Author Archive for savvas

Pittosporum tobira

Name/Όνομα:  Πιττόσπορον η  τοβίρα   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαPittosporum tobira (Thumb) W.T. Alton

 Common name/Κοινό όνομα:  Japanese pittosporum, Australian laurel, Πιττόσπορο, Αγγελική.    

Family/Οικογένεια:  PITTOSPORACEAE



Plant:  Evergreen, ornamental shrub or tree growing up to 6m high but generally much smaller; foliage spreading or rounded.

Stems:  Erect or spreading, much-branched, twigs are gray-green, while the bark of the branches is gray-brown.

Leaves:  Alternating, obovate, simple, entire, glabrous, dark green and shining above, dull green beneath, margins down-curved, apex round, base cuneate, short–petiolate.

Flowers:   Fragrant, actinomorphic and hermaphrodite in few or many-flowered terminal corymbs; peduncles greenish and hairy; petals 5 connected at the base, obovate or broadly oblong, white, becoming creamy with age, glabrous; sepals 5, ovate-elliptic, green, sparsely hairy, pointed, base rounded; stamens 5, alternating with petals, filaments erect, white-creamy, anthers yellowish-brown; ovary subglobose and hairy, style erect, simple, yellowish, glabrous; stigma brownish.   

Flowering time:  April-June

Fruit:  Subglobose, dehiscent capsule, green matures to yellow, it contains red seeds with sticky, resinous coating.

Native:  China, Japan.



Φυτό:  Αειθαλής και διακοσμητικός θάμνος ή δένδρο ύψους μέχρι 6μ αλλά συνήθως αρκετά πιο χαμηλό.  Φύλλωμα απλωμένο ή στρογγυλό.  Κυρίως χρησιμοποιείται ως φράκτης αλλά με κατάλληλο κλάδεμα γίνεται και δένδρο.   

Βλαστός-Κορμός:  Όρθιοι ή απλωμένοι, πολύκλαδοι, νεαροί κλάδοι γκριζοπράσινοι, ενώ ο φλοιός των κλάδων γίνεται γκριζοκαστανός.

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, αντωειδή, απλά, ακέραια, άτριχα, γυαλιστερά και με σκούρο πράσινο χρώμα στην άνω επιφάνεια με χλωμό πράσινο στην κάτω, χείλη που λυγίζουν προς τα κάτω, με στρογγυλή κορυφή, μυτερή βάση, κοντόμισχα.

Άνθη:  Αρωματικά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε επάκριους πολυανθείς ή με λίγα άνθη κορύμβους.  Ποδίσκοι πρασινωποί και τριχωτοί.  Πέταλα 5 ενωμένα στη βάση τους, αντωειδή, λευκά στην αρχή, κιτρινωπά αργότερα, άτριχα.  Σέπαλα 5, ωοειδή-ελλειπτικά, πράσινα αραιά τριχωτά, οξύκορφα και με στρογγυλή βάση.  Στήμονες 5, κατ εναλαγή με τα πέταλα, νήμα όρθιο, λευκοκίτρινο και άτριχο, ανθήρες με καστανό χρώμα.  Ωοθήκη επιφυής, υποσφαιρική, πράσινη και τριχωτή, στύλος όρθιος, κιτρινωπός και γυμνός, στίγμα καστανό.

Άνθιση:  Απρίλιος-Ιούνιος. 

Καρπός:  Υποσφαιρική και διαρρηκτή πράσινη κάψα που τελικά παίρνει κίτρινο χρώμα και περιέχει κόκκινα σπέρματα, καλυμμένα με κολλώδη ουσία.

Πατρίδα:  Κίνα Ιαπωνία.

Dactylorhiza iberica

Name/Όνομα:  Δακτυλόριζα η Ιβηρική   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαDactylorhiza iberica (Willd.) Soó    

Family/Οικογένεια:  ORCHIDACEAE



Plant: It is a perennial tuberous plant growing up to 50m high.

Stem:  Erect, cylindrical, slightly ridged, green and glabrous; there are stolons below ground, at the base of the stem.

Leaves:  3-5, long, narrowly lanceolate with broad sheaths, semi-erect or spreading, acute or obtuse, glabrous, unspotted; upper leaves erect, acute and smaller.

