Category Archive for ‘Άσπρα’

Carica papaya

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Carica papaya  L.

Common name/ Κοινό όνομα:  Melon tree, papaya, Papayer, Papyero, Papaja, পেঁপে , ፓፓያ , ਪਪੀਤਾ, Kapaya, Παπάγια, Papaw, Πεπονόδενδρο   

Family/Οικογένεια: CARICACEAE



Carica papaya is a perennial, evergreen, giant, tree like herbaceous plant, growing up 8m tall.  Trunk erect, usually unbranched, cylindrical, hollow, gray-brown, with prominent leaves’ scars.  All leaves arise from trunk’s apex; they are alternate, simple, large, flat, with 5-11 lobes, usually 7, petiolate, glabrous with prominent venation; lobes dentate, flat, glabrous, apex acute; petiolate very long, hollow, green and glabrous.  All parts of the plant contain white latex.  The plant is generally dioecious (male and female flowers are on deferent plants), rarely monoecious ( both male and female flowers are on the same plant) and the fragrant and tubular flowers are unisex (male or female)or hermaphrodite ( stamens and ovary on the same flower); male flowers on drooping axillary panicles; calyx 5-toothed, green and glabrous, petals 5, fused at base, white to creamy-yellow, often recurved, glabrous; stamens 10 ( 5 long + 5 short), filaments hairy; female flowers solitary or in clusters at the top of the trunk; petals 5, nearly free, white or pale yellow, glabrous, no stamens, ovary erect, ovoid, greenish-yellowish, glabrous, stigmas 5, fan-shaped.  Hermaphrodite flowers have 10 stamens and an ovary but sometimes the ovary is not functional and the flowers are sterile.  Blooming is continuously all year round. The fruit is a large, green to orange, oblong cylindrical, ovoid or spherical berry, containing numerous rounded, flat and blackish seeds.  Fruits from female flowers are spherical or pear shaped and if no pollination happens they don’t have seeds, while fruits from hermaphrodite flowers are oblong obovoid with seeds.  Native to Central USA and South America


Πολυετές, αειθαλές, γιγάντιο ποώδες φυτό σαν μικρό δένδρο που μπορεί να φθάσει τα 8m ύψος.  Κορμός όρθιος, συνήθως χωρίς διακλάδωση, κυλινδρικός, κούφιος, με ανοικτό καφέ χρώμα και με εμφανείς ουλές από τα φύλλα που έχουν πέσει.  Όλα τα φύλλα βγαίνουν στην κορυφή του κορμού, είναι κατ εναλλαγή, απλά, μεγάλα, επίπεδα, με 5-11 λοβούς, συνήθως όμως 7, έμμισχα και γυμνά με εμφανή νεύρωση, ενώ οι λοβοί είναι οδοντωτοί και γυμνοί με μυτερή κορυφή.   Μίσχος πολύ μακρύς, κούφιος, πράσινος και γυμνός.  Όλα τα μέρη του φυτού περιέχουν γαλακτώδη χυμό.  Γενικά είναι φυτό δίοικο (αρσενικά και θηλυκά άνθη σε ξεχωριστά φυτά), σπανιότερα μόνοικο (αρσενικά και θηλυκά άνθη στο ίδιο φυτό) και τα αρωματικά και σωληνοειδή άνθη μπορεί να είναι αρσενικά ή θηλυκά ή ερμαφρόδιτα (στήμονες και ωοθήκη στο ίδιο άνθος).  Αρσενικά άνθη σε κρεμάμενες μασχαλιαίες βοτρυοειδείς ταξιανθίες, έχουν κάλυκα με 5 πράσινα και γυμνά δόντια, πέταλα 5, συμφυή στη βάση τους, λευκά ή ανοικτοκίτρινα που συχνά γέρνουν προς τα πίσω και είναι γυμνά, στήμονες 10 (5 ψηλοί + 5κοντοί) με νήμα τριχωτό.  Θηλυκά άνθη μεμονωμένα ή σε δέσμες στην κορυφή του κορμού, έχουν 5 σχεδόν ελεύθερα λευκά ή ανοικτοκίτρινα πέταλα, καθόλου στήμονες, ωοθήκη όρθια, πρασινωπή προς κιτρινωπή και γυμνή, με 5 στίγματα σαν έλικες.  Ανθοφορία καθ όλη τη διάρκεια του χρόνου ανάλογα με το κλίμα.  Ο καρπός είναι μια μεγάλη, πράσινη αρχικά, πορτοκαλοκίτρινη τελικά, ωοειδής, κυλινδρική ή στρογγυλή ράγα που περιέχει πολυάριθμα, στρογγυλά και μαυριδερά σπέρματα.  Αν ο καρπός προέλθει από θηλυκό άνθος τότε ό καρπός είναι σφαιρικός ή σε σχήμα αχλαδιού και αν δεν έχει γονιμοποιηθεί δεν θα περιέχει σπέρματα, ενώ αν προέλθει από ερμαφρόδιτο άνθος τότε ο καρπός θα είναι μακρουλός ωοειδής και θα έχει πάντοτε σπέρματα.  Πατρίδα του η Νότια Αμερική και οι Κεντρικές ΗΠΑ.

