Category Archive for ‘ΞΕΝΑ ΦΥΤΑ’

Bauhinia galpini

Name/Όνομα:   Βωχίνια κάλπινι*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Bauhinia galpini* N.E. Br.

Common name/Κοινό Όνομα:   Red bauhinia, Pride of De Kaap**, African orchid tree, Nasturtium bauhinia

Family/Οικογένεια:   FABACEAE


*  Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.  Το είδος αναφέρεται στο όνομα του Νοτιοαφρικανού βοτανολόγου Ernest Edward Galpin.




Plant:   Evergreen or semi-deciduous, medium to large shrub, growing up to 5 m high or more

 Trunk/Branches:   Much-branched, young branches are little zig-zag, greenish and hairy, becoming hairless with age; trunk and bark are light to dark brown.

Leaves:   Alternate, simple, obcordate with bilobed apex, short petiolate.

Flowers:   Showy, hermaphrodite, in axillary clusters; calyx green, 2-lipped; petals 5, erect or spreading, obovate or spathulate with a long, narrow and hairy claw at the base, brick-red or orange/red (cultivars may have various colors), sometimes with an orange area at the base; stamens 10, fertile stamens 3, filaments green, anthers oblong and yellow becoming brownish with age; ovary superior, style 1, greenish and glabrous, stigma 1, capitate.  

Flowering time:  Spring-Early Autumn  

Fruit:  Oblong and narrow, dehiscent, and brown legume.   

Native:   Southern Africa.


galpini* = E.E Galpini, a South African botanist.

De Kaap** = a valley in Southern Africa.



Φυτό:  Αειθαλής ή ημιφυλλοβόλος, μεσαίος ή μεγάλος θάμνος, με ύψος μέχρι 5 μ ή και υψηλότερος.

Κορμός-Κλαδιά:  Πολύκλαδος με τους νεαρούς κλάδους να είναι πρασινωποί, λίγο ζιγκ-ζαγκ και τριχωτοί, ενώ με την ηλικία γίνονται άτριχοι.  Κορμός και φλοιός με λαμπερό καστανό χρώμα.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, απλά, καρδιόσχημα με δίλοβη κορυφή και κοντό μίσχο.

Άνθη:   Εντυπωσιακά, ερμαφρόδιτα, σε μασχαλιαίες δέσμες.  Κάλυκας δίλοβος και πράσινος.  Πέταλα 5, όρθια ή απλωμένα, αντωειδή ή σπατουλοειδή, με μακρύ, στενό και τριχωτό νύχι στη βάση τους, με κόκκινο ή πορτοκαλοκόκκινο χρώμα (τα υβρίδια έχουν διάφορες αποχρώσεις), ενώ κάποτε φέρουν μια πορτοκαλόχρωμη περιοχή στη βάση τους.  Στήμονες 10 εκ των οποίων οι 3 είναι γόνιμοι, νήμα πράσινο, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι, γινόμενοι καστανοί με την πάροδο του χρόνου.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, πρασινωπός και γυμνός, στίγμα 1, κεφαλωτό.

Άνθιση:   Άνοιξη-Αρχές Φθινοπώρου.

Καρπός:   Προμήκης, στενός, διαρρηκτός και με καφέ χρώμα χέδρωψ.

Πατρίδα:   Νότια Αφρική.

galpini* = E.E Galpini, Νοτιοαφρικανός βοτανολόγος.

De Kaap** = Κοιλάδα στη Νότια Αφρική.


galpini* = E.E Galpini, a South African botanist.

De Kaap** = a valley in South Africa.


Datura metel

Name/Όνομα:   Ντατούρα μέτελ.*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Datura metel L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Angel´s trumpet, devil´s trumpet, horn of plenty, thornapple, hindu datura, metel.

Family/Οικογένεια:   SOLANACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:   Ornamental perennial shrub, growing up to 120cm high, but with the right pruning takes a tree-like appearance and can reach 2 m height; canopy almost spherical.  All parts are toxic.

Stem/s:   Erect or spreading, stout, woody, much branched, dark violet to violet-blackish, and glabrous; old branches are furrowed.

Leaves:   Alternate, petiolate, simple, broadly ovate to ovate-elliptic, blade asymmetric at basis, entire or toothed, glabrous or minutely hairy beneath.

Flowers:  Showy, actinomorphic and hermaphrodite, solitary or in few-flowered axillary cymes; sepals 5, fused, forming a green and glabrous tubular calyx which its base persistent in fruit; odd sepal longer than the others; corolla funnel-shaped, double or triple, greenish-white, terminated in 10 fused lobes; petals 5, fused and folded, white, yellow, violet or dark purple; stamens 5, alternating with the petals, filaments free, whitish-chestnut and glabrous, anthers oblong, purplish, basifixed**, introrse*, dehiscing longitudinally; ovary superior, carpels 2, style 1, straight, violet and glabrous, stigma 2-lobed.

Flowering time: September-October(Cyprus).