Flowers:  Zygomorphic and hermaphrodite, in cylindrical, lax or dense, few or many-flowered racemes; bracts lanceolate to elliptic, acute, green often tinged pinkish-brown; sepals and petals whitish-pink, connivent to form a hood; sepals ovate-elliptic; petals lanceolate; labellum rather obovate in outline, nearly flattened, whitish with pink or purple spots and steaks, 3-lobed, minutely papillose especially along the median lobe; spur downturned, cylindrical, shorter than the twisted ovary; stigmatic area greenish-pink   

Flowering time:  May-July

Fruit:  Capsule

Habitat:  Streambanks, damp ground, moisty places from 1000-1650m alt.

Native:  Eastern Mediterranean region, Western Asia.



Φυτό:  Πολυετής και βολβώδης πόα με ύψος μέχρι 50εκ. 

Βλαστός:  Όρθιος, κυλινδρικός, ελαφρά ραβδωτός, πράσινος και άτριχος.  Κάτω από το έδαφος, κοντά στο βλαστό υπάρχουν σχηματισμοί που μοιάζουν με ρίζες και που βοηθού το φυτό να εκαπλώνεται.   

Φύλλα:  3-5, μακριά, στενά-λογχοειδή με πλατείς  κολεούς, ημιανερχόμενα ή απλωμένα, οξύκορφα ή πλατύκορφα, άτριχα και χωρίς στίγματα.  Ανώτερα φύλλα μικρότερα και οξύκορφα.

Άνθη:   Ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα σε κυλινδρικούς, αραιούς ή πυκνούς, με λίγα ή πολλά άνθη, βότρεις.  Βράκτια λογχοειδή-ελλειπτικά, οξύκορφα, πράσινα που συχνά παίρνουν πορφυροκαστανή χροιά.  Σέπαλα και πέταλα λευκορόδινα, ενωμένα ώστε να σχηματίζουν κουκούλα.  Σέπαλα ωοειδή-ελλειπτικά, πέταλα λογχοειδή.  Χείλος 3-λοβο, με πολύ μικρές τρίχες που μοιάζουν με θηλές κατά μήκος του μεσαίου λοβού.  Πλήκτρο λυγισμένο προς τα κάτω, κυλινδρικό, πιο κοντό από την περιστρεφόμενη ωοθήκη.  Στιγματική περιοχή με πράσινο προς ρόδινο χρώμα.

Άνθιση:  Μάιος-Ιούλιος. 

Καρπός:   Κάψα.

Ενδιαίτημα:   Όχθες ρυακιών και κοντά σε υγρά εδάφη, από 1000- 1650μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Ανατολική Μεσογειακή ζώνη, Δυτική Ασία.


Cryptostegia grandiflora

Name/Όνομα:  Κρυπτοστέγια η μεγαλανθής 

Scientific name/Επιστημονικό όνομαCryptostegia grandiflora  (Roxb.) R. Br.

 Common name/Κοινό όνομα:  Rubber vine, caucho de la India, purple allamanda, liane de gatope  

Family/Οικογένεια:  APOCYNACEAE


*Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:  Cryptostegia grandiflora is a perennial scramble vine or shrub, growing up to 2 m tall in the absence of supporting or up to 30m scrambling on native trees; petioles, stems, leaves, and seedpods contain milky latex which is toxic.

Stems: Woody, much-branched with numerous lenticels, twining on supporting plants or around themselves, bark brown on old branches, greenish on younger.

Leaves:  Opposite, oblong-elliptic, simple, entire, glossy, glabrous, pale green below, petiolate with prominent reddish-purple midvein; blade with reticulate veins; apex acute, base cuneate, nodes are swollen, some glands on leaf axils.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite in lax cymes; corolla funnel-shaped with 5 acute oblong-obovate, imbricate and spreading lobes, white internally, pink to pinkish-white or violet externally; calyx with 5 green, ovate, minutely hairy lobes with revolute margins; corona consists of 5, white, 2-lobed filaments visible at the throat of the tube; stamens 5; ovary superior.

Flowering time:  July-September (Cyprus).

Fruit:  Follicles; in pairs at the end of short stalks, oblong, strongly 3-angled with acute beak, green becoming yellow at maturity; seeds numerous, ovate with a tuft of silky-white hairs loosely attached at the one end.

Native:  Madagascar.



Φυτό:  Πολυετές αναρριχητικό φυτό ή θάμνος, με ύψος που φθάνει τα 2μ αν δεν υπάρχει υποστήριγμα ή μέχρι 30μ αν υπάρχει φυσικό στήριγμα όπως τοπικά δέντρα.  Τα κλαδιά, τα φύλλα με τους μίσχους και οι καρποί περιέχουν γαλακτώδες υγρό που είναι τοξικό.    