Mespilus germanica

Name/Όνομα:     Μεσπιλέα η γερμανική

Scientific name/Επιστημονικό όνομα   Mespilus germanica L.

Common name/Κοινό όνομα:  Medlar, Πομηλιθκιά,Πολεμηθκιά

Family/ Οικογένεια:  ROSACEAE



Mespilus germanica is a small tree or perennial large shrub, growing to 6m high.  Trunk short and straight; bark grey-brown with deep cracks; branches crooked and reddish-brown; canopy rounded.  Leaves alternate, simple, oblong-lanceolate, entire, hairy on both sides especially on veins beneath, base and apex obtuse, petiole greenish and hairy; leaves are dull green, turning to reddish-brown in autumn; only wild medlars may have thorns; on cultivated varieties thorns are absent.  Flowers actinomorphic, hermaphrodite, solitary and terminal;  sepals 5, lanceolate, hairy, longer than petals, remaining on the top of the mature fruit; petals 5, ovate, white, glabrous, sometimes emarginate at apex, base reduced ; stamens numerous, filaments free, greenish-white, anthers 2-thecous, brown; carpels 5, styles 5; flowering time April-May.  The fruit is pome, hairy and olive green, apple-shaped, turning to reddish-brown at maturity; at the top of the fruit there is an open end that is crowned by the yellowish calyx.  Native to southwest Asia.


Η μεσπιλέα είναι μικρό δένδρο ή πολυετής μεγάλος θάμνος  που φθάνει τα 6m ύψος.  Κορμός κοντός και ίσιος, φλοιός γκριζοκαστανός με βαθιές σχισμές, πολύκλαδο δένδρο, κλάδοι με πολλά λυγίσματα, ερυθροκαστανοί και κόμη στρογγυλή.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, επιμήκη-λογχοειδή, ακέραια, τριχωτά και στις 2 επιφάνειες αλλά κυρίως επί των νεύρων στην κάτω επιφάνεια, βάση και κορυφή στρογγυλή, μίσχος πρασινωπός και τριχωτός.  Τα φύλλα έχουν στην αρχή χρώμα θαμπό πράσινο, το φθινόπωρο όμως παίρνουν κοκκινοκαφέ ή χάλκινο χρώμα. Οι άγριες πομηλιθκιές μπορεί να έχουν αγκάθια, όχι όμως και οι καλλιεργούμενες.  Άνθη ακτινόμορφα, ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα και επάκρια. Σέπαλα 5, λογχοειδή, τριχωτά, μεγαλύτερα των πετάλων και τα οποία παραμένουν στην κορυφή του ώριμου καρπού.  Πέταλα 5, ωοειδή, λευκά και γυμνά, κάποτε με εγκοπή στην κορυφή, ενώ στη βάση τα πέταλα στενεύουν.  Στήμονες πολυάριθμοι, νήμα ελεύθερο, με λευκοπράσινο χρώμα, ανθήρες 2-θηκοι και με καφέ χρώμα.  Καρπόφυλλα 5, στύλοι 5.  Άνθιση Απρίλιος-Μάιος.  Ο καρπός είναι μήλο (δρυποειδής)*, τριχωτός και ελαιοπράσινος στην αρχή, ενώ όταν ωριμάσει παίρνει κοκκινοκαφέ χρώμα.  Στην κορυφή ο καρπός είναι ανοικτός και φαίνεται σαν να φέρει «τρύπα», πλαισιωμένος από τα παραμένοντα σέπαλα.  Παρά την ωρίμανση ο καρπός στην αρχή δεν τρώγεται γιατί έχει πικρή ή στυφή γεύση.  Πατρίδα του η νοτιοδυτική Ασία.

