές νεύρο σε κάθε λοβό, ο μεσαίος λοβός είναι μεγαλύτερος ενώ οι άλλοι 2 είναι άνισοι, χείλη πριονωτά, οξύκορφα ή με στρογγυλή κορυφή και ευθύγραμμη ή στρογγυλή βάση.  Παράφυλλα 2, γραμμοειδή και πράσινα.  Άνθη μεγάλα, ακτινόμορφα, ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα και μασχαλιαία.  Βράκτια 2, ωοειδή ή υποκυκλικά, πράσινα, άτριχα και με πριονωτά χείλη.  Κάλυκας λεκανοειδής, σέπαλα 5, προμήκη, πρασινωπά εξωτερικά και λευκά εσωτερικά, γυμνά και με εμφανές κεντρικό νεύρο που είναι μυτερό και προεξέχει στην κορυφή.  Πέταλα 5, προμήκη, λευκά και γυμνά, με στρογγυλεμένη κορυφή και ισομήκη σχεδόν με τα σέπαλα.  Στήμονες 5, ανθήρες πάνω στην κορυφή των στύλων, προμήκεις και πλατιοί, κιτρινωποί και σχεδόν κάθετοι με τους 5 στύλους.  Η βάση της στεφάνης φέρει λεπτά και μακρά νήματα σε 2-5 σειρές που είναι λευκά αλλά στη βάση τους είναι πορφυρά.  Ωοθήκη ροπαλοειδής, εξογκωμένη στην κορυφή, στύλος με διακλάδωση, στίγματα 3, κεφαλωτά.  Άνθιση Απρίλιος- Οκτώβριος (Κύπρος).  Ο καρπός είναι μια πράσινη αρχικά σφαιροειδής ράγα* που παίρνει τελικά πορτοκαλοκίτρινο χρώμα και περικλείει πολλά σπέρματα.  Πατρίδα του η Βραζιλία, Παραγουάη και βόρεια Αργεντινή.  Στην Κύπρο υπάρχει μόνο σε κήπους και αυλές σπιτιών.

Ράγα* είναι καρπός που προέρχεται από μια ωοθήκη, είναι σαρκώδης και φέρει ένα ή περισσότερα μικρά σπέρματα πχ. σταφύλι, ντομάτα



Equisetum telmateia 

Name/Όνομα: Eκουϊζέτουμ (Αλογοουρά) των τελμάτων  

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Equisetum telmateia Ehrh.

Common name/Κοινό όνομα:  Great horstail, Grande prele, Canutillos

Family/Οικογένεια:  EQUISETACEAE

*Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.


Equisetum telmateia is a perennial herbaceous and deciduous plant with separate sterile and fertile stems, growing up to 100cm tall.  Sterile stems (fotosynthetic) appear in late spring and dying in late autumn, they are erect, glabrous, nearly cylindrical (there are inconspicuous ridges), hollow and branched in whorls; branches are many, 14-20 or more, unbranched, erect when young, becoming spreading, horizontal or arcing  later, they are linear, green and glabrous, mucronate, tips brown; branches are longer at the upper whorls becoming gradually shorter towards the base of the stem; main stem is whitish with ridges between nodes (Internodes); internodes are longer at base and shorter towards apex; nodes are covered with a whorl of reduced leaves, fused below to form the petiole (sheath) enclosing so the stem; sheaths on branches smaller; sheaths bears a number of  grooves below which are erect, acuminate and they have brown teeth at apex, about the same number with the branches.  Fertile stems (not photosynthetic) appear in early spring before the sterile stems; they produce spores in specialize conical structures called strobili; strobilus is conical, brownish and appear at the top of the fertile stems.  Fertile stems dying after the releasing of the spores.  Reproduction is carried out by spores and by the extended rhizomes.  Flowering time April.  Native to Europe, western Mediterranean, northern Africa and western Asia.  Common plant in Cyprus and it is founded on slow and shallow stream, streambanks and generally on shady, wet and misty places where it forms large colonies, from 175- to 1375m altitude.



