Category Archive for ‘ΞΕΝΑ ΦΥΤΑ’

Crassula vaillantii

Name/Όνομα:  Κράσσουλα του βάιλαντ*

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Crassula vaillanti*i (Willd.) Roth

Common name/Όνομα:   Narrow-leaves Mossy  stonecrop

Family/Οικογένεια:   CRASSULACEAE

 SynTillaea vaillantii  Willd.

 *Sebastien Vaillant-French botanist

*Προς τιμή του Γάλλου βοτανολόγου Sebastien Vaillant

Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα



Crassula vaillantii is an annual small plant growing up to 8cm tall.  Stem is prostrate or erect, green when young, reddish or red at maturity, fleshy and glabrous.  Leaves are opposite, oblong-linear, simple, entire, rather concave, succulent, slightly upcurved, green and glabrous, obtuse at apex, connate at the base with the stem.  Flowers tiny, hermaphrodite, actinomorphic solitary and axillary or in lax cymes; sepals 4, triangular, green and glabrous, obtuse at apex, connate at the base; petals 4, oblong-ovate, pink, glabrous, obtuse; stamens 4, alternate between petals; ovary superior, carpels 4, distinctly ovoid, erect, brownish becoming red at maturity, apex minute; stigma minute capitate.  The fruit is a follicle.  Flowering time February-April.  Native to Southern Europe, Mediterranean zone and Northern Africa.  Rare plant in Cyprus and it is found on temporary pools on limestones and on muddy and sandy wet places, from 0m-150m alt.



Μονοετής και αμφίβια πόα που φθάνει τα 8εκ ύψος.  Βλαστοί όρθιοι ή κατακλιμένοι, πράσινοι οι νεαροί, κοκκινωποί ή κόκκινοι στην ωρίμανση, σαρκώδεις και άτριχοι.  Φύλλα αντίθετα, απλά, ακέραια, επιμήκη γραμμοειδή, μάλλον κοίλα, σαρκώδη, ελαφρά λυγισμένα προς τα πάνω, πράσινα και άτριχα, κορυφή πλατιά, ενώ στη βάση συμφύονται και ενώνονται με το βλαστό.  Άνθη πολύ μικρά, ερμαφρόδιτα, ακτινόμορφα, μεμονωμένα και μασχαλιαία ή σε χαλαρή κυματοειδή ταξιανθία.  Πέταλα και σέπαλα άτριχα.  Σέπαλα 4, τριγωνικά, πράσινα και αμβλύκορφα.  Πέταλα 4,   επιμήκη-ωοειδή, ρόδινα κα αμβλύκορφα.  Στήμονες 4, κατ εναλλαγή μεταξύ των πετάλων.  Ωοθήκη επιφυής, 4-μερής, καρπόφυλλα όρθια, εμφανώς ωοειδή αλλά με στενή και πολύ μικρή και μαυριδερή κορυφή και με καστανό χρώμα, που τελικά γίνεται κόκκινο.  Στίγμα πολύ μικρό κεφαλωτό.  Καρπός θύλακας.  Άνθιση Φεβρουάριος –Απρίλιος.  Πατρίδα του η Νότια Ευρώπη, η Μεσογειακή ζώνη και η Βόρεια Αφρική.  Σπάνιο φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε εποχιακά λιμνία ασβεστολίθων και σε λασπώδη, αμμώδη και υγρά εδάφη από 0- 150μ υψόμετρο.

Euonymous japonicus

Name/Όνομα:  Ευώνυμος ο ιαπωνικός   

Scientific name/Επιστημονικό όνομα  Euonymous japonicus Thunb.

Common name/ Κοινό όνομα:   Diào jing cao, Japanese spindle tree, Bonnet de prêtre, Box-leaf Euonymus

Family/Οικογένεια:  CELASTRACEAE



Euonymous japonicus is an evergreen shrub or small tree growing up to 7m tall, but in Cyprus it can reach only 2m.  Trunk erect, much-branched, twigs dark green, squared, glabrous, often wrinkled with age.  Leaves are opposite, simple, oblong-obovate, thick, hard, glossy, margin finely serrated towards apex, margin entire at the base, glabrous, petiolate, apex obtuse to round, notched, base rather cuneate at base.  Flowers inconspicuous, hermaphrodite, actinomorphic and axillary, in terminal cymes; petals 4, flattened, oblong-obovate, greenish-white, glabrous, with whitish membranous margin; sepals 4 in 2 unequal pairs, the inner larger, they are green or yellowish and glabrous; stamens 4, alternate between the petals, filaments white, glabrous, anthers yellowish; ovary superior, style 1, erect, straight, similar color with petals, stigma 4-lobed. Flowering time March-June (Cyprus).  The fruit is a flattened, dark pink or red capsule.  Native to Japan and Korea.



Αειθαλής θάμνος ή μικρό δένδρο που μπορεί να φθάσει τα 7μ. ύψος, αλλά στην Κύπρο συνήθως φθάνει τα 2μ ύψος.  Κορμός όρθιος και πολύκλαδος, κλαδιά πράσινα, τετράγωνα και άτριχα, ενώ με την πάροδο του χρόνου ζαρώνουν.  Φύλλα αντίθετα, απλά, μάλλον αντωειδή, χοντρά, σκληρά, γυαλιστερά, άτριχα, χείλος πριονωτό προς την κορυφή, ακέραιο στη βάση, έμμισχα, αμβλύκορφα ή με στρογγυλεμένη κορυφή, βάση φύλλου τριγωνική.  Άνθη μικρά, ερμαφρόδιτα, ακτινόμορφα και μασχαλιαία σε επάκριες κυματοειδείς ταξιανθίες.   Πέταλα 4, επίπεδα, προμήκη αντωειδή, λευκοπράσινα, γυμνά και με περιθώριο μεμβρανώδες και ασπριδερό.  Σέπαλα 4 σε 2 άνισα ζεύγη, τα εσωτερικά μεγαλύτερα, όλα είναι άτριχα και πρασινοκίτρινα.  Στήμονες 4, κατ εναλλαγή με τα πέταλα, νήμα λευκό και γυμνό, ανθήρες κιτρινωποί.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος 1, όρθιος και ευθείς με χρώμα ίδιο με τα πέταλα, στίγμα 4-λοβο.  Ανθίζει  Μάρτιο-Ιούνιο.  Καρπός είναι μια επίπεδη, με βαθύ ρόδινο ή κόκκινο χρώμα κάψα.  Πατρίδα του η Ιαπωνία και η Κορέα.


Myoporum tenuifolium

Name/Όνομα:  Μυοπόρο το στενόφυλλο   

Scientific name/Επιστημονικό όνομα Myoporum tenuifolium G.Forst

Common name/ Κοινό όνομα:  Manatoka, Μυοπόρο   




  Myoporum tenuifolium is an evergreen shrub or small tree up to 8m high, with glabrous branches and rounded canopy.  Leaves alternate, simple, entire, lanceolate to elliptic, glabrous, covered with transparent spots (glands), dark green above, pale green with a distinct mid-vein  below, petiolate, acute at apex; young branches are green becoming purplish with age; old branches are brownish-gray.  Flowers tubular, hermaphrodite,  actinomorphic and axillary,  in dense terminal cymes; corolla 5-lobed, lobes oblong, fused at base, white with red spots; corolla lobes and corolla tube are densely hairy internally; calyx 5-lobed, lobes lanceolate, erect, green and glabrous, sparsely covered  with miniature transparent spots; stamens 4, often bending towards the center, filaments white and glabrous, anthers purplish; ovary superior, style and stigma simple. Flowering time February-April. The fruit is a fleshy and green drupe*, becoming red when mature.  Native to Australia.

drupe* = a fruit with fleshy exocarp and mesocarp while endocarp is hard enclosing the seed (olive, cherry, almond).



Αειθαλής θάμνος ή μικρό δένδρο που μπορεί να φθάσει τα 8μ. ύψος, με γυμνούς κλάδους και σφαιρική κώμη.  Νεαροί κλάδοι πράσινοι, γινόμενοι πορφυροί με την πάροδο του χρόνου.  Παλαιοί κλάδοι γκριζοκαστανοί.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, ακέραια, λογχοειδή-ελλειψοειδή, γυμνά, με διαφανή στίγματα (αδένες), με σκούρο πράσινο χρώμα στην άνω επιφάνεια, με ανοικτό πράσινο και  με ευδιάκριτο κεντρικό νεύρο στην κάτω επιφάνεια.  Άνθη σωληνοειδή, ερμαφρόδιτα, ακτινόμορφα και μασχαλιαία σε επάκριες κυματοειδείς ταξιανθίες.  Στεφάνη 5-λοβος, λοβοί προμήκεις, ενωμένοι στη βάση, λευκοί με κόκκινα στίγματα.  Σωλήνας στεφάνης και λοβοί έντονα τριχωτοί εσωτερικά.  Κάλυκας 5-λοβος, λοβοί λογχοειδείς, πράσινοι, άτριχοι, αραιά καλυπτόμενοι με μικροσκοπικά διαφανή στίγματα.  Στήμονες 4, συχνά λυγισμένοι προς το κέντρο, νήμα λευκό και γυμνό, ανθήρες πορφυροί.  Ωοθήκη επιφυής, στύλος και στίγμα απλοί και λευκοί.  Ανθίζει  Φεβρουάριο-Απρίλιο.  Καρπός είναι μια σαρκώδης δρύπη*, πράσινη στην αρχή, γινόμενη κόκκινη στην ωρίμανση.  Πατρίδα του η Αυστραλία.

δρύπη* είναι είδος καρπού όπου το εξωκάρπιο και μεσοκάρπιο είναι σαρκώδη, ενώ το ενδοκάρπιο σκληρό και ξυλώδες και περιέχει το σπέρμα όπως στην ελιά, κεράσι και αμύγδαλο.

Pittosporum angustifolium

Name/Όνομα:  Πιττόσπορο το στενόφυλλο 

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Pittosporum angustifolium  Lodd.

Common name/Κοινό Όνομα:   Weeping PittosporumButterbush, Native apricotGumby Gumby

*Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.

** formerly  known as “Pittosporum phillyraeoides” auct. non (DC.) Benth.



Pittosporum angustifolium is a perennial, evergreen and ornamental tall shrub or tree, growing up to 10m high but generally the average height is about 3-6m.  Trunk  much branched, bark light gray; branches pendulous, similar color with the trunk, hairless, younger branches start out as greenish, turning to brownish with age and finally they become gray.  Leaves alternate, simple, oblong-lanceolate or linear-elliptic, entire, flat, gray-green, glabrous, petiolate, base cuneate, apex acute or hooked, petiole whitish to greenish, glabrous.  Flowers are fragrant, hermaphrodite, actinomorphic, axillary, solitary or in clusters; sepals 5, free, ovate, greenish, pubescent; petals 5, ovate, concave, glabrous, apex rounded, incurved, partially fused forming a bell-shaped creamy-white corolla; stamens 5, erect, filaments free, glabrous, whitish, anther yellow; ovary superior, erect, ovoid, greenish or yellowish, glabrous, style short, green, simple, stigma rounded, yellowish.  Flowering time January-May.  The fruit is a globose or ovate and dehiscent orange capsule that split into 2, containing sticky dark red seeds; fruits remain on the tree for long time (several months).  Native to Australia.  In Cyprus we find it only in gardens (Nicosia).


 Πολυετής, αειθαλής και διακοσμητικός ψηλός θάμνος ή δένδρο  που μπορεί να φθάσει το 10m ύψος αλλά γενικά το μέσο ύψος του είναι 3-6m.  Κορμός πολύκλαδος, φλοιός με ανοικτό γκρίζο χρώμα, κλάδοι κρεμάμενοι ιδίου χρώματος με τον κορμό, άτριχοι, ενώ οι νεαροί κλάδοι είναι στην αρχή πρασινωποί, μετά καστανοί και τελικά γκρίζοι.    Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, γραμμοειδή-ελλειπτικά ή επιμήκη στενά  λογχοειδή, ακέραια, γυμνά, επίπεδα, γλαυκοπράσινα, έμμισχα, με βάση μυτερή, οξύκορφα ή με αγκιστροειδή κορυφή.  Μίσχος ασπροπράσινος και γυμνός.   Άνθη εύοσμα, ακτινόμορφα, ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα ή σε δέσμες, μασχαλιαία, στις άκρες των κλάδων.  Σέπαλα 5, ωοειδή, ελεύθερα, πρασινωπά και ελαφρά τριχωτά.  Πέταλα 5,  προμήκη, κάπως κοίλα, γυμνά, κορυφή στρογγυλεμένη, χείλη που στρέφονται προς τα  μέσα, μερικώς ενωμένα προς τη βάση τους σχηματίζοντας μια καμπανοειδή και με χλωμό κιτρινο χρώμα στεφάνη.  Στήμονες 5, νήμα ελεύθερο, γυμνό και ασπριδερό, με κίτρινους ανθήρες.  Ωοθήκη επιφυής, όρθια, γυμνή, με αυγοειδές σχήμα, στύλος κοντός, απλός και πράσινος, στίγμα στρογγυλό και κιτρινωπό.  Άνθιση Ιανουάριος-Μάιος (Kύπρος).  Ο καρπός είναι μια σχεδόν σφαιρική, πορτοκαλιά και διαρρηκτή κάψα (σχίζεται σε 2) που περικλείει ιξώδη και σκούρου κόκκινου χρώματος σπέρματα.  Πατρίδα του η Αυστραλία.  Στην Κύπρο υπάρχει μόνο σε κήπους (Λευκωσία) ως διακοσμητικό.

Carica papaya

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Carica papaya  L.

Common name/ Κοινό όνομα:  Melon tree, papaya, Papayer, Papyero, Papaja, পেঁপে , ፓፓያ , ਪਪੀਤਾ, Kapaya, Παπάγια, Papaw, Πεπονόδενδρο   

Family/Οικογένεια: CARICACEAE



Carica papaya is a perennial, evergreen, giant, tree like herbaceous plant, growing up 8m tall.  Trunk erect, usually unbranched, cylindrical, hollow, gray-brown, with prominent leaves’ scars.  All leaves arise from trunk’s apex; they are alternate, simple, large, flat, with 5-11 lobes, usually 7, petiolate, glabrous with prominent venation; lobes dentate, flat, glabrous, apex acute; petiolate very long, hollow, green and glabrous.  All parts of the plant contain white latex.  The plant is generally dioecious (male and female flowers are on deferent plants), rarely monoecious ( both male and female flowers are on the same plant) and the fragrant and tubular flowers are unisex (male or female)or hermaphrodite ( stamens and ovary on the same flower); male flowers on drooping axillary panicles; calyx 5-toothed, green and glabrous, petals 5, fused at base, white to creamy-yellow, often recurved, glabrous; stamens 10 ( 5 long + 5 short), filaments hairy; female flowers solitary or in clusters at the top of the trunk; petals 5, nearly free, white or pale yellow, glabrous, no stamens, ovary erect, ovoid, greenish-yellowish, glabrous, stigmas 5, fan-shaped.  Hermaphrodite flowers have 10 stamens and an ovary but sometimes the ovary is not functional and the flowers are sterile.  Blooming is continuously all year round. The fruit is a large, green to orange, oblong cylindrical, ovoid or spherical berry, containing numerous rounded, flat and blackish seeds.  Fruits from female flowers are spherical or pear shaped and if no pollination happens they don’t have seeds, while fruits from hermaphrodite flowers are oblong obovoid with seeds.  Native to Central USA and South America


Πολυετές, αειθαλές, γιγάντιο ποώδες φυτό σαν μικρό δένδρο που μπορεί να φθάσει τα 8m ύψος.  Κορμός όρθιος, συνήθως χωρίς διακλάδωση, κυλινδρικός, κούφιος, με ανοικτό καφέ χρώμα και με εμφανείς ουλές από τα φύλλα που έχουν πέσει.  Όλα τα φύλλα βγαίνουν στην κορυφή του κορμού, είναι κατ εναλλαγή, απλά, μεγάλα, επίπεδα, με 5-11 λοβούς, συνήθως όμως 7, έμμισχα και γυμνά με εμφανή νεύρωση, ενώ οι λοβοί είναι οδοντωτοί και γυμνοί με μυτερή κορυφή.   Μίσχος πολύ μακρύς, κούφιος, πράσινος και γυμνός.  Όλα τα μέρη του φυτού περιέχουν γαλακτώδη χυμό.  Γενικά είναι φυτό δίοικο (αρσενικά και θηλυκά άνθη σε ξεχωριστά φυτά), σπανιότερα μόνοικο (αρσενικά και θηλυκά άνθη στο ίδιο φυτό) και τα αρωματικά και σωληνοειδή άνθη μπορεί να είναι αρσενικά ή θηλυκά ή ερμαφρόδιτα (στήμονες και ωοθήκη στο ίδιο άνθος).  Αρσενικά άνθη σε κρεμάμενες μασχαλιαίες βοτρυοειδείς ταξιανθίες, έχουν κάλυκα με 5 πράσινα και γυμνά δόντια, πέταλα 5, συμφυή στη βάση τους, λευκά ή ανοικτοκίτρινα που συχνά γέρνουν προς τα πίσω και είναι γυμνά, στήμονες 10 (5 ψηλοί + 5κοντοί) με νήμα τριχωτό.  Θηλυκά άνθη μεμονωμένα ή σε δέσμες στην κορυφή του κορμού, έχουν 5 σχεδόν ελεύθερα λευκά ή ανοικτοκίτρινα πέταλα, καθόλου στήμονες, ωοθήκη όρθια, πρασινωπή προς κιτρινωπή και γυμνή, με 5 στίγματα σαν έλικες.  Ανθοφορία καθ όλη τη διάρκεια του χρόνου ανάλογα με το κλίμα.  Ο καρπός είναι μια μεγάλη, πράσινη αρχικά, πορτοκαλοκίτρινη τελικά, ωοειδής, κυλινδρική ή στρογγυλή ράγα που περιέχει πολυάριθμα, στρογγυλά και μαυριδερά σπέρματα.  Αν ο καρπός προέλθει από θηλυκό άνθος τότε ό καρπός είναι σφαιρικός ή σε σχήμα αχλαδιού και αν δεν έχει γονιμοποιηθεί δεν θα περιέχει σπέρματα, ενώ αν προέλθει από ερμαφρόδιτο άνθος τότε ο καρπός θα είναι μακρουλός ωοειδής και θα έχει πάντοτε σπέρματα.  Πατρίδα του η Νότια Αμερική και οι Κεντρικές ΗΠΑ.

Aristolochia littoralis

Name/Όνομα:    Αριστολόχια η παράλιος

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:  Aristolochia littoralis* L.

Common name/ Κοινό όνομα:   Calico, Dutchman’s pipe



*previously known as “Aristolochia elegans”



Aristolochia littoralis is an ornamental, perennial and evergreen climbing vine, growing to 5m in length.  Stems are woody, cylindrical, glabrous, twining clockwise and they are green when young, becoming yellowish to pale brown with age.  Leaves alternate, simple, heart-shaped, petiolate, glabrous, pale green above, glaucous below, base cordate, apex obtuse; small, kidney shaped, pseudo-stipules at base of each petiole.  Flowers zygomorphic, hermaphrodite, solitary and axillary with unusual shape, resembling smoking pipe (common name Dutchman’s pipe); they are tubular with flared mouth; generally greenish yellow below, reddish purple at the top; at base the tube is greenish-yellow and hairy  internally, while externally is glabrous; at apex the opening is cordate, covered with purplish brown markings; stamens many, anthers 2-thecous; ovary inferior, generally 6 locular.  Flowering time September-December (Cyprus).  The fruit is a dehiscent, cylindrical, pendulous, 6-ribbed, straight and green capsule, bearing a long projection at its end and turning to dark brown in maturity, enclosing numerous obovate or tear-shaped brown seeds with pale brown wings, becoming blackish with age. The plant is toxic.  Native to South America.


Η Aristolochia littoralis είναι ένα διακοσμητικό, πολυετές και αειθαλές αναρριχητικό φυτό που μπορεί να φθάσει tα 5m μήκος.  Βλαστοί ξυλώδεις, κυλινδρικοί, γυμνοί, περιελισσόμενοι όπως οι δείκτες του ρολογιού, πράσινοι αλλά με την πάροδο του χρόνου γίνονται κιτρινωποί προς ανοιχτοκαστανοί.   Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, καρδιόσχημα, έμμισχα, γυμνά, με ανοικτό πράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια, ενώ η κάτω είναι γλαυκοπράσινη, με βάση καρδιόσχημη και κορυφή αμβλεία.  Στη βάση κάθε μίσχου υπάρχουν μικρά, κιτρινωπά και νεφροειδή ψευδή παράφυλλα.  Άνθη ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα, μεμονωμένα και μασχαλιαία με ασύνηθες σχήμα.  Μοιάζουν με πίπα καπνού εξ ου και το κοινό όνομα (Dutchman’s pipe).  Τα άνθη είναι γενικά σε σχήμα S στη βάση, σωληνοειδή, με ένα καρδιοειδές άνοιγμα στο πάνω μέρος.     Εξωτερικά η βάση του άνθους είναι κιτρινοπράσινη, ενώ εσωτερικά φέρει λεπτές τρίχες, ενώ το άνω μέρος καλύπτεται εσωτερικά και εξωτερικά με κοκκινοπορφυρά σημάδια Στήμονες πολυάριθμοι, ανθήρες 2-θηκοι.   Ωοθήκη υποφυής, γενικά 6-χωρη.  Άνθιση Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος (Κύπρος).  Ο καρπός στην αρχή είναι μια επιμήκης, κυλινδρική, κρεμάμενη, 6-πλευρη και πράσινη κάψα με μακρά προεξοχή στο άκρο της, ενώ στην ωριμότητα παίρνει σκούρο καφέ χρώμα περικλείοντας πολλά μικρά καστανά και αντωειδή σπέρματα με κιτρινωπές πτέρυγες, ενώ αργότερα τα σπέρματα παίρνουν μαυριδερό χρώμα.  Το φυτό είναι τοξικό.  Πατρίδα του η Νότια Αμερική.

  • Η απόδοση του είδους στα Ελληνικά είναι εισήγηση του συγγραφέα.
Lablab purpureus

Name/Όνομα:   Λοβός ο πορφυρός *

Scientific name/Επιστημονικό όνομα  Lablab purpureus (L.)

Common name/ Κοινό όνομα:  Hyacinth bean, Field bean, Egyptian bean, Doli lablab, Faselbohne, Dolico lablab, Bonavista

 Family/Οικογένεια: FABACEAE


Lablab purpureus is a perennial (rarely annual) herbaceous plant growing to 90cm tall or stretching several meters from the plant.  Stems are semi erect, prostate, climbing or trailing, twining clockwise, purplish and sparsely hairy.  Leaves soft, alternate, compound, trifoliate, petiolate, dark green; petiole long purplish and sparsely hairy; leaflets 3, oblong-ovate or deltoid, entire, almost equal size, smooth above, short-haired below, especially on the prominent purplish veins; petiolules angled and short-haired, the petiolule of the terminal leaflet longer than the others two, apex acuminateFlowers many, zygomorphic, papilionaceous, hermaphrodite, in axillary  lax racemes; corolla with 5 petals, 2-lipped, upper lip orbicular(1 petal is the standard petal), lower lip(4 petals), consisted of 2 lateral ovate wings and a keel( 2 fused petals) which is sharply upcurved; petals white, pale blue, pink or purple, glabrous; flowering peduncle purplish, short-haired; calyx united at base, 2-lipped, irregularly 5-lobed, lobes green to purplish , triangular and hairy, apex acuminate or obtuse; bracts oblong, similar color, bracteoles elliptic; stamens 10,  9 fused, 1 free with longer filament; filaments white and glabrous, anthers yellow; ovary superior, style straight, thick, greenish and hairy; flowering time September-November (Cyprus).  The dehiscent pods are long, curved, rather flat, green and fleshy with curved beak formed by the persistent style and usually contain up to 6 seeds; seeds compressed, cream, white, dark brown or black depending on variety.  Native to Africa.  The plant is strongly ornamental and important food for the people living in tropical and subtropical zone.


Πολυετές, σπανιότερα μονοετές και ποώδες φυτό που μπορεί να φθάσει τα 90cm ύψος ή να αναπτυχθεί απλωμένο οριζόντια αρκετά μέτρα μακριά από το φυτό.  Βλαστοί ημιανερχόμενοι, κατακλιμένοι, έρποντες ή αναρριχόμενοι, περιστρεφόμενοι όπως οι δείκτες του ρολογιού, πορφυροί και αραιά τριχωτοί.  Φύλλα μαλακά, κατ εναλλαγή, σύνθετα, έμμισχα και σκοτεινοπράσινα.  Μίσχος μακρύς, πορφυρός και αραιά τριχωτός.  Φυλλάρια 3, ωοειδή ή δελτοειδή, ακέραια, σχεδόν ισομήκη, με κοντές τρίχες στην κάτω επιφάνεια ιδίως επί των πολύ εμφανών νεύρων της.  Μίσχοι φυλλαρίων γωνιώδεις, με κοντές τρίχες.  Μίσχος του τελικού φυλλαρίου αρκετά μεγαλύτερος των άλλων 2, ενώ η κορυφή τους είναι κατά κανόνα αιχμηρή.  Άνθη πολλά, ζυγόμορφα, ερμαφρόδιτα, σε σχήμα πεταλούδας σε μασχαλιαίους αραιούς βότρεις.  Στεφάνη με 5 πέταλα, 2-χειλη, άνω χείλος στρογγυλό και μεγαλύτερο, ο πέτασος (1 πέταλο), ενώ το κάτω χείλος αποτελείται από 4 πέταλα, 2 πτέρυγες στο πλάι και μεταξύ αυτών την τρόπιδα που προέρχεται από τη σύμφυση 2 πετάλων και είναι έντονα λυγισμένος προς τα πάνω.  Πέταλα λευκά, απαλού μπλε, ρόδινα ή πορφυρά και γυμνά.  Ανθοφόρος ποδίσκος πορφυρός και αραιά κοντότριχος.  Κάλυκας με 5 ενωμένα στη βάση σέπαλα, δίχειλος, με άνισους λοβούς.  Λοβοί πράσινοι προς πορφυροί, τριγωνικοί και τριχωτοί και με κορυφή σχεδόν αιχμηρή ή αμβλεία.  Βράκτια επιμήκη ιδίου χρώματος, βρακτίδια ελλειψοειδή.  Στήμονες 10, 9 συμφυείς και 1 ελεύθερος με μακρύτερο νήμα.  Νήμα στημόνων λευκό και γυμνό, ανθήρες κίτρινοι .  Ωοθήκη επιφυής, στύλος ευθείς, χοντρός, πρασινωπός και τριχωτός.  Άνθιση Σεπτέμβριος-Νοέμβριος( Κύπρος).  Ο καρπός είναι ένας μακρός, καμπύλος, μάλλον επίπεδος, πράσινος και σαρκώδης, με λυγισμένο ράμφος που σχηματίζεται από τον παραμένοντα στύλο.  Περικλείει συνήθως μέχρι 6 σπέρματα που είναι συμπιεσμένα, με λεμονί  λευκό, καφέ ή μαύρο χρώμα ανάλογα με την ποικιλία.  Πατρίδα του η Αφρική.  Το φυτό είναι πολύ διακοσμητικό αλλά αποτελεί και τροφή για τους κατοίκους τροπικών και υποτροπικών περιοχών.


Luffa cylindrica

Name/Όνομα:    Λούφα η κυλινδρική 

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:    Luffa cylindrica (L.) M.Roem

Common name/ Κοινό όνομα:      Loofah, Sponge gourd, vegetable sponge, éponge végétale, luffa,  Esponja vegetal, madodoki, Ghosavala

 Family/Οικογένεια:   CURCUBITACEAE


Synonym Luffa aegyptiaca Mill.


Luffa cylindrica is an annual fast growing climbing or trailing herb.  Stem green, conspicuously 5-angular, hairy; climbing is carried out by 2-6 tendrils which are axillary, branched, finely hairy, greenish or yellowish, twining anticlockwise.  Leaves alternate, simple, palmately lobed, scabrid on both surfaces, petiolate; lobes unequal, usually 3-7, sometimes more, ovate or triangular, margin wavy or slightly dentate, apex acute or subacute, base cordate; petiole long, angular, hairy, slightly twining clockwise.  Plant monoecious, flowers unisex, actinomorphic; male flowers in  racemes; pentacle long yellowish, hairy; petals 5, obovate, yellow, hairy on both sides, 5-6 prominent yellowish nerves below; calyx campanulate, sepals 5, united at base, triangular, green, hairy; stamens 5, anthers yellow, irregularly curved; female flowers with 5 lanceolate green sepals, their tips often curved downwards; ovary inferior, stigmas 3, 2-lobed. Fruit is long, cylindrical and many seeded fleshy capsule, becoming dry and yellowish at maturity; the fruit is used mainly for cleaning the human body as a sponge.   Native to North Africa or South Asia.



Μονοετές έρπον ή αναρριχόμενο φυτό με γρήγορη ανάπτυξη. Βλαστός πράσινος και τριχωτός  με 5 εμφανείς γωνιές.  Η αναρρίχηση επιτυγχάνεται με 2-6 έλικες που βγαίνουν από τη βάση των φύλλων, είναι τριχωτοί, πράσινοι ή κίτρινοι, διακλαδισμένοι και έχουν αριστερόστροφη πορεία.  Τα φύλλα είναι κατ εναλλαγή,     απλά, παλαμοειδή, παλαμόνευρα, με τραχείες και τις 2 επιφάνειες και έμμισχα.  Οι λοβοί είναι άνισοι, συνήθως 3-7, κάποτε περισσότεροι, ωοειδείς ή τριγωνικοί, με χείλη κυματοειδή ή ελαφρά οδοντωτά, λίγο ή πολύ οξύληκτα και βάση καρδιόσχημη.  Μίσχος μακρός, γωνιώδης, τριχωτός και με ελάχιστη στρέψη προς τα δεξιά.  Το φυτό είναι μόνοικο και τα άνθη μονογενή, κίτρινα και ακτινόμορφα.  Τα αρσενικά σχηματίζουν βότρεις, ενώ τα θηλυκά είναι μονήρη.  Τα αρσενικά έχουν 5 πέταλα, αντωειδή, τριχωτά και στις 2 πλευρές, με 5-6 εμφανή κιτρινωπά νεύρα στην κάτω επιφάνεια.  Κάλυκας καμπανοειδής, σέπαλα 5, ενωμένα στη βάση, τριγωνικά, πράσινα και τριχωτά.  Στήμονες 5, ανθήρες κίτρινοι με ανώμαλες κυρτώσεις.  Θηλυκά με 5 λογχοειδή σέπαλα των οποίων οι άκρες συχνά λυγίζουν προς τα κάτω.  Ωοθήκη υποφυής, με 3 στίγματα, 2-λοβα.  Καρπός είναι μια μακρά, κυλινδρική, σαρκώδης και με πολλά σπέρματα κάψα που όταν ωριμάσει ξηραίνεται και παίρνει κιτρινωπό χρώμα. Ο καρπός χρησιμοποιείται κυρίως ως σφουγγάρι για καθαρισμό του σώματος. Άνθιση Φθινόπωρο.  Πατρίδα του η Βόρεια Αφρική και η Νότια Ασία.


Limonium virgatum

Name/Όνομα:   Λιμόνιο το ραβδωτό 

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Limonium virgatum (Willd.) Fourr.

Common name/ Κοινό όνομα:  Violet sea lavender, Statice, Marsh-rosmary, Αθάνατο 

Family/Οικογένεια:  PLUMBAGINACEAE 



Limonium virgatum  is a perennial herb with woody rootstock growing 40cm tall.  Stem erect, branched above, green, glabrous; often upper twigs are zig-zag.  Leaves are gathered near the ground forming dense rosettes; they are simple, entire, oblong obovate or narrowly spathulate, dark green, apex rounded, gradually reduced at base sheathing the stem.  Flowers are hermaphrodite and actinomorphic, in dense terminal corymbs; petals 5, violet or pink to pale blue, oblong, glabrous, emarginated at apex; calyx tubular, sepals 5, with 5 pointed brown nerves (externally), shorter than the tube; upper part of the tube usually white or pale violet; stamens 5, filaments glabrous, anthers oblong, yellow; ovary superior, styles 5, white, erect and straight.  Fruit is a capsule.  Flowering time May-August.  Native to Mediterranean region.  Common plant in Cyprus, on rocky, salty or sandy places, marshes, salt lakes or coasts, from 0-150m alt.



Πολυετής πόα με ξυλώδη ρίζα που μπορεί να φθάσει τα 40cm ύψος.  Βλαστός όρθιος, διακλαδισμένος στο πάνω μέρος, πράσινος και γυμνός ενώ στο πάνω μέρος οι βλαστοί συνήθως έχουν μορφή ζιγκ-ζαγκ.  Τα φύλλα είναι μαζεμένα χαμηλά κοντά στο έδαφος σχηματίζοντας πυκνές ροζέτες.  Είναι απλά, ακέραια, επιμήκη αντωειδή ή στενά σπατουλοειδή, με σκούρο πράσινο χρώμα, με στρογγυλή κορυφή, ενώ στο κάτω μέρος στενεύει σταδιακά, ακουμπώντας το βλαστό.  Άνθη ερμαφρόδιτα και ακτινόμορφα σε επάκριους πυκνούς κορύμβους.  Πέταλα 5, κυανοϊώδη, ρόδινα ή λιλά, επιμήκη, γυμνά και με μικρή εγκοπή στην κορυφή.  Κάλυκας σωληνοειδής, σέπαλα 5 με 5 εμφανή, μυτερά και καφετιά νεύρα (εξωτερικά), που είναι κοντύτερα από το σωλήνα και δε φθάνουν μέχρι τη άσπρη ή ελαφρά ιώδη κορυφή του.  Στήμονες 5, νήμα γυμνό, ανθήρες επιμήκεις και κίτρινοι.  Ωοθήκη επιφυής, στύλοι 5, με άσπρο χρώμα, όρθιοι και μάλλον ευθείς.  Ανθίζει Μάϊο-Αύγουστο. Καρπός κάψα.  Πατρίδα του η Μεσογειακή ζώνη.  Κοινό φυτό στην Κύπρο και απαντάται σε βραχώδη, αλμυρά ή και αμμώδη εδάφη, σε τέλματα, αλυκές ή παραλίες αλλά και εσωτερικά, από 0-150m υψόμετρο.

Castanea sativa

Name/Όνομα:  Καστανιά η εδώδιμη

Scientific name/Επιστημονικό όνομα:   Castanea sativa Mill.

Common name/ Κοινό όνομα:   European chestnut, Sweet chestnut, Spanish chestnut, Καστανιά     

Family/Οικογένεια:  FAGACEAE



Μονοecious*and deciduous tree up to 30m high.  Bark greyish-brown and smooth, becoming grooved and fissured with age; trunk stout and wide, old trees may have a trunk diameter 2m or more; young branches are purple-brown and tomentose, bearing oval or roundish, red-brown buds.  Leaves are alternate, simple, oblong-lanceolate, dark green above, light green below, glabrous on both sides, margin conspicuously serrate, venation prominent, base slightly cuneate, apex acuminate, petiole yellowish.  Flowers yellow, unisex (male or female) on terminal spikes** (catkins); female flowers are located at the base of the catkins, while male flowers developed at the remaining part of the catkins; after pollination, female flowers develop into reddish-brown nuts, wrapped in a green (first) or yellowish (after) prickly case, called cupule; Flowering time June-July.  Nuts are shed in October (Cyprus).  Native of a zone extended from Balkan Peninsula to western Asia and northern Africa.  Μονοecious* = male and female flowers are on the same plant.  spike** = inflorescence bearing one scaly bract and  unisex apetalous flowers



Φυλλοβόλο και μόνοικο* δέντρο ύψους μέχρι 30m.  Κορμός εύρωστος και χοντρός που μπορεί να φθάσει ή να ξεπεράσει τα 2m διάμετρο.  Φλοιός τεφροκαστανός, λείος στην αρχή αλλά με την πάροδο του χρόνου γίνεται ζαρωμένος και εμφανίζει σκισίματα και αυλάκια.  Φύλλα κατ εναλλαγή, απλά, επιμήκη λογχοειδή, με σκούρο πράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια, με ανοικτό πράσινο στην κάτω, άτριχα και στις 2 επιφάνειες, χείλος έντονα πριονωτό, με πολύ εμφανή νεύρωση, με βάση ελαφρά επίπεδη, κορυφή σχεδόν οξύληκτη και με κιτρινωπό μίσχο.  Άνθη κιτρινωπά, μονογενή (αρσενικά ή θηλυκά) σε επάκριους και όρθιους ίουλους.  Τα αρσενικά άνθη καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του ίουλου, ενώ τα θηλυκά βρίσκονται στη βάση του.  Μετά την επικονίαση τα θηλυκά άνθη αναπτύσσονται σε κοκκινοκαστανά κάρυα που περιβάλλονται από ένα πράσινο στην αρχή και κιτρινωπό αργότερα, ακανθώδη σάκο, ώστε να φαίνονται από μακριά σαν μεγάλοι πράσινοι αχινοί.  Ανθίζει Μάιο-Ιούλιο.  Τον Οκτώβριο τα κάστανα ωριμάζουν και πέφτουν.  Πατρίδα του θεωρείται μια ζώνη που ξεκινά από τη Βαλκανική χερσόνησο και εκτείνεται μέχρι τη Δυτική Ασία και τη Βόρεια Αφρική. Μόνοικο*  = αρσενικά και θηλυκά άνθη βρίσκονται πάνω στο ίδιο  φυτό.  Ίουλος** = ταξιανθία συνήθως κρεμάμενη που φέρει  μονογενή (αρσενικά ή θηλυκά) και απέταλα άνθη