δρυποειδής*= Κατά την ωρίμανση κάθε καρπόφυλλο σχηματίζει ένα σκληροκέλυφο σπέρμα.

Ligustrum japonicum

Name/Όνομα:   Λιγούστρο το Ιαπωνικό

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Ligustrum japonicum Thunb.

Common name/Κοινό όνομα:  Japanese privet

Family/Οικογένεια:  OLEACEAE


Ligustrum japonicum is large evergreen shrub or small tree growing to 6m tall.  Trunk erect, often multi-trunk; branches erect or spreading, forming a variable crown, vase, spreading or round; bark brownish-grey, bearing sparse light brown lenticels; young branches are green, older branches are brownish-green and finally they become brownish-grey.  Leaves opposite, simple, ovate or elliptic, entire, thick,  glossy, petiolate, often rolled under, dark green above, paler green below, base round, apex oblong acuminate or blunt-pointed.  Flowers small, many, actinomorphic, hermaphrodite, in lax, terminal and pyramidal panicles; petals 4, creamy-white, glabrous, usually rolled back; calyx 4-toothed, cup-shaped, green, glabrous; stamens 2, filaments white; ovary superior, 2-locular, style simple, straight, white, stigma 2-lobbed.  Flowering time May- June.  The fruit is an ovoid green and semi-flesh berry, turning into purple-black or black at maturity.  Native to Japan and Korea.  


Αειθαλής μεγάλος θάμνος ή μικρό δένδρο με ύψος μέχρι 6m.  Κορμός όρθιος αλλά συχνά υπάρχουν περισσότεροι από ένα, τα κλαδιά είναι όρθια ή απλωμένα δημιουργώντας ένα ποικίλο φύλλωμα, που μπορεί να είναι ανοικτό, στρογγυλό ή ενδιάμεσο.  Ο φλοιός είναι γκριζοκαστανός και φέρει αραιά και πιο ανοικτού χρώματος μικρά φακίδια.  Αρχικά τα νεαρά κλαδιά είναι πράσινα, μετά γίνονται καστανοπράσινα και τελικά παίρνουν γκριζωπό χρώμα.  Φύλλα αντίθετα, απλά, ωοειδή προς ελλειπτικά, ακέραια, κάπως χοντρά, γυαλιστερά, έμμισχα, συχνά είναι λυγισμένα προς τα πίσω, σκουροπράσινα από πάνω, με ανοικτό πράσινο χρώμα στην κάτω επιφάνεια, βάση φύλλου στρογγυλή και κορυφή οξύληκτη (όχι οξεία).  Άνθη μικρά, πολλά, ακτινόμορφα και ερμαφρόδιτα σε χαλαρή, πυραμιδοειδή και επάκρια φόβη ( σύνθετη βοτρυοειδής ταξιανθία).  Πέταλα, λευκά, προμήκη, γυμνά που συχνά λυγίζουν προς τα κάτω.  Κάλυκας κυπελλοειδής με 4 δόντια, πράσινα και γυμνά.  Στήμονες 2 με λευκό νήμα.   Ωοθήκη επιφυής με 2 καρπόφυλλα, στύλος όρθιος, ευθείς και λευκός, στίγμα 2-λοβο.  Άνθιση Μάιος – Ιούνιος.  Ο καρπός είναι μια σχεδόν σφαιρική, ημισαρκώδης και πράσινη αρχικά ράγα, η οποία αργότερα παίρνει σκούρο πορφυρό χρώμα και τελικά γίνεται μαύρη.  Πατρίδα του η Ιαπωνία και η Κορέα.


Pseuderanthemum sp

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Pseuderanthemum sp Sankowsky

Common name/Κοινό όνομα:   Shooting star

Family Οικογένεια: ACANTHACEAE


Perennial, evergreen, ornamental tropical shrub with moderate growing, reaching 1m in height; stem erect, angled, multi-branched, glabrous, greenish when young, turning to light orange with age and finally they take a gray color.  Leaves opposite, mostly simple, lanceolate, petiolate, somewhat swollen at base, glossy and shining, green above, purplish red with prominent greenish midvein beneath.  Flowers hermaphrodite, star-shaped and tubular, in racemes; corolla 5-lobed, lobes ovate, white, glabrous, dotted purplish-red at base; tube long, white at base, purple towards the top, glabrous; calyx 5-lobbed, lobes lanceolate or triangular, dark green, glabrous; stamens 2, filaments short, style white and glabrous, stigma light yellow to orange, above anthers.  The fruit is a capsule.  Flowering time August-November (Cyprus).  Native to Solomon Islands.