Πολυετές και αειθαλές ποώδες φυτό, ύψους μέχρι 100εκ (Κύπρος), με 2 ξεχωριστούς βλαστούς:  α) Άγονοι βλαστοί που μπορούν να φωτοσυνθέτουν, εμφανίζονται προς το τέλος της άνοιξης και πεθαίνουν το φθινόπωρο, είναι όρθιοι, άτριχοι, σχεδόν κυλινδρικοί (υπάρχουν όμως ανεπαίσθητες ραβδώσεις), είναι κούφιοι και διακλαδώνονται σε σπονδύλους.  Κλάδοι αρκετοί, 14-20 ή περισσότεροι, χωρίς διακλάδωση, όρθιοι οι νεαροί, απλωμένοι ή λυγισμένοι προς τα κάτω οι παλαιότεροι, είναι γραμμοειδείς, πράσινοι και γυμνοί, με μικρή και με καφέ χρώμα προεκβολή στην κορυφή τους.  Οι κλάδοι είναι μακρύτεροι στους άνω σπονδύλους και μικρότεροι στους κάτω.  Ο κύριος βλαστός είναι ασπριδερός, δεν φωτοσυνθέτει και φέρει ραβδώσεις μεταξύ των γονάτων (μεσογονάτιο διάστημα).  Τα μεσογονάτια διαστήματα είναι μεγαλύτερα στη βάση και μικρότερα πιο ψηλά.  Κάθε γόνατο επικαλύπτεται από σπόνδυλο φύλλων με μειωμένη επιφάνεια, τα οποία συμφύονται στη βάση τους και σχηματίζουν ένα “κυκλικό μίσχο” που περιβάλλει το βλαστό και που φέρει στη βάση του ραβδώσεις και στην κορυφή του καστανά και μυτερά αλλά μαλακά δόντια, περίπου ισάριθμα με τα κλαδιά του σπονδύλου.  β)  Γόνιμοι βλαστοί δεν φωτοσυνθέτουν, εμφανίζονται στην αρχή της άνοιξης και πριν από τους άγονους βλαστούς και πεθαίνουν μετά από την ελευθέρωση των σπορίων.  Αυτοί παράγουν τα σπόρια πάνω σε εξειδικευμένους κωνικούς και καστανούς σχηματισμούς, συνήθως στα άκρα των βλαστών, που λέγονται στρόβιλοι.  Η αναπαραγωγή επιτυγχάνεται είτε με τα σπόρια είτε μέσω του εκτεταμένου ριζώματος του φυτού.  Άνθιση τον Απρίλιο.  Πατρίδα του η Ευρώπη, η ανατολική Μεσογειακή ζώνη, βόρεια Αφρική και δυτική Ασία.  Τοπικά κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε αργά και αβαθή ρυάκια, όχθες ρυακιών και γενικά σε σκιασμένα και υγρά εδάφη όπυ μπορούν να σχηματίζουν μεγάλες αποικίες από 175μ-1375μ υψόμετρο.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Melaleuca gibbosa Labill.    

Common name/ Κοινό όνομα:  Slender honey-myrtle

Family/Οικογένεια:  MYRTACEAE



Melaleuca gibbosa is an ornamental, evergreen, perennial and rounded shrub, growing up to 2m high but in our garden plants rarely exceed 1m in height.  Branches ascending , erect or arching, much-branched, glabrous; young shoots are red, older shoots are pale brown, becoming brownish-grey, hard and woody with age.  Leaves are opposite, arranged in alternating order (decussate), simple, entire, ovate to obovate, obscurely veined, sessile and glandular, apex rather obtuse, margins often tinged reddish.  Flowers rounded  to bottle-brush, actinomorphic and hermaphrodite, in dense axillary and cylindrical spikes; hypanthium* concave, pink to reddish; stamens numerous in 5 bundles, filaments straight, whitish to pinkish or mauve and glabrous, anthers pink to mauve; ovary inferior, style 1.  The fruit are woody capsules embedded in the stems; finally the stems bear several humps (“gibbosus” in Latins means “having a hump”).  Flowering time March –May (Cyprus).  Endemic to Australia.

Hypanthium** = sepals, petals and other parts of a flower fused together at their bases to form a cup-like structure called hypanthium.



