Category Archive for ‘ΞΕΝΑ ΦΥΤΑ’

Lotus tetragonolobus

Name/Όνομα:   Λωτός ο τετραγωνόλοβος*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Lotus tetragonolobus L.

Common name/Κοινό Όνομα:  Asparagus-pea, winged-pea.

Family/Οικογένεια:   FABACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:   Annual herb growing up to 30 cm long. 

Stem/s:   Sprawling, ascending or decumbent, much-branched, subterete or slightly angled, channeled, greenish becoming purplish with age, and densely covered with long and soft whitish hairs.

Leaves:   Alternate, compound, 5-foliolate, petiolate; leaflets entire, sessile, longer than the petiole, the upper 3 leaflets are obovate or rhombic, covered with soft whitish hairs especially on margins and on the main nerve beneath, base cuneate, apex acute or subacute; lower 2 leaflets ovate, acute, hairy, attaching rachis at the base, looking like stipules; rachis channeled above.

Flowers:   Few 1 or 2, conspicuous, strongly zygomorphic, hermaphrodite, axillary and solitary; peduncles hairy; calyx campanulate, densely hairy, teeth 5, linear-lanceolate, ± equal, pointed, hairy, about as long as calyx-tube or longer; occasionally at the outer surface  of the tube purplish lines are visible; petals 5, crimson-red, standard petal, obovate or irregularly trapezoid, glabrous, shortly emarginated at apex, reduced to a claw at the base; wings oblong with rounded apex, keel generally straight and beaked; stamens 10 in 2 bundles, 1 bundle free, the other one united, anthers oblong; ovary superior, linear, style 1, winged at apex, stigma 1.

Flowering time:  February-May.

Fruit:     Oblong and dehiscent legume, with 4 satures bordered by conspicuous wings, enclosing numerous seeds. 

Habitat:   Roadsides, waste ground and field margins, 0-750 m alt.

Native:   Mediterranean region.




Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 50 εκ.

Βλαστός/οί:   Απλωμένοι ή ανερχόμενοι, πολύκλαδοι, σχεδόν κυλινδρικοί ή ελαφρά γωνιώδεις και με κατά μήκος αυλακώσεις, πρασινωποί, γινόμενοι πορφυροί με την πάροδο του χρόνου, πυκνά καλυμμένοι με μακριές και μαλακές ασπριδερές τρίχες.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, σύνθετα, 5-φυλλα και έμμισχα.  Φυλλάρια ακέραια, άμισχα, μακρύτερα των μίσχων, τα ανώτερα 3 είναι αντωειδή ή ρομβοειδή, καλυμμένα με μαλακές και απριδερές τρίχες, κυρίως στα χείλη και στα κύρια νεύρα από κάτω, βάση μυτερή, κορυφή ± μυτερή.  Τα κατώτερα 2 φυλλάρια είναι ωοειδή, μυτερά, τριχωτά και αγγίζουν στη βάση της ράχης, μοιάζοντας με παράφυλλα.  Η ράχη των φύλλων φέρει αυλάκι από πάνω.

Άνθη:   Λίγα, 1 έως 2, εντυπωσιακά, έντονα ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα, μασχαλιαία και μεμονωμένα.  Ποδίσκοι τριχωτοί.  Κάλυκας καμπανοειδής, πυκνά τριχωτός, με 5 γραμμοειδή-λογχοειδή δόντια που είναι μυτερά, τριχωτά, σχεδόν ισομήκη, περίπου ισομήκη με τον σωλήνα του κάλυκα ή μακρύτερα, κάποιες φορές ο σωλήνας φέρει πορφυρές γραμμώσεις εξωτερικά.  Πέταλα 5, κόκκινα, πέτασος αντωειδής ή ανομοιογενώς τραπεζοειδής, άτριχος, με μικρή εγκοπή στην κορυφή του, ενώ στη βάση στενεύει και καταλήγει σε νύχι, πτέρυγες προμήκεις με στρογγυλεμένη κορυφή, τρόπιδα γενικά ευθύγραμμη και με ράμφος.  Στήμονες 10 σε 2 δέσμες, μια με ελεύθερα νήματα και μια με ενωμένα, ανθήρες προμήκεις.  Ωοθήκη επιφυής, γραμμοειδής, στύλος 1, πτερυγωτός στην κορυφή, στίγμα 1.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Μάιος.

Καρπός:   Προμήκης και διαρρηκτός χέδρωψ, με 4 ραφές περιβαλλόμενες από εντυπωσιακές πτέρυγες, περικλείοντας πολυάριθμα σπέρματα.

Ενδιαίτημα:   Πρανή δρόμων, άγονα εδάφη και όρια χωραφιών, από 0-750 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.

Eucalyptus camaldulensis

Name/Όνομα:   Ευκάλυπτος η καμαλδουλένσεια.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Eucalyptus camaldulensis Dehnh.

Common name/Κοινό Όνομα:   River Red Gum, Ευκάλυπτος,

Family/Οικογένεια:   MYRTACEAE



Plant:    Evergreen huge tree growing up to 30 m high.