Βλαστοί:  Ξυλώδεις, πολύκλαδοι με πολυάριθμα μικρά στίγματα, περιελισσόμενοι μεταξύ τους ή αναρριχόμενοι πάνω σε άλλα φυτά, φλοιός καστανός σε παλαιά κλαδιά ή πράσινος στα νεαρά    

Φύλλα:  Αντίθετα, επιμήκη ελλειπτικά, απλά, ακέραια ή ελαφρά κυματοειδή, γυαλιστερά και άτριχα, με χλωμό πράσινο χρώμα στην κάτω επιφάνεια, έμμισχα και με πολύ εμφανές πορφυρό ή κοκκινωπό κεντρικό νεύρο.  Έλασμα φύλλου με δικτυωτή νεύρωση.  Κορυφή και βάση μυτερή, γόνατα διογκωμένα και με κάποιους αδένες στη μασχάλη του φύλλου.

Άνθη:  Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα σε χαλαρές κυματοειδείς ταξιανθίες.  Στεφάνη χοανοειδής με 5 μυτερούς, επιμήκεις αντωειδείς, αλληλεπικαλυπτόμενους και απλωμένους λοβούς.  Κορώνα αποτελούμενη από 5, λευκά και 2-λοβα νήματα στο βάθος του φάρυγγα του σωλήνα.  Στήμονες 5.  Ωοθήκη επιφυής.   

Άνθιση:  Ιούλιος-Σεπτέμβριος (Κύπρος)

Καρπός:  Θύλακες σε ζεύγη στα άκρα κοντών κλάδων, είναι επιμήκεις, τρίπλευροι με μυτερό ράμφος, πράσινοι, γινόμενοι κίτρινοι όταν ωριμάσουν, με πολυάριθμα σπέρματα που φέρουν δέσμη λευκών τριχών στο ένα άκρο τους.     

Πατρίδα:  Μαδαγασκάρη. 


Tanacetum parthenium

Name/Όνομα:  Τανάκητο το παρθένιον   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαTanacetum parthenium (L.) Sch. Bip.

Common name/Κοινό όνομα:  Feverfew    

Family/Οικογένεια:  ASTERACEAE





Plant: Perennial, bushy and aromatic herb reaching 120cm tall or more.

Stems:   Erect, robust, green, ridged, unbranched, adpressed-pubescent.

Leaves:  Alternate, simple, bipinnately-lobed, spreading, petiolate, yellowish-green, adpressed-pubescent, obscurely glandular, strongly scented; lower leaves with usually 7 flat lobes, margins serrate; petiole channeled above, pubescent; stem leaves smaller, upper leaves almost sessile with fewer lobes.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite in lax, daisy-like heads, in terminal corymbs; phyllaries many, green, thinly hairy, obtuse, closely imbricate; receptacle flat; ray florets broadly obovate, lingulate, white, 3-dentate at apex, glabrous, ± pendulous; disk florets numerous, tubular, whitish-yellow, with 5 erect, united and ovate-triangular lobes;

Flowering time:  July-October.

Fruit:  Achenes.

Habitat:  Roadsides, waste ground, from 1100-1550m alt.

Native:  Balkans, Caucasus.



Φυτό:  Πολυετής, θαμνώδης και αροματική πόα που φθάνει τα 120εκ ύψος. 

Βλαστός:  Όρθιοι, δυνατοί, πράσινοι, ραβδωτοί, χωρίς διακλάδωση και με κοντές, παράλληλες τρίχες.   

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, απλά, δις-πτερωτά λοβωτά, απλωμένα, έμμισχα, πρασινοκίτρινα με ίδιο τρίχωμα με τον βλαστό, αφανώς αδενώδη, με έντονη μυρωδιά.  Χαμηλά φύλλα συνήθως με 7 επίπεδους λοβούς και πριονωτό χείλος.  Μίσχος αυλακωτός από πάνω και τριχωτός.  Φύλλα βλαστού μικρότερα, ανω΄τερα φύλλα σχεδόν άμισχα και με μικρότερους λοβούς.

Άνθη:   Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε κεφάλια σαν της μαργαρίτας, σε χαλαρούς επάκριους κορύμβους.  Φυλλάρια πολυάριθμα, πράσινα, ελαφρά τριχωτά, πλατύκορφα και στενά αλληλεπικαλυμμένα. Ανθοδόχη επίπεδη.  Περιφεριακά ανθίδια πλατειά αντωειδή, γλωσσοειδή, λευκά, με 3-δοντη κορυφή , άτριχα ± κρεμάμενα.  Επιδίσκια ανθίδια πολυάριθμα, σωληνοειδή, λευκοκίτρινα με 5 όρθιους, ενωμένους και ωοειδείς-τριγωνικούς λοβούς.