Fruit:   Dehiscent capsule, spherical, spiny and warty, green, becoming brown and hard at maturity, enclosing numerous brown, circular, compressed and sulcate seeds.  

Habitat:   Disturbed and waste areas, sandy beaches, dry areas in low elevation.

Native:   Southeastern China.

 indrorse* = facing inward.

basifixed** =  Anther attached to the filament by its base.


Φυτό:   Διακοσμητικός και πολυετής θάμνος ύψους μέχρι 120 εκ, αλλά με κατάλληλο κλάδεμα παίρνει μορφή μικρού δέντρου με ύψος μέχρι 2 μ.   Κώμη σχεδόν σφαιρική.  ΌΛΑ ΤΑ ΜΈΡΗ ΤΟΥ ΦΥΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟΞΙΚΑ

Βλαστός/οί:  Όρθιοι ή απλωμένοι, δυνατοί και κάπως ξυλώδεις, πολύκλαδοι, γυμνοί και με σκούρο βιολετί ή μαυριδερό χρώμα.  Παλαιοί κλάδοι φέρουν κατά μήκος σχισμές.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, έμμισχα, απλά, πλατειά-ωοειδή ή ωοειδή-ελλειπτικά, έλασμα ασύμμετρο στη βάση, ακέραιο ή οδοντωτό, γυμνό ή με μικροσκοπικά τριχίδια στην κάτω επιφάνεια.

Άνθη:   Εντυπωσιακά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, μονήρη ή σε ολιγοανθείς μασχαλιαίες θυσανοειδείς ταξιανθίες.  Σέπαλα 5, συμφυόμενα, σχηματίζοντας ένα πράσινο και άτριχο σωληνοειδή κάλυκα, του οποίου το μονήρες σέπαλο είναι μακρύτερο των άλλων, ενώ η βάση του παραμένει στον καρπό.  Στεφάνη χοανοειδής, διπλή ή και τριπλή, λευκοπράσινη που καταλήγει ψηλά σε 10 συμφυόμενους λοβούς.  Πέταλα 5, συμφυόμενα και με τάση αναδίπλωσης, λευκά, κίτρινα, πορφυρά ή με βιολετί χρώμα.  Στ¨ημονες 5, κατ εναλλαγή με τα πέταλα, νήμα ελεύθερο, λευκοκασυανό και γυμνό, ανθήρες προμήκεις, πορφυροί, προσκολλημένοι με τη βάση τους στο νήμα, με κατά μήκος σκίσιμο και με μέτωπο προς το κέντρο του άνθους.  Ωοθήκη επιφυής, καρπόφυλλα 2, στύλος 1, ευθύς, γυμνό και με βιολετί χρώμα, στίγμα 2-λοβο.

Άνθιση:   Σεπτέμβριος-Οκτώβριος (Κύπρος).

Καρπός:   Διαρρηκτή, σφαιρική, ακανθώδης και με ανώμαλες εκφύσεις κάψα, αρχικά πράσινη, γινόμενη καφέ στην ωρίμανση, περικλείοντας πολυάριθμα καφέ, κάπως κυκλικά, συμπιεσμένα πλευρικά και με αυλακώσεις σπέρματα.

Ενδιαίτημα:   Άγονες και κατοικημένες περιοχε΄ς, αμμώδεις παραλίες και σε ξηρές περιοχές μικρού υψομέτρου.

Πατρίδα:   Νοτιανατολική Κίνα.

Viburnum opulus

Name/Όνομα:   Βιβούρνο ο όπουλος.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Viburnum opulus L.

Common name/Κοινό Όνομα:  Snowball, Guelter-rose, Kalina, Βιβούρνο χιονόμπαλα.

Family/Οικογένεια:   ADOXACEAE





Plant:  Deciduous ornamental shrub, growing up to 4-5 m high.

Stems:  Several, erect, ash-grey, and more or less wrinkled; young stems are greenish, glabrous and slightly striate.  

Leaves:   Opposite, simple, and petiolate; blade mostly 3-lobed, occasionally 5-lobed, surface somewhat wrinkled, margins irregularly serrated, base rounded, glabrous above, slightly hairy beneath.  The green leaves become red in autumn.

Flowers:   Showy, actinomorphic and hermaphrodite, in spherical, many-flowered, corymb-like cymes at the end of the branched; corolla 5-lobes, lobes white, obovate, spreading and glabrous; stamens 5.  Ovary inferior.

Flowering time:   April-July.   

Fruiting time:  July-September.

Fruit:   Almost spherical and bright red drube* with a single seed.    

Habitat:  Areas with well-drained and moist soils, in shade or in full or partial sun.

Native:  Europe and northeastern Asia.


drube*= 1-celled fruit in which exocarp is thin, mesocarp is fleshy and the seed is enclosed in a hard endocarp (cherry, olive, plum).



Φυτό:   Φυλλοβόλος διακοσμητικός θάμνος, με ύψος μέχρι 4-5 μ.