Πολυετής, αειθαλής και διακοσμητικός τροπικός θάμνος με μέτρια ανάπτυξη, που μπορεί να φθάσει το 1,5m ύψος.  Βλαστός όρθιος, γωνιώδης , με αρκετή διακλάδωση, άτριχος, πράσινος αρχικά, με ανοικτό πορτοκαλί χρώμα αργότερα, ενώ τελικά παίρνει γκρίζο χρώμα.  Φύλλα, αντίθετα, σχεδόν ακέραια, λογχοειδή, έμμισχα, λίγο διογκωμένα στη βάση του μίσχου, λεία και γυαλιστερά , πράσινα στην άνω επιφάνεια, με ρόδινο προς κοκκινωπό και με ευδιάκριτο πρασινωπό μεσαίο νεύρο στην κάτω επιφάνεια.  Άνθη ερμαφρόδιτα, σωληνοειδή, αστεροειδή, σε βότρεις.  Στεφάνη 5-λοβη, λοβοί, ωοειδείς, λευκοί και γυμνοί, διάστικτοι στη βάση με ρόδινο-κοκκινωπό χρώμα.  Σωλήνας μακρός, λευκός στη βάση και ρόδινος προς την κορυφή.  Κάλυκας 5-λοβος, λοβοί λογχοειδείς, ή τριγωνικοί, με σκούρο πράσινο χρώμα και άτριχοι.  Στήμονες 2, νήμα κοντό, στύλος λευκός και άτριχος, στίγμα απλό με ανοικτό κίτρινο προς πορτοκαλί χρώμα, υπεράνω των ανθήρων.  Ο καρπός είναι κάψα.  Άνθιση Αύγουστος-Νοέμβριος (Κύπρος).  Πατρίδα του τα νησιά του Σολομώντα.

Datura inoxia

Name/Όνομα: Δατούρα η αβλαβής*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα Datura inoxia Mill

Common name/ Κοινό όνομα: Downy thorn apple, prickly burr, toloache

Family/Οικογένεια:  SOLANACEAE



 Annual or perennial(mostly perennial), low-growing, ornamental and shrubby plant with a spreading crown, up to 2m high; young stems erect, purplish, pubescent with erect glandular hairs; older stems gradually become brown-yellowish and hairless; very old stems are gray to orange-yellowish, woody, erect, branched, hairless;  Leaves alternate, large, simple, oblong ovate, entire,  sometimes subentire on young leaves, base subcordate and very often asymmetric, apex subacute, hairy on both sides especially on veins beneath; petiole long, purplish and hairy.  Flowers large, funnel-shaped, hermaphrodite, axillary and solitary; corolla simple or double, sympetalous(5 united petals), forming a long tube; the downy tube(externally) is white with green veins, ending in 10  small and soft lobes with curving apex; calyx syssepalus(5 united sepals), forming a 5- lobbed long, green and pubescent tube; stamens 5 , filaments white, glabrous above, pubescent towards base, anthers oblong, yellow, turning to light brown after maturity; style white, glabrous, stigma 2-lobed, well below anthers.  The fruit is a nearly globose, spiny and irregularly dehiscing capsule, sitting on a very prominent round base, formed by calyx after anthesis; spines are almost equal and conical at base, start out soft, green and tomentose externally, turn hard and brownish as they age; seeds numerous, kidney-shaped, compressed, brown; fruiting peduncle short, strongly pending downwards; flowering time June-December(in Cyprus).  Native to Mexico, South America and the West Indies.