Άνθιση:  Ιούλιος-Οκτώβριος. 

Καρπός:   Αχαίνια.

Ενδιαίτημα:   Κατά μήκος δρόμων, άγονα εδάφη από 1100-1550μ υψόμετρο.

Πατρίδα:   Βαλκάνια, Καύκασος.



Hypericum confertum subsp. stenobotrys 

Name/Όνομα:  Υπέρικον το συμπαγές υποείδ. στενοβότρυς*   

Scientific name/Επιστημονικό όνομα: Hypericum confertum subsp. stenobotrys (Boiss.) Holmboe    

Family/Οικογένεια:  Hypericaceae 


*Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.



Plant:  Perennial herb reaching 35cm high.

Stems:  Erect or ascending, branched with short axillary shoots below, unbranched above, usually glabrous.

Leaves:  Leaves opposite, apparently crowded, simple, entire, lanceolate with obtuse apex or oblong-linear, margins deflexed, apex very often upturned, gradually becoming smaller towards apex; leaves on axillary stems smaller, more crowded and more narrow.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite in lax, terminal dichasial cymes; sepals 5, spreading, green, oblong or ovate, apex subacute, obtuse or rounded, connected at the base, with 3-5 whitish parallel veins, margins prominently dotted with minute black glands; petals 5, obovate, yellow, often partially dotted with black-glands on the margins and scattered black glandular lines; stamens numerous in 2 whorls, filaments and anthers yellow; ovary superior, styles 3.     

Flowering time:  June-July

Fruit:  Capsule.

Habitat:  Rocky places and open pine forests from 1200-2000m alt

Native:  Western Mediterranean region, Middle East.



Φυτό:  Πολυετής πόα με ύψος μέχρι 35εκ.

Βλαστός-Κορμός:  Όρθιοι ή ανερχόμενοι, με διακλάδωση χαμηλά με λίγους μασχαλιαίους κλάδους, χωρίς διακλάδωση ψηλότερα, συνήθως άτριχος.

Φύλλα:  Αντίθετα, φαινομενικά μαζεμένα και πυκνά, απλά, ακέραια, λογχοειδή και πλατύκορφα ή επιμήκη-γραμμοειδή, χείλη γυρισμένα προς τα κάτω ενώ συχνά η κορυφή τους ανασηκώνεται ελαφρά, γινόμενα σταδιακά μικρότερα προς την κορυφή.  Φύλλα σε μασχαλιαίους κλάδους μικρότερα, πιο στενά και πιο πυκνά.

Άνθη:  Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα σε επάκρια θυσανοειδή διχάσια.  Σέπαλα 5, απλωμένα, πράσινα, επιμήκη ή ωοειδή, πλατύκορφα, σχεδόν οξύκορφα ή με στρογγυλή κορυφή, ενωμένα στη βάση τους, με 3-5 παράλληλα νεύρα και με χείλη έντονα στιγματισμένα με μικροσκοπικούς μαύρους αδένες.  Πέταλα 5, αντωειδή, κίτρινα, συχνά μερικώς στιγματισμένα χείλη με μαύρους αδένες όπως και τα σέπαλα ή και με μαύρες αδενώδεις γραμμές.  Στήμονες πολυάριθμοι σε 2 σπονδύλους, ανθήρες και νήματα κίτρινα.  Ωοθήκη επιφυής, στύλοι 3.     

Άνθιση:  Ιούνιος-Ιούλιος 

Καρπός:  Κάψα. 

Ενδιαίτημα:  Βραχώδη εδάφη και ανοικτά πευκοδάση από 1200-2000μ υψόμετρο. 

Πατρίδα:  Ανατολική Μεσογειακή ζώνη, Μέση Ανατολή.

Nepeta troodi

Name/Όνομα:  Νεπέτα του Τροόδους   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαNepeta troodi Holmboe.

 Common name/Κοινό όνομα:  Catmint    

Family/Οικογένεια:  LAMIACEAE



Plant:  Perennial aromatic herb reaching 50cm tall.

Stems:  Erect, ascending or sprawling, much-branched at the base, unbranched or sparingly branched above, tetragonal, pale green, densely covered with a mixture of long white and short glandular hairs.

Leaves:  Opposite, simple, petiolate, deltoid, cordate at base, obtuse at apex, blade rough and wrinkled, pubescent, margins crenate, petiole pubescent, channeled above.