Βλαστός/οί:   Αρκετοί, όρθιοι, γκριζωποί και λίγο ή πολύ ζαρωμένοι.  Νεαροί βλαστοί πρασινωποί, άτριχοι και ελαφρά ραβδωτοί.

Φύλλα:     Αντίθετα, απλά και έμισχα.  Έλασμα κυρίως 3-λοβο, κάποτε 5-λοβο, κάπως ζαρωμένο, χείλη άνισα πριονωτά, βάση στρογγυλεμένη, άτριχη η πάνω επιφάνεια, ελαφρά τριχωτή η κάτω.  Το φθινόπωρο τα πράσινα φύλλα γίνονται κόκκινα.

Άνθη:   Εντυπωσιακά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε σφαιρικούς, πολυανθείς και σε σχήμα κορύμβου, θυσάνους, στα άκρα των κλάδων.  Στεφάνη 5-λοβη, λοβοί αντωειδείς, λευκοί, απλωμένοι και άτριχοι.  Στήμονες 5.  Ωοθήκη υποφυής.

Άνθιση:   Απρίλιος-Ιούλιος.

Καρποφορία:  Ιούλιος-Σεπτέμβριος.

Καρπός:   Δρύπη, σχεδόν σφαιρική και με λαμπρό κόκκινο χρώμα και ένα σπέρμα.

Ενδιαίτημα:   Περιοχές με καλή αποστράγγιση, σε υγρά εδάφη, σε σκιά ή σε άμεσο ηλιακό φώς ή σε ημι-σκιερά μέρη.

Πατρίδα:   Ευρώπη και Βορειοανατολική Ασία.


Δρύπη* = μονόχωρος καρπός όπου το εξωκάρπιο είναι λεπτό, το μεσοκάρπιο σαρκώδες και το σπέρμα βρίσκεται μέσα σε ένα σκληρό ενδοκάρπιο ( πχ  ελιά, κεράσι).

Syringa vulgaris

Name/Όνομα:   Συρίνγκα η κοινή.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Syringa vulgaris L.

Common name/Κοινό Όνομα:   Common lilac, ΠΑΣΧΑΛΙΑ.

Family/Οικογένεια:   OLEACEAE.


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.




Plant:     Deciduous ornamental shrub, growing up to 7 m high, but usually up to 4 m high..

Trunk:   Erect, much-branched; bark grey-brown, initially smooth, furrowed later.

Leaves:  Opposites, simple, entire, ovate, pointed at apex, with heart-shaped base, dark green to glaucous green, glabrous, petiole shorter than blade.   

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite, in dense. many-flowered, terminal, conical or pyramidal panicles; calyx 4-toothed; flowers very fragrant, corolla tubular, forming 4 connected lobes at apex, which are broadly-ovate or obovate, bluish-purple (there is variety with white flowers), spreading, concave, cucculate* at apex, and glabrous;  stamens 2; ovary superior, carpels 2, style 1.

Flowering time:   April-June.

Fruit:    Capsule, flat, brown and dehiscent.      Fruiting time:  Autumn.

Habitat:    Rocky hills and shrubby areas, from 100-1700 m alt.

Native:   Southeastern Europe.


cucculate* = hood-like



Φυτό:  Φυλλοβόλος  διακοσμητικός θάμνος ή μικρό δέντρο, με ύψος μέχρι 7 μ, αλλά συνήθως μέχρι 4 μ.

Κορμός: Όρθιος και πολύκλαδος, φλοιός με γκρίζο/καστανό χρώμα, αρχικά λείος, αργότερα με πτυχές και αυλακώσεις.

Φύλλα:     Αντίθετα, απλά, ακέραια, ωοειδή και μυτερά στην κορυφή, ενώ στη βάση είναι καρδιοειδή, με σκούρο πράσινο ή γλαυκό χρώμα, άτριχα και με μίσχο κοντύτερο του ελάσματος.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πυκνή, πολυανθή και επάκρια φόβη, που μπορεί να είναι πυραμιδοειδής ή κωνική.  Κάλυκας με 4 μικρά δόντια.  Άνθη πολύ αρωματικά, στεφάνη σωληνοειδής που στο άνω μέρος δημιουργεί 4 ενωμένους λοβούς, που είναι πλατειά ωοειδείς ή αντωειδείς, με μπλε/πορφυρό χρώμα (υπάρχει και λευκή ποικιλία),  απλωμένοι, κοίλοι και κουκκουλωτοί στην κορυφή, άτριχοι.  Στήμονες 2.  Ωοθήκη επιφυής με 2 καρπόφυλλα, στύλος 1.

Άνθιση:  Απρίλιος-Ιούνιος.

Καρπός:   Κάψα επίπεδη, καστανή και διαρρηκτή,   Καρποφορία: Φθινόπωρο.

Ενδιαίτημα:   Πετρώδεις πλαγιές και θαμνώδεις περιοχές, από 100-1700 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Νοτιοδυτική Ευρώπη.