Trunk/Branches:   Trunk thick with spreading crown and irregular exfoliation*; bark smooth, greyish, yellowish, pinkish or brown; young branches are red and hairless.

Leaves: Simple, drooping, hairless, petiolate, with pointed tip and base, pale green; Young plants: opposite, ovate or lanceolate, leathery, glandular and aromatic (when crushed); mature trees: alternate, narrow–lanceolate, often sickle-shaped; petiole with yellow, orange or red color.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, in axillary, 5-10 flowered, sciadia* (umbels); sepals and petals united, forming a beaked, cup-like structure, the operculum; stamens numerous, free, usually spreading, with white, straight and glabrous filaments; ovary inferior, style 1, stigma 1.

Flowering time:   December-May.

Fruit:   Woody hemispherical capsule.    

Habitat:   Roadsides, gardens, parks, usually along river banks. It is the most common cultivated specie, with the widest distribution.

Native:   Endemic to Australia.


Sciadium (a)* = Greek word referring to umbel-like inflorescence.


Exfoliation * = the natural process in which small or large pieces on the surface of the trunk removed, leaving the bark uncovered (peeling-bark).



Φυτό:   Αειθαλές γιγαντιαίο δέντρο που φθάνει τα 30 μ ύψος.

Κορμός-Κλάδοι:  Κορμός χοντρός με απλωμένη κώμη και ακανόνιστη απολέπιση**.  Φλοιός λείος, γκριζωπός, κιτρινωπός, ρόδινος ή καστανός.  Νεαροί κλάδοι λείοι και κόκκινοι, αρχαιότεροι γκριζωποί.  

Φύλλα:  Απλά, κρεμάμενα, γυμνά και έμμισχα, με ανοικτό πράσινο χρώμα, μυτερή βάση και κορυφή.  Νεαρά φυτά:  Φύλλα αντίθετα, ωοειδή ή λογχοειδή, δερματώδη, αδενώδη και αρωματικά όταν συνθλιβούν.  Ώριμα  δέντρα:  Φύλλα κατ εναλλαγή, στενά λογχοειδή, συχνά δρεπανοειδή.  Μίσχος με κίτρινο, πορτοκαλί ή κόκκινο χρώμα.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε μασχαλιαία σκιάδια*των 5-10 ανθέων.  Σέπαλα και πέταλα ενώνονται και δημιουργούν μια ραμφοειδή-σαν καπέλο-κατασκευή την καλύπτρα.  Στήμονες πολυάριθμοι και ελεύθεροι, με λευκά, ίσια και γυμνά νήματα, συνήθως απλωμένα.  Ωοθήκη υποφυής, στύλος 1, στίγμα 1.

Άνθιση:   Δεκέμβριος-Μάιος (Κύπρος).

Καρπός:   Ξυλώδης ημισφαιρική κάψα.

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, κήπους, πάρκα, συνήθως κατά μήκος παραποτάμιων  περιοχών.

Πατρίδα:  Ενδημικό Αυστραλίας.


Σκιάδιο* = Ταξιανθία όπου οι ποδίσκοι των ανθέων ξεκινούν από το ίδιο σημείο και φθάνουν στο ίδιο ύψος όπως οι ακτίνες της ομπρέλας.

Απολέπιση**= Φυσική διαδικασία όπου μικρά ή μεγάλα κομμάτια της επιφάνειας του κορμού αποχωρίζονται αποκαλύπτοντας τον φλοιό.

Sarcocornia perennis (Mill.) A. J. Scott subsp. perennis

Name/Όνομα:   Σαρκοκόρνια η πολυετής υποείδ. πολυετής

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Sarcocornia perennis (Mill.) A. J. Scott subsp. perennis

Common name/Κοινό Όνομα:   Perennial glasswort.

Family/Οικογένεια:   CHENOPODIACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:   Perennial herb or subshrub, growing up to 20 cm high.

Stem/s: Many, main stems prostrate, branched, apparently leafless, secontary  branches decumbent to erect, succulent, articulated, usually rooting at nodes forming tufts or patches on the ground, sometimes more than 1 m diameter, greenish or reddish, hairless, becoming woody with age; segments cylindrical or club-shaped.

Leaves:  Highly reduced, green, surround the internodes giving the fleshy covering of the stem, fused laterally, forming the articulated appearance, while the uppermost parts exceed and overlap the base of the above segment;

Flowers:  Minute, inconspicuous, fleshy, in linear arrangement, in spike-like inflorescences; each segment consists of 2 opposite, 3-flowered cymes, embedded in the fleshy internode, basally fused with each other and with the bracts; the 3 flowers of each cyme, are not connected but they are separated with almost vertical ridges; the middle flower is larger than the others 2, almost reaches the top of the segment; stamen 1; stigmas usually 3.

Flowering time:  August-October.

Fruit: Seeds with hook hairs.

Habitat:   Wetlands habitats, maritime marshes.

Native:   South Britain, Ireland



Φυτό:   Πολυετής πόα ή μικρός θάμνος με ύψος μέχρι 20 εκ.