Flowers:  Zygomorphic and hermaphrodite, in lax, many-flowered distant whorls, along to an elongate flowering axon; lower bracts spreading, leaf-like, upper bracts lanceolate, pointed; bracteoles linear with  glandular hairs; calyx tubular, straight or curved, 2-lipped, 5-toothed, teeth unequal, lanceolate, green, with glandular and non-glandular hairs externally, glabrous internally; corolla 2-lipped, 3-lobed below, 2-lobed above; upper lip semi-erect,  broadly oblong, whitish, lobes almost rounded, pubescent externally; lower lip dotted with lavender spots, lateral lobes semi-circular, median lobe  bigger, somewhat concave, nearly semicircular, with long white hairs at the upper part internally and a mixture of glandular and non-glandular hairs externally, margins strongly wavy or irregularly toothed, sometimes pendulous (hanging); stamens 4 ( 2 pairs), the upper longer, filaments  parallel, white, glabrous above, thinly hairy at the lower half, anthers dark purple, exserted; ovary superior, style whitish, longer than stamens, glabrous, exserted, stigma 2-lobed, lobes purplish, equal.

Flowering time:  June-October.

Fruit:  4 nutlets.

Habitat:  Rocky ground, pine forests, from 900-1950m alt

Native:  Endemic to Cyprus.

Centranthus ruber

Name/Όνομα :  Κέντρανθος ο ερυθρός   

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Centranthus ruber  (L.) DC

Common name/ Κοινό όνομα:  Red valerian, Jupiter’s beard   

Family/Οικογένεια:  VALERIANACEAE



Plant:  Perennial herb reaching 80cm tall or more.

Stems:  Erect, glaucous-green, branched, angled, and glabrous.

Leaves:  Opposite, simple, entire, sometimes dentate near the base, glaucous-green, rather fleshy, and glabrous; lower leaves ovate or lanceolate, petiolate, apex usually acute, base cuneate; upper leaves, ovate to ovate-elliptic, sessile, apex acuminate, base rounded or slightly cuneate.

Flowers:  Hermaphrodite and zygomorphic in dense, rounded, terminal compound cymes; petals 5, oblong, fused, spreading, bright red or pink, rarely white, unequal, apex obtuse, glabrous; Calyx tubular, tube long and narrow terminated into spur; stamen 1; ovary inferior, style 1, longer than the stamen, stigma lobed.

Flowering time:  June-July

Fruit:  1-seeded nutlet.

Habitat:  Common plant in Cyprus; roadsides, rocky places, walls and wasteland from  0-1200m alt.

Native:  Mediterranean region.



Φυτό:  Πολυετής πόα που φθάνει σε ύψος τα 80εκ. ή και περισσότερο.    

Βλαστοί:  Όρθιοι, γλαυκοπράσινοι, διακλαδισμένοι, γωνιώδεις και άτριχοι. 

Φύλλα:  Αντίθετα, απλά, ακέραια, κάποτε οδοντωτά κοντά στη βάση, γλαυκοπράσινα, λίγο σαρκώδη και άτριχα.  Κατώτερα φύλλα ωοειδή ή λογχοειδή, έμμισχα, συνήθως οξύκορφα, και με μυτερή βάση.  Ανώτερα φύλλα ωοειδή ή ωοειδή-ελλειπτικά, άμισχα, κορυφή μυτερή και βάση στρογγυλή.

Άνθη:  Ερμαφρόδιτα και ζυγόμορφα, σε πυκνή, στρογγυλή και επάκρια θυσανοειδή ταξιανθία.  Πέταλα 5, επιμήκη, ενωμένα, απλωμένα, με έντονο κόκκινο ή ρόδινο χρώμα, σπάνια λευκό, άνισα, πλατύκορφα και άτριχα.  Κάλυκας σωληνωειδής, σωλήνας μακρύς και στενός που καταλήγει σε πλήκτρο.  Στήμονες 1.  Ωοθήκη υποφυής, στύλος 1 μακρύτερος του στήμονα, στίγμα λοβωτό.   

Άνθιση:  Ιούνιος-Ιούλιος 

Καρπός:  Μονόσπερμο κάρυο.   

Ενδιαίτημα:  Κοινό φυτό της Κύπρου, κατά μήκος δρόμων, πετρώδη εδάφη και ακαλλιέργητες περιοχές από 0-1200μ υψόμετρο. 

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη. 

Salvia aethiopis

Name/Όνομα:  Σάλβια η αιθιοπίς

Scientific name/Επιστημονικό όνομαSalvia aethiopis L.   