Lotus tetragonolobus

Name/Όνομα:   Λωτός ο τετραγωνόλοβος*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Lotus tetragonolobus L.

Common name/Κοινό Όνομα:  Asparagus-pea, winged-pea.

Family/Οικογένεια:   FABACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:   Annual herb growing up to 30 cm long. 

Stem/s:   Sprawling, ascending or decumbent, much-branched, subterete or slightly angled, channeled, greenish becoming purplish with age, and densely covered with long and soft whitish hairs.

Leaves:   Alternate, compound, 5-foliolate, petiolate; leaflets entire, sessile, longer than the petiole, the upper 3 leaflets are obovate or rhombic, covered with soft whitish hairs especially on margins and on the main nerve beneath, base cuneate, apex acute or subacute; lower 2 leaflets ovate, acute, hairy, attaching rachis at the base, looking like stipules; rachis channeled above.

Flowers:   Few 1 or 2, conspicuous, strongly zygomorphic, hermaphrodite, axillary and solitary; peduncles hairy; calyx campanulate, densely hairy, teeth 5, linear-lanceolate, ± equal, pointed, hairy, about as long as calyx-tube or longer; occasionally at the outer surface  of the tube purplish lines are visible; petals 5, crimson-red, standard petal, obovate or irregularly trapezoid, glabrous, shortly emarginated at apex, reduced to a claw at the base; wings oblong with rounded apex, keel generally straight and beaked; stamens 10 in 2 bundles, 1 bundle free, the other one united, anthers oblong; ovary superior, linear, style 1, winged at apex, stigma 1.

Flowering time:  February-May.

Fruit:     Oblong and dehiscent legume, with 4 satures bordered by conspicuous wings, enclosing numerous seeds. 

Habitat:   Roadsides, waste ground and field margins, 0-750 m alt.

Native:   Mediterranean region.




Φυτό:   Μονοετής πόα με ύψος μέχρι 50 εκ.

Βλαστός/οί:   Απλωμένοι ή ανερχόμενοι, πολύκλαδοι, σχεδόν κυλινδρικοί ή ελαφρά γωνιώδεις και με κατά μήκος αυλακώσεις, πρασινωποί, γινόμενοι πορφυροί με την πάροδο του χρόνου, πυκνά καλυμμένοι με μακριές και μαλακές ασπριδερές τρίχες.

Φύλλα:     Κατ εναλλαγή, σύνθετα, 5-φυλλα και έμμισχα.  Φυλλάρια ακέραια, άμισχα, μακρύτερα των μίσχων, τα ανώτερα 3 είναι αντωειδή ή ρομβοειδή, καλυμμένα με μαλακές και απριδερές τρίχες, κυρίως στα χείλη και στα κύρια νεύρα από κάτω, βάση μυτερή, κορυφή ± μυτερή.  Τα κατώτερα 2 φυλλάρια είναι ωοειδή, μυτερά, τριχωτά και αγγίζουν στη βάση της ράχης, μοιάζοντας με παράφυλλα.  Η ράχη των φύλλων φέρει αυλάκι από πάνω.

Άνθη:   Λίγα, 1 έως 2, εντυπωσιακά, έντονα ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα, μασχαλιαία και μεμονωμένα.  Ποδίσκοι τριχωτοί.  Κάλυκας καμπανοειδής, πυκνά τριχωτός, με 5 γραμμοειδή-λογχοειδή δόντια που είναι μυτερά, τριχωτά, σχεδόν ισομήκη, περίπου ισομήκη με τον σωλήνα του κάλυκα ή μακρύτερα, κάποιες φορές ο σωλήνας φέρει πορφυρές γραμμώσεις εξωτερικά.  Πέταλα 5, κόκκινα, πέτασος αντωειδής ή ανομοιογενώς τραπεζοειδής, άτριχος, με μικρή εγκοπή στην κορυφή του, ενώ στη βάση στενεύει και καταλήγει σε νύχι, πτέρυγες προμήκεις με στρογγυλεμένη κορυφή, τρόπιδα γενικά ευθύγραμμη και με ράμφος.  Στήμονες 10 σε 2 δέσμες, μια με ελεύθερα νήματα και μια με ενωμένα, ανθήρες προμήκεις.  Ωοθήκη επιφυής, γραμμοειδής, στύλος 1, πτερυγωτός στην κορυφή, στίγμα 1.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Μάιος.

Καρπός:   Προμήκης και διαρρηκτός χέδρωψ, με 4 ραφές περιβαλλόμενες από εντυπωσιακές πτέρυγες, περικλείοντας πολυάριθμα σπέρματα.

Ενδιαίτημα:   Πρανή δρόμων, άγονα εδάφη και όρια χωραφιών, από 0-750 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Μεσογειακή ζώνη.

Eucalyptus camaldulensis

Name/Όνομα:   Ευκάλυπτος η καμαλδουλένσεια.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Eucalyptus camaldulensis Dehnh.

