Biscutella didyma subsp. dunensis

May 23, 2018 by savvas

Biscutella didyma subsp. dunensis

Name/ Όνομα:   Πισκουτέλλα  η δίδυμη υποείδ. των αμμολόφων*  

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Biscutella didyma subsp. dunensis Chrtek & B. Slavík

Common name/Κοινό όνομα:   Biscutella, Biscutelle, Buckler mustard, Einjâhringes Brillenschotötchen, Biscutella annual, Πισκουτέλλα 

Family/Οικογένεια: BRASICACEAE 

 

* Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

 

Description

Annual plant growing up to 50cm tall; stem erect, usually branched, sometimes simple, cylindrical, greenish and glabrous when young, purple with hispid hairs when old.  Basal leaves in a loose rosette, alternate, simple, oblanceolate or slightly obovate, margins irregularly dentate or lobed, petiolate, apex subacute or obtuse, base narrow, covered with simple or branched hairs, especially on the margins and on the main veins beneath, petiole hairy; cauline leaves alternate, lanceolate, entire, sessile, acute, hairy.  Flowers actinomorphic and hermaphrodite in racemes; sepals 4,  alternating between petals, erect to spreading, ovate, subglabrous, greenish, often tinged purple; petals 4, obovate, base narrow, dark yellow and glabrous; stamens 6, filaments greenish, glabrous, anthers yellow; ovary superior, style 1, stigma 1, capitate, greenish, glabrous.  Flowering time February-May.  The fruit are paired dehiscent siliques, green, becoming brown at maturity (from the margins towards the center), disk shortly hairy, margins and center with longer hairs, forming a rough to the touch surface.  Endemic to Cyprus.   It is common plant in Cyprus and it is found on rocky slopes and waste ground from 0-950m alt.          Silique* = a many seeded capsule composed of 2 carpels.

 

Περιγραφή  

Μονοετής πόα ύψους μέχρι 50cm.  Βλαστός όρθιος, συνήθως με διακλάδωση, κάποτε απλός, κυλινδρικός, πρασινωπός και άτριχος στην αρχή, πορφυρός και αδρότριχος στο τέλος.  Φύλλα βάσης σε χαλαρή ροζέτα, κατ εναλλαγή, απλά, προμήκη-λογχοειδή ή ελαφρά αντωειδή, καλυμμένα με απλές ή διακλαδωμένες τρίχες κυρίως στα χείλη και στα κύρια νεύρα στην κάτω επιφάνεια, έμμισχα, σχεδόν οξύκορφα ή αμβλύκορφα, βάση στενή και μίσχο τριχωτό.  Ανώτερα φύλλα κατ εναλλαγή, ακέραια, άμισχα, οξύκορφα και τριχωτά.  Άνθη ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα, σε  βότρεις.  Σέπαλα 4, κατ εναλλαγή μεταξύ των πετάλων, όρθια ή απλωμένα, ωοειδή, σχεδόν γυμνά, πρασινωπά, συχνά παίρνουν πορφυρή χροιά.  Πέταλα 4, αντωειδή με στενή βάση, άτριχα και με σκούρο κίτρινο χρώμα.  Στήμονες 6, με πρασινωπό και άτριχο νήμα, ανθήρες κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, στίγμα 1, κεφαλωτό, πρασινωπό και γυμνό.  Άνθιση Φεβρουάριος – Μάιος.  Καρπός είναι ζεύγη λοβών (που μπορούν να ανοίξουν), που είναι πράσινοι αρχικά και τελικά παίρνουν καφέ χρώμα ξεκινώντας από την περιφέρεια προς το κέντρο, ο δίσκος φέρει κοντές τρίχες που είναι μεγαλύτερες στο χείλος και στο κέντρο του δίσκου, δημιουργώντας ανώμαλη επιφάνεια.  Ενδημικό φυτό της Κύπρου αλλά κοινό φυτό που απαντάται σε πετρώδεις πλαγιές και άγονα εδάφη από 0-950μ υψόμετρο.

Comments are closed.