Βλαστός/οί:   Πολλοί, κύριοι βλαστοί κατακλιμένοι, με διακλάδωση, φαινομενικά άφυλλοι, δευτερογενείς βλαστοί με ανερχόμενη τάση ή όρθιοι, σαρκώδεις, αρθρωτοί, συνήθως ριζοβολούν με τους οφθαλμούς που ακουμπούν στο χώμα, δημιουργώντας τούφες ή πάτσιες στο έδαφος που μπορεί να ξεπερνούν το 1 μ διάμετρο, με πρασινωπό, πορτοκαλί ή κοκκινωπό χρώμα, άτριχοι, γινόμενοι ξυλώδεις με την πάροδο του χρόνου.  Αρθρωτά τμήματα κυλινδρικά ή κυλινδρικά με μεγέθυνση προς την κορυφή.

Φύλλα:   Έντονα μειωμένα σε μέγεθος, πράσινα, τοποθετημένα γύρω από τα μεσογονάτια διαστήματα του βλαστού, δίνοντας σε αυτά τη σαρκώδη επιφάνεια, συμφύονται στη βάση τους, δημιουργώντας την αρθρωτή εμφάνιση του βλαστού, ενώ τα ανώτερά τους τμήματα επικαλύπτουν και ξεπερνούν τη βάση του υπερκειμένου τμήματος.

Άνθη:   Πολύ μικρά, αφανή και σαρκώδη, σε οριζόντια διάταξη, σε σταχυοειδείς ταξιανθίες.  Κάθε τμήμα του βλαστού αποτελείται από 2 αντίθετους θυσάνους των 3 ανθέων, που είναι βυθισμένα στο σαρκώδες μεσογονάτιο διάστημα, ενώ στη βάση συμφύονται μεταξύ τους αλλά και με τα βράκτια.  Τα 3 άνθη δεν είναι ενωμένα αλλά διαχωρίζονται με σχεδόν εγκάρσιες αυλακώσεις, ενώ το μεσαίο άνθος είναι ελαφρά μεγαλύτερο και φθάνει σχεδόν μέχρι την κορυφή του αρθρωτού τμήματος.  Στήμονες 1, στίγματα συνήθως 3.  

Άνθιση:   Αύγουστος-Οκτώβριος.

Καρπός:  Σπέρματα με αγκιστροειδείς τρίχες.

Ενδιαίτημα:  Σε υγρές αλμυρές περιοχές και τέλματα, κοντά στη θάλασσα.

Πατρίδα:   Νότια Αγγλία, Ιρλανδία.

Lantana camara

Name/Όνομα:   Λαντάνα η καμάρα.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Lantana camara L.   

Common name/Κοινό Όνομα:  Lantana, λαντάνα 

Family/Οικογένεια:  VERBENACEAE  





Plant:  Evergreen, perennial and ornamental shrub, growing up to 2 m high.

Stem/s:  Erect or spreading, much-branched, pale brown, angled and prickly.

Leaves:  Opposite, simple, entire, ovate, wrinkled, petiolate, ± hairy, margins serrate, and they give off a strong odor when crushed.  

Flowers:  Zygomorphic and hermaphrodite, in dense, many-flowered, axillary and terminal, corymbose, head-like, spikes; peduncles green, angled and sparsely hispid; bracts oblong, green and hairy; calyx tubular, hairy externally; corolla weakly 2-lipped, with 4 unequal-lobed, variously colored, it can be red, yellow, orange, pink and white; stamens 4, included; ovary superior.

Flowering time:  May-October.  

Fruit:  Globose green drupe, becoming shining, dark purple or blackish at maturity; the fruits are eaten by birds which can help the dispersal of the seeds;        

Habitat:  Cultivated.

Native:  Central and South America.  




Φυτό:  Αειθαλής, πολυετής και διακοσμητικός θάμνος με ύψος μέχρι 2 μ.

Βλαστός: Όρθιοι ή απλωμένοι, πολύκλαδοι, γωνιώδεις και ακανθώδεις, με ανοικτό καφέ χρώμα.

Φύλλα:  Αντίθετα, απλά, ακέραια, ωοειδή, ρυτιδωμένα, έμμισχα, ± τριχωτά, χείλη πριονωτά.  Αν συνθλιβούν αναδίδουν έντονη οσμή.    

Άνθη:  Ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πυκνούς, πολυανθείς, μασχαλιαίους ή επάκριους, κορυμβοειδείς στάχεις που μοιάζουν με τα κεφάλια της οικογένειας των Asteraceae.  Ποδίσκοι πράσινοι,  γωνιώδεις και με αραι  Βράκτια προμήκη, πράσινα και τριχωτά.  Κάλυκας σωληνοειδής, τριχωτός εξωτερικά.  Στεφάνη 2-χειλη, με 4 άνισους λοβούς που έχουν ποικιλία χρωμάτων, όπως κόκκινα, κίτρινα, ρόδινα, πορτοκαλιά ή λευκά.  Στήμονες 4 μέσα στη στεφάνη.  Ωοθήκη επιφυής.

Άνθιση:  Μάιος-Οκτώβριος.  