Διακοσμητικός, αειθαλής και πολυετής θάμνος με στρογγυλή εμφάνιση και ύψος μέχρι 2m, αλλά στους δικούς μας κήπους τα φυτά αυτά δεν ξεπερνούν τα 1-1.2μ ύψος.  Κλάδοι όρθιοι, ανερχόμενοι ή καμπυλωτοί, πολύκλαδοι και άτριχοι.  Νεαροί κλάδοι κοκκινωποί, παλαιότεροι καστανοί που τελικά γίνονται γκριζωποί, σκληροί και ξυλώδεις.  Φύλλα αντίθετα αλλά σε κατ εναλλαγή διάταξη δηλ. το πιο πάνω ζεύγος φύλλων βγαίνει σε ορθή γωνία σε σχέση με το κάτω ζεύγος, είναι απλά, ακέραια, ωοειδή ή αντωειδή, άμισχα, με χείλος που συχνά παίρνει κοκκινωπό χρώμα, με αφανή νεύρωση και με εμφανείς κυκλικούς αδένες.  Άνθη σε σφαιρικά κεφάλια ή σε μορφή βούρτσας μπουκαλιών, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πυκνούς και κυλινδρικούς μασχαλιαίους σπάδικες.  Υπάνθιο κοίλο και ρόδινο ή κοκκινωπό.  Στήμονες αρκετοί σε 5 δέσμες, νήμα ίσιο, λευκορόδινο ή μωβ και γυμνό, ανθήρες ρόδινοι ή με ανοικτό μωβ χρώμα.  Ωοθήκη υποφυής, στύλος 1.  Άνθιση Μάρτιος – Μάιος (Κύπρος).  Καρπός είναι ξυλώδης κάψα που εισέρχεται μέσα στο βλαστό προκαλώντας διόγκωσή του και τελικά ο βλαστός εμφανίζει αρκετά εξογκώματα (“gibbosus” στα Λατινικά σημαίνει εξόγκωμα”). Ενδημικό φυτό της Αυστραλίας.

υπάνθιο**= τα σέπαλα, τα πέταλα, καθώς και άλλα μέρη του άνθους συμφύονται στη βάση τους και σχηματίζουν ένα κυπελλοειδή σωλήνα που ονομάζεται υπάνθιο.

Raphiolepis umbellata

Name/Όνομα:  Ραφιολέπις η ομπρελλωτή   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαRaphiolepis umbellata  (Thunb.)  Makino.  

Common name/Κοινό όνομα:   Yeddo Hawthorn, Japanese hawthorn

Family/ Οικογένεια:    ROSACEAE

*Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.


Raphiolepis umbellata is an evergreen perennial shrub growing up to 180cm high.  Stems erect, much-branched, gray and woody with rounded habit; young stems are green or purplish and covered with soft brownish hairs.  Leaves are alternate but crowded at the end of the stem, simple, broadly-ovate, glossy, rather thick, petiolate, apex obtuse, acuminate or rounded, base cuneate, dark green above, dull green beneath (gray-green when young), margin serrated especially in the upper half, often tinged purple with age.  Flowers showy, fragrant, actinomorphic and hermaphrodite, in dense terminal panicles; bracts oblong-ovate, dark brown to purplish; calyx 5-lobed, fused at base forming hypanthium**, lobes oblong ovate, dark brown to pink or reddish, apex obtuse; petals 5, spreading, obovate, concave, white or pinkish, apex usually obtuse or round; stamens numerous (about 15), filaments erect, white and glabrous, anthers yellowish-brown; ovary inferior, styles 2-3, erect, whitish, connected at base, free in the other part, stigmas small, brown.  Flowering time March-May.  Fruit is a subspherical dark blue or bluish-black and glabrous berry; berries remain on the shrub for several months.  Native to Japan and Korea.

Hypanthium** = sepals and other parts of a flower fused together at their bases to form a cup-like structure called hypanthium.