Πολυετές ή μονοετές (κυρίως πολυετές), διακοσμητικό και θαμνώδες φυτό με αργή ανάπτυξη και ανοικτή κόμη που φθάνει τα 2m ύψος.  Νεαροί βλαστοί όρθιοι, ρόδινοι, με μαλακές τρίχες αλλά και με όρθιες αδενώδεις τρίχες, όμως με την πάροδο του χρόνου γίνονται άτριχοι με καστανό προς κιτρινωπό χρώμα, ενώ οι  πρώτοι κλάδοι ( αρχαιότεροι) είναι χοντροί, ξυλώδεις, όρθιοι, άτριχοι και με διακλάδωση.  Φύλλα κατ εναλλαγή, μεγάλα, απλά, προμήκη ωοειδή, ακέραια εκτός από κάποια νεαρά φύλλα που έχουν λίγο κυματιστό χείλος προς τη βάση, είναι τριχωτά και στις 2 επιφάνειες αλλά κυρίως επί των νεύρων της κάτω επιφάνειας, έχουν βάση σχεδόν καρδιόσχημη αλλά πολύ συχνά ασύμμετρη και κορυφή σχεδόν μυτερή.  Μίσχος μακρός, ρόδινος και τριχωτός.  Άνθη μεγάλα, ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα, μασχαλιαία σε σχήμα τρομπέτας(χοανοειδή).  Στεφάνη απλή ή διπλή, συμπέταλος( 5 ενωμένα πέταλα) που σχηματίζουν στενόμακρο σωλήνα που είναι εξωτερικά χνουδωτός και καταλήγει σε 10 μικρούς και μαλακούς λοβούς με λυγισμένο άκρο.  Κάλυξ συσσέπαλος που σχηματίζει μακρό, πράσινο και χνουδωτό σωλήνα.  Στήμονες 5, νήμα λευκό, γυμνό στο άνω μέρος, χνουδωτό στο κάτω, ανθήρες προμήκεις και κίτρινοι που γίνονται όμως ανοικτοκαστανοί μετά την άνθιση.  Στύλος λευκός και γυμνός, στίγμα δίλοβο αρκετά κάτω από το ύψος των ανθήρων.  Άνθιση Ιούνιος- Δεκέμβριος (στην Κύπρο).  Καρπός είναι μια σχεδόν σφαιρική και ακανθώδης κάψα που σχίζεται με άτακτο τρόπο στην ωρίμανση και που «κάθεται» σε στρογγυλή βάση που σχηματίζεται από τη βάση του κάλυκα μετά την άνθηση.  Τα αγκάθια είναι σχεδόν ισομήκη, με κωνική βάση, είναι χνουδωτά εξωτερικά, πράσινα και μαλακά αλλά στην ωρίμανση γίνονται αιχμηρά, σκληρά και με καστανό χρώμα.  Σπέρματα αρκετά, νεφροειδή και συμπιεσμένα με καφέ χρώμα.  Ποδίσκος του καρπού έντονα λυγισμένος προς τα κάτω.  Πατρίδα του το Μεξικό, η Νότια Αμερική και οι Δυτικές Ινδίες. *Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.  Παρόλο που δίνεται το όνομα “αβλαβής” αυτό δεν ισχύει, γιατί όλα τα μέρη είναι τοξικά και επικίνδυνα για την υγεία.  Το πιο πιθανό ότι δόθηκε αυτή η ονομασία σε αντιπαραβολή με άλλα είδη της ίδιου γένους που είναι πολύ πιο επικίνδυνα. 


Dioscorea bulbifera

Name/Όνομα :   Διοσκορέα η βολβώδης*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Dioscorea bulbifera L.

Common name/ Κοινό όνομα:  Air potato, Air yam, Bitter yam

Family/Οικογένεια:   DIOSCOREACEAE


 Perennial, dioecious and quickly growing climbing plant with two types of storage organs; bulbils developing from axillary nodes hanging on the air and bulbs beneath the ground; stem twining to the left(counter-clockwise), slightly angled, green or purplish, glabrous, spreading up to 20m or more in length, with the ability to reach quickly the top of tree canopies.  Leaves alternate, simple, heart-shaped, glabrous, base chordate, apex pointed; petiole articulated at base; all veins arise from a certain reddish point at leaf base, resembling a network.  D. bulbifera is dioicious, so male and female flowers(actinomorphic) occur on different plants, on hanging axillary spikes; male and female flowers have a 6-parted perianth; segments oblong-ovate, white, hairless;  stamens 6 or less or absent(female); styles 3(female);flowering time September – November.  The fruit is a capsule.  Native to Asia and Africa.