Καρπός: Στρογγυλή πράσινη δρύπη, που γίνεται γυαλιστερή, με σκούρο πορφυρό ή μαυριδερό χρώμα, στην ωριμότητα.

Ενδιαίτημα:  Καλλιεργημένο σε κήπους, πάρκα και αυλές ή  φράκτες σπιτιών. 

Πατρίδα:  Κεντρική και Νότια Αμερική.



Brachychiton populneus

Name/Όνομα:  Βραχυχίτων ο λευκόφυλλος * ή ετερόφυλλος**    

Scientific name/Επιστημονικό όνομαBrachychiton# populneus## R. Br   

Common name/Κοινό Όνομα:  Kurrajong, Βραχυχίτων 

Family/Οικογένεια:  STERCULIACEAE  


 Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.


The species name in Greek is writer´s suggestion.


* Λευκόφυλλος (Populneus): Λόγω της  ομοιότητας των φύλλων με τα φύλλα της Λεύκης (Populus)


** Ετερόφυλλος λόγω της ποικιλίας των φύλλων.


Synonym  “Brachychiton diversifoius” (G.Don) Terrac. 



Plant:  Evergreen and ornamental tree, growing up to 20 m high, but usually much smaller.    

Trunk:  Single, erect, cylindrical; bark greenish-grey to greyish-brown, branches grey, twigs yellowish-brown, foliage compact, open, conical or pyramidal.     

Leaves:  Alternate, simple, petiolate, glossy and shining, variously shaped, (diversifolia = various shaped leaves), ovate to lanceolate, elliptic or deltoid, sometimes asymmetric, entire or 3-5 lobed, apex acute, base rounded.   

Flowers:  Hermaphrodite and aromatic, in many-flowered, axillary panicles; petals absent; calyx bell-shaped, hairy, white, creamy or yellowish externally, glabrous, streaked pink, red or purple-brown internally, 5-lobed; lobes triangular with deflexed apex; stamens numerous (10-30), filaments fused forming an erect, tubular, white column, allowing the styles passing through; ovary superior.

Flowering time:  May-July.

Fruit:  Hard, brown and glabrous, boat-shaped follicles; seeds many, yellow, covered with a mixed of soft and stiff chestnut hairs. Fruiting time:  September-October.       

Habitat: Coastal and sub-coastal habitats, rocky hillsides, usually on limestones.  In Cyprus it is found at street sides, parks and gardens, from 0-800 m alt.

Native:  Eastern Australia.


# Brachychiton = brachys + hiton, Greek words, Βραχύς + χιτών, brachys = short, hiton = seed- coat.

## Populneus = Leaves resemble the leaves of Poplar.



Φυτό:  Αειθαλές και διακοσμητικό δένδρο με ύψος μέχρι 20 μ, αλλά συνήθως αρκετά χαμηλότερο.      

Κορμός:  Απλός, όρθιος και κυλινδρικός, φλοιός τεφροπράσινος ή γκριζοκαστανός, κλαδιά γκρίζα, νεαρά κλαδιά με κίτρινο προς καστανό χρώμα, φύλλωμα συμπαγές, ανοικτό, κωνικό ή πυραμιδοειδές.     

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, απλά, έμμισχα, λεία και γυαλιστερά, με ποικίλα σχήματα (diversifolia = φύλλα με ποικίλα σχήματα), ωοειδή-λογχοειδή, ελλειπτικά ή δελτοειδή, κάποτε ασύμμετρα, ακέραια ή με 3-5 λοβούς, με μακριά και μυτερή κορυφή και με στρογγυλεμένη βάση.        

Άνθη:  Αρωματικά, πολλά και ερμαφρόδιτα σε μασχαλιαία φόβη.  Πέταλα απουσιάζουν.  Κάλυκας κωδωνοειδής, 5-λοβος, λευκός και τριχωτός, με κιτρινωπό ή κρεμώδες χρώμα εξωτερικά, ενώ εσωτερικά είναι άτριχος και κατά τόπους έγχρωμος από κόκκινες, πορφυρές ή ρόδινες ραβδώσεις.  Λοβοί τριγωνικοί με κορυφές λυγισμένες προς τα πίσω.  Στήμονες πολυάριθμοι (10-30), με νήματα που συμφύονται και δημιουργούν όρθιο, λευκό και άτριχο σωλήνα, διαμέσου του οποίου περνούν οι στύλοι.  Ωοθήκη επιφυής.

Άνθιση:  Μάιος-Ιούλιος.  

Καρπός:  Θύλακες σε σχήμα βάρκας, άτριχοι, σκληροί και με σκούρο καφέ ή μαυριδερό χρώμα.  Σπέρματα πολλά, κίτρινα, καλυμμένα με ένα μίγμα από μαλακές και σκληρές καστανςς τρίχες.  Καρποφορία Σεπτέμβριος- Οκτώβριος.

Ενδιαίτημα:  Σε παραλιακές ή κοντά σε παραλία περιοχές, αλλά και σε βραχώδεις πλαγιές της ενδοχώρας, κυρίως σε ασβεστολιθικά εδάφη.  Στην Κύπρο απαντάται σε πάρκα και κήπους αλλά διακοσμούν και πεζοδρόμια δρόμων,  από 0-800 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Ανατολική Αυστραλία.