Αειθαλής και πολυετής θάμνος που φθάνει τα 180εκ. ύψος.  Βλαστοί όρθιοι, πολύκλαδοι, ξυλώδεις και με γκρίζο χρώμα, ενώ οι νεαροί βλαστοί είναι πράσινοι ή πορφυροί και με μαλακές και καστανές τρίχες.  Φύλλα κατ εναλλαγή αλλά πυκνώνουν στην κορυφή των βλαστών, είναι απλά, πλατιά-ωοειδή, γυμνά και γυαλιστερά, μάλλον χοντρά, έμμισχα, αμβλύκορφα, οξύληκτα ή στρογγυλεμένα στην κορυφή, με βάση μυτερή, με σκούρο πράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια, με χλωμό πράσινο στην κάτω (γλαυκοπράσινα τα νεαρά), χείλος πριονωτό κυρίως στο άνω δεύτερο μισό, παίρνουν πορφυρή χροιά με την πάροδο του χρόνου.  Άνθη αξιοπρόσεκτα, αρωματικά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πυκνές και επάκριες βοτρυοειδείς ταξιανθίες.  Βράκτια προμήκη ωοειδή, με καφέ ή πορφυρό χρώμα.  Κάλυκας 5-λοβος, συμφυόμενος στη βάση του σχηματίζοντας ένα κυπελλοειδή σωλήνα που ονομάζεται υπάνθιο**.  Λοβοί προμήκεις-ωοειδείς, με σκούρο καφέ, ρόδινο ή κοκκινωπό χρώμα, συνήθως αμβλύκορφα.  Πέταλα 5, απλωμένα, αντωειδή, λευκά ή ρόδινα, συνήθως αμβλύκορφα ή στρογγυλεμένα.  Στήμονες πολλοί, περίπου 15, νήμα όρθιο και γυμνό, ανθήρες κιτρινοκαστανοί.  Ωοθήκη υποφυής, στύλοι 2-3, όρθιοι, ασπριδεροί, ενωμένοι στη βάση τους και ελεύθεροι στο υπόλοιπο μέρος, στίγματα μικρά και με κιτρινοκαφέ χρώμα.  Άνθιση Μάρτιος-Μάιος.  Ο καρπός είναι μια γυμνή, υποσφαιρική, με σκούρο μπλε ή μπλε-μαυριδερό χρώμα ράγα.***  Οι καρποί παραμένουν πάνω στο φυτό για αρκετούς μήνες (μέχρι το χειμώνα).  Πατρίδα του η Ιαπωνία και η Κορέα.

υπάνθιο**= τα σέπαλα καθώς και άλλα μέρη του άνθους συμφύονται στη βάση τους και σχηματίζουν ένα κυπελλοειδή σωλήνα που ονομάζεται υπάνθιο

ράγα***= καρπός με περικάρπιο σαρκώδες που περικλείει ένα ή περισσότερα σπέρμα πχ ντομάτα, καρπούζι

Crassula vaillantii

Name/Όνομα:  Κράσσουλα του βάιλαντ*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Crassula vaillanti*i (Willd.) Roth

Common name/Όνομα:   Narrow-leaves Mossy  stonecrop

Family/Οικογένεια:   CRASSULACEAE

 SynTillaea vaillantii  Willd.

 *Sebastien Vaillant-French botanist

*Προς τιμή του Γάλλου βοτανολόγου Sebastien Vaillant

Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα



Crassula vaillantii is an annual small plant growing up to 8cm tall.  Stem is prostrate or erect, green when young, reddish or red at maturity, fleshy and glabrous.  Leaves are opposite, oblong-linear, simple, entire, rather concave, succulent, slightly upcurved, green and glabrous, obtuse at apex, connate at the base with the stem.  Flowers tiny, hermaphrodite, actinomorphic solitary and axillary or in lax cymes; sepals 4, triangular, green and glabrous, obtuse at apex, connate at the base; petals 4, oblong-ovate, pink, glabrous, obtuse; stamens 4, alternate between petals; ovary superior, carpels 4, distinctly ovoid, erect, brownish becoming red at maturity, apex minute; stigma minute capitate.  The fruit is a follicle.  Flowering time February-April.  Native to Southern Europe, Mediterranean zone and Northern Africa.  Rare plant in Cyprus and it is found on temporary pools on limestones and on muddy and sandy wet places, from 0m-150m alt.