Πολυετές φυλλοβόλο αναρριχητικό φυτό με γρήγορη ανάπτυξη.  Δημιουργεί 2 ειδών αποθηκευτικά όργανα: βολβίδια που βγαίνουν από τις μασχάλες των φύλλων και κρέμονται στον αέρα και βολβούς που βρίσκονται μέσα στο χώμα.  Βλαστός περιστρεφόμενος προς τα αριστερά (αντίθετα από τους δείκτες ρολογιού), ελαφρά γωνιώδης, πράσινος ή ελαφρά ρόδινος, γυμνός, που μπορεί να φθάσει τα 20m μήκος ή και περισσότερο και με την ικανότητα να ανεβαίνει εύκολα στην κορυφή των δένδρων.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, καρδιόσχημα, γυμνά, με αρθρωτό μίσχο στη βάση του και με μυτερή κορυφή που προεξέχει έντονα.  Όλα τα νεύρα ξεκινούν από ένα ρόδινο σημείο (εκεί που ενώνεται ο μίσχος με τη βάση του φύλλου) και προχωρούν προς την κορυφή του φύλλου αν και κάποια δεν φθάνουν μέχρι εκεί.  Αρσενικά και θηλυκά άνθη ακτινόμορφα, σε κρεμάμενους μασχαλιαίους στάχεις και σε διαφορετικά φυτά( φυτό δίοικο).  Αρσενικά και θηλυκά άνθη έχουν 6-μερές περιάνθιο με γυμνά, προμήκη ωοειδή και λευκά μέρη.  Στήμονες 6 ή λιγότεροι ή απουσιάζουν (θηλυκό).  Στύλοι 3(θηλυκό).  Ανθίζει Σεπτέμβριο – Νοέμβριο. Καρπός κάψα. Πατρίδα του η Ασία και η Αφρική.

*Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

Eclipta alba



Όνομα:  Εκλίπτα η λευκή

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Eclipta alba (L.) Hassk

Common name/Κοινό όνομα: False daisy, Bhringraj

Family Οικογένεια: ASTERACEAE


Annual herb rooting at the basal nodes and growing to 40cm high; stems erect or prostrate, terete, much-branched, usually reddish, covered with stiff whitish hairs, swollen at nodes.  Leaves opposite, simple, ovate to elliptic or oblong-lanceolate, margin entire or slightly serrate, densely strigose on both sides, sessile or subsessile, base cuneate, apex acuminate.  Flowers white in axillary or terminal clusters, solitary or in 2 heads together; ray florets female, fertile, ligulate; disk florets hermaphrodite, tubular, fertile; stamens 4,5; phyllaries 8-10, unequal, ovate, green, strigose externally, glabrous internally, apex acute; peduncle reddish, strigose.  The fruit is an achene.  Flowering time Jul-October, often throughout the year.  Native  to tropical South America and southeastern Asia.


Μονοετής πόα που ριζώνει από τα κατώτερα διογκωμένα γόνατα και που μπορεί να φθάσει τα 50cm ύψος.  Βλαστοί πρηνείς ή ανερχόμενοι, κυλινδρικοί, με διακλάδωση, συνήθως κοκκινωποί, με σκληρές τρίχες και με διογκωμένα γόνατα.    Φύλλα αντίθετα, απλά, ακέραια ή ελάχιστα κυματοειδή, ωοειδή-ελλειπτικά ή προμήκη λογχοειδή, πυκνά τριχωτά και στις δυο επιφάνειες, άμισχα ή σχεδόν άμισχα, με οξεία βάση και σχεδόν μυτερή κορυφή.  Άνθη σε λευκά κεφάλια, σε μασχαλιαίες ή επάκριες δέσμες, μεμονωμένα ή ανά δύο.  Περιφερειακά ανθίδια θηλυκά, γόνιμα και λευκά.  Επιδίσκια ανθίδια ερμαφρόδιτα, λευκά, σωληνοειδή και γόνιμα.  Στήμονες 4,5.  Βράκτια 8-10, άνισα, ωοειδή, πράσινα, με σκληρές τρίχες εξωτερικά, γυμνά εσωτερικά, με μυτερή κορυφή.  Ποδίσκοι ανθέων κοκκινωποί και τριχωτοί.  Άνθιση Ιούλιος-Οκτώβριος, συχνά και ανάλογα με το κλίμα, μπορεί να ανθίζουν καθ όλη τη διάρκεια του χρόνου.  Ο καρπός είναι αχαίνιο.  Πατρίδα του η τροπική Νότια Αμερική και η Νότια και Ανατολική Ασία.

Acacia salicina

Name/Όνομα : Ακακία η ιτεώδης

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Acacia salicina  Lindl.

Common name/ Κοινό όνομα:   CoobaWillow WattleWillow acacia.