Viburnum tinus

Name/Όνομα:  Βιβούρνο ο τίνος.   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαViburnum tinus   (L).

Common name/Κοινό όνομα:  Lauristinus,  Viburnum, Bιβούρνο.

Family/Οικογένεια:   CAPRIFOLIACEAE.  



Plant:  Evergreen, shrub up to 7m high.

Stem/s:  Erect, much-branched, woody; young branches are purple, pubescent and slightly angled.

Leaves:  Opposite, simple, entire, ovate-elliptic or ovate-lanceolate, petiolate, glossy and dark green above, pale green and pubescent beneath, margin hairy, apex obtuse or subacute, base acute to rounded; petiole slightly ribbed, pubescent, channeled above.

Flowers:  Pink in buds, fragrant, actinomorphic and hermaphrodite, in terminal, many-flowered cymose corymbs; corolla campanulate, 5-lobed, lobes fused below, partly imbricate, ovate, pinkish externally, white internally, minutely hairy, apex obtuse; calyx 5-lobed, lobes short, red with obtuse apex; stamens 5, epipetalous, anthers dehiscent longitudinally, yellowish; ovary inferior, style short, stigma capitate.      

Flowering time:  February-August (Cyprus).

Fruit:  Global, shining blue drube** (berry) with a single pyrene.

Habitat:  Roadsides, gardens and hedges on dry soil from 0-1400m alt.

Native:  Mediterranean region, North Africa.

**drube= 1-celled fruit in which exocarp is thin, mesocarp is fleshy and the seed is enclosed in a hard endocarp (cherry, olive, plum).



Φυτό:  Αειθαλής θάμνος με ύψος μέχρι 7μ.

Βλαστός-Κορμός:  Όρθιοι, πολύκλαδοι και ξυλώδεις.  Νεαροί κλάδοι πορφυροί, χνουδωτοί και ελαφρά γωνιώδεις.   

Φύλλα:  Αντίθετα, απλά, ακέραια, ωοειδή-ελλειπτικά ή ωοειδή-λογχοειδή, δερματώδη, έμμισχα, γυαλιστερά και σκουροπράσινα στην άνω επιφάνεια, χνουδωτά και με χλωμό πράσινο χρώμα στην κάτω.  Χείλη τριχωτά, κορυφή πλατειά ή σχεδόν μυτερή, βάση μυτερή προς στρογγυλή.  Ο μίσχος είναι ελαφρά ραβδωτός, χνουδωτός και με αβαθές κανάλι στην άνω επιφάνεια.

Άνθη:  Ρόδινα όταν είναι κλειστά, αρωματικά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε επάκριες, πολυανθείς, θυσανοειδείς κορύμβους.  Στεφάνη καμπανοειδής, 5-λοβη, λοβοί συμφυόμενοι περί το μέσον, μερικώς αλληλεπικαλυπτόμενοι, ωοειδείς, ελαφρά ρόδινοι εξωτερικά, λευκοί εσωτερικά, με σχεδόν αφανή τριχίδια και με πλατειά κορυφή.  Κάλυκας 5-λοβος, λοβοί κοντοί, κόκκινοι και πλατύκορφοι.  Στήμονες 5, επί των πετάλων, νήμα λευκό, ανθήρες κιτρινωποί, σχισμένοι κατά μήκος.  Ωοθήκη υποφυής, στύλος κοντός και κεφαλωτός.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Αύγουστος (Κύπρος).

Καρπός:   Σφαιρική, γυαλιστερή και με σκούρο μπλε χρώμα δρύπη**, με ένα πυρήνα.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, σε αυλές σπιτιών, σε κήπους και πάρκα, από 0-1400μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη, Βόρεια Αφρική.


δρύπη** = αρραγής καρπός με μεσοκάρπιο σαρκώδες και

ενδοκάρπιο ξυλώδες (ελιά, κεράσι, κλπ).

Cordia alliodora


Scientific name/Επιστημονικό όνομαCordia alliodora (Ruiz & Pav.) Oken  

Common name/Κοινό όνομα:  Laurel, Hormiguero (Mexico), Pardillo (Colombia, Venezuela),  Garlic Tree (Peru); Garlic (Bolivia) Peterebí (Paraguay and Argentina), Louro Amarelloo (Brazil), salmwood    (En), Spanish elm (Am)

Family/Οικογένεια:  BORAGINACEAE  




Plant:  Deciduous tree growing p to 40m high; in dry climates like Cyprus, rarely reach more than 20m high.

Trunk:  Straight, cylindrical, smooth and narrow; bark of twigs is light gray and soft, covered with stellate hairs; later the young branches bear oval whitish lenticels; bark of older branches is greenish-black becoming fissured with age;

Leaves:  Alternate, simple, entire, lanceolate or elliptic, petiolate, base and apex acute, sparse and short stellate hairs above, with a mixture of stellate and longer whitish hairs beneath.