 Common name/Κοινό όνομα:  Aethiopian Sage, Africna sage, Σπατζιά    

Family/Οικογένεια:  LAMIACEAE   



Plant:  Biennial or short-lived perennial herb with strong and thick taproot, reaching up to 60cm tall or more.

Stems:  Erect, single, 4-angled, much-branched, covered with dense, thin and long woolly hairs (arachnoid).

Leaves:  Basal leaves form a large rosette; large, ovate to oblong, petiolate, pale-green, margins irregularly serrate or lobed, lamina rough and wrinkled, covered with arachnoid hairs both sides, especially beneath, prominent white nerves on the underside; base cuneate or with 2 triangular lobes; upper leaves opposite, few, smaller towards apex, clasping the stem at the base; petiole densely arachnoid.

Flowers:  Zygomorphic and hermaphrodite, in lax, few-flowered distant whorls, along to the main flowering axon and on the branches as well, resembling a candlestick; bracts sessile, obovate, cuspidate; Calyx tubular, green, 2-lipped, 5-toothed, cuspidate, arachnoid with glands externally, glabrous internally, upper lip 3-dentate, lower lip 2-dentate; corolla 2-lipped, usually white, occasionally with yellowish lip, upper lip erect, 2-lobed,  falcate, hooded at apex, covered with a mixture of glands and white hairs externally, lower lip suborbicular, 3-lobed, the median bigger with sessile glands, sparsely hairy externally; stamens 2; ovary superior, style included, stigmatic lobes exserted, unequal, white, minutely hairy.

Flowering time:  June-July.

Fruit:  Nutlets.

HabitatRare plant in Cyprus and it is founded at forests of Pinus nigra ssp palassiana at 1700m alt.

Native:  Eurasia.



Φυτό:  Διετής ή πολυετής με λίγο χρόνο ζωής πόα, με χοντρή και δυνατή ρίζα.  Μπορεί να φθάσει τα 60εκ. ύψος ή και περισσότερο   

Βλαστός: Απλός, όρθιος, τετράγωνος, πολύκλαδος και καλυμμένος με αραχνοειδείς τρίχες.   

Φύλλα:  Κυρίως φύλλα βάσης που σχηματίζουν μεγάλη ροζέτα, είναι μεγάλα, επιμήκη-ωοειδή, έμμισχα, με χλωμό πράσινο χρώμα, χείλη άνισα οδοντωτά ή λοβωτά, έλασμα με ανώμαλη ή ρυτιδωμένη επιφάνεια, με αραχνοειδείς τρίχες και στις δυο επιφάνειες αλλά περισσότερο στην κάτω, όπου τα νεύρα είναι πολύ εμφανή.  Βάση ευθύγραμμη ή με 2 τριγωνικούς λοβούς.  Ανώτερα φύλλα αντίθετα, λίγα, μικρότερα όσο προχωρούμε στην κορυφή, ενώ στη βάση αγκαλιάζουν εν μέρει τον βλαστό.  Μίσχος με πυκνές αραχνοειδείς τρίχες.

Άνθη:  Ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε χαλαρούς, ολιγοανθείς (4-6) και σε απόσταση τοποθετημένους σπονδύλους, κατά μήκος του κύριου άξονα ή πάνω στους πλάγιους κλάδους, δίνοντας την όψη κηροπηγίου.  Βράκτια αντωειδή, άμισχα και αγκαθωτά.  Κάλυκας σωληνοειδής, πράσινος, 2-χειλος, με 5 αγκαθωτά δόντια, με αραχνοειδείς τρίχες και με αδένες εξωτερικά, γυμνός εσωτερικά, άνω χείλος 3-δοντο, κάτω χείλος 2-δοντο.  Στεφάνη 2-χειλη, συνήθως λευκή, κάποτε με κιτρινωπό χείλος, άνω χείλος όρθιο, 2-λοβο, δρεπανοειδές, με κουκούλα στην κορυφή, με αραχνοειδείς τρίχες μαζί με αδένες εξωτερικά, κάτω χείλος υποκυκλικό, 3-λοβο, με το μεσαίο λοβό μεγαλύτερο, με  αραιούς αδένες και ελαφρά τριχωτός εξωτερικά.  Στήμονες 2.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος μέσα στη στεφάνη, λοβοί στίγματος εξερχόμενοι, άνισοι, λευκοί και με πολύ μικρά τριχίδια.     

Άνθιση:   Ιούνιος-Ιούλιος.