Μονοετής και αμφίβια πόα που φθάνει τα 8εκ ύψος.  Βλαστοί όρθιοι ή κατακλιμένοι, πράσινοι οι νεαροί, κοκκινωποί ή κόκκινοι στην ωρίμανση, σαρκώδεις και άτριχοι.  Φύλλα αντίθετα, απλά, ακέραια, επιμήκη γραμμοειδή, μάλλον κοίλα, σαρκώδη, ελαφρά λυγισμένα προς τα πάνω, πράσινα και άτριχα, κορυφή πλατιά, ενώ στη βάση συμφύονται και ενώνονται με το βλαστό.  Άνθη πολύ μικρά, ερμαφρόδιτα, ακτινόμορφα, μεμονωμένα και μασχαλιαία ή σε χαλαρή κυματοειδή ταξιανθία.  Πέταλα και σέπαλα άτριχα.  Σέπαλα 4, τριγωνικά, πράσινα και αμβλύκορφα.  Πέταλα 4,   επιμήκη-ωοειδή, ρόδινα κα αμβλύκορφα.  Στήμονες 4, κατ εναλλαγή μεταξύ των πετάλων.  Ωοθήκη επιφυής, 4-μερής, καρπόφυλλα όρθια, εμφανώς ωοειδή αλλά με στενή και πολύ μικρή και μαυριδερή κορυφή και με καστανό χρώμα, που τελικά γίνεται κόκκινο.  Στίγμα πολύ μικρό κεφαλωτό.  Καρπός θύλακας.  Άνθιση Φεβρουάριος –Απρίλιος.  Πατρίδα του η Νότια Ευρώπη, η Μεσογειακή ζώνη και η Βόρεια Αφρική.  Σπάνιο φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε εποχιακά λιμνία ασβεστολίθων και σε λασπώδη, αμμώδη και υγρά εδάφη από 0- 150μ υψόμετρο.

Euonymous japonicus

Name/Όνομα:  Ευώνυμος ο ιαπωνικός   

Scientific name/Επιστημονικό όνομα  Euonymous japonicus Thunb.

Common name/ Κοινό όνομα:   Diào jing cao, Japanese spindle tree, Bonnet de prêtre, Box-leaf Euonymus

Family/Οικογένεια:  CELASTRACEAE



Euonymous japonicus is an evergreen shrub or small tree growing up to 7m tall, but in Cyprus it can reach only 2m.  Trunk erect, much-branched, twigs dark green, squared, glabrous, often wrinkled with age.  Leaves are opposite, simple, oblong-obovate, thick, hard, glossy, margin finely serrated towards apex, margin entire at the base, glabrous, petiolate, apex obtuse to round, notched, base rather cuneate at base.  Flowers inconspicuous, hermaphrodite, actinomorphic and axillary, in terminal cymes; petals 4, flattened, oblong-obovate, greenish-white, glabrous, with whitish membranous margin; sepals 4 in 2 unequal pairs, the inner larger, they are green or yellowish and glabrous; stamens 4, alternate between the petals, filaments white, glabrous, anthers yellowish; ovary superior, style 1, erect, straight, similar color with petals, stigma 4-lobed. Flowering time March-June (Cyprus).  The fruit is a flattened, dark pink or red capsule.  Native to Japan and Korea.



Αειθαλής θάμνος ή μικρό δένδρο που μπορεί να φθάσει τα 7μ. ύψος, αλλά στην Κύπρο συνήθως φθάνει τα 2μ ύψος.  Κορμός όρθιος και πολύκλαδος, κλαδιά πράσινα, τετράγωνα και άτριχα, ενώ με την πάροδο του χρόνου ζαρώνουν.  Φύλλα αντίθετα, απλά, μάλλον αντωειδή, χοντρά, σκληρά, γυαλιστερά, άτριχα, χείλος πριονωτό προς την κορυφή, ακέραιο στη βάση, έμμισχα, αμβλύκορφα ή με στρογγυλεμένη κορυφή, βάση φύλλου τριγωνική.  Άνθη μικρά, ερμαφρόδιτα, ακτινόμορφα και μασχαλιαία σε επάκριες κυματοειδείς ταξιανθίες.   Πέταλα 4, επίπεδα, προμήκη αντωειδή, λευκοπράσινα, γυμνά και με περιθώριο μεμβρανώδες και ασπριδερό.  Σέπαλα 4 σε 2 άνισα ζεύγη, τα εσωτερικά μεγαλύτερα, όλα είναι άτριχα και πρασινοκίτρινα.  Στήμονες 4, κατ εναλλαγή με τα πέταλα, νήμα λευκό και γυμνό, ανθήρες κιτρινωποί.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, όρθιος και ευθείς με χρώμα ίδιο με τα πέταλα, στίγμα 4-λοβο.  Ανθίζει  Μάρτιο-Ιούνιο.  Καρπός είναι μια επίπεδη, με βαθύ ρόδινο ή κόκκινο χρώμα κάψα.  Πατρίδα του η Ιαπωνία και η Κορέα.