Flowers:  Unspecialized; actinomorphic and hermaphrodite in many-flowered, terminal or axillary, loosely-branched, in compound panicles; pedicels and peduncles hairy; calyx tubular, green, densely hairy with 10 prominent ribs and 5 triangular teeth; petals 5, oblong, white, hairless, imbricate at the base, turning to brown with age; stamens 5, filaments straight, whitish and glabrous, anthers oblong, brown; ovary superior, styles 2, greenish, stigmas 4.     

Flowering time:  January-March (Cyprus).

Fruit:  Nutlets.

Native:  From Mexico to Argentina.




Φυτό:  Φυλλοβόλο δένδρο με ύψος που φθάνει τα 40 μ, αλλά σε ξηρότερα κλίματα σπάνια ξεπερνά τα 20μ. 

Κορμός:  Ευθύς, κυλινδρικός, σχετικά στενός και με ομαλή επιφάνεια.  Φλοιός νεαρών κλάδων γκριζοπράσινος και μαλακός καλυμμένος με αστεροειδείς τρίχες, αργότερα οι κλάδοι φέρουν ωοειδή και ασπριδερά στίγματα.  Παλαιότεροι κλάδοι είναι σκουροπράσινοι μέχρι γκριζωποί ή και μαυριδεροί και σχηματίζουν σχίσματα και ζάρες με την πάροδο του χρόνου. 

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, λογχοειδή ή ελλειπτικά, έμμισχα, με μυτερή κορυφή και βάση, με αραιές και κοντές τρίχες στην άνω επιφάνεια και με ένα μίγμα από αστεροειδείς και μακρύτερες ασπριδερές τρίχες στην κάτω.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα σε πολυανθείς, αραιούς, μασχαλιαίους ή επάκριους, σύνθετους βότρεις(φόβη).  Ποδίσκοι ανθέων τριχωτοί.  Κάλυκας σωληνοειδής, πράσινος με 10 εμφανείς πλευρές και 5 τριγωνικά δόντια στο άνω μέρος.  Πέταλα 5, επιμήκη, λευκά και άτριχα, αλληλεπικαλυμμένα μερικώς στη βάση τους, γινόμενα καφέ με την πάροδο του χρόνου.  Στήμονες 5, νήμα ευθύ, λευκό και γυμνό, ανθήρες επιμήκεις και καστανοί.  Ωοθήκη επιφυής, στύλοι 2, στίγματα 4.

Άνθιση:   Ιανουάριος-Μάρτιος (Κύπρος).

Καρπός:   Κάρυα.

Πατρίδα: Από το Μεξικό μέχρι την Αργεντινή. 


Moringa oleifera


Name/Όνομα:  Μορίνγκα η ελαιοφόρος*   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαMoringa oleifera Lam.    

 Common name/Κοινό όνομα: Drumstick tree,  horse rudish tree, moringa tree, ben-oil tree, moringa ailé, Pferderettichßaum, paraíso blanco, chùm ngây, sujina, מורינגה מכונפת, ನುಗ್ಗೆಕಾಯಿ, moringuero.    

Family/Οικογένεια:  MORINGACEAE   


*Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:  Deciduous tree growing up to 8m high or more.

Trunk:  Erect, single or forked near the base, crooked, bark grey surrounded by cork, young branches greenish and hairy, often pendulous; crown wide-open.

Leaves:  Alternate, compound, oblong or triangular in outline, 2,3-pinnate, petiolate; leaflets opposite(except the terminal), up to 6 pairs, elliptic, simple, entire, dark green above, pale green beneath, glabrous, petiolule** short and hairy; basal pair of leaflets often 3-pinnate; terminal leaflet larger; there is a conspicuous pulvinus***at the joint of each pair of leaflets.

Flowers:  Zygomorphic and hermaphrodite in lax panicles; bracts small, linear, green, and hairy; sepals 5, green externally, linear-lanceolate, reflexed, slightly smaller than petals; petals 5, oblong, white to creamy yellow, unequal, more hairy internally; dorsal petal usually erect or curved forward, oblong-obovate; the other petals usually spreading; stamens 5, anthers dorsifixed****, yellow-orange, filaments unequal, yellowish, hairy at the base; ovary superior, oblong and hairy; style slender.    

Flowering time:  September-November (Cyprus), February-March (India).

Fruit:  Hanging dehiscent capsules (apparently pods), 3-sided, up to 80cm long, tapering at both ends, green, turning to brown at maturity; seeds winged, blackish-brown.

Native:  North West India.


petiolule**= a stalk of a leaflet of a compound leaf-pulvinus*** = an enlargement at the base or at the joint of leaves or leaflets-dorsifixed****= anthers that are attached to the filaments along their back.



Φυτό:  Φυλλοβόλο δένδρο με ύψος 8μ ή και περισσότερο. 

Κορμός:  Όρθιος, απλός ή διακλαδισμένος κοντά στη βάση, ρυτιδωμένος, φλοιός γκρίζος περιβαλλόμενος από φελλό.  Νεαροί κλάδοι πράσινοι και τριχωτοί, συχνά κρεμάμενοι.  Φύλλωμα πλατύ-ανοικτό.    