Καρπός:  Μικρά κάρυα.


Ενδιαίτημα:  Σπάνιο φυτό της Κύπρου και περιορίζεται σε δάση μαύρης πεύκης σε 1700μ υψόμετρο.

Πατρίδα:  Ευρώπη και Ασία.



Salvia willeana

Name/Όνομα:  Σάλβια η γουϊλλιανή   

Scientific name/Επιστημονικό όνομαSalvia willeana (Holmboe) Prain.

 Common name/Κοινό όνομα:  Sage, Σπατζιά    

Family/Οικογένεια:  LAMIACEAE  



Plant:  Aromatic semi-shrub growing up to 60cm high.

Stems:  Erect or ascending, 4-angled, glandular-hairy above, with long and soft e-glandular hairs below;

Leaves:  Opposite, spreading, simple or with 2 basal lobes, ovate to elliptic, petiolate, sparsely pubescent above, with a mixture of glandular and eglandular hairs beneath, margins with small rounded scallops, apex rather obtuse, base wrinkled, rounded or cordate.

Flowers:  Zygomorphic and hermaphrodite, in lax, few-flowered distant whorls, along to an elongate flowering axon; bracts leaf-like; Calyx tubular, green or purplish, 2-lipped, 5-toothed, teeth triangular and equal; Corolla 2-lipped, 3-lobed below, 2-lobed above, bluish-violet or pink sometimes white, glabrous internally, glandular-hairy externally; upper lip erect, cucculate (hood-like), lower lip suborbicular, the median bigger, usually pendulous (hanging); stamens 2, (the lower 2 are sterile) exserted, filaments white and glabrous, anthers oblong, narrow, and yellow; ovary superior, style included, stigmatic lobes exserted, unequal, purplish.

Flowering time:  May-October.

Fruit:  Nutlets becoming gradually mature from April to August.

Habitat:  Forests of Pinus nigra, under junipers or oaks, ground of ophiolites and serpentinites on Troodos area, from 1000-1950m alt.

Native Endemic to Cyprus, has been listed as rare at the «RED DATA BOOK OF CYPRUS»



Φυτό:  Αρωματικός ημίθαμνος με ύψος μέχρι 60εκ. 

Βλαστοί:  Όρθιοι ή ανερχόμενοι, τετράγωνοι, με αδενώδεις τρίχες ψηλά, με ένα μίγμα από αδενώδεις και μη αδενώδεις τρίχες χαμηλότερα.    

Φύλλα:  Αντίθετα, απλωμένα, απλά ή με 2 λοβούς στη βάση τους, ωοειδή προς ελλειπτικά, έμμισχα, αραιά τριχωτά στην πάνω, με μίγμα από αδενώδεις και μη αδενώδεις τρίχες από κάτω, χείλη σκαλωτά, κορυφή μάλλον πλατειά, βάση ρυτιδωμένη, καρδιοειδής ή στρογγυλεμένη.

Άνθη:  Ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε χαλαρούς, ολιγοανθείς και σε απόσταση σπονδύλους, κατά μήκος ενός μακρού ανθικού άξονα.  Βράκτια φυλλόμορφα.  Κάλυκας σωληνοειδής, πράσινος ή πορφυρός, 2-χειλος με 5 τριγωνικά και ίσα δόντια.  Στεφάνη 2-χειλη, 3-λοβη κάτω και 2-λοβη πάνω, με ουρανί-ιώδες χρώμα ή ρόδινο, σπανιότερα λευκό, γυμνή εσωτερικά, με αδενώδεις τρίχες εξωτερικά.  Άνω χείλος όρθιο και κουκουλωτό, κάτω χείλος υποκυκλικό με το μεσαίο λοβό μεγαλύτερο και συνήθως κρεμάμενο.  Στήμονες 2 (οι άλλοι 2 είναι άγονοι), εξέρχονται της στεφάνης, νήμα λευκό και άτριχο, ανθήρες στενοί και επιμήκεις.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος μέσα στη στεφάνη, στιγματικοί λοβοί εξερχόμενοι, άνισοι και ελαφρά πορφυροί.

Άνθιση:  Μάιος-Οκτώβριος.

Καρπός:  Μικρά κάρυα που ωριμάζουν σταδιακά από τον Απρίλιο μέχρι τον Αύγουστο. 

Ενδιαίτημα:  Δάση μαύρης πεύκης, κάτω από αόρατους και βαλανιδιές, σε φιόλιθους και σερπεντινικά πετρώματα του Τροόδους από 1000-1950μ υψόμετρο.   