Myoporum tenuifolium

Name/Όνομα:  Μυοπόρο το στενόφυλλο   

Scientific name/Επιστημονικό όνομα Myoporum tenuifolium G.Forst

Common name/ Κοινό όνομα:  Manatoka, Μυοπόρο   




  Myoporum tenuifolium is an evergreen shrub or small tree up to 8m high, with glabrous branches and rounded canopy.  Leaves alternate, simple, entire, lanceolate to elliptic, glabrous, covered with transparent spots (glands), dark green above, pale green with a distinct mid-vein  below, petiolate, acute at apex; young branches are green becoming purplish with age; old branches are brownish-gray.  Flowers tubular, hermaphrodite,  actinomorphic and axillary,  in dense terminal cymes; corolla 5-lobed, lobes oblong, fused at base, white with red spots; corolla lobes and corolla tube are densely hairy internally; calyx 5-lobed, lobes lanceolate, erect, green and glabrous, sparsely covered  with miniature transparent spots; stamens 4, often bending towards the center, filaments white and glabrous, anthers purplish; ovary superior, style and stigma simple. Flowering time February-April. The fruit is a fleshy and green drupe*, becoming red when mature.  Native to Australia.

drupe* = a fruit with fleshy exocarp and mesocarp while endocarp is hard enclosing the seed (olive, cherry, almond).



Αειθαλής θάμνος ή μικρό δένδρο που μπορεί να φθάσει τα 8μ. ύψος, με γυμνούς κλάδους και σφαιρική κώμη.  Νεαροί κλάδοι πράσινοι, γινόμενοι πορφυροί με την πάροδο του χρόνου.  Παλαιοί κλάδοι γκριζοκαστανοί.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, λογχοειδή-ελλειψοειδή, γυμνά, με διαφανή στίγματα (αδένες), με σκούρο πράσινο χρώμα στην άνω επιφάνεια, με ανοικτό πράσινο και  με ευδιάκριτο κεντρικό νεύρο στην κάτω επιφάνεια.  Άνθη σωληνοειδή, ερμαφρόδιτα, ακτινόμορφα και μασχαλιαία σε επάκριες κυματοειδείς ταξιανθίες.  Στεφάνη 5-λοβος, λοβοί προμήκεις, ενωμένοι στη βάση, λευκοί με κόκκινα στίγματα.  Σωλήνας στεφάνης και λοβοί έντονα τριχωτοί εσωτερικά.  Κάλυκας 5-λοβος, λοβοί λογχοειδείς, πράσινοι, άτριχοι, αραιά καλυπτόμενοι με μικροσκοπικά διαφανή στίγματα.  Στήμονες 4, συχνά λυγισμένοι προς το κέντρο, νήμα λευκό και γυμνό, ανθήρες πορφυροί.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος και στίγμα απλοί και λευκοί.  Ανθίζει  Φεβρουάριο-Απρίλιο.  Καρπός είναι μια σαρκώδης δρύπη*, πράσινη στην αρχή, γινόμενη κόκκινη στην ωρίμανση.  Πατρίδα του η Αυστραλία.

δρύπη* είναι είδος καρπού όπου το εξωκάρπιο και μεσοκάρπιο είναι σαρκώδη, ενώ το ενδοκάρπιο σκληρό και ξυλώδες και περιέχει το σπέρμα όπως στην ελιά, κεράσι και αμύγδαλο.

Pittosporum angustifolium

Name/Όνομα:  Πιττόσπορο το στενόφυλλο 

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Pittosporum angustifolium  Lodd.