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, σύνθετα, επιμήκη ή τριγωνικά στο περίγραμμα, 2-3 πτερόμορφα, έμμισχα.  Φυλλάρια μέχρι 6 ζεύγη, αντίθετα εκτός του τελευταίου που είναι και μεγαλύτερο (περιττόληκτα), απλά, ακέραια, ελλειπτικά, με σκούρο πράσινο χρώμα στην άνω και με χλωμό πράσινο χρώμα στην κάτω επιφάνεια, άτριχα, μίσχος τριχωτός.  Τα φυλλάρια της βάσης του σύνθετου φύλλου μπορεί να είναι 3-πτερόμορφα.  Στη συνένωση των φυλλαρίων υπάρχει εμφανής μικρή προεξοχή.

Άνθη:  Ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα σε χαλαρές βοτρυοειδείς ταξιανθίες.  Βράκτια μικρά, γραμμοειδή, πράσινα και τριχωτά.  Σέπαλα 5, γραμμοειδή-λογχοειδή, πράσινα εξωτερικά, λευκοκίτρινα εσωτερικά, τριχωτά, λυγισμένα προς τα κάτω, μικρότερα των πετάλων.  Πέταλα 5, επιμήκη, λευκά ή ελαφρά κιτρινωπά, άνισα, περισσότερο τριχωτά εσωτερικά.  Ραχιαίο πέταλο όρθιο ή λυγισμένο προς τα εμπρός, επίμηκες-αντωειδές, τα υπόλοιπα πέταλα απλωμένα.  Στήμονες 5 γόνιμοι (υπάρχουν και στείροι), ανθήρες ενωμένοι ραχιαία με τα νήματα που είναι άνισα, κιτρινωπά και ελαφρά τριχωτά στη βάση τους.  Ωοθήκη επιφυής, επιμήκης και τριχωτή, στύλος λεπτός.     

        Άνθιση:  Σεπτέμβριος-Νοέμβριος(Κύπρος), Φεβρουάριος-Μάρτιος(Ινδία). 

Καρπός:  Κρεμάμενη διαρρηκτή κάψα που μοιάζει με χέδρωπα, μήκους μέχρι 80εκ, λεπτός στα 2 άκρα, πράσινος στην αρχή, με καφέ χρώμα όταν ωριμάσει, με πτερυγωτά, μαυροκαστανά σπέρματα.   

Πατρίδα:  Βόρειο-ανατολική Ινδία. 

Pittosporum tobira

Name/Όνομα:  Πιττόσπορον η  τοβίρα   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαPittosporum tobira (Thumb) W.T. Alton

 Common name/Κοινό όνομα:  Japanese pittosporum, Australian laurel, Πιττόσπορο, Αγγελική.    

Family/Οικογένεια:  PITTOSPORACEAE



Plant:  Evergreen, ornamental shrub or tree growing up to 6m high but generally much smaller; foliage spreading or rounded.

Stems:  Erect or spreading, much-branched, twigs are gray-green, while the bark of the branches is gray-brown.

Leaves:  Alternating, obovate, simple, entire, sparsely hairy both sides when young, glabrous later, dark green and shining above, dull green beneath, margins down-curved, apex round, base cuneate, short–petiolate.

Flowers:   Fragrant, actinomorphic and hermaphrodite in few or many-flowered terminal corymbs; peduncles greenish and hairy; petals 5 connected at the base, obovate or broadly oblong, white, becoming creamy with age, glabrous; sepals 5, ovate-elliptic, green, sparsely hairy, pointed, base rounded; stamens 5, alternating with petals, filaments erect, white-creamy, anthers yellowish-brown; ovary subglobose and hairy, style erect, simple, yellowish, glabrous; stigma brownish.   

Flowering time:  April-June

Fruit:  Subglobose, dehiscent capsule, green matures to yellow, it contains red seeds with sticky, resinous coating.

Native:  China, Japan.



Φυτό:  Αειθαλής και διακοσμητικός θάμνος ή δένδρο ύψους μέχρι 6μ αλλά συνήθως αρκετά πιο χαμηλό.  Φύλλωμα απλωμένο ή στρογγυλό.  Κυρίως χρησιμοποιείται ως φράκτης αλλά με κατάλληλο κλάδεμα γίνεται και δένδρο.   

Βλαστός-Κορμός:  Όρθιοι ή απλωμένοι, πολύκλαδοι, νεαροί κλάδοι γκριζοπράσινοι, ενώ ο φλοιός των κλάδων γίνεται γκριζοκαστανός.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, αντωειδή, απλά, ακέραια, αραιά τριχωτα και στις δυο επιφάνειες τα νεαρά, άτριχα τα παλαιότερα, γυαλιστερά και με σκούρο πράσινο χρώμα στην άνω επιφάνεια με χλωμό πράσινο στην κάτω, χείλη που λυγίζουν προς τα κάτω, με στρογγυλή κορυφή, μυτερή βάση, κοντόμισχα.