Πατρίδα:  Ενδημικό της Κύπρου και έχει χαρακτηριστεί ως σπάνιο στο  «RED DATA BOOK OF CYPRUS» – κατάλογος Απειλούμενων Φυτών της Κύπρου

Cotoneaster nummularius

Name/Όνομα:  Κοτονέαστρον το νομισματικόν     

Scientific name/Επιστημονικό όνομαCotoneaster nummularius Fisch. & C. A. Mey.

Common name/Κοινό όνομα:  Asian cotoneaster, Coinwort cotoneaster, Αρκοτζυδωνιά      

Family/ Οικογένεια:  ROSACEAE




Plant:  Deciduous or semi-evergreen shrub growing up to 2m.

Stems:  Branches erect, spreading or decumbent; young branches are purplish-brown and densely covered with thin whitish hairs, becoming gray and glabrous with age.

Leaves:  Alternate, simple, entire, flat, broadly-elliptical or suborbicular, petiolate, sparsely hairy above, densely covered with greyish hairs beneath and on the margins, apex acute or rounded, more rarely obtuse, often emarginate, sometimes slightly notched, base rounded to cuneate, prominent midvein beneath; stipules small, lanceolate, pointed, brownish-red; petiole densely hairy, channeled above.

Flowers:  Actinomorphic and hermaphrodite in 3-8 flowered, lateral or terminal corymbose cymes; pedicels hairy; petals 5, free, obovate to suborbicular, spreading, white and glabrous; sepals 5, green and hairy; stamens 10-20, free, filaments white, glabrous, anthers oblong and yellow; ovary inferior, styles 2, stigmas capitate.

Flowering time:  May-July

Fruit:   Red pome containing 2 pyrenes; fleshy, suborbicular, green and densely hairy when immature.  Fruit is mature in September-October.

Habitat:  Stony slopes at high level from 1100-1950m alt.

Native:  Mediterranean region, North Africa, Middle East, Asia.



Φυτό:  Φυλλοβόλος ή ημιαειθαλής θάμνος με ύψος μέχρι 2μ. 

Βλαστός-Κορμός:  Κλάδοι όρθιοι, απλωμένοι ή κατακλιμένοι.  Νεαροί κλάδοι καστανοπορφυροί και πυκνά καλυμμένοι με γκρίζες τρίχες, τελικά όμως γίνονται άτριχοι και παίρνουν γκρίζο χρώμα. 

Φύλλα:  Κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, επίπεδα, πλατειά-ελλειπτικά ή υποκυκλικά, με αραιό τρίχωμα στην άνω και πυκνό γκριζωπό τρίχωμα στην κάτω επιφάνεια και στα χείλη, οξύκορφα ή με στρογγυλεμένη κορυφή, πιο σπάνια πλατύκορφα, συχνά με μικρή προεκβολή ή με μικρή εγκοπή στην κορυφή τους, βάση στρογγυλή ή σχεδόν ευθύγραμμη και με πολύ εμφανές το κύριο νεύρο στην κάτω επιφάνεια.  Παράφυλλα μικρά, λογχοειδή, μυτερά με καστανοκόκκινο χρώμα.  Μίσχος πυκνότριχος και αυλακωτός από πάνω.

Άνθη:  Ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα με 3-8 άνθη σε πλάγιες ή επάκριες κορυμβο-κυματοειδείς ταξιανθίες.  Πέταλα 5, ελεύθερα, αντωειδή προς υποκυκλικά, απλωμένα, λευκά και άτριχα.  Σέπαλα 5, πράσινα και τριχωτά.  Στήμονες 10-20, ελεύθεροι, νήμα λευκό και άτριχο, ανθήρες επιμήκεις και κίτρινοι.  Ωοθήκη υποφυής, στύλοι 2, στίγματα κιτρινωπά και κεφαλωτά. 

Άνθιση:  Μάιος-Ιούλιος. 

Καρπός:  Κόκκινο μήλο που περιέχει 2 σκληρούς πυρήνες.  Είναι σαρκώδης, υποσφαιρικός, πράσινος και πυκνά τριχωτός όταν είναι ανώριμος.  Οι καρποί ωριμάζουν Σεπτέμβριο-Οκτώβριο.

Ενδιαίτημα:  Βραχώδεις πλαγιές σε μεγάλο υψόμετρο, από 1100-1950μ υψόμετρο

Πατρίδα:  Μεσογειακή ζώνη, Βόρεια Αφρική, Μέση Ανατολή και Ασία.