Common name/Κοινό Όνομα:   Weeping PittosporumButterbush, Native apricotGumby Gumby

*Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

** formerly  known as “Pittosporum phillyraeoides” auct. non (DC.) Benth.



Pittosporum angustifolium is a perennial, evergreen and ornamental tall shrub or tree, growing up to 10m high but generally the average height is about 3-6m.  Trunk  much branched, bark light gray; branches pendulous, similar color with the trunk, hairless, younger branches start out as greenish, turning to brownish with age and finally they become gray.  Leaves alternate, simple, oblong-lanceolate or linear-elliptic, entire, flat, gray-green, glabrous, petiolate, base cuneate, apex acute or hooked, petiole whitish to greenish, glabrous.  Flowers are fragrant, hermaphrodite, actinomorphic, axillary, solitary or in clusters; sepals 5, free, ovate, greenish, pubescent; petals 5, ovate, concave, glabrous, apex rounded, incurved, partially fused forming a bell-shaped creamy-white corolla; stamens 5, erect, filaments free, glabrous, whitish, anther yellow; ovary superior, erect, ovoid, greenish or yellowish, glabrous, style short, green, simple, stigma rounded, yellowish.  Flowering time January-May.  The fruit is a globose or ovate and dehiscent orange capsule that split into 2, containing sticky dark red seeds; fruits remain on the tree for long time (several months).  Native to Australia.  In Cyprus we find it only in gardens (Nicosia).


 Πολυετής, αειθαλής και διακοσμητικός ψηλός θάμνος ή δένδρο  που μπορεί να φθάσει το 10m ύψος αλλά γενικά το μέσο ύψος του είναι 3-6m.  Κορμός πολύκλαδος, φλοιός με ανοικτό γκρίζο χρώμα, κλάδοι κρεμάμενοι ιδίου χρώματος με τον κορμό, άτριχοι, ενώ οι νεαροί κλάδοι είναι στην αρχή πρασινωποί, μετά καστανοί και τελικά γκρίζοι.    Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, γραμμοειδή-ελλειπτικά ή επιμήκη στενά  λογχοειδή, ακέραια, γυμνά, επίπεδα, γλαυκοπράσινα, έμμισχα, με βάση μυτερή, οξύκορφα ή με αγκιστροειδή κορυφή.  Μίσχος ασπροπράσινος και γυμνός.   Άνθη εύοσμα, ακτινόμορφα, ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα ή σε δέσμες, μασχαλιαία, στις άκρες των κλάδων.  Σέπαλα 5, ωοειδή, ελεύθερα, πρασινωπά και ελαφρά τριχωτά.  Πέταλα 5,  προμήκη, κάπως κοίλα, γυμνά, κορυφή στρογγυλεμένη, χείλη που στρέφονται προς τα  μέσα, μερικώς ενωμένα προς τη βάση τους σχηματίζοντας μια καμπανοειδή και με χλωμό κιτρινο χρώμα στεφάνη.  Στήμονες 5, νήμα ελεύθερο, γυμνό και ασπριδερό, με κίτρινους ανθήρες.  Ωοθήκη επιφυής, όρθια, γυμνή, με αυγοειδές σχήμα, στύλος κοντός, απλός και πράσινος, στίγμα στρογγυλό και κιτρινωπό.  Άνθιση Ιανουάριος-Μάιος (Kύπρος).  Ο καρπός είναι μια σχεδόν σφαιρική, πορτοκαλιά και διαρρηκτή κάψα (σχίζεται σε 2) που περικλείει ιξώδη και σκούρου κόκκινου χρώματος σπέρματα.  Πατρίδα του η Αυστραλία.  Στην Κύπρο υπάρχει μόνο σε κήπους (Λευκωσία) ως διακοσμητικό.

Carica papaya

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Carica papaya  L.

Common name/ Κοινό όνομα:  Melon tree, papaya, Papayer, Papyero, Papaja, পেঁপে , ፓፓያ , ਪਪੀਤਾ, Kapaya, Παπάγια, Papaw, Πεπονόδενδρο   

Family/Οικογένεια: CARICACEAE



Carica papaya is a perennial, evergreen, giant, tree like herbaceous plant, growing up 8m tall.  Trunk erect, usually unbranched, cylindrical, hollow, gray-brown, with prominent leaves’ scars.  All leaves arise from trunk’s apex; they are alternate, simple, large, flat, with 5-11 lobes, usually 7, petiolate, glabrous with prominent venation; lobes dentate, flat, glabrous, apex acute; petiolate very long, hollow, green and glabrous.  All parts of the plant contain white latex.  The plant is generally dioecious (male and female flowers are on deferent plants), rarely monoecious ( both male and female flowers are on the same plant) and the fragrant and tubular flowers are unisex (male or female)or hermaphrodite ( stamens and ovary on the same flower); male flowers on drooping axillary panicles; calyx 5-toothed, green and glabrous, petals 5, fused at base, white to creamy-yellow, often recurved, glabrous; stamens 10 ( 5 long + 5 short), filaments hairy; female flowers solitary or in clusters at the top of the trunk; petals 5, nearly free, white or pale yellow, glabrous, no stamens, ovary erect, ovoid, greenish-yellowish, glabrous, stigmas 5, fan-shaped.  Hermaphrodite flowers have 10 stamens and an ovary but sometimes the ovary is not functional and the flowers are sterile.  Blooming is continuously all year round. The fruit is a large, green to orange, oblong cylindrical, ovoid or spherical berry, containing numerous rounded, flat and blackish seeds.  Fruits from female flowers are spherical or pear shaped and if no pollination happens they don’t have seeds, while fruits from hermaphrodite flowers are oblong obovoid with seeds.  Native to Central USA and South America


Πολυετές, αειθαλές, γιγάντιο ποώδες φυτό σαν μικρό δένδρο που μπορεί να φθάσει τα 8m ύψος.  Κορμός όρθιος, συνήθως χωρίς διακλάδωση, κυλινδρικός, κούφιος, με ανοικτό καφέ χρώμα και με εμφανείς ουλές από τα φύλλα που έχουν πέσει.  Όλα τα φύλλα βγαίνουν στην κορυφή του κορμού, είναι κατ εναλλαγή, απλά, μεγάλα, επίπεδα, με 5-11 λοβούς, συνήθως όμως 7, έμμισχα και γυμνά με εμφανή νεύρωση, ενώ οι λοβοί είναι οδοντωτοί και γυμνοί με μυτερή κορυφή.   Μίσχος πολύ μακρύς, κούφιος, πράσινος και γυμνός.  Όλα τα μέρη του φυτού περιέχουν γαλακτώδη χυμό.  Γενικά είναι φυτό δίοικο (αρσενικά και θηλυκά άνθη σε ξεχωριστά φυτά), σπανιότερα μόνοικο (αρσενικά και θηλυκά άνθη στο ίδιο φυτό) και τα αρωματικά και σωληνοειδή άνθη μπορεί να είναι αρσενικά ή θηλυκά ή ερμαφρόδιτα (στήμονες και ωοθήκη στο ίδιο άνθος).  Αρσενικά άνθη σε κρεμάμενες μασχαλιαίες βοτρυοειδείς ταξιανθίες, έχουν κάλυκα με 5 πράσινα και γυμνά δόντια, πέταλα 5, συμφυή στη βάση τους, λευκά ή ανοικτοκίτρινα που συχνά γέρνουν προς τα πίσω και είναι γυμνά, στήμονες 10 (5 ψηλοί + 5κοντοί) με νήμα τριχωτό.  Θηλυκά άνθη μεμονωμένα ή σε δέσμες στην κορυφή του κορμού, έχουν 5 σχεδόν ελεύθερα λευκά ή ανοικτοκίτρινα πέταλα, καθόλου στήμονες, ωοθήκη όρθια, πρασινωπή προς κιτρινωπή και γυμνή, με 5 στίγματα σαν έλικες.  Ανθοφορία καθ όλη τη διάρκεια του χρόνου ανάλογα με το κλίμα.  Ο καρπός είναι μια μεγάλη, πράσινη αρχικά, πορτοκαλοκίτρινη τελικά, ωοειδής, κυλινδρική ή στρογγυλή ράγα που περιέχει πολυάριθμα, στρογγυλά και μαυριδερά σπέρματα.  Αν ο καρπός προέλθει από θηλυκό άνθος τότε ό καρπός είναι σφαιρικός ή σε σχήμα αχλαδιού και αν δεν έχει γονιμοποιηθεί δεν θα περιέχει σπέρματα, ενώ αν προέλθει από ερμαφρόδιτο άνθος τότε ο καρπός θα είναι μακρουλός ωοειδής και θα έχει πάντοτε σπέρματα.  Πατρίδα του η Νότια Αμερική και οι Κεντρικές ΗΠΑ.