Άνθη:  Αρωματικά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε επάκριους πολυανθείς ή με λίγα άνθη κορύμβους.  Ποδίσκοι πρασινωποί και τριχωτοί.  Πέταλα 5 ενωμένα στη βάση τους, αντωειδή, λευκά στην αρχή, κιτρινωπά αργότερα, άτριχα.  Σέπαλα 5, ωοειδή-ελλειπτικά, πράσινα αραιά τριχωτά, οξύκορφα και με στρογγυλή βάση.  Στήμονες 5, κατ εναλαγή με τα πέταλα, νήμα όρθιο, λευκοκίτρινο και άτριχο, ανθήρες με καστανό χρώμα.  Ωοθήκη επιφυής, υποσφαιρική, πράσινη και τριχωτή, στύλος όρθιος, κιτρινωπός και γυμνός, στίγμα καστανό.

Άνθιση:  Απρίλιος-Ιούνιος. 

Καρπός:  Υποσφαιρική και διαρρηκτή πράσινη κάψα που τελικά παίρνει κίτρινο χρώμα και περιέχει κόκκινα σπέρματα, καλυμμένα με κολλώδη ουσία.

Πατρίδα:  Κίνα Ιαπωνία.

Cryptostegia grandiflora

Name/Όνομα:  Κρυπτοστέγια η μεγαλανθής 

Scientific name/Επιστημονικό όνομαCryptostegia grandiflora  (Roxb.) R. Br.

 Common name/Κοινό όνομα:  Rubber vine, caucho de la India, purple allamanda, liane de gatope  

Family/Οικογένεια:  APOCYNACEAE


*Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:  Cryptostegia grandiflora is a perennial scramble vine or shrub, growing up to 2 m tall in the absence of supporting or up to 30m scrambling on native trees; petioles, stems, leaves, and seedpods contain milky latex which is toxic.

Stems: Woody, much-branched with numerous lenticels, twining on supporting plants or around themselves, bark brown on old branches, greenish on younger.

Leaves:  Opposite, oblong-elliptic, simple, entire, glossy, glabrous, pale green below, petiolate with prominent reddish-purple midvein; blade with reticulate veins; apex acute, base cuneate, nodes are swollen, some glands on leaf axils.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite in lax cymes; corolla funnel-shaped with 5 acute oblong-obovate, imbricate and spreading lobes, white internally, pink to pinkish-white or violet externally; calyx with 5 green, ovate, minutely hairy lobes with revolute margins; corona consists of 5, white, 2-lobed filaments visible at the throat of the tube; stamens 5; ovary superior.

Flowering time:  July-September (Cyprus).

Fruit:  Follicles; in pairs at the end of short stalks, oblong, strongly 3-angled with acute beak, green becoming yellow at maturity; seeds numerous, ovate with a tuft of silky-white hairs loosely attached at the one end.

Native:  Madagascar.



Φυτό:  Πολυετές αναρριχητικό φυτό ή θάμνος, με ύψος που φθάνει τα 2μ αν δεν υπάρχει υποστήριγμα ή μέχρι 30μ αν υπάρχει φυσικό στήριγμα όπως τοπικά δέντρα.  Τα κλαδιά, τα φύλλα με τους μίσχους και οι καρποί περιέχουν γαλακτώδες υγρό που είναι τοξικό.    

Βλαστοί:  Ξυλώδεις, πολύκλαδοι με πολυάριθμα μικρά στίγματα, περιελισσόμενοι μεταξύ τους ή αναρριχόμενοι πάνω σε άλλα φυτά, φλοιός καστανός σε παλαιά κλαδιά ή πράσινος στα νεαρά    

Φύλλα:  Αντίθετα, επιμήκη ελλειπτικά, απλά, ακέραια ή ελαφρά κυματοειδή, γυαλιστερά και άτριχα, με χλωμό πράσινο χρώμα στην κάτω επιφάνεια, έμμισχα και με πολύ εμφανές πορφυρό ή κοκκινωπό κεντρικό νεύρο.  Έλασμα φύλλου με δικτυωτή νεύρωση.  Κορυφή και βάση μυτερή, γόνατα διογκωμένα και με κάποιους αδένες στη μασχάλη του φύλλου.

Άνθη:  Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα σε χαλαρές κυματοειδείς ταξιανθίες.  Στεφάνη χοανοειδής με 5 μυτερούς, επιμήκεις αντωειδείς, αλληλεπικαλυπτόμενους και απλωμένους λοβούς.  Κορώνα αποτελούμενη από 5, λευκά και 2-λοβα νήματα στο βάθος του φάρυγγα του σωλήνα.  Στήμονες 5.  Ωοθήκη επιφυής.   

Άνθιση:  Ιούλιος-Σεπτέμβριος (Κύπρος)

Καρπός:  Θύλακες σε ζεύγη στα άκρα κοντών κλάδων, είναι επιμήκεις, τρίπλευροι με μυτερό ράμφος, πράσινοι, γινόμενοι κίτρινοι όταν ωριμάσουν, με πολυάριθμα σπέρματα που φέρουν δέσμη λευκών τριχών στο ένα άκρο τους.     

Πατρίδα:  Μαδαγασκάρη.