Family/Οικογένεια: FABACEAE


Evergreen, fast growing large shrub or small tree up to 10m high, usually much smaller, with dense round or spreading crown; trunk short, single, forked or multi trunk with soft wood; bark grey-brown becoming rough and fissured with age; main branches upright, dark grey, twigs greenish-yellow, pendulous, slightly zig-zag at their end.  Phyllodes alternate, simple, entire, lanceolate to linear, thin, straight or slightly falcate, midvein prominent, apex obtuse with mucronate, glands at the base.  Flowers numerous, aromatic, whitish-green, in spherical hanging heads, in axillary racemes; stamens many with white filaments and yellow anthers.  The fruit is a linear dehiscent pot, green when young, chestnut in maturity, often irregularly constricted between the seeds, straight or curved.  Flowering time August-November. Native to Australia.

Phyllode = a modified petiole, not true leaf     midvein = the main central vein of a leaf    falcate = hooked or curled


Αειθαλής και γρήγορα αναπτυσσόμενος μεγάλος θάμνος ή μικρό δένδρο ύψους μέχρι 10m, αλλά συνήθως πολύ χαμηλότερος, με πυκνή σφαιρική ή ανοικτή κόμη.  Κορμός με μαλακό ξύλο, απλός, αλλά μπορεί να είναι και διχαλωτός ή να έχει περισσότερους από ένα.  Φλοιός γκριζοκαστανός γινόμενος με την πάροδο του χρόνου ζαρωμένος και με ανώμαλη επιφάνεια.  Νεαροί κλάδοι πρασινοκίτρινοι, κρεμάμενοι και με ελαφρό ζιγκ-ζαγκ στο άκρο τους, κύριοι κλάδοι ανερχόμενοι με σκοτεινό γκρίζο χρώμα.  Φυλλώδια κατ εναλλαγή, απλά, λογχοειδή προς γραμμοειδή, λεπτά, ίσια ή ελαφρά δρεπανοειδή, με ευδιάκριτο το κεντρικό νεύρο, με αδένες στη βάση, με σχεδόν μυτερή κορυφή και με ακίδα στο άκρο.  Άνθη πολλά, αρωματικά, λευκοπράσινα, σε μασχαλιαίους βότρεις, πάνω σε σφαιρικά κρεμάμενα κεφάλια και πολυάριθμους στήμονες με λευκό νήμα και κίτρινους ανθήρες.  Ανθίζει Αύγουστο-Νοέμβριο.  Καρπός είναι ένας γραμμοειδής και διαρρηκτός χέδρωπας, πράσινος αρχικά, σκοτεινοκαστανός τελικά, με άνισες περισφίξεις μεταξύ των σπερμάτων, ίσιος ή με κλίση.  Πατρίδα του η Αυστραλία.

Φυλλώδια = μετασχηματισμένος μίσχος, όχι πραγματικό φύλλο, που εξυπηρετεί όμως τις ανάγκες του φυτού όπως το πραγματικό φύλλο ( πχ. φωτοσυνθέτει ). Παρατηρείται πολύ συχνά στις ακακίες.


Murraya paniculata

Scientific name/Επιστημονικό όνομα: Murraya paniculata (L.) Jack

Common name/ Κοινό όνομα: Orange Jessamine, mock-orange, Μουράγια

Family/Οικογένεια: RUTACEAE

Evergreen, perennial and ornamental shrub or small tree up to 3m tall but usually much shorter.  Young stems green and pubescent; older branches woody, gray to pale brown with vertical whitish slashes becoming fissured with age.  Leaves alternate, compound, pinnatisect, petiolate, odd-phinnate; leaflets 3-9 pairs(not exactly opposite), obovate, entire, glabrous, glossy, dark green above, pale green and glandular–dotted below, petiolate , base cuneate, apex emarginate.  Flowers on terminal panicles or on axils of the upper leaves, hermaphrodite, actinomorphic and fragrant, sometimes solitary; petals 5, white internally, tinged yellow outside, recurved; calyx 5-lobed, lobes ovate, green, pubescent; stamens 10, filaments free, whitish, glabrous, anthers greenish-yellow, style cylindrical, green, stigma yellow, globular.  Fruit is an oval berry, green at the beginning, orange to dark red at maturity.  Flowers though out the year.  Native to a region from China and India to Australia.