Common name/Κοινό Όνομα:   River Red Gum, Ευκάλυπτος,

Family/Οικογένεια:   MYRTACEAE



Plant:    Evergreen huge tree growing up to 30 m high.

Trunk/Branches:   Trunk thick with spreading crown and irregular exfoliation*; bark smooth, greyish, yellowish, pinkish or brown; young branches are red and hairless.

Leaves: Simple, drooping, hairless, petiolate, with pointed tip and base, pale green; Young plants: opposite, ovate or lanceolate, leathery, glandular and aromatic (when crushed); mature trees: alternate, narrow–lanceolate, often sickle-shaped; petiole with yellow, orange or red color.

Flowers:   Actinomorphic and hermaphrodite, in axillary, 5-10 flowered, sciadia* (umbels); sepals and petals united, forming a beaked, cup-like structure, the operculum; stamens numerous, free, usually spreading, with white, straight and glabrous filaments; ovary inferior, style 1, stigma 1.

Flowering time:   December-May.

Fruit:   Woody hemispherical capsule.    

Habitat:   Roadsides, gardens, parks, usually along river banks. It is the most common cultivated specie, with the widest distribution.

Native:   Endemic to Australia.


Sciadium (a)* = Greek word referring to umbel-like inflorescence.


Exfoliation * = the natural process in which small or large pieces on the surface of the trunk removed, leaving the bark uncovered (peeling-bark).



Φυτό:   Αειθαλές γιγαντιαίο δέντρο που φθάνει τα 30 μ ύψος.

Κορμός-Κλάδοι:  Κορμός χοντρός με απλωμένη κώμη και ακανόνιστη απολέπιση**.  Φλοιός λείος, γκριζωπός, κιτρινωπός, ρόδινος ή καστανός.  Νεαροί κλάδοι λείοι και κόκκινοι, αρχαιότεροι γκριζωποί.  

Φύλλα:  Απλά, κρεμάμενα, γυμνά και έμμισχα, με ανοικτό πράσινο χρώμα, μυτερή βάση και κορυφή.  Νεαρά φυτά:  Φύλλα αντίθετα, ωοειδή ή λογχοειδή, δερματώδη, αδενώδη και αρωματικά όταν συνθλιβούν.  Ώριμα  δέντρα:  Φύλλα κατ εναλλαγή, στενά λογχοειδή, συχνά δρεπανοειδή.  Μίσχος με κίτρινο, πορτοκαλί ή κόκκινο χρώμα.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε μασχαλιαία σκιάδια*των 5-10 ανθέων.  Σέπαλα και πέταλα ενώνονται και δημιουργούν μια ραμφοειδή-σαν καπέλο-κατασκευή την καλύπτρα.  Στήμονες πολυάριθμοι και ελεύθεροι, με λευκά, ίσια και γυμνά νήματα, συνήθως απλωμένα.  Ωοθήκη υποφυής, στύλος 1, στίγμα 1.

Άνθιση:   Δεκέμβριος-Μάιος (Κύπρος).

Καρπός:   Ξυλώδης ημισφαιρική κάψα.

Ενδιαίτημα:  Κατά μήκος δρόμων, κήπους, πάρκα, συνήθως κατά μήκος παραποτάμιων  περιοχών.

Πατρίδα:  Ενδημικό Αυστραλίας.


Σκιάδιο* = Ταξιανθία όπου οι ποδίσκοι των ανθέων ξεκινούν από το ίδιο σημείο και φθάνουν στο ίδιο ύψος όπως οι ακτίνες της ομπρέλας.

Απολέπιση**= Φυσική διαδικασία όπου μικρά ή μεγάλα κομμάτια της επιφάνειας του κορμού αποχωρίζονται αποκαλύπτοντας τον φλοιό.

Sarcocornia perennis (Mill.) A. J. Scott subsp. perennis

Name/Όνομα:   Σαρκοκόρνια η πολυετής υποείδ. πολυετής

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Sarcocornia perennis (Mill.) A. J. Scott subsp. perennis

Common name/Κοινό Όνομα:   Perennial glasswort.

Family/Οικογένεια:   CHENOPODIACEAE


* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:   Perennial herb or subshrub, growing up to 20 cm high.

Stem/s: Many, main stems prostrate, branched, apparently leafless, secontary  branches decumbent to erect, succulent, articulated, usually rooting at nodes forming tufts or patches on the ground, sometimes more than 1 m diameter, greenish or reddish, hairless, becoming woody with age; segments cylindrical or club-shaped.

Leaves:  Highly reduced, green, surround the internodes giving the fleshy covering of the stem, fused laterally, forming the articulated appearance, while the uppermost parts exceed and overlap the base of the above segment;

Flowers:  Minute, inconspicuous, fleshy, in linear arrangement, in spike-like inflorescences; each segment consists of 2 opposite, 3-flowered cymes, embedded in the fleshy internode, basally fused with each other and with the bracts; the 3 flowers of each cyme, are not connected but they are separated with almost vertical ridges; the middle flower is larger than the others 2, almost reaches the top of the segment; stamen 1; stigmas usually 3.

Flowering time:  August-October.

Fruit: Seeds with hook hairs.

Habitat:   Wetlands habitats, maritime marshes.

Native:   South Britain, Ireland



Φυτό:   Πολυετής πόα ή μικρός θάμνος με ύψος μέχρι 20 εκ.

Βλαστός/οί:   Πολλοί, κύριοι βλαστοί κατακλιμένοι, με διακλάδωση, φαινομενικά άφυλλοι, δευτερογενείς βλαστοί με ανερχόμενη τάση ή όρθιοι, σαρκώδεις, αρθρωτοί, συνήθως ριζοβολούν με τους οφθαλμούς που ακουμπούν στο χώμα, δημιουργώντας τούφες ή πάτσιες στο έδαφος που μπορεί να ξεπερνούν το 1 μ διάμετρο, με πρασινωπό, πορτοκαλί ή κοκκινωπό χρώμα, άτριχοι, γινόμενοι ξυλώδεις με την πάροδο του χρόνου.  Αρθρωτά τμήματα κυλινδρικά ή κυλινδρικά με μεγέθυνση προς την κορυφή.

Φύλλα:   Έντονα μειωμένα σε μέγεθος, πράσινα, τοποθετημένα γύρω από τα μεσογονάτια διαστήματα του βλαστού, δίνοντας σε αυτά τη σαρκώδη επιφάνεια, συμφύονται στη βάση τους, δημιουργώντας την αρθρωτή εμφάνιση του βλαστού, ενώ τα ανώτερά τους τμήματα επικαλύπτουν και ξεπερνούν τη βάση του υπερκειμένου τμήματος.

Άνθη:   Πολύ μικρά, αφανή και σαρκώδη, σε οριζόντια διάταξη, σε σταχυοειδείς ταξιανθίες.  Κάθε τμήμα του βλαστού αποτελείται από 2 αντίθετους θυσάνους των 3 ανθέων, που είναι βυθισμένα στο σαρκώδες μεσογονάτιο διάστημα, ενώ στη βάση συμφύονται μεταξύ τους αλλά και με τα βράκτια.  Τα 3 άνθη δεν είναι ενωμένα αλλά διαχωρίζονται με σχεδόν εγκάρσιες αυλακώσεις, ενώ το μεσαίο άνθος είναι ελαφρά μεγαλύτερο και φθάνει σχεδόν μέχρι την κορυφή του αρθρωτού τμήματος.  Στήμονες 1, στίγματα συνήθως 3.  

Άνθιση:   Αύγουστος-Οκτώβριος.

Καρπός:  Σπέρματα με αγκιστροειδείς τρίχες.

Ενδιαίτημα:  Σε υγρές αλμυρές περιοχές και τέλματα, κοντά στη θάλασσα.

Πατρίδα:   Νότια Αγγλία, Ιρλανδία.

Lantana camara

Name/Όνομα:   Λαντάνα η καμάρα.

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Lantana camara L.   

Common name/Κοινό Όνομα:  Lantana, λαντάνα 

Family/Οικογένεια:  VERBENACEAE  





Plant:  Evergreen, perennial and ornamental shrub, growing up to 2 m high.

Stem/s:  Erect or spreading, much-branched, pale brown, angled and prickly.

Leaves:  Opposite, simple, entire, ovate, wrinkled, petiolate, ± hairy, margins serrate, and they give off a strong odor when crushed.  

Flowers:  Zygomorphic and hermaphrodite, in dense, many-flowered, axillary and terminal, corymbose, head-like, spikes; peduncles green, angled and sparsely hispid; bracts oblong, green and hairy; calyx tubular, hairy externally; corolla weakly 2-lipped, with 4 unequal-lobed, variously colored, it can be red, yellow, orange, pink and white; stamens 4, included; ovary superior.

Flowering time:  May-October.  

Fruit:  Globose green drupe, becoming shining, dark purple or blackish at maturity; the fruits are eaten by birds which can help the dispersal of the seeds;        

Habitat:  Cultivated.

Native:  Central and South America.  




Φυτό:  Αειθαλής, πολυετής και διακοσμητικός θάμνος με ύψος μέχρι 2 μ.

Βλαστός: Όρθιοι ή απλωμένοι, πολύκλαδοι, γωνιώδεις και ακανθώδεις, με ανοικτό καφέ χρώμα.

Φύλλα:  Αντίθετα, απλά, ακέραια, ωοειδή, ρυτιδωμένα, έμμισχα, ± τριχωτά, χείλη πριονωτά.  Αν συνθλιβούν αναδίδουν έντονη οσμή.    

Άνθη:  Ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε πυκνούς, πολυανθείς, μασχαλιαίους ή επάκριους, κορυμβοειδείς στάχεις που μοιάζουν με τα κεφάλια της οικογένειας των Asteraceae.  Ποδίσκοι πράσινοι,  γωνιώδεις και με αραι  Βράκτια προμήκη, πράσινα και τριχωτά.  Κάλυκας σωληνοειδής, τριχωτός εξωτερικά.  Στεφάνη 2-χειλη, με 4 άνισους λοβούς που έχουν ποικιλία χρωμάτων, όπως κόκκινα, κίτρινα, ρόδινα, πορτοκαλιά ή λευκά.  Στήμονες 4 μέσα στη στεφάνη.  Ωοθήκη επιφυής.

Άνθιση:  Μάιος-Οκτώβριος.  

Καρπός: Στρογγυλή πράσινη δρύπη, που γίνεται γυαλιστερή, με σκούρο πορφυρό ή μαυριδερό χρώμα, στην ωριμότητα.

Ενδιαίτημα:  Καλλιεργημένο σε κήπους, πάρκα και αυλές ή  φράκτες σπιτιών. 

Πατρίδα:  Κεντρική και Νότια Αμερική.



Brachychiton populneus

Name/Όνομα:  Βραχυχίτων ο λευκόφυλλος * ή ετερόφυλλος**    

Scientific name/Επιστημονικό όνομαBrachychiton# populneus## R. Br   

Common name/Κοινό Όνομα:  Kurrajong, Βραχυχίτων 

Family/Οικογένεια:  STERCULIACEAE  


 Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.


The species name in Greek is writer´s suggestion.


* Λευκόφυλλος (Populneus): Λόγω της  ομοιότητας των φύλλων με τα φύλλα της Λεύκης (Populus)


** Ετερόφυλλος λόγω της ποικιλίας των φύλλων.


Synonym  “Brachychiton diversifoius” (G.Don) Terrac. 



Plant:  Evergreen and ornamental tree, growing up to 20 m high, but usually much smaller.    

Trunk:  Single, erect, cylindrical; bark greenish-grey to greyish-brown, branches grey, twigs yellowish-brown, foliage compact, open, conical or pyramidal.     

Leaves:  Alternate, simple, petiolate, glossy and shining, variously shaped, (diversifolia = various shaped leaves), ovate to lanceolate, elliptic or deltoid, sometimes asymmetric, entire or 3-5 lobed, apex acute, base rounded.   

Flowers:  Hermaphrodite and aromatic, in many-flowered, axillary panicles; petals absent; calyx bell-shaped, hairy, white, creamy or yellowish externally, glabrous, streaked pink, red or purple-brown internally, 5-lobed; lobes triangular with deflexed apex; stamens numerous (10-30), filaments fused forming an erect, tubular, white column, allowing the styles passing through; ovary superior.

Flowering time:  May-July.

Fruit:  Hard, brown and glabrous, boat-shaped follicles; seeds many, yellow, covered with a mixed of soft and stiff chestnut hairs. Fruiting time:  September-October.       

Habitat: Coastal and sub-coastal habitats, rocky hillsides, usually on limestones.  In Cyprus it is found at street sides, parks and gardens, from 0-800 m alt.

Native:  Eastern Australia.


# Brachychiton = brachys + hiton, Greek words, Βραχύς + χιτών, brachys = short, hiton = seed- coat.

## Populneus = Leaves resemble the leaves of Poplar.



Φυτό:  Αειθαλές και διακοσμητικό δένδρο με ύψος μέχρι 20 μ, αλλά συνήθως αρκετά χαμηλότερο.      

Κορμός:  Απλός, όρθιος και κυλινδρικός, φλοιός τεφροπράσινος ή γκριζοκαστανός, κλαδιά γκρίζα, νεαρά κλαδιά με κίτρινο προς καστανό χρώμα, φύλλωμα συμπαγές, ανοικτό, κωνικό ή πυραμιδοειδές.     

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, απλά, έμμισχα, λεία και γυαλιστερά, με ποικίλα σχήματα (diversifolia = φύλλα με ποικίλα σχήματα), ωοειδή-λογχοειδή, ελλειπτικά ή δελτοειδή, κάποτε ασύμμετρα, ακέραια ή με 3-5 λοβούς, με μακριά και μυτερή κορυφή και με στρογγυλεμένη βάση.        

Άνθη:  Αρωματικά, πολλά και ερμαφρόδιτα σε μασχαλιαία φόβη.  Πέταλα απουσιάζουν.  Κάλυκας κωδωνοειδής, 5-λοβος, λευκός και τριχωτός, με κιτρινωπό ή κρεμώδες χρώμα εξωτερικά, ενώ εσωτερικά είναι άτριχος και κατά τόπους έγχρωμος από κόκκινες, πορφυρές ή ρόδινες ραβδώσεις.  Λοβοί τριγωνικοί με κορυφές λυγισμένες προς τα πίσω.  Στήμονες πολυάριθμοι (10-30), με νήματα που συμφύονται και δημιουργούν όρθιο, λευκό και άτριχο σωλήνα, διαμέσου του οποίου περνούν οι στύλοι.  Ωοθήκη επιφυής.

Άνθιση:  Μάιος-Ιούλιος.  

Καρπός:  Θύλακες σε σχήμα βάρκας, άτριχοι, σκληροί και με σκούρο καφέ ή μαυριδερό χρώμα.  Σπέρματα πολλά, κίτρινα, καλυμμένα με ένα μίγμα από μαλακές και σκληρές καστανςς τρίχες.  Καρποφορία Σεπτέμβριος- Οκτώβριος.

Ενδιαίτημα:  Σε παραλιακές ή κοντά σε παραλία περιοχές, αλλά και σε βραχώδεις πλαγιές της ενδοχώρας, κυρίως σε ασβεστολιθικά εδάφη.  Στην Κύπρο απαντάται σε πάρκα και κήπους αλλά διακοσμούν και πεζοδρόμια δρόμων,  από 0-800 μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Ανατολική Αυστραλία.

Viburnum tinus

Name/Όνομα:  Βιβούρνο ο τίνος.   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαViburnum tinus   (L).

Common name/Κοινό όνομα:  Lauristinus,  Viburnum, Bιβούρνο.

Family/Οικογένεια:   CAPRIFOLIACEAE.  



Plant:  Evergreen, shrub up to 7m high.

Stem/s:  Erect, much-branched, woody; young branches are purple, pubescent and slightly angled.

Leaves:  Opposite, simple, entire, ovate-elliptic or ovate-lanceolate, petiolate, glossy and dark green above, pale green and pubescent beneath, margin hairy, apex obtuse or subacute, base acute to rounded; petiole slightly ribbed, pubescent, channeled above.

Flowers:  Pink in buds, fragrant, actinomorphic and hermaphrodite, in terminal, many-flowered cymose corymbs; corolla campanulate, 5-lobed, lobes fused below, partly imbricate, ovate, pinkish externally, white internally, minutely hairy, apex obtuse; calyx 5-lobed, lobes short, red with obtuse apex; stamens 5, epipetalous, anthers dehiscent longitudinally, yellowish; ovary inferior, style short, stigma capitate.      

Flowering time:  February-August (Cyprus).

Fruit:  Global, shining blue drube** (berry) with a single pyrene.

Habitat:  Roadsides, gardens and hedges on dry soil from 0-1400m alt.

Native:  Mediterranean region, North Africa.

**drube= 1-celled fruit in which exocarp is thin, mesocarp is fleshy and the seed is enclosed in a hard endocarp (cherry, olive, plum).



Φυτό:  Αειθαλής θάμνος με ύψος μέχρι 7μ.

Βλαστός-Κορμός:  Όρθιοι, πολύκλαδοι και ξυλώδεις.  Νεαροί κλάδοι πορφυροί, χνουδωτοί και ελαφρά γωνιώδεις.   

Φύλλα:  Αντίθετα, απλά, ακέραια, ωοειδή-ελλειπτικά ή ωοειδή-λογχοειδή, δερματώδη, έμμισχα, γυαλιστερά και σκουροπράσινα στην άνω επιφάνεια, χνουδωτά και με χλωμό πράσινο χρώμα στην κάτω.  Χείλη τριχωτά, κορυφή πλατειά ή σχεδόν μυτερή, βάση μυτερή προς στρογγυλή.  Ο μίσχος είναι ελαφρά ραβδωτός, χνουδωτός και με αβαθές κανάλι στην άνω επιφάνεια.

Άνθη:  Ρόδινα όταν είναι κλειστά, αρωματικά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε επάκριες, πολυανθείς, θυσανοειδείς κορύμβους.  Στεφάνη καμπανοειδής, 5-λοβη, λοβοί συμφυόμενοι περί το μέσον, μερικώς αλληλεπικαλυπτόμενοι, ωοειδείς, ελαφρά ρόδινοι εξωτερικά, λευκοί εσωτερικά, με σχεδόν αφανή τριχίδια και με πλατειά κορυφή.  Κάλυκας 5-λοβος, λοβοί κοντοί, κόκκινοι και πλατύκορφοι.  Στήμονες 5, επί των πετάλων, νήμα λευκό, ανθήρες κιτρινωποί, σχισμένοι κατά μήκος.  Ωοθήκη υποφυής, στύλος κοντός και κεφαλωτός.

Άνθιση:   Φεβρουάριος-Αύγουστος (Κύπρος).

Καρπός:   Σφαιρική, γυαλιστερή και με σκούρο μπλε χρώμα δρύπη**, με ένα πυρήνα.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, σε αυλές σπιτιών, σε κήπους και πάρκα, από 0-1400μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη, Βόρεια Αφρική.


δρύπη** = αρραγής καρπός με μεσοκάρπιο σαρκώδες και

ενδοκάρπιο ξυλώδες (ελιά, κεράσι, κλπ).