Αειθαλής, πολυετής και διακοσμητικός θάμνος ή μικρό δέντρο ύψους  μέχρι 3m. Νεαροί κλάδοι πράσινοι και χνουδωτοί, παλαιότεροι κλάδοι ξυλώδεις, με γκρίζο προς ανοικτό καφέ χρώμα και με κατακόρυφες ασπριδερές σχισμές που με την πάροδο του χρόνου διευρύνονται σε αυλακώσεις.  Φύλλα κατ εναλλαγή, σύνθετα,  πτεροσχιδή, έμμισχα και αρτιόληκτα.  Φυλλάρια σε 3-9 ζεύγη( δεν είναι ακριβώς αντίθετα), αντωειδή, ακέραια, έμμισχα, γυμνά, γυαλιστερά , βαθυπράσινα στην άνω , ανοικτοπράσινα και διάστικτα με αδένες στην κάτω, με οξεία βάση και εγκοπή στην κορυφή.  Άνθη σε επάκριους βότρεις ή στις μασχάλες των τελευταίων φύλλων, ερμαφρόδιτα, ακτινόμορφα, εύοσμα, κάποτε μεμονωμένα.  Στεφάνη με 5 πέταλα, γενικά λευκά, κάποτε με εξωτερικές κίτρινες αποχρώσεις και με τις κορυφές τους να κλίνουν προς τα έσω, κάλυκας 5-μερής, με πράσινους, ωοειδείς και χνουδωτούς λοβούς, στήμονες 10 με ελεύθερο, ασπριδερό και γυμνό νήμα, ανθήρες κιτρινοπράσινοι, στύλος κυλινδρικός και πράσινος, στίγμα κίτρινο και κεφαλωτό.  Άνθιση καθ όλη τη διάρκεια του χρόνου.  Ο καρπός είναι μια οβάλ ράγα που στην αρχή είναι πράσινη ενώ μετά παίρνει πορτοκαλί προς βαθυκόκκινο χρώμα.  Πατρίδα του η περιοχή από την Κίνα και Ινδία μέχρι την Αυστραλία..




Carissa macrocarpa

Name/Όνομα : Κάρισσα η μακρόκαρπη 

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Carissa macrocarpa (Eckl.) A.DC

Common name/ Κοινό όνομα:  Natal plum

Family/Οικογένεια:  APOCYNACEAE


Evergreen, perennial, spiny and ornamental shrub or small tree up to 4m tall.  Stems many, closely branched, erect, green and glabrous bearing axillary forked spines ( Y shaped); older stems woody, gray to pale brown; stems, pedicels and petioles contain milky sap which is not toxic. Leaves opposite, simple, entire, ovate to round, glabrous, thick, dark green above, pale green below, petiolate, mucronate. Flowers hermaphrodite, actinomorphic, solitary, funnel-shaped, fragrant; tube hairy internally; petals 5, united, white, thick, star-shaped; calyx 5-lobed, green, stamens 5, filaments not free, anthers golden-yellow, ovary elliptic-orbicular and green; Fruit is an elliptic berry, green at the beginning dark red at maturity. Flowering time May – August. Native to South Africa


Αειθαλής, πολυετής, ακανθώδης και διακοσμητικός θάμνος ή μικρό δέντρο ύψους  μέχρι 4m. Βλαστοί αρκετοί, γενικά όρθιοι και πυκνοί, πράσινοι και άτριχοι που φέρουν στις μασχάλες των φύλλων σκληρά και διχαλωτά αγκάθια σε σχήμα Y, ενώ εσωτερικά κυκλοφορεί γαλακτώδης χυμός που δεν είναι τοξικός.  Φύλλα  αντίθετα, απλά, ακέραια, ωοειδή, έμμισχα, γυμνά, χοντρά, βαθυπράσινα και ακιδωτά. Άνθη ερμαφρόδιτα, μονήρη, ακτινόμορφα, χοανοειδή και εύοσμα. Σωλήνας εσωτερικά τριχωτός. Στεφάνη με 5 λευκά και ενωμένα πέταλα ( συμπέταλος στεφάνη), κάλυκας 5-μερής, πράσινος και γυμνός, στήμονες 5 με όχι ελεύθερο νήμα, ανθήρες σε χρώμα κρόκου αυγού και με πρασινωπή και ελλειψοειδή ωοθήκη.  Άνθιση  Μάιος – Αύγουστος. Ο καρπός είναι μια ελλειψοειδής ράγα που στην αρχή είναι πράσινη ενώ μετά παίρνει βαθυκόκκινο  χρώμα. Πατρίδα του Νότια